03
Ιολ.
12

Οι Θέσεις του ΚΚΕ για την Ενιαία Εσωτερική Αγορά και το 1992 (Μάρτης 1988)

κκε εοκΤο Μάρτη του 1988 το ΚΚΕ παρουσίασε κείμενο με Θέσεις για την Ενιαία Εσωτερική Αγορά και το 1992, με το οποίο ουσιαστικά εγκατέλειπε τις θέσεις του ενάντια στην ΕΟΚ, τη σημερινή ΕΕ. Στο κείμενο σε πρώτη γραμμή μπαίνουν η αξιοποίηση τυχόν δυνατοτήτων και το αντιπάλεμα των αρνητικών συνεπειών από την ένταξη στην ΕΟΚ.

Το 1992 ήταν το ορόσημο που έβαζε η ΕΟΚ για να πραγματοποιήσει ένα σημαντικό βήμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που σχεδίαζαν οι δυνάμεις του κεφαλαίου στη δυτική Ευρώπη. Ενισχυμένη και από το συσχετισμό που προέκυψε από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1990-91, η ΕΟΚ προχώρησε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 που οδήγησε στη μετεξέλιξή της σε Ευρωπαϊκή Ένωση και στη δημιουργία της Ευρωζώνης και του ευρώ.

Στην αφετηρία αυτών των εξελίξεων, το κείμενο Θέσεων που επεξεργάστηκε το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ σφραγίζεται από μια σαφή υποχώρηση από την τοποθέτηση ενάντια στην ΕΟΚ και το αίτημα για αποδέσμευση από αυτή. Είναι ορατές οι επιδράσεις και από την Περεστρόικα, την πολιτική του Γκορμπατσόφ και της τελευταίας σοβιετικής ηγεσίας που πρέσβευε το συμβιβασμό με το καπιταλιστικό στρατόπεδο και ανάμεσα στα άλλα, τη συνεργασία με την ΕΟΚ του ΣΟΑ (Σύμφωνο για την Οικονομική Αλληλοβοήθεια: οργανισμός οικονομικής συνεργασίας της ΕΣΣΔ με τις σύμμαχες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ευρώπη) που οι δυτικές χώρες ονόμαζαν ΚΟΜΕΚΟΝ.

Οι Θέσεις, στην κατεύθυνση που χάραξε το 12ο συνέδριο του ΚΚΕ, ουσιαστικά λειτούργησαν σαν βήμα προσέγγισης των θέσεων της Ελληνικής Αριστεράς υπό τον Λ. Κύρκο (ΕΑΡ) και του ΚΚΕ Εσωτ. παλιότερα, ανοίγοντας το δρόμο στη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου σαν μια συμμαχία με διαχειριστικό και όχι ανατρεπτικό προσανατολισμό που θα επιχειρούσε να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ σαν βασική έκφραση των λεγόμενων δημοκρατικών δυνάμεων.

Διαβάστε ολόκληρο το ιστορικό αυτό κείμενο:

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟ 1992

Το 1992 είναι το χρονικό όριο που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς. Το έτος αυτό αναδεί­χτηκε σ’ ένα συμβολικό ορόσημο με ολοένα και μεγαλύτερο βάρος στην πολιτική ζωή της χώρας μας.

Το «1992» προβάλλεται από τις δυνάμεις του δικομματισμού άλλοτε σαν ένα σύμβολο ελπίδας και άλλοτε σαν μια «πρόκληση», που στο όνομα της δικαιολογούνται και αντιλαϊκές επιλογές. Στο μεταξύ τα πραγματικά προβλήματα συγκαλύπτονται με γενικόλογες εκκλήσεις για «προετοιμα­σία».

Μ’ αυτή του την παρέμβαση το ΚΚΕ επιδιώκει να τραβήξει την κουρ­τίνα της δημαγωγίας και της μυθολογίας γύρω από το 1992. Θέλει να ρίξει το φακό στα πραγματικά προβλήματα που θέτει η ενιαία εσωτερική αγορά, στην πολιτική της κυβέρνησης, στην ανάγκη για άμεση στράτευση και δράση των δυνάμεων της εργασίας και της προόδου για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για τα συμφέροντα της χώρας μας.

Στόχος του ακόμα είναι ν’ ανοίξει βήμα διαλόγου με τις άλλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για το «δέον γενέσθαι» στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στην πορεία προς το 1992.

1. Ο χαρακτήρας και οι κινητήριες δυνάμεις της Ενιαίας Αγοράς

Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΟΚ στο Λουξεμβούργο, το Δεκέμβρη του 1985, που υιοθέτησε την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη αποτέλεσε σημείο καμπής για την εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλή­ρωσης. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο κρίσεων στην κοινότητα και συγκρουόμενων απόψεων σχετικά με τις προοπτικές της, η «πράξη» θέτει κεντρικό άξονα για την πορεία της ολοκλήρωσης την ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΟΚ.

Σε συνδυασμό με την ενιαία αγορά προωθήθηκαν σημαντικές θεσμικές αλλαγές στην ΕΟΚ, με τον περιορισμό του δικαιώματος της ομοφωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Διευρύνθηκε ουσιαστικά το πεδίο δράσης της πολιτικής συνεργασίας στα εξωτερικά θέματα, με ανάλογους περιορισμούς στις δυνατότητες αυτόνομης έκφρασης της εξωτερικής πολι­τικής κάθε χώρας-μέλους. Με την προσθήκη στις αρμοδιότητες της των προβλημάτων ασφάλειας ενισχύονται οι τάσεις για τη στρατιωτικοποίηση της ΕΟΚ, σε συνδυασμό με αντίστοιχες εξελίξεις στο NATO. Συνολικά η Ευρωπαϊκή Πράξη αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στις διαδικασίες για μετεξέλιξη της ΕΟΚ σε «Ευρωπαϊκή Ένωση», μια ευρύτερη πολιτικοοικο­νομική οντότητα στον καπιταλιστικό κόσμο.

Βασικός μοχλός των εξελίξεων αυτών από οικονομική άποψη είναι η δημιουργία της λεγόμενης «ενιαίας εσωτερικής αγοράς». Συγκεκριμένα προβλέπεται η άρση όλων των θεσμικών, τεχνικών, διοικητικών, φορολο­γικών εμποδίων, η κατάργηση ρυθμίσεων υπέρ της εθνικής παραγωγής στις κρατικές προμήθειες, η απελευθέρωση των μεταφορών, των τηλεπι­κοινωνιών και του τραπεζικού συστήματος. Έτσι, οι «εθνικές αγορές» μετατρέπονται, στην πορεία αυτή, σε οργανικά τμήματα μιας τυπικά «ενιαίας» κοινοτικής αγοράς, δίχως σύνορα.

Κύρια κινητήρια δύναμη της ενιαίας εσωτερικής αγοράς σε κοινοτικό επίπεδο είναι οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες, που έχουν στόχο τη διείσ­δυση τους σε θέσεις κλειδιά των εθνικών οικονομιών και τελικά την ηγεμονία τους στον κοινοτικό χώρο.

Ασφαλώς, οι σημερινές απαιτήσεις της έρευνας, της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της διεύθυνσης τους ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα. Ξεπερνούν τις δυνατότητες ακόμη και των πιο ισχυρών μεμονωμένων χωρών. Κάνουν πιο επίκαιρη την ανάγκη για ισότιμη και αμοιβαία επωφελή διεθνή συνεργασία.

Η ενιαία αγορά δεν απαντά στην ανάγκη αυτή. Η συγκεκριμένη μορφή, μάλιστα, που παίρνει, αγνοεί πλήρως τις ανάγκες για σύγκλιση των οικο­νομιών και περιορισμό <- των περιφερειακών και ταξικών ανισοτήτων. Όπως και η «Λευκή Βίβλος» της Επιτροπής της ΕΟΚ, για την ενιαία εσωτερική αγορά, διαμορφώθηκε ερήμην των χωρών της περιφέρειας της Κοινότητας, των εργαζομένων και των κινημάτων τους.

Με την ενιαία αγορά οι κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις της ΕΟΚ επιδιώκουν να υποτάξουν τις νέες δυνατότητες της εποχής μας στους δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς. Επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν και να ενισχύσουν τις θέσεις τους απέναντι στο εργατικό κίνημα. Να βελτιώσουν τις θέσεις τους στα πλαίσια του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Παράλληλα, όμως, αμερικάνικες και γιαπωνέζικες πολυεθνικές επιδιώ­κουν να αξιοποιήσουν την ενιαία αγορά για την επέκταση τους, αναπρο­σαρμόζοντας τη στρατηγική τους, κύρια με συγχωνεύσεις με κοινοτικές εταιρίες. Έτσι δημιουργούνται νέα πεδία εκδήλωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Το καινούργιο, στην ενιαία αγορά, δεν είναι ο δασμολογικός αφοπλι­σμός, που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη επιβληθεί. Το καινούργιο είναι οι ενιαίες λειτουργίες και πολιτικές που αποκρυσταλλώνουν σε υπερεθνικό επίπεδο τις ανάγκες του πολυεθνικού κεφαλαίου.

Η ενιαία αγορά είναι «ενιαία» μόνο τυπικά, εξωτερικά, ενώ εσωτερικά και ουσιαστικά είναι ανισότιμη. Εξασφαλίζει ασύγκριτα ευνοϊκότερους όρους δράσης για το πολυεθνικό κεφάλαιο. Δημιουργεί νέους μηχανισμούς επιβολής της θέλησης του. Η ενιαία αγορά δημιουργεί προϋποθέσεις όχι για σύγκλιση των οικονομιών, αλλά για μεγαλύτερη απόκλιση τους. Οι αρχές λειτουργίας της ενιαίας αγοράς δεν εξασφαλίζουν «διάχυση» της τεχνολογικής προόδου προς τις πιο καθυστερημένες περιοχές, αλλά αναπα­ράγουν και επιτείνουν το σχετικό υποβιβασμό το3ν τελευταίων. Ο προστα­τευτισμός των οικονομιών δεν καταργείται, αλλά μεταφέρεται από το πεδίο των δασμών και άλλων διοικητικών μέσων σε πιο απρόσιτα για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες πεδία, στην επιστημονική έρευνα, τις οικο­νομίες κλίμακας, τις δυνατότητες πολιτικής επιρροής. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός παίρνει πιο σύγχρονες μορφές και γίνεται πιο εξουθενωτικός.

Η πορεία προς την ενιαία αγορά δεν θα είναι ευθύγραμμη, αλλά αντιφα­τική. Θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο οι ανισότητες μεταξύ των χωρών και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό τους. Από την άποψη»1 αυτή η πορεία προς την ενιαία αγορά και η λειτουργία της δημιουργεί μεγαλύτερες απαιτήσεις για ανάπτυξη της πάλης, διεύρυνση των στόχων της, συντονισμό της σ’ εθνικά, κοινοτικά, ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια. Επίσης δημιουργεί με­γαλύτερες απαιτήσεις κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών για ν’ αντιμε­τωπιστούν οι επιλογές των πολυεθνικών μονοπωλίων και των συντηρη­τικών δυνάμεων, για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

2. Τα προβλήματα για τη χώρα μας: αιτίες και εκδηλώσεις

Τα προβλήματα από την ενιαία αγορά είναι αξεχώριστα από τα προβλή­ματα που γεννά η λειτουργία του καπιταλισμού, ο εξαρτημένος χαρα­κτήρας του στη χώρα μας, η μακρόχρονη κρίση του, από τα προβλήματα που θέτει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η διεθνοποίηση τους. Η ΕΟΚ δεν μπορεί και δεν πρέπει να απομονώνεται απ’ όλους τους άλλους παράγοντες και να συγκαλύπτει τις ευθύνες της κυβερνητικής πολι­τικής. Δεν πρέπει όμως και να υποβαθμίζεται ο μεγάλος και κυρίως ο ειδικός ρόλος της. Ρυθμίσεις που η ελληνική άρχουσα τάξη δεν μπορούσε από μόνη της να επιβάλει, έρχονται τώρα ντυμένες με το «υπερεθνικό» κύρος της ΕΟΚ ή επιβάλλονται στο όνομα της.

