18
Φεβ.
15

5ο συνέδριο ΚΝΕ (ΝΑΡ): Εισήγηση του ΚΣ

Το Μάρτη του 1990 πραγματοποιήθηκε το 5ο συνέδριο της ΚΝΕ, το πρώτο μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το Σεπτέμβρη του προηγούμενου χρόνου. Στην εισήγηση του ΚΣ που παρουσίασε ο απερχόμενος γραμματέας Γιώργος Γράψας γίνεται μια αποτίμηση της δράσης της ΚΝΕ από το προηγούμενο συνέδριο (Ιούνης 1988) στο φόντο των συγκλονιστικών εξελίξεων (κυβέρνηση Τζανετάκη, Οικουμενική, νεοφιλελεύθερη επέλαση, Περεστρόικα και κατάρρευση του υπαρκού σοσιαλισμού) και της επίδρασής τους στην Αριστερά και το ΚΚΕ (συγκρότηση Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, διάσπαση ΚΝΕ). Στην Εισήγηση ο Γ. Γράψας περιγράφει και το δρόμο που θα ακολουθήσει η ΚΝΕ στο νεολαιίστικο κίνημα, στις πρωτότυπες συνθήκες της ρήξης και ανεξαρτησίας από το ΚΚΕ και της στρατηγικής συμπόρευσης με το Νέο Αριστερό Ρεύμα που μόλις είχε συγκροτηθεί.

Το πλήρες κείμενο της Εισήγησης, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της ΚΝΕ Οδηγητής της Νεολαίας:

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΣ ΤΗΣ ΚΝΕ ΣΤΟ 5ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Αγαπητοί μας φίλοι,
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Ανοίγουμε σήμερα τις εργασίες του Συνεδρίου μας, του 5ου στην ιστορική συνέχεια των 20χρονων της ΚΝΕ. Όμως αυτό θα μπορούσε να ήταν, και είναι στην ουσία, ταυτόχρονα, ένα καινούργιο πρώτο Συνέδριο για την ΚΝΕ. Γιατί είναι η πρώτη οργανωμένη συλλογική συζήτηση, που σηματοδοτεί το πέρασμα της οργάνωσής μας σε μια καινούργια εποχή. Καινούργια όχι μόνο για τον κόσμο και το πρόσωπό του στην αυγή του 21ου αιώνα, αλλά και για το κίνημά μας, για την κομμουνιστική και αριστερή σκέψη και δράση που αναζητά τη σημερινή της φυσιογνωμία, προσπαθώντας να συναντηθεί ξανά και να εκφράσει το όραμα για την κοινωνική απελευθέρωση.
Όλους εμάς που είμαστε σήμερα εδώ, μας ενώνει μια μεγάλη και ιστορική