Με τη συμμετοχή της χώρα μας στην ενιαία αγορά, εκτός από τις συγκεκριμένες επιπτώσεις κατά τομείς, θα επιδεινωθεί συνολικά η θέση της, θα οξυνθεί το αναπτυξιακό της πρόβλημα.

Συγκεκριμένα:

α. Με την ενιαία αγορά θα ενταθούν οι τάσεις, που ήδη υπάρχουν, για μεγαλύτερη πόλωση μέσα στην ΕΟΚ ανάμεσα σε δύο ζώνες: ένα δυναμικό καπιταλιστικό πυρήνα που κατά κύριο λόγο θ’ αντλεί τα οφέλη της ενο­ποίησης και μια εξαρτημένη περιφέρεια. Η χώρα μας θα δένεται, ολοένα πιο μόνιμα σ’ αυτή την περιφέρεια, θα κινείται στο ρυθμό της μικρότερης ταχύτητας σε μια ΕΟΚ δύο ταχυτήτων. Η κίνηση αυτή είναι ήδη ορατή. Με την ένταξη στην ΕΟΚ ενισχύθηκε η εισαγωγική διείσδυση, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εξαγωγών. Οι κοινοτικές ρυθμίσεις, συμπεριλαμ­βανομένων ακόμη και των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, ενθαρρύνουν τις εισαγωγές από την ΕΟΚ και περιορίζουν τις επιλογές για την ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η προσαρμογή του παραγωγικού προτύ­που της χώρας μας στις αναγκαιότητες της ενιαίας αγοράς, οδηγεί σε κλείσιμο ή μετατροπή παραγωγικών μονάδων σε εμπορικές υπηρεσίες και ενισχύει την παραγωγική υποβάθμιση. Η όποια ανάπτυξη συντελείται παίρνει ακόμη πιο αποσπασματικό και εξαρτημένο χαρακτήρα, κατευθύνε­ται ολοένα και πιο καθαρά σε τομείς φτηνών υπηρεσιών και τεχνολογικά υποβαθμισμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων.

β. Η ενιαία αγορά οδηγεί στη διεύρυνση του ελέγχου της οικονομίας από το ξένο κεφάλαιο και την εξάρτηση της συνολικής αναπτυξιακής διαδικασίας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις ανάγκες, τα συμφέροντα του και τις αποφάσεις της ΕΟΚ. Ασφαλιστικές εταιρίες, βιομηχανικές επιχειρήσεις, ακίνητα και εκτάσεις γης, βγαίνουν ήδη στο σφυρί. Το ντόπιο κεφάλαιο προσαρμόζεται στα δεδομένα που δημιουργεί ο νέος, διευρυμένος ρόλος των πολυεθνικών εταιριών.

γ. Με την ενιαία αγορά διευρύνονται οι υπερεθνικές αρμοδιότητες των κοινοτικών οργάνων σε καίριους τομείς όπως η πιστωτική, η συναλλαγμα­τική, η δημοσιονομική ακόμη και η εξωτερική πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι οι βασικοί μοχλοί και μέσα οικονομικής πολιτικής ξεφεύγουν από τη σφαίρα των εθνικών αρμοδιοτήτων. Έτσι, η ενιαία αγορά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των παρα­γωγικών δυνάμεων και ταυτόχρονα, περιορίζει ουσιαστικά τις δυνατότητες εθνικού προγραμματισμού και τα μέσα που είναι αναγκαία για την αντι­μετώπιση τους. Αυτή η ουσιαστική σύγκλιση στο επίπεδο της πολιτικής θα δυναμώσει τις αποκλίσεις και τις ανισότητες στο κοινωνικό και οικονομι­κό επίπεδο.

δ. Οι εσωτερικές επιπτώσεις της ενιαίας αγοράς θα δημιουργήσουν τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Οι προσπάθειες να πέσει το κόστος αυτό στους εργαζόμενους θα ενταθούν και σε κυβερνητικό επίπεδο και σε επίπεδο μεμονωμένων επιχειρήσεων. Η επιβίωση, σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, θ’ αποτελεί ένα ισχυρό μηχανισμό για συμπίεση του «εργατικού κόστους», απαίτηση για υψηλότερο βαθμό εκμετάλλευσης, άρση κοινωνικών κατακτήσεων των εργαζομένων, αύξηση των απολύ­σεων. Η διαδικασία αυτή δεν θα αποτρέψει το κλείσιμο ή τη συρρίκνωση επιχειρήσεων και την αύξηση της ανεργίας, αφού τα περιθώρια ανταγωνι­στικότητας με τη συμπίεση του εργατικού κόστους είναι περιορισμένα, όπως έδειξε και η εφαρμογή του λεγόμενου σταθεροποιητικού προγράμ­ματος.

Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις η βαθμιαία προσαρμογή της οικονο­μικής ανάπτυξης σ’ένα μοντέλο υπερχρεωμένης ανάπτυξης, με βάση φτηνές υπηρεσίες, χωρίς τεχνολογικά προηγμένη παραγωγή και ανώτερης εξειδίκευσης εργασία, προϋποθέτει φτηνή και ελεγχόμενη εργατική δύ­ναμη. Έτσι, θα δυναμώσουν οι τάσεις για μονιμότερες και μακρόχρονες μορφές λιτότητας. Αυτό ακριβώς δείχνουν οι τελευταίες αναφορές της κυβέρνησης για «μακρόπνοες συμφωνίες παραγωγικότητας».

Η ενιαία εσωτερική αγορά αναδείχνεται έτσι σε κεντρικό πολιτικό, ιδεολογικό μηχανισμό για να περάσουν οι πολιτικές της σταθεροποίησης, της λιτότητας και των μέτρων εκσυγχρονισμού του μηχανισμού και των μορφών της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

ε. Με τη διαμόρφωση της ενιαίας αγοράς και τη συμμετοχή μας σ’ αυτήν δυναμώνουν τα εξωτερικά στηρίγματα για την πολιτική της άρ­χουσας τάξης στη χώρα μας. Η εσωτερική αγορά είναι το θερμοκήπιο για νεοφιλελεύθερες, συντηρητικές συνταγές.

Οι εισαγόμενες «φιλελεύθερες» ρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς, όπως προωθείται σήμερα, συγκρούονται με κάθε προοδευτικό πρόγραμμα ριζο­σπαστικών, κοινωνικών αλλαγών.

3. Αρχές λειτουργίας της ενιαίας αγοράς — Προτάσεις του ΚΚΕ

Η θέση του ΚΚΕ για τις αρχές της ενιαίας αγοράς καθορίζεται από τις συνολικές ανάγκες ανάπτυξης της χώρας μας και τις ανάγκες των εργαζο­μένων που είναι διαμετρικά αντίθετες με αυτές τις αρχές. Παίρνει υπόψη του την ανάγκη να συσπειρωθούν ευρύτερες δυνάμεις και να προτείνουν μέτρα για να περιοριστούν οι συνέπειες από την εφαρμογή αυτών των αρχών.

Οι θέσεις και οι παρατηρήσεις του ΚΚΕ που ακολουθούν, δεν έχουν χαρακτήρα «συνταγών». Είναι ανοιχτές στο διάλογο και τη συζήτηση με το μαζικό κίνημα και τα όργανα του, τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις, τους προοδευτικούς επιστήμονες, με στόχο να διαμορφωθούν προγράμματα κοινής δράσης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

3.1 Η απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών

Η απελευθέρωση αυτή εμποδίζει τη χώρα μας ν’ ασκήσει επιλεκτική εμπορική πολιτική, ν’ αξιοποιήσει ορθολογικά τα πλεονεκτήματα της διε­θνούς συνεργασίας και να προωθήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες της. Γι’ αυτό και η αποδοχή αυτής της αρχής κάνει αντιφατική και μη βιώσιμη κάθε αριστε­ρή αναπτυξιακή πολιτική.

Στην απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και υπηρεσιών το ΚΚΕ αντιπαραθέτει, σαν άμεση απάντηση, μέτρα για την επιλεκτική και αναπτυξιακή προστασία των εγχώριων πόρων, των παραγωγικών δυνατο­τήτων και δραστηριοτήτων, της απασχόλησης. Τα μέτρα αυτά δεν περιορί­ζονται στη δασμολογική προστασία του τελικού προϊόντος — παρ’ όλο που κι αυτό, ιδιαίτερα σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτελεί ένα αναγκαίο μέσο — αλλά επεκτείνονται σ’ όλες τις βαθμίδες της παραγωγικής διαδικα­σίας. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις η πιο αποτελεσματική προστασία δεν είναι η δασμολογική προστασία του τελικού προϊόντος, αλλά ο προγραμ­ματισμός της ανάπτυξης σε επίπεδο επιχειρήσεων, κλάδων και της χώρας συνολικά.

Η ανάπτυξη της έρευνας, της εκπαίδευσης και της ειδίκευσης. Ο τεχνο­λογικός εκσυγχρονισμός. Η βελτίωση των συνθηκών δουλειάς των εργαζο­μένων. Η εξασφάλιση φτηνής χρηματοδότησης. Η τυποποίηση και οργά­νωση της παραγωγής. Η σύναψη διακρατικών συμφωνιών και μεικτών επιχειρήσεων.

Τέτοιου είδους προγράμματα ανάπτυξης και προστασίας πρέπει να αναπτυχθούν άμεσα σε συγκεκριμένους παραδοσιακούς κλάδους όπως εί­ναι: η κλωστοϋφαντουργία, το μέταλλο, τα ναυπηγεία, τα έπιπλα και άλλα. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να ενταχθεί και η ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός και γενικότερα η εξυγίανση προβληματικών επιχειρήσεων. Η πολιτική της ΕΟΚ όπως εκφράζεται στις περιπτώσεις της Πειραϊκής-Πατραϊκής και της ΑΓΕΤ βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με μια πολιτική προστασίας και ανάπτυξης της εγχώριας παραγωγής.

Σε συνδυασμό με τις ελευθερίες διακίνησης εμπορευμάτων προωθείται και η φορολογική εναρμόνιση, με βασικά χαρακτηριστικά την ουδετερο­ποίηση των φόρων απέναντι στις επιταγές, την αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης, τη σύγκλιση των συντελεστών φορολογίας σε κοινοτικό επίπεδο. Το ΚΚΕ επαναλαμβάνει τη θέση του για δημοκρατική διαμόρ­φωση του φορολογικού συστήματος με κοινωνική, και αναπτυξιακή διά­σταση.

Η πιο κρίσιμη συνέπεια της αρχής της φορολογικής εναρμόνισης και της απελευθέρωσης εμπορευμάτων και υπηρεσιών δεν αφορά τόσο τις υπάρχουσες οικονομικές δραστηριότητες της χώρας μας, όσο τους νέους κλάδους και τις νέες δραστηριότητες που εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης. Οι νέες αγορές περνούν στα χέ­ρια κυρίως του ξένου κεφαλαίου και η κάλυψη των αναγκών γίνεται με εισαγωγές. Αποκαλύπτονται πιο καθαρά οι μακρόχρονες συνέπειες αυτής της αρχής. Στις περιπτώσεις αυτές είναι αποτελεσματική η προστασία μόνο με την προγραμματισμένη και επιλεκτική ανάπτυξη εγχώριων δρα­στηριοτήτων στους τομείς αυτούς, που, ωστόσο, η επιβίωση τους, στα αρχικά τουλάχιστον στάδια, μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την ενεργό» ποίηση όλων των δυνατών μέτρων προστασίας.

Τέλος, το ΚΚΕ είναι αντίθετο με αντιλήψεις που βλέπουν την απάν­τηση στα προβλήματα της ενιαίας αγοράς σε μια δασμολογική περιχαρά­κωση της οικονομίας και σε ουσιαστική άρνηση των αναγκών της διεθνο­ποίησης της. Αυτό όμως δεν σημαίνει ολοκληρωτικό αφοπλισμό στα ζητή­ματα παραγωγικής προστασίας, ούτε δικαιώνει μια πολιτική «ανοιχτών θυρών».

Δεν έχει κανένα λόγο η Ελλάδα να δώσει μαθήματα αφοπλισμού στα ζητήματα προστασίας όταν οι μεγαλύτερες δυνάμεις του σημερινού κό­σμου, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΟΚ δεν διστάζουν να θεσπίσουν προστατευτικά μέτρα, προκειμένου να ενισχύσουν επιχειρήσεις ή ολόκλη­ρους κλάδους.

Γι’ αυτό και θεωρούμε αναγκαία προϋπόθεση την επιλεκτική στήριξη τομέων της οικονομίας μας. Με στόχο όχι την τεχνητή επιβίωση αλλά την ανάπτυξη τους.

Στις σημερινές συνθήκες που βαθαίνει η διεθνοποίηση, για να είναι ρεαλιστικό ένα εσωτερικό πρόγραμμα ανάπτυξης πρέπει να παίρνει υπόψη του τον αυξημένο ρόλο των εξωτερικών παραγόντων. Αυτό δεν υποβαθμί­ζει καθόλου την ανάγκη εθνικού προγραμματισμού, αλλά αυξάνει τη σήμα-σία του. Του δίνει νέα ποιότητα, μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και έχει υψηλότερες απαιτήσεις. Για να μπορεί ένα εθνικό πρόγραμμα ανάπτυξης να στηρίζεται στις διεθνείς δυνατότητες, να εξασφαλίζει μια ανεξάρτητη θέση για τη χώρα πρέπει να αναμετριέται με τους περιορισμούς της διε­θνούς οικονομίας, να εξασφαλίζει τις κατάλληλες συμμαχίες, ώστε να προχωρεί στην υλοποίηση των εθνικών στόχων.

3.2. Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων

Οι συνέπειες από την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων θα είναι άμεσες και εκτεταμένες. Η κυβέρνηση διεκδικεί μεταβατική περίοδο για ορισμένες περιπτώσεις, αλλά ακόμη και αν την εξασφαλίσει απλά θα μεταθέσει το πρόβλημα.

Στην πολιτική της απελευθέρωσης της κίνησης του ξένου κεφαλαίου, αντιπαραθέτουμε: πρώτο, μια πολιτική ενεργοποίησης, ελέγχου και προ­γραμματισμένης αξιοποίησης των εσωτερικών πόρων, ώστε να περιορι­στεί η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας από τις εισροές ξένου κεφαλαίου. Δεύτερο, μια πολιτική συνεργασίας με το ξένο κεφάλαιο, στα πλαίσια αυτά, με συγκεκριμένα κριτήρια που να εξασφαλίζουν την αύξηση της απασχόλησης και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, την ενσωμάτωση στη χώρα μας σύγχρονης τεχνολογίας, τη βελτίωση του ισοζυγίου πλη­ρωμών σε μακροπρόθεσμη βάση.

Είναι στοιχειώδης προϋπόθεση να υπάρχει ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που να ρυθμίζει την κίνηση του ΕΟΚικού καιγενικότερα του ξένου κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στη χώρα μας, καθώς και του ντόπιου κεφαλαίου που λειτουργεί έξω από τα σύνορα της. Χωρίς θεσμικό έλεγχο το ξένο κεφάλαιο θα δρα ανεξέλεγκτα, η χώρα μας θα γίνεται πεδίο κερδοσκοπίας, έρμαιο κερδοσκοπικών παιχνιδιών, ανίκανη να εφαρμόζει τον όποιο εθνικό προγραμματισμό, ώστε να κατευθύνει τις τύχες της, ανίκανη ακόμη και να γνωρίζει τους πραγματικούς ιδιοκτήτες της οικονο­μίας της.

3.3.Τραπεζικό σύστημα

Τα βασικά προβλήματα που δημιουργεί η απελευθέρωση του τραπεζι­κού συστήματος είναι: Η μαζική διείσδυση των ξένων χρηματιστικών ομίλων στην ελληνική πιστωτική αγορά. Η λειτουργία τους χωρίς έλεγχο από τις εθνικές νομισματοπιστωτικές αρχές, αφού ο έλεγχος των ξένων τραπεζών θα γίνεται μόνο από τη χώρα της μητρικής τους εταιρίας. Η συρρίκνωση σε τελική ανάλυση των κρατικών τραπεζών στις ανάγκες κυρίως του ξένου κεφαλαίου, η ενσωμάτωση τους στα πλαίσια της κοινο­τικής νομισματοπιστωτικής πολιτικής. Η ΑΤΕ, η «Κτηματική» και άλλοι ειδικοί πιστωτικοί μηχανισμοί χάνουν τον ειδικό πιστωτικό τους χαρα­κτήρα, που είναι η χρηματοδότηση με προνομιακούς όρους επιλεγμένων τομέων της οικονομίας.

Η κυβέρνηση αποδέχεται παθητικά τις εξελίξεις αυτές και προωθεί τη «φιλελευθεροποίηση» του τραπεζικού συστήματος. Αυτό όμως δεν απαντά στα πραγματικά προβλήματα που δημιουργούνται, αλλά τα επιδεινώνει. Το τραπεζικό σύστημα θα χρηματοδοτεί όλο και περισσότερο μια εξαρτη­μένη, κερδοσκοπική και αποσπασματική ανάπτυξη. Οι όροι της χρηματο­δότησης θα διαμορφώνονται στη βάση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης αυτών που διαπραγματεύονται. Στα πλαίσια αυτά η χρηματοδό­τηση για τη μεγάλη πλειοψηφία των βιοτεχνών, των αγροτών, όλων των εργαζομένων, καθώς και η δανειοδότηση για την απόκτηση κατοικίας θα γίνεται όλο και πιο ακριβή και δυσπρόσιτη.

Στην πολιτική της φιλελευθεροποίησης το ΚΚΕ αντιπαραθέτει μια πολιτική ένταξης του τραπεζικού συστήματος και της πιστωτικής πολι­τικής στα πλαίσια και τις προτεραιότητες ενός εθνικού δημοκρατικού αναπτυξιακού προγράμματος. Πρέπει να κατοχυρωθεί ο δημόσιος χαρα­κτήρας του τραπεζικού συστήματος. Τα κριτήρια και οι όροι χρηματοδό­τησης να υποτάσσονται στους στόχους και τις προτεραιότητες του αναπτυ­ξιακού προγράμματος. Στα πλαίσια αυτά υποστηρίζει την επιλεκτική, ανα­πτυξιακή ρύθμιση των επιτοκίων με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια.

Σχετικά με τις ξένες τράπεζες, πρέπει να επιβληθεί εθνικός έλεγχος στη δραστηριότητα τους και να εξομοιωθεί η λειτουργία τους με τις ελληνικές. Η διείσδυση των ξένων τραπεζών και η γενικότερη δραστηριότητα τους πρέπει να υπάγεται στα πλαίσια ρυθμίσεων και διαπραγμάτευσης με το ξένο κεφάλαιο.

3.4.Η ελεύθερη κίνηση προσώπων

Οι συνέπειες από την απελευθέρωση της κίνησης προσώπων θα εξαρτη­θούν από τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες στην ΕΟΚ και στη χώρα μας. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων πρέπει να γίνει στη βάση συγκε­κριμένων ρυθμίσεων ανάλογα με την περίπτωση, με κριτήριο την ενίσχυση της αλληλεγγύης των εργαζομένων, ανεξάρτητα από την εθνικό­τητα τους.

Πρέπει άμεσα να κατοχυρωθεί η ισότιμη, με τους άλλους εργαζόμενους, μεταχείριση των ελλήνων μεταναστών. Αυτή τη στιγμή παραβιάζεται στην πράξη ακόμα και η νομοθεσία της ΕΟΚ.

Για τους εργαζόμενους από χώρες της ΕΟΚ πρέπει να εφαρμόζονται οι συλλογικές συμβάσεις και γενικότερα η εργατική και ασφαλιστική νομο­θεσία που ισχύουν για τους έλληνες εργαζόμενους.

Ακόμα για τα διάφορα «ελεύθερα επαγγέλματα» όπως δικηγόροι, για­τροί, αρχιτέκτονες – μηχανικοί, πρέπει να υπάρξουν γενικότερες αναπρο­σαρμογές στην επαγγελματική τους δραστηριότητα με στόχο τη συνεταιριστικοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων και των τρόπων λει­τουργίας τους. Και αυτό γιατί στα επαγγέλματα αυτά η διείσδυση, πιθανά, δεν θα γίνει από μεμονωμένους ιδιώτες, αλλά από σύγχρονες επιχειρήσεις.

Το ΚΚΕ είναι κατηγορηματικά αντίθετο στην επέκταση του καθε­στώτος της απελευθέρωσης «της κίνησης προσώπων» στις κρατικές επι­χειρήσεις, τράπεζες και νοσοκομεία.

Σοβαρές συνέπειες θα υπάρξουν, επίσης, στο επιστημονικό προσωπικό υψηλής ειδίκευσης, με κίνδυνο ουσιαστικής αφαίμαξης του, όχι τόσο λόγω της ελεύθερης διακίνησης όσο λόγω της συγκεκριμένης πολιτικής της ΕΟΚ και των πολυεθνικών μονοπωλίων για προσέλκυση τέτοιου δυναμι­κού. Είναι ανάγκη να υπάρξει προγραμματισμός της αξιοποίησης αυτού του δυναμικού και να καταρτιστούν προγράμματα διεθνών συνεργασιών και ανταλλαγών με ιδρύματα του εξωτερικού.

3.5 Η εναρμόνιση των τεχνικών προτύπων

Βασικό στοιχείο της ενιαίας αγοράς είναι η εναρμόνιση των τεχνικών προτύπων. Το θέμα αυτό δεν είναι τεχνικό, αλλά πολιτικό. Η τυποποίηση αποτελεί σημαντικό πεδίο και μέσο’ανταγωνισμού. Η υιοθέτηση προτύ­πων που ήδη ισχύουν στην ΕΟΚ βάζει αμέσως σε μειονεκτική θέση τις ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν κύριο προσανατολισμό την εσωτερική αγορά, λόγω του κόστους αναπροσαρμογής τους στα νέα πρότυπα. Επίσης, με τη διαδικασία αυτή τα δυτικοευρωπαϊκά μονοπώλια, και όχι μόνο αυτά, θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τις διεθνείς επιλογές της χώρας μας στην εξασφάλιση προϊόντων που η ίδια δεν παράγει, πράγμα που θα πλήξει κυρίως τις σχέσεις μας με τις σοσιαλιστικές και τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Συνολικά η διαδικασία ενιαιοποίησης των προτύπων όπως γίνε­ται σήμερα θ’ αφοπλίσει ακόμη περισσότερο τη θέση ιδιαίτερα της βιομη­χανίας μας και θα αδυνατίσει τη θέση της στα πλαίσια της ΕΟΚ.

Η κυβέρνηση στο θέμα αυτό κρατά χωρίς πληροφόρηση τη μεγάλη μάζα των άμεσα ενδιαφερομένων ή δημαγωγεί ασύστολα με στόχο τον εφησυχασμό τους. Το ΚΚΕ υποστηρίζει μια συνολική πολιτική ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανικής έρευνας και τυποποίησης των συνθηκών ασφά­λειας και ποιότητας των προϊόντων. Μια συστηματική προσπάθεια διεκδί­κησης σε κοινοτικό και διεθνές επίπεδο προτύπων που προσιδιάζουν στις ανάγκες και στις δυνατότητες της χώρας μας, αξιοποιώντας σε ισότιμη βάση τη διεθνή συνεργασία. Την ανάγκη ενημέρωσης και στήριξης δημό­σιων, συνεταιριστικών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την ενσωμάτωση της αναγκαίας τεχνολογίας και για να μην οδηγούν οι αυστηρότερες προ­διαγραφές σε ανατιμήσεις των προϊόντων. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις η διαδικασία εναρμόνισης των τεχνικών προτύπων θα γίνει πηγή σοβαρών προβλημάτων.

3.6 H αρχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού»

Κάτω από το απατηλό σύνθημα περί «ελεύθερου ανταγωνισμού» τα δυτικοευρωπαϊκά μονοπώλια ντύνουν τις επιδιώξεις τους για κατάργηση κάθε εμποδίου που βρίσκεται στο δρόμο τους. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού θεωρείται από την ΕΟΚ προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενιαίας αγοράς.

Στη βάση αυτή η ΕΟΚ για λογαριασμό των μονοπωλίων της διεκδικεί τον έλεγχο ολοένα και μεγαλύτερου μεριδίου των κρατικών προμηθειών με το πλήρες άνοιγμα τους στο ξένο κεφάλαιο. Απαγορεύει την ενίσχυση επιχειρήσεων υπό κρατικό έλεγχο και επιβάλλει περιορισμούς στο παρα­γωγικό δυναμικό, ιδιαίτερα σε σημαντικές επιχειρήσεις, όπως η Πειραϊκή – Πατραϊκή, η ΑΓΕΤ κλπ. Ενισχύει την επέκταση του ιδιωτικού κεφαλαίου, τη μεταφορά δραστηριοτήτων από τον κρατικό στον ιδιωτικό τομέα, την ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων. Διεκδικεί μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς των πετρελαιοειδών και προωθεί σχέδια ενοποίησης των ενερ­γειακών δικτύων με στόχο τον ΕΟΚικό έλεγχο πάνω σ’ αυτά.

Σε όλους αυτούς τους τομείς, η κυβέρνηση συμβιβάζεται και υποχωρεί, αποδείχνοντας ότι με την πολιτική της δεν μπορεί να προβάλει αντιστά­σεις. Σε όλους αυτούς τους τομείς οι υποχωρήσεις είναι ουσιαστικά μονο­μερείς και οι συνέπειες τους μονόπλευρα αρνητικές και γι’ αυτό απαράδε­κτες για τη χώρα μας.

3.7 Οι κρατικές προμήθειες

Οι κρατικές προμήθειες που αντιστοιχούν περίπου στο 10% του Ακαθά­ριστου Εγχώριου Προϊόντος, μπορούν ν’ αποτελέσουν σημαντικό μοχλό ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της βιομηχανίας. Όμως, με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά καταργείται αυτή η δυνατότητα και θα παραδοθούν, ακόμα περισσότερο, στο ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα στο δυτικοευρω­παϊκό.

Πρέπει να εξαντληθεί κάθε δυνατότητα αξιοποίησης των κρατικών προμηθειών σαν βασικού αναπτυξιακού μοχλού ενίσχυσης και εκσυγχρο­νισμού, πριν απ όλα της εγχώριας βιομηχανίας και στήριξης γενικότερα ενός εθνικού δημοκρατικού προγράμματος. Γι’ αυτό και το ΚΚΕ είναι αντίθετο στις σχετικές ντιρεκτίβες της ΕΟΚ.

Στο βαθμό που τα προγράμματα των κρατικών προμηθειών δεν μπο­ρούν να καλυφθούν από την εγχώρια παραγωγή, τότε η ικανοποίηση τους από το εξωτερικό πρέπει να συνοδεύεται με διαδικασίες που εξασφαλίζουν διαφάνεια και αδιάβλητους όρους διεξαγωγής των διεθνών διαγωνισμών καθώς και τεχνογνωσία.

3.8.Τηλεπικοινωνίες

Το σοβαρότερο πρόβλημα στον τομέα αυτόν είναι η προώθηση του λεγόμενου Green paper που απελευθερώνει την αγορά τηλεπικοινωνιών.

Αυτό πρακτικά για τη χώρα μας σημαίνει τεράστια εμπόδια στο δρόμο για να μπει στους τομείς παραγωγής σύγχρονων τεχνολογιών και υπηρε­σιών στο χώρο των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής. Οι κερδοφό­ροι και σύγχρονοι αυτοί τομείς παραδίδονται στο ξένο κεφάλαιο. Ο ΟΤΕ και ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα κινδυνεύει να περιοριστεί στις συμβατικές μορφές τηλεφωνίας που δεν έχουν προοπτικές από ανα­πτυξιακή σκοπιά, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το μέλλον του ΟΤΕ.

Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να προωθηθεί ένα αναπτυξιακό πρό­γραμμα που θ’ αντιμετωπίζει τις συνέπειες από την απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών, θα προωθεί τη διείσδυση του ΟΤΕ στην παραγωγή των νέων τεχνολογιών, για την αφομοίωση και ανάπτυξη της τεχνολογίας. Στα πλαίσια αυτά γίνεται ακόμα πιο αναγκαίο να λειτουργήσει η ΕΛΒΗΛ, σαν μια βιομηχανία παραγωγής, έρευνας και ανάπτυξης της ηλεκτρονικής τε­χνολογίας.

3.9  Αερομεταφορές

Σοβαρά προβλήματα ανταγωνισμού θα αντιμετωπίσει η ΟΑ με την απελευθέρωση της αγοράς αερομεταφορών που δεν συντελείται μόνο μέσα στα πλαίσια της ΕΟΚ, αλλά σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Η ΟΑ θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα μετά το 1990 και με τη συρρίκνωση της δραστηριότητας της, τόσο στα δρομολόγια του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού.

Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να καταρτιστεί ένα πρόγραμμα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των αερομεταφορών στα πλαίσια ενός εθνικού σχε­δίου συνολικά για τις μεταφορές, σύμφωνα με τις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και των διεθνών οικονομικών και εμπορικών σχέσεων της χώρας.

3.10 Ναυτιλία

Σοβαρές επιπτώσεις θα υπάρξουν και για τη ναυτιλία. Η πολιτική της ΕΟΚ ενισχύει τις τάσεις μετατροπής, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, της ελληνικής σημαίας σε σημαία ευκαιρίας. Άμεση είναι η απειλή για τις ακτοπλοΐες με την απελευθέρωση τους. Η πρόταση που έχει επεξεργαστεί το ΚΚΕ για εθνικό οργανισμό ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και συνολικά για τη ναυτιλία, αποτελεί τη μόνη βάση για την αντιμετώπιση της κατά­στασης.

3.11. Τηλεόραση

Στα πλαίσια της ενιαίας εσωτερικής αγοράς εντάσσεται και η γνωστή ντιρεκτίβα για τη διασυνοριακή μετάδοση των τηλεοπτικών προγραμμά­των. Η πρόταση της επιτροπής όπως είναι διαμορφωμένη και στην οποία είχε σοβαρές κριτικές παρατηρήσεις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκφράζει τα συμφέροντα των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών επιχειρήσεων του θεά­ματος, υποβαθμίζει το πολιτιστικό προϊόν σε υπηρεσία, δυσκολεύει την πανευρωπαϊκή συνεργασία.

Το ΚΚΕ πιστεύει ότι η χώρα μας πρέπει να παρέμβει ενεργητικά στις διαδικασίες διαμόρφωσης της πολιτικής της ΕΟΚ για τη διασυνοριακή τηλεόραση, με βάση τις αρχές μιας νέας, δημοκρατικής διεθνούς τάξης πραγμάτων στην πληροφόρηση και όχι με βάση τα συμφέροντα των πολυε­θνικών της τηλεόρασης και τη λογική της επιτροπής της ΕΟΚ. Επίσης, με κριτήριο να ενισχύεται η εθνική ραδιοτηλεοπτική παραγωγή των οικονομι­κά αδύνατων χωρών της ΕΟΚ, να κατοχυρώνεται η δικαιοδοσία κάθε κράτους στη διαμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας και στην οργάνωση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, να ευνοείται η πανευρωπαϊκή συνεργασία, που μπορεί να φτάσει στη δημιουργία πανευρωπαϊκού καναλιού ειρήνης, φι­λίας και συνεργασίας.

3.12. Αναθεώρηση Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ)

Καινούργιες, σοβαρότερες συνέπειες θα προκύψουν για τους εργαζόμε­νους αγρότες της χώρας μας και για την αγροτική μας οικονομία με τη ριζική αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της ΕΟΚ. Υλοποιείται κατ’ αρχήν με τους «γεωργικούς σταθεροποιητές» που είναι ειδικοί μηχανισμοί κατά προϊόν για τη μείωση της ποσότητας παραγωγής, τη μείωση των αγροτικών τιμών και επιδοτήσεων, τη μείωση της ποσό­τητας και του χρόνου εγγυημένης παρέμβασης (συγκέντρωσης) των αγρο­τικών προϊόντων, την αύξηση των προστίμων συνυπευθυνότητας (που πληρώνουν οι παραγωγοί όταν ξεπερνιούνται τα ανώτατα όρια παραγωγής που καθορίζει η ΕΟΚ), την αντικατάσταση των προκαταβολών που έδινε η ΕΟΚ για τις επιδοτήσεις με επιστροφές και την ενίσχυση των υπερεξου­σιών της επιτροπής της ΕΟΚ σε βάρος των κρατών-μελών.

Οι «γεωργικοί σταθεροποιητές» πλήττουν και τα ελληνικά και τα μεσο­γειακά αγροτικά προϊόντα (που είναι ελλειμματικά στην αγορά της ΕΟΚ) καθώς και τους εργαζόμενους αγρότες. Ήδη, ακόμα και πριν από την επιβολή τους η χώρα μας μετατράπηκε από εξαγωγέας σε εισαγωγέα αγρο­τικών προϊόντων, στα χρόνια της συμμετοχής μας στην ΕΟΚ.

Επίσης, με τα μέτρα της σύνδεσης «πρόωρης συνταξιοδότησης» των αγροτών με εγκατάλειψη ή περιορισμούς καλλιεργειών και της παύσης -εγκατάλειψης καλλιεργειών (τη λεγόμενη «αγρανάπαυση») θα επιδράσουν αρνητικά στην αγροτική παραγωγή και την απασχόληση των αγροτών με σπατάλη σημαντικών πόρων του κρατικού προϋπολογισμού σε αντιπαραγωγική-αντικοινωνική κατεύθυνση.

Πρόσθετα προβλήματα στους εργαζόμενους αγρότες και στην αγροτική οικονομία θα δημιουργηθούν από την ενιαία εσωτερική αγορά με την κατάργηση των εθνικών επιδοτήσεων στα καλλιεργητικά μέσα και εφόδια (π.χ. λιπάσματα, ζωοτροφές) και την αύξηση του κόστους παραγωγής. Με τον περιορισμό του παρεμβατικού ρόλου των συνεταιρισμών (π.χ. ΚΥΔΕΠ). Με την κατάργηση των εθνικών εξαγωγικών επιδοτήσεων και την πλήρη απελευθέρωση των εισαγωγών. Με την κατάργηση του μονοπωλίου της ΑΤΕ στη χρηματοδότηση αγροτών και συνεταιρισμών και την κατάρ­γηση της επιδότησης των επιτοκίων της. Με την ελεύθερη εγκατάσταση στη χώρα μας πολυεθνικών εταιριών μεταποίησης αγροτικών προϊόντων ή ακόμα και μεγαλοαγροτών-επιχειρηματιών από άλλες χώρες της ΕΟΚ.

Οι διεκδικήσεις από το αγροτικό μαζικό κίνημα για την αντιμετώπιση αυτών των συνεπειών είναι: Κατάργηση της ξεχωριστής «πράσινης» ισοτι­μίας της δραχμής, των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΝΕΠ) και των προστίμων συνυπευθυνότητας. Εφαρμογή της κοινοτικής προτίμησης στην αγορά της ΕΟΚ, τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων αγροτών των ελλειμματικών (ελληνικών και μεσογειακών) προϊόντων. Ανάπτυξη σε παραγωγική κατεύθυνση των γεωτεχνικών επιστημών, της γεωργικής έρευνας και εκπαίδευσης. Εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και προστασία του φυσικού και δασικού περιβάλλοντος. Μείωση του κόστους παραγωγής και προώθηση συνεταιριστικών μορφών παραγωγής.

Η αναθεώρηση της ΚΑΠ κάνει ακόμη πιο επιταχτική την ανάγκη μιας συνολικής πολιτικής προγραμματισμένου εκσυγχρονισμού και αναδιάρ­θρωσης της αγροτικής οικονομίας προς όφελος των αγροτών και της εθνικής οικονομίας.

3.13. Οι διαδικασίες προς την ενιαία αγορά έχουν σημαντικές άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στους τομείς της Παιδείας, της Υγείας, της Κοινωνική Ασφάλισης.

Ειδικότερα, στον τομέα της Παιδείας ενισχύονται οι τάσεις για παιδεία δύο ταχυτήτων και για ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Τα διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα της ΕΟΚ εντάσσονται σ’ αυτή την κατεύθυνση και ειδικά στη χώρα μας προβάλλονται σαν άλλοθι για τη συγκάλυψη του κεντρικού προβλήματος της αναβάθμισης της εκπαίδευσης.

Το ΚΚΕ θεωρεί το ζήτημα της παιδείας και της έρευνας από τα πιο κρίσιμα για το σήμερα και το αύριο του τόπου μας. Θεωρεί αναγκαία τη διεθνή συνεργασία και την αξιοποίηση της θετικής διεθνούς πείρας στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής, με βάση τις εθνικές ανάγκες και προτεραιότητες.

Στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης το ΚΚΕ υπο­στηρίζει την κατοχύρωση και ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα τους, την ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας τους, την αντίκρουση των τάσεων ιδιωτικοποίησης και της απομάκρυνσης τους από τις ανάγκες των εργαζο­μένων. Υποστηρίζει την ενεργοποίηση του Εθνικού Οργανισμού Φαρμά­κου, στην κατεύθυνση της ανάπτυξης της φαρμακευτικής έρευνας και της παραγωγής φαρμάκων.

3.14. Η στάση του ΚΚΕ στα ερευνητικά προγράμματα της ΕΟΚ

Η πορεία προς την ενιαία αγορά συνοδεύεται από αυξημένο αριθμό ερευνητικών προγραμμάτων, που αναφέρονται κυρίως στις νέες τεχνολο­γίες και την επιστημονική έρευνα, όπως: Esprit, Star, Brite, Race, Valoren κλπ.

Τα προγράμματα αυτά αποτελούν υπερεθνικές ρυθμίσεις, που ο σχεδια­σμός και η εκτέλεση τους σφραγίζονται από τις επιδιώξεις των πολυε­θνικών μονοπωλίων της ΕΟΚ και τους συνολικούς στόχους της ενιαίας αγοράς. Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούν κύρια, είτε αρχικά στάδια της έρευνας που τα αποτελέσματα της δεν μπορούν να αξιοποιηθούν παρα­γωγικά από τη χώρα μας, είτε τις εφαρμογές τελικών προϊόντων που δεν παράγει η χώρα μας. Έτσι, σε μεγάλο βαθμό, είτε συμβάλλουν στην ενσωμάτωση των λίγων ερευνητικών δυνατοτήτων της χώρας στους στό­χους της ΕΟΚ και των πολυεθνικών εταιριών, είτε χρηματοδοτούν τις εισαγωγές ΕΟΚικών προϊόντων. Τα προγράμματα της ΕΟΚ επικεντρώ­νονται σε ορισμένους μόνο τομείς των νέων τεχνολογιών, ενώ αγνοούν άλλους κρίσιμης σημασίας για τη χώρα, καλύπτουν ένα μέρος της χρηματοδότησης, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από ελληνικούς πόρους. Έτσι, τα προγράμματα αυτά, με δεδομένα την έλλειψη στις περισσότερες περιπτώ­σεις εθνικών στόχων και τις απαράδεκτα χαμηλές δαπάνες για την έρευνα, λειτουργούν και σαν μέσο για τη χρηματοδότηση από εγχώριους πόρους των ερευνών της ΕΟΚ και όχι το αντίστροφο.

Φυσικά, τα προγράμματα αυτά προωθούν σε ορισμένους τομείς έναν κάποιο εξαρτημένο εκσυγχρονισμό, σε καμιά περίπτωση όμως δεν λύνουν το πρόβλημα της εγχώριας ανάπτυξης της έρευνας, της εισαγωγής της με αμοιβαία επωφελείς όρους και πάνω απ’ όλα της σύνδεσης της ελληνικής έρευνας με τις ανάγκες της ελληνικής παραγωγής. Σαν αποτέλεσμα του αυξημένου βάρους τους σ’ όλη την ερευνητική δραστηριότητα της χωράς, δρουν μακρόχρονα, παραμορφώνοντας και τις κατευθύνσεις της έρευνας, αλλά και τις προοπτικές της παραγωγικής ανασυγκρότησης της. Έτσι, τα αποτελέσματα υψηλού επιστημονικού ερευνητικού επιπέδου των ερευ­νητών και πανεπιστημιακών της χώρας, δεν οδηγούν τελικά στην κάλυψη των αυξημένων αναγκών της χώρας.

Το ΚΚΕ πιστεύει ότι σήμερα είναι επιταχτικά αναγκαία η κατάρτιση εθνικού προγράμματος έρευνας, χρηματοδοτήσεις, διεθνή ερευνητικά προ­γράμματα, που να προωθούν σχέσεις αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας, μορφές μεικτών επιχειρήσεων συμπαραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολο­γίας, η ελεύθερη πρόσβαση στις επιστημονικές και τεχνολογικές πληροφο­ρίες, η μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας.

Στα πλαίσια αυτά, ν’ αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες, συμπεριλαμβα­νομένων και των ερευνητικών προγραμμάτων της ΕΟΚ, διεκδικώντας ταυτόχρονα δημοκρατικές διαδικασίες ελέγχου και διαφάνειας, ριζικές αλ­λαγές στο περιεχόμενο τους, όρους για μια όσο το δυνατό ισότιμη συνεργα­σία.

Οι πόροι από την ΕΟΚ να είναι προσθετικοί και να μην υποκαθιστούν τις εγχώριες χρηματοδοτήσεις.

Ταυτόχρονα, οι σημερινές συνθήκες κάνουν απαραίτητη την προώθηση νέων, πανευρωπαϊκής και παγκόσμιας κλίμακας, ερευνητικών δραστηριοτή­των.

3.15. Το πρόβλημα των πόρων

Οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΟΚ δεν αγνοούν τα προβλήματα που δη­μιουργεί στη χώρα μας η ενιαία αγορά. Η στάση τους, όμως, απέναντι σ’αυτά δεν απέχει πολύ από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στα προβλήματα των «ακριτικών περιοχών» της χώρας. Το κύριο που ενδιαφέρει την ΕΟΚ είναι να μην γίνουν κοινωνικά και πολιτικά προβλή­ματα, που ν’ απειλούν την ηγεμονία και την επικυριαρχία της. Κεντρικό μέσο για να το πετύχει αυτό είναι οι περιβόητοι πόροι.

Με την απόφαση της τελευταίας συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες, σχετικά με τις «προϋποθέσεις επιτυχούς εφαρμογής της ενιαίας ευρω­παϊκής πράξης», οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για «σύγκλιση» και «συ­νοχή» συρρικνώθηκαν κύρια σε ορισμένες αυξήσεις των χρηματοδοτικών ροών του κοινοτικού προϋπολογισμού προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Στις τάσεις να απολυτοποιηθεί και να προβληθεί μονόπλευρα η σημασία των πόρων πρέπει ν’ αντιπαρατεθούν συγκεκριμένοι στόχοι της ΕΟΚ, όπως: η χρησιμοποίηση των πόρων αυτών σαν μέσο για τη συνολικότερη προσαρμογή της οικονομίας και της πολιτικής της χώρας μας στις επιδιώ­ξεις της, η δημιουργία μηχανισμών εξαρτήσεων και μελλοντικών πιέσεων, η άσκηση πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής.

Οι στόχοι αυτοί, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτο να πραγματοποιη­θούν, αν ο λαός κατανοήσει το πραγματικό περιεχόμενο τους και παρέμβει αγωνιστικά στις διαδικασίες.

Το ΚΚΕ απορρίπτει την «ταμειακή αντίληψη» των σχέσεων μας με την ΕΟΚ. Στην άμιλλα των χωρών στο διεθνή καταμερισμό εργασίας η θέση της Ελλάδας είναι στο στίβο της πάλης για την πρόοδο και όχι έξω από τα «ταμεία ανεργίας» της ΕΟΚ. Αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμά το ζήτημα των πόρων — πολύ περισσότερο που οι χρηματοδοτήσεις της ΕΟΚ αποτελούν ένα μικρό μέρος της ζημιάς που έχει η χώρα μας από τη συμμετοχή στην ΕΟΚ. Είναι σημαντικό και υποχρεωτικό μέτωπο πάλης. Τόσο σε διεθνές πλαίσιο, όσο και ειδικότερα σε κοινοτικό. Στην ποσοτική αλλά και στην ποιοτική του διάσταση: αξιοποίηση των πόρων βάσει προγραμμάτων, έν­ταξη στον εθνικό προγραμματισμό, ολοκληρωμένες ενέργειες, δημοκρατική διαφανής διαχείριση.

Όπως δείχνει η απογοητευτική εμπειρία από τα ΜΟΠ, το πρόβλημα των πόρων δεν εξαντλείται σε διεκδικήσεις απέναντι στην ΕΟΚ. Σχετίζεται και με το ξεπέρασμα σοβαρών εσωτερικών αδυναμιών, ανορθολογικών χρήσεων, έλλειψης σχεδιασμού, αυταρχικών πρακτικών.

4. Η στάση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ

Οι δύο πόλοι του δικομματισμού ουσιαστικά ταυτίζονται στα ζητήματα της ενιαίας εσωτερικής αγοράς.

Οι δυνάμεις αυτές έχουν αποδεχτεί να μετατοπιστεί το κέντρο λήψης αποφάσεων, σε βασικά ζητήματα, έξω από τα σύνορα της χώρας. Έχουν συμβιβαστεί μ’ ένα συμπληρωματικό τρόπο ανάπτυξης «εξ υπολοίπου», χωρίς να προβάλλουν τις αναγκαίες, από τη σκοπιά των εθνικών συμφεράντων, αναπτυξιακές διεκδικήσεις προς την ΕΟΚ. Αντιμετωπίζουν την ενιαία αγορά σαν μέσο για την επιβολή καπιταλιστικών εκσυγχρονισμών. Με την αναπροσαρμογή των εργασιακών σχέσεων σε βάρος των εργαζομέ­νων, τις διοικητικές επεμβάσεις στη λειτουργία του συνδικαλιστικού κινή­ματος, επιδιώκουν — εκτός από τα οικονομικά οφέλη για το κεφάλαιο — να κάμψουν την αντίσταση των εργαζομένων και να διευκολύνουν την προσαρμογή στην ενιαία αγορά.

Στην ΕΟΚ περιορίζονται σε ρόλο κομπάρσου, σε διεκδίκηση ορισμέ­νων διορθωτικών μέτρων, αύξηση των ανταλλαγμάτων για τις παραχωρή­σεις που δέχονται, απόσπαση ορισμένων αναβολών ή παρατάσεων που μεταθέτουν, χρονικά μόνο, το πρόβλημα.

Κάνοντας «την ανάγκη φιλοτιμία» ακόμη και η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προβάλλει σήμερα την ενιαία αγορά σαν δική της πολιτική, σαν να είχε κάποια συμμετοχή στη διαμόρφωση της ή σαν να είχε ποτέ υποστηρίξει ότι είναι ωφέλιμες για τη χώρα οι αρχές και τα μέτρα που τη συγκροτούν.

Η άρχουσα τάξη ανίκανη να προσφέρει θετικές διεξόδους στην πρό­κληση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων, της ανάπτυξης και αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και της διεθνοποίησης, περιορίζεται στο ρόλο του μεσάζοντα των ηγετικών κύκλων της δυτικο-ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ενιαία εσωτερική αγορά. Οι κυρίαρχοι κύκλοι της, αρκούνται στα στενά εγωιστικά τους συμφέροντα για διαμεσολάβηση στις εισαγωγές, για συμπράξεις με τις πολυεθνικές, βλέποντας κύρια μέσα απ’ αυτές αξιοποίηση της μεγάλης κοινοτικής αγοράς για δικό της όφελος.

Από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ προβάλλεται όλο και περισσότερο το σύνθημα της «προετοιμασίας» για το 1992. Η «προετοιμασία» αυτή κατα­νοείται σαν δημιουργία και αποδοχή τετελεσμένων γεγονότων, σαν μέσο για να δικαιολογηθεί η λιτότητα με παλιές και νέες μορφές, σαν προσαρ­μογή στις αρχές της ενιαίας αγοράς.

Οι δυνάμεις του δικομματισμού ομολογούν με τον τρόπο τους την πλήρη αδυναμία τους  ν’ απαντήσουν στα πραγματικά προβλήματα που θέτει η ολοκλήρωση, ομολογούν ότι για μια ακόμα φορά σέρνουν τη χώρα μας «ξυπόλυτη στ’ αγκάθια» της ενιαίας αγοράς.

Για τους εργαζόμενους και το κίνημα τους η προοπτική του 1992 προϋποθέτει, πριν απ1 όλα, προετοιμασία για πάλη, για ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της ενιαίας αγοράς και της πολιτικής του δικομματισμού. Προετοιμασία για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια νέα πορεία της χώρας προς την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

5. Η θέση του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ καθορίζει τη στάση του απέναντι στην ενιαία αγορά και τα προβλήματα που αυτή δημιουργεί, με βάση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων της χώρας μας, τις συνολικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, κατανοεί τη δράση της εργατικής τάξης και του λαού μας σαν αναπόσπαστο μέρος της πάλης που διεξάγεται στην ΕΟΚ, στην Ευρώπη και στον κόσμο συνολικά, για την ειρήνη, ισότιμες διεθνείς σχέσεις και κοινωνική πρόοδο.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι οι εμπειρίες από τη σύνδεση με την ΕΟΚ και πολύ περισσότερο μετά την πλήρη ένταξη, πρέπει ν’ αποτελούν σημαντικό κριτήριο και εφόδιο για την αντιμετώπιση των νέων εξελίξεων. Οι εμπει­ρίες αυτές δείχνουν ότι ο δρόμος της ΕΟΚ είναι ο δρόμος της εξάρτησης, της βίαιης προσαρμογής της οικονομίας μας στις κατευθύνσεις της ΕΟΚ και του άνισου καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Δεν επιτρέπει στη χώρα μας να ενταχθεί σύμφωνα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες στις διαδικασίες της διεθνοποίησης, αλλά περιορίζει τις επιλογές της και υποβαθμίζει τη θέση της στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Δεν περιορίζεται η σχετι­κή της καθυστέρηση, αντίθετα μεγαλώνει η απόκλιση της από τα μέσα επίπεδα της ΕΟΚ. Από 58,4% κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο το 1980, έπεσε στο 53,8% τον περασμένο χρόνο. Δεν δυνάμωσαν οι τάσεις εκσυγχρονισμού και ανανέωσης της κοινωνίας μας, σύμφωνα με τις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά όπως είχε προβλέψει το κόμμα μας είχαμε μια διευρυμένη αναπαραγωγή του εξαρτη­μένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και των χρόνιων προβλημά­των, ενίσχυση των τάσεων στασιμότητας, «βολέματος» στις επιδοτήσεις για τα «προγράμματα» και τις κατευθύνσεις της ΕΟΚ.

Η ενιαία αγορά δεν αντιστρέφει τις τάσεις αυτές, αλλά από κάθε άποψη τις ενισχύει. Γι’ αυτό και με την «πρόκληση του 1992» αναδείχνεται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη για νέο δρόμο για την κοινωνία μας, για μια νέου τύπου ανάπτυξη με κριτήριο τις ανάγκες των εργαζομένων, για νέο, ισότιμο τρόπο συμμετοχής της χώρας μας, στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Ο δρόμος αυτός στην εποχή μας — εποχή επαναστατικών αλ­λαγών στην έρευνα, τις επιστήμες και την τεχνική και μεγάλων οικονο­μικών, κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων — είναι ταυτόσημος με την κοινωνική αλλαγή και τη σοσιαλιστική προοπτική. Είναι ο μόνος που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εργατικής τάξης και μπορεί να διασφαλί­σει τα συνολικά εθνικά μας συμφέροντα, να οδηγήσει στην ανανέωση της κοινωνίας μας και να προετοιμάσει μια σύγχρονη Ελλάδα ικανή να αντιμε­τωπίσει τις προκλήσεις του 2000 και του 21ου αιώνα.

Η αληθινή πρόκληση, συνεπώς, που δημιουργεί το 1992 είναι να μετα­τρέψουμε την πορεία προς αυτό σε μια πορεία μάχης για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας μας. Να συνδέσουμε οργανικά τη μάχη για το 1992 με τον αγώνα για την αλλαγή και το σοσιαλισμό.

 

5.1. Δράση τώρα! Με βάση ένα εθνικό αναπτυξιακό πλαίσιο με ανοιχτούς διεθνείς ορίζοντες

Δυνάμεις και παράγοντες της Αριστεράς, αρνούνται την προσαρμογή στην ενιαία αγορά «εφόσον δεν εκπληρωθούν ορισμένοι όροι». Ακόμα και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αφήνει στα λόγια ανοιχτό το ενδεχόμενο να ξανασυζητηθεί η θέση της χώρας μας στην ΕΟΚ «μετά το 1992». Απορρί­πτουμε αυτή τη στάση αναμονής και αναβολής. Είναι μια στάση υπεκ­φυγής, οδηγεί σε τετελεσμένα γεγονότα. Εκείνο που χρειάζεται είναι δράση τώρα γιατί τώρα διαμορφώνονται οι αποφάσεις, τώρα θεσμοθετούν­ται οι εξελίξεις, τώρα κρίνεται το μέλλον των επόμενων γενεών.

Συζητιέται, επίσης, το ζήτημα των παρατάσεων και των θεσμικών αποκλίσεων, που θα έπρεπε να ζητήσουμε από την ΕΟΚ, για την καλύτερη «προετοιμασία μας ενόψει του 1992». Δεν αποκλείουμε και τέτοιες ρυθμί­σεις. Το κρίσιμο όμως ζήτημα είναι, πού εντάσσονται αυτές. Στη μετά­θεση και τη συσσώρευση των προβλημάτων στο μέλλον; Ή στην αντιμε­τώπιση των συνεπειών, στη δημιουργία προϋποθέσεων για νέα συμμετοχή της χώρας μας στις διαδικασίες της διεθνοποίησης χωρίς τις δεσμεύσεις της ΕΟΚ;

Το καίριο αίτημα που αναδείχνει, συνεπώς, η πορεία προς το 1992, είναι η ανάπτυξη της πάλης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αναδείχνονται στην πορεία αυτή και συνολικά για ένα εθνικό αναπτυξιακό πλαίσιο με διεθνείς διαστάσεις, με σαφείς κατευθύνσεις, δημοκρατικά ιεραρ­χημένους στόχους. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο οι όποιοι πόροι, παρατάσεις και εξαιρέσεις δεν εξουδετερώνουν τις αιτίες, αλλά, στην καλύτερη περί­πτωση, αμβλύνουν μερικά από τα συμπτώματα τους.

Το ΚΚΕ με το 12ο Συνέδριο του, με ειδικές αποφάσεις του, έχει δώσει τα βασικά συστατικά ενός τέτοιου αναπτυξιακού σχεδίου. Είναι έτοιμο να συζητήσει την εξειδίκευση του και τη συγκεκριμενοποίηση του και να στηρίξει αγωνιστικά τη διεκδίκηση του απέναντι στην ΕΟΚ, την εφαρμο­γή του παρά και ενάντια στις επιταγές της ΕΟΚ. Στα πλαίσια αυτά είναι, επίσης, έτοιμο να στηρίξει αιτήματα και προτάσεις που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων από την ενιαία αγορά.

5.2. Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στις κοινοτικές εξελίξεις

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δικαιώνουν την αντίθεση του στην ένταξη στην ΕΟΚ, την ανάγκη για αποδέσμευση και για ένα νέο, ισότιμο τρόπο συμμετοχής της χώρας μας στο διεθνή καταμερι­σμό της εργασίας.

Η μέχρι τώρα συμμετοχή του ΚΚΕ στο Ευρωκοινοβούλιο, η μέχρι τώρα δράση του στα πλαίσια της ΕΟΚ, έχει συντρίψει το μύθο ότι μια πολιτική δύναμη που είναι κατά της ΕΟΚ δεν μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντα μας στην ΕΟΚ. Εκεί που οι άλλες δυνάμεις προσαρμόζονται, το ΚΚΕ δίνει υπόσταση και νόημα στην πάλη και μέσα στην ΕΟΚ. Σήμερα, έχει αποδειχθεί ότι, όπως σε εθνικά πλαίσια, έτσι και μέσα στην ΕΟΚ μόνο μια συνεπής αντικαπιταλιστική δύναμη μπορεί να υπερασπι­στεί τα συμφέροντα των εργαζομένων, μόνο μια πολιτική δύναμη που είναι απαλλαγμένη από δεσμεύσεις και ΕΟΚικές επιρροές, μπορεί να παρέμβει με συνέπεια για εθνικές προτεραιότητες και αναπτυξιακά πλαίσια μέσα στην ΕΟΚ.

Όπως υπογραμμίστηκε και στο 12ο Συνέδριο, το ΚΚΕ θεωρεί ότι το ξεκίνημα μιας αναπτυξιακής πορείας σύμφωνης με τις ανάγκες της χώρας και τα συμφέροντα των εργαζομένων, απαιτεί την έμπρακτη αντιμετώπιση των σοβαρών εμποδίων που βάζει η ΕΟΚ, την ανταγωνιστική αντίθεση με τη λειτουργία, τις ντιρεκτίβες και τις αποφάσεις της ΕΟΚ. Ταυτόχρονα έχει υπογραμμίσει την ετοιμότητα του να συνεργαστεί και με δυνάμεις που μπορεί να μην υποστηρίζουν την αποδέσμευση, συμφωνούν όμως με την αγωνιστική προώθηση μιας πολιτικής ανάπτυξης νέου τύπου παρά και σε αντίθεση με τα όποια εμπόδια της ΕΟΚ.

Στις σημερινές συνθήκες το ΚΚΕ πιστεύει ότι βασικό του καθήκον είναι να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα και μέσα στα πλαίσια της ΕΟΚ για μια παρέμβαση της χώρας μας στις διαδικασίες που συντελούνται σ’ αυτήν με την ανάπτυξη του κινήματος στη χώρα μας, τον μεγαλύτερο συντονισμό του με το κίνημα των εργαζομένων και όλων των προοδευτικών δυνάμεων στις χώρες της ΕΟΚ.

Δεν στέκει η μοιρολατρική αντίληψη που δημιουργεί η κυβέρνηση σχετικά με την ενιαία αγορά, προκειμένου να καλύψει την έλλειψη ουσια­στικών εθνικών διεκδικητικών στόχων από την πλευρά της. Η πορεία προς την ενιαία αγορά είναι πορεία αντιθέσεων και συγκρούσεων τόσο στο εσωτερικό της Κοινότητας, όσο και της Κοινότητας με τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι από όλους αναμενόμενο ότι το πρόγραμμα της ενιαίας αγοράς δεν θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το 1992, αφού μάλιστα μέχρι σήμερα μόνο 70 και μάλιστα σχετικά δευτερεύουσες, από τις 300 ντιρε­κτίβες έχουν εγκριθεί.

Γι’ αυτό, ενώ δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ο χαρακτήρας της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, που εκφράζει τα συμφέροντα του πολυεθνικού κεφα­λαίου μέσα στην Κοινότητα, από την άλλη δεν θα πρέπει να μηδενίζεται η δυνατότητα και τα περιθώρια παρέμβασης του κινήματος και της χώρας μας. Αυτά βέβαια δεν πρέπει να κλείνονται στα όρια ανοχής του διευθυντηρίου και της επιτροπής της ΕΟΚ, αλλά να παίρνουν ουσιαστικά υπόψη τις ανάγκες της χώρας μας για ανάπτυξη κλαδικών πολιτικών, για επιλεκτική προστασία της παραγωγής της κ.λπ.

Στο κάτω-κάτω η Ελλάδα πρέπει, χωρίς δισταγμό να χρησιμοποιήσει στην πορεία αυτή όπλα όπως η προσφυγή στο βέτο, που δεν μπορούν ν’ αποτελούν μονοπώλιο του διευθυντηρίου της ΕΟΚ.

53. Ολόπλευρη συμμετοχή στην πανευρωπαϊκή συνεργασία —-για μια ισότιμη θέση σε μια Ευρώπη της ειρήνης, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης των λαών της

Η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου, δεν αντιπαρατίθεται στις απαιτήσεις της ραγδαίας διεθνοποίησης, αλλά αποτε­λεί στοιχειώδη προϋπόθεση για την ορθολογική συμμέτοχη μας σ’ αυτή, από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων της χώρας μας.

Το ΚΚΕ αναγνωρίζει τις διεθνείς πραγματικότητες αλλά και το μεταβαλ­λόμενο χαρακτήρα τους. Δεν διαφεύγει επίσης ότι πολλές από τις αναγ­καιότητες που με καταναγκαστικό τρόπο φέρνει το ΕΟΚικό 1992, θα τις αντιμετωπίζαμε, έτσι κι αλλιώς, ακόμη και αν δεν συμμετείχαμε στην ΕΟΚ. Η «συνεισφορά» της ΕΟΚ δεν είναι ότι μας φέρνει μπροστά στις αναγκαιότητες της διεθνοποίησης, αλλά ότι μας επιβάλλει τα δικά της δεσμευτικά πλαίσια και επιλογές.

Ωστόσο, οι αναγκαιότητες της διεθνοποίησης, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση της χώρας μας και τα ιδιαίτερα προβλήματα της, κάνουν πλεονεκτική και εξαιρετικά συμφέρουσα τη συνεργασία της στα πλαίσια των Βαλκανίων, με τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης και την Ευρώπη συνολικά.

Από την άποψη αυτή οι συντελούμενες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν ιδιαίτερη σημασία. Οι εσωτερικές ανάγκες του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου σε συνδυασμό με την πάλη του φιλειρηνικού κινήματος και τη φιλειρηνική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλι­στικών χωρών, δημιουργούν μια νέα κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την ολοένα και ισχυρότερη ανάδειξη της πραγματικής, της πανευρωπαϊκής διάστασης της Ευρώπης.

Πράγματι, στο χώρο της Ευρώπης, εκεί όπου υπάρχει η διαχωριστική γραμμή των δύο συνασπισμών συντελούνται σήμερα σημαντικές θετικές εξελίξεις. Δημιουργούνται πολιτικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πολύ­μορφης συνεργασίας σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Η επικείμενη συμφωνία ΕΟΚ-ΣΟΑ πρέπει να γίνει σύμβολο της αφετη­ρίας για μια νέα πορεία που θα τείνει σε μια Ευρώπη της ειρήνης, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης των λαών της.

Στην κατεύθυνση αυτή το ΚΚΕ επιδιώκει από σήμερα, η χώρα μας να παίξει έναν ενεργητικό και αυτόβουλο ρόλο στην προώθηση της πανευρω­παϊκής συνεργασίας.

Ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της χώρας μας έχει και η ανάπτυξη της συνεργασίας στα Βαλκάνια. Η πρόσφατη σύνοδος των υπουργών Εξω­τερικών των βαλκανικών χωρών, έδειξε τις μεγάλες δυνατότητες που υπάρ­χουν. Η διαβαλκανική συνεργασία πρέπει να ξεπεράσει το στάδιο των διακηρύξεων και να αποκτήσει υλική οικονομική βάση και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Το ευνοϊκό πολιτικό κλίμα και οι πολιτικές σχέσεις με τις σοσιαλιστικές χώρες πρέπει να αξιοποιηθούν, για μια δυναμική ανάπτυξη αμοι­βαία επωφελών οικονομικών σχέσεων.

Το ΚΚΕ, επισημαίνει τον κίνδυνο η πανευρωπαϊκή συνεργασία να προχωρά χωρίς να επωφελούμαστε από αυτήν, τόσο λόγω των μονόπλευ­ρων εξωτερικών προσανατολισμών της χώρας μας, όσο και λόγω της αδυναμίας της εσωτερικής της οργάνωσης και ανάπτυξης, να μην αξιο­ποιεί τις δυνατότητες που προσφέρονται. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει το ρόλο του κόμματος μας και συνολικά των δυνάμεων της Αριστεράς και της Προόδου, αφού μόνο αυτές μπορούν να διεκδικήσουν τέτοιους εσωτερι­κούς και διεθνείς προσανατολισμούς που θα κάνουν καρποφόρα τη συμμε­τοχή της χώρας μας στις διαδικασίες της πανευρωπαϊκής συνεργασίας.

5.4. Η διεθνής διάσταση

Κάθε βήμα προόδου στον ευρωπαϊκό χώρο θα ασκήσει, ασφαλώς, γενι­κότερη θετική επίδραση. Τα μεγάλα προβλήματα, ωστόσο, της ειρήνης και της ασφάλειας, της προστασίας του περιβάλλοντος, της υπερχρέωσης, της στασιμότητας και της πείνας σε μαζικές περιοχές του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, απαιτούν καθολικές διεθνείς ρυθμίσεις. Στις προσπάθειες επί­λυσης των προβλημάτων αυτών, η χώρα μας δεν μπορεί να παραχωρήσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της στην ΕΟΚ. Μπορεί και πρέπει να έχει τη δική της, αυτόβουλη συμμετοχή και συμβολή.

Πολύ περισσότερο που η χώρα μας αντιμετωπίζει προβλήματα που η ΕΟΚ δεν προσφέρει ούτε πλαίσια, ούτε δυνατότητες για την αντιμετώπιση τους. Το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους για παράδειγμα, αλλά και το πρόβλημα της εμπορικής της πολιτικής, της οικονομικής αναδιάρθρωσης και της διεθνούς εξειδίκευσης της χώρας μας, μας φέρνει αντικειμενικά αλληλέγγυους όχι με την πολιτική της ΕΟΚ, αλλά με τους αγώνες των λαών για ένα καθολικό σύστημα οικονομικής και στρατιωτικής ασφάλειας, για νέα διεθνή οικονομική τάξη, για δίκαιη ρύθμιση των χρεών.

Η προγραμματική συμμετοχή μας στη διεθνή συνεργασία, σε ζητήματα κατανομής των πόρων, παραγωγής, έρευνας, τεχνολογίας, μπορεί να δη­μιουργήσει ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για να επιλύσουμε τα προβλήματα της εσωτερικής οικονομικής ανάπτυξης.

Ο κόσμος δεν τελειώνει στα σύνορα της ΕΟΚ ώστε να εφαρμόζουμε τελεσιγραφικά τις 300 ντιρεκτίβες της εσωτερικής αγοράς. Σήμερα ανοίγε­ται ένα ευρύ πεδίο δυνατοτήτων, που πρέπει να αξιοποιήσει η χώρα μας. Αυτό υπογραμμίζουν εξελίξεις όπως η επέκταση του θεσμού των κοινών επιχειρήσεων, τα πολυεθνικά προγράμματα έρευνας, η βελτίωση των σχέ­σεων Ανατολής-Δύσης, η ενεργητική παρέμβαση των σοσιαλιστικών χωρών στους παγκόσμιους ρυθμιστικούς μηχανισμούς, οι διεκδικήσεις των υπερχρεωμένων χωρών κλπ.

Έτσι, σήμερα, οι όροι συμμετοχής στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, αναδείχνονται σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία αναμέτρησης των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μας.

5.5. Ο ρόλος του λαϊκού κινήματος

Οι επιδράσεις από την υιοθέτηση των 300 οδηγιών της εσωτερικής . αγοράς, από την οργανική εναρμόνιση των όρων λειτουργίας της οικονο­μίας και της κοινωνίας μας, σε πρότυπα που διαμορφώθηκαν με κριτήρια κι ανάγκες διαφορετικές ή και αντίθετες από αυτές της κοινωνικής ανά­πτυξης της χώρας μας, θα είναι σοβαρές στην οικονομική διάρθρωση, στο εμπορικό ισοζύγιο, στον εξωτερικό και δημόσιο δανεισμό, στις περιοχές της χώρας μας.

Πέρα από τους κλάδους και τις κατηγορίες των εργαζομένων, τράπεζες, ασφάλειες, Ολυμπιακή, μεταφορές, που θα πληγούν άμεσα, οι ρυθμίσεις της ενιαίας εσωτερικής αγοράς έχουν ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν υπάρχουν κλάδοι ή κατηγορίες εργαζομένων, που να μην δεχτούν τις συνέπειες της: στην απασχόληση, στους όρους χρηματοδότησης, στο βιο­τικό επίπεδο, στους φόρους, στις εργασιακές συνθήκες, μέσω των υπερε­θνικών ρυθμιστικών κατευθύνσεων, που επιβάλλονται από την ενιαία αγο­ρά στην εμπορική, δημοσιονομική, πιστωτική, εισοδηματική πολιτική της χώρας μας.

Εξελίξεις, όπως αύξηση των εισαγωγών και του εξωτερικού ελλείμ­ματος, διεύρυνση της διαρροής κεφαλαίων έξω από τη χώρα μας, ανεξέλεγ­κτο άνοιγμα της αγοράς των κρατικών προμηθειών στις πολυεθνικές, εγκατάλειψη των βιώσιμων προβληματικών κάτω από τους άτεγκτους νόμους του ελεύθερου ανταγωνισμού, επιβολή των γεωργικών σταθερο­ποιητών, έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους εργάτες, υπάλληλους, επαγ­γελματίες, βιοτέχνες, αγρότες.

Γι’ αυτό, η προοπτική του 1992 απαιτεί μεγάλη ευαισθητοποίηση, ενεργοποίηση και κινητοποίηση του κοινωνικού δυναμικού της χώρας μας. Αυτό, φυσικά, προϋποθέτει την πάλη για ν’ αποτραπούν οι αρνητικές συνέπειες για τη χώρα μας. Δεν μπορεί, όμως, να περιορίζεται σε κινήσεις στενά αμυντικού χαρακτήρα ή να γίνεται αυτοσκοπός, αλλά πρέπει να συμβάλλει στην άνοδο της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων και στην οικοδόμηση των κοινωνικών και πολιτικών προϋποθέσεων της αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Το «όχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων» πρέπει να μεταφράζεται καθημε­ρινά σε μαζικά κινήματα στα νέα μέτωπα πάλης που αναδείχνει η προσαρ­μογή στην ενιαία αγορά. Ν’ αποκαλύπτει και ν’ αντιμετωπίζει τα συγκεκρι­μένα προβλήματα από τις αποφάσεις που καθημερινά παίρνονται και στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα, σε βάρος των εργαζομένων και των γενικότε­ρων συμφερόντων της χώρας μας.

Παράλληλα σε κάθε μεγάλη επιχείρηση, σε κάθε σφαίρα κοινωνικής δράσης, οι εργαζόμενοι πρέπει ν’ αποκτήσουν σαφή γνώση των συνεπειών από την ενιαία αγορά. Να γενικεύσουν την πείρα τους από την ως τώρα

πορεία της χώρας μας στην ΕΟΚ. Να διαμορφώσουν προγράμματα και σχέδια δράσης, που ν’ απαντούν στα σύγχρονα προβλήματα του εκσυγχρο­νισμού και της αξιοποίησης της διεθνοποίησης από προοδευτικές θέσεις και να τα κάνουν στόχους πάλης του μαζικού κινήματος. Ν’ αξιοποιούν τη δυνατότητα κοινών προγραμματικών προτάσεων σε κλαδικό ή τομεακό επίπεδο της οικονομίας, με τη σύμπραξη και το διάλογο πλατιού φάσματος κοινωνικών δυνάμεων. Υπάρχουν, ήδη, θετικά παραδείγματα στην κλωστοϋφαντουργία (εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, αγρότες) κι αλλού.

Είναι γεγονός, επίσης, ότι σε μεγάλα τμήματα μικρών και μεσαίων καπιταλιστικών επιχειρήσεων και σε τμήματα διευθυντικών στελεχών στον κρατικό, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, υπάρχει έντονη ανησυχία. Αυτό φαίνεται, κυρίως, από τις προσπάθειες των ηγετικών κύκλων του ΣΕΒ να καθησυχάσουν τα τμήματα αυτά και να στρέψουν τις ανησυχίες τους σε συντηρητική και αντεργατική κατεύθυνση. Το ΚΚΕ δεν θεωρεί τον εαυτό του ουδέτερο παρατηρητή στις εξελίξεις αυτές. Είναι έτοιμο να υποστηρίξει κάθε πρωτοβουλία, πρόταση ή συλλογική ενέργεια που βοηθά στη διασφάλιση της απασχόλησης των εργαζομένων, στην αναπτυξιακή προστασία της εγχώριας παραγωγής και στην προστασία γενικότερα των συνολικών κοινωνικών συμφερόντων. Είναι έτοιμο για συνεργασία με όλες τις δυνάμεις που ανησυχούν για την «προετοιμασία μπροστά στο 1992» και δεν τη βλέπουν -σαν επέλαση ενάντια σε κατακτήσεις και δι­καιώματα των εργαζομένων, αλλά δείχνουν νέα αντίληψη για τους εργαζό­μενους και το ρόλο τους.

Οι επιπτώσεις της ενιαίας εσωτερικής αγοράς συνδέονται άμεσα με την πολιτική του δικομματισμού, που είναι φορέας παθητικής προσαρμογής στις κοινοτικές εξελίξεις. Έτσι, η αντίσταση στις πολιτικές της εσωτε­ρικής αγοράς, όπως διαμορφώνονται σήμερα από τις πολυεθνικές και το διευθυντήριο της ΕΟΚ, απαιτεί αντίσταση στις πολιτικές του δικομματι­σμού, πάλη για το ξεπέρασμα του. Κι αντίστοιχα, η ενεργητική παρέμβαση στις κοινοτικές και διεθνείς διεργασίες για διεκδικήσεις, που ν’ ανταποκρί­νονται στις εθνικές αναπτυξιακές ανάγκες, απαιτεί ξεπέρασμα της πολι­τικής του δικομματισμού, για να εφαρμοστεί μια πολιτική ανάπτυξης νέου τύπου.

5.6Προβλήματα συμμαχιών

Με την προώθηση της εσωτερικής αγοράς, αλλά και γενικότερα της διεθνοποίησης, το πρόβλημα της αξιοποίησης συμμαχιών σε διεθνές και εθνικό επίπεδο παίρνει, όλο και περισσότερο, διεθνείς διαστάσεις.

Η ανάπτυξη της οικονομικής ολοκλήρωσης στην τροχιά των πολυε­θνικών δεν δίνει απάντηση στα 18 εκατομμύρια ανέργους, τα 30 εκατομμύ­ρια φτωχούς, τις καθυστερημένες περιφέρειες, τις ζώνες βιομηχανικής παρακμής στις πλουσιότερες χώρες της ΕΟΚ. Το πρόγραμμα της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, όπως είναι διαμορφωμένο σήμερα, περνάει πάνω και ενάντια σε όλους αυτούς. Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων έχει μιλήσει στο τελευταίο της συνέδριο για την ισχυρότερη αντεπίθεση του μεγάλου κεφαλαίου σε δυτικοευρωπαϊκή κλίμακα, ενάντια στο κράτος πρόνοιας και γενικότερα στις εργατικές κατακτήσεις.

Σ’ αυτές τις συνθήκες παίρνει ιδιαίτερη σημασία η συνεργασία των εργαζομένων της χώρας μας με τους εργαζόμενους των άλλων χωρών της ΕΟΚ και γενικότερα όλης της Ευρώπης, για ανταλλαγή εμπειριών, συντο­νισμό των αγώνων, αλληλεγγύη, επεξεργασία και προώθηση ευρύτερων προτάσεων σε κοινοτικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που να ευνοεί ουσιαστικά την ευόδωση των εσωτερικών στόχων. Τα υψηλά επίπεδα διεθνοποίησης στη δράση του κεφαλαίου απαιτούν ποιοτικά άλματα στη διεθνοποίηση των αγώνων του εργατικού κινήματος. Ζητήματα, όπως η κοινωνική διά­σταση της διεθνοποίησης, η ανάπτυξη με απασχόληση, η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, η αναδιάρθρωση των εργατικών σχέσεων σε μια προο­δευτική κατεύθυνση, προσφέρονται ιδιαίτερα για τη διεθνή συνεργασία.

Παρά τις όποιες διαφορές σε ευρύτερα ζητήματα, το ΚΚΕ επιδιώκει τη συνεργασία του — που ήδη έχει προωθήσει στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — με τα Κομμουνιστικά Κόμματα, τη σοσιαλδημοκρατία, τους πράσινους και ευρύτερες δυνάμεις μέσα στην ΕΟΚ. Έχει στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας σε ευρύτερες θεματικές παρεμβάσεις της Αρι­στεράς στις διαδικασίες της ολοκλήρωσης, σε σύνδεση με τα λαϊκά κινή­ματα στις διάφορες χώρες, σε ένα ευρύ πλαίσιο ζητημάτων: δικαιώματα εργαζομένων, ξεπέρασμα της ανισομερής ανάπτυξης, κοινοτικά προγράμ­ματα, περιβάλλον. Σ’ αυτά τα πλαίσια σοβαρή σημασία παίρνουν τα με­γάλα ζητήματα του αφοπλισμού, της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ευρώπη.

Η συνεργασία αυτή δεν σημαίνει μηχανική αντιγραφή των θέσεων άλλων κομμάτων, που ανταποκρίνονται σε διαφορετικές κοινωνικοοικονο­μικές σχέσεις από τη χώρα μας. Δεν μπορεί να ισοπεδωθεί η θέση ενός κινήματος ή κόμματος μιας από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΟΚ, με τις θέσεις ενός κινήματος ή κόμματος σε μια χώρα που ανήκει στον αναπτυγμένο πυρήνα της Κοινότητας. Η θέση αυτή συνδυάζει την ανάγκη της διεθνούς συνεργασίας με το σταθερό υπολογισμό των ελλη­νικών ιδιαιτεροτήτων και ιδιομορφιών.

Και σε κυβερνητικό επίπεδο, όμως, υπάρχουν ευρύτερα περιθώρια συ­νεργασιών. Ιδιαίτερα, με τις χώρες που βρίσκονται στη δεύτερη ταχύτητα μέσα στην ΕΟΚ, μπροστά στον κίνδυνο, μάλιστα, η εφαρμογή της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, όπως την προωθεί το διευθυντήριο της ΕΟΚ, να δυναμώσει την πόλωση μέσα στην ΕΟΚ.

Τέλος, η δημιουργία της ενιαίας αγοράς τροφοδοτεί τις διεργασίες στο εσωτερικό της Αριστεράς. Υπάρχουν μετατοπίσεις και επαναπροσδιορι­σμοί θέσεων που διευκολύνουν την κοινή δράση. Όλες σχεδόν οι δυνάμεις και παράγοντες και κυρίως ο κόσμος της Αριστεράς, με λίγες μόνο εξαιρέ­σεις, οπαδοί του ΠΑΣΟΚ, απορρίπτουν τη στάση της άκριτης και παθητικής προσαρμογής στις ΕΟΚικές εξελίξεις. Συνειδητοποιούν την ανάγκη αγωνιστικής στάσης και κοινής δράσης στα μέτωπα πάλης που ανοίγονται. Η πρόκληση για το 1992 και τη διεθνοποίηση γίνεται για την Αριστερά πρόκληση συνεργασίας, κοινών αγωνιστικών προγραμματικών διεκδική­σεων για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Το πρόβλημα της ΕΟΚ με τη σοβαρότητα που αποκτά δεν μπορεί να αποτελεί πια άλλοθι για τη διάσπαση και το διχασμό της Αριστεράς. Το μεγάλο θέμα της αποχώρησης από την ΕΟΚ πιστεύουμε ότι θα κριθεί με την ανάπτυξη των μαζικών ταξικών αγώνων.

Έτσι κι αλλιώς η πορεία για το 1992 περνά από το 1988 και το 1989, όποτε κι αν γίνουν εκλογές. Ακριβώς γι’ αυτό, οι εκλογές αυτές γίνονται ακόμη πιο κρίσιμες. Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ μέσα και απ’ αυτές θα δημιουργήσει ευνοϊκότερους όρους για την αντιμετώπιση των προβλημά­των που θέτει η ενιαία αγορά, το 1992. Υπάρχουν οι δυνατότητες για μια αποφασιστική ισχυροποίηση και παρουσία του ΚΚΕ, της συνασπισμένης Αριστεράς στις εσωτερικές εξελίξεις της χώρας μας, που θα κρίνουν καθο­ριστικά, ανάμεσα στ’ άλλα, και τη θέση που θα λάβει η χώρα μας, στο διεθνή οικονομικό στίβο.

23.3.1988

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

 

Advertisements

0 Responses to “Οι Θέσεις του ΚΚΕ για την Ενιαία Εσωτερική Αγορά και το 1992 (Μάρτης 1988)”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


2ο συνέδριο ΚΝΕ 3η Διεθνής 3ο συνέδριο ΚΝΕ 5ο συνέδριο ΚΝΕ 9ο συνέδριο ΚΚΕ 10ο συνέδριο ΚΚΕ 12ο συνέδριο ΚΚΕ 15ο συνέδριο ΚΚΕ Άρης Βελουχιώτης Αλλαγή Αριστερό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Β' Πανελλαδική Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Γκορμπατσόφ Γράψας ΔΑΠ-ΟΝΝΕΔ Δεκεμβριανά ΕΑΜ ΕΑΡ ΕΔΑ ΕΕ ΕΚΟΝ ΡΦ ΕΛΑΣ ΕΟΚ ΕΣΣΔ Εθνική Αντίσταση Ενιαίο Μέτωπο Πάλης ΚΚΕ ΚΚΕ εσ.-ΑΑ ΚΚΕ εσωτ. ΚΝΕ ΚΝΕ-ΝΑΡ Κοινό Πόρισμα Κομμουνιστική Διεθνής Κύρκος Κώστας Κάππος Μικρασιατική Καταστροφή Ν. Ζαχαριάδης ΝΑΡ ΝΑΤΟ ΝΔ Νέα Δημοκρατία Οικουμενική Οκτωβριανή Επανάσταση ΠΑΣΟΚ Πανσπουδαστική σ.κ. Περεστρόικα Πολυτεχνείο Πραγματική Αλλαγή Πόλεμος στον Κόλπο Ρήγας Φεραίος Σπύρος Χαλβατζής Στόχοι του Έθνους Συνασπισμός Τζανετάκης Φαράκος Φλωράκης Χούντα αντιδικτατορικός αγώνας αντιπολεμικό κίνημα αντισυναίνεση αντιφασιστική πάλη διάσπαση '89 εξωκοινοβουλευτική αριστερά εργατικό κίνημα ευρωκομμουνισμός θεωρία των σταδίων ιμπεριαλισμός καταλήψεις '90-'91 μ-λ ρεύμα μορατόριουμ νεολαιίστικο κίνημα νεοφιλελευθερισμός συνέδρια ΚΚΕ φοιτητικό κίνημα

Blog Stats

  • 30,374 hits

Γράψτε το e-mail σας για παίρνετε μήνυμα για τα νέα κείμενα που αναρτηθούν στο 21aristera.

Μαζί με 16 ακόμα followers


Αρέσει σε %d bloggers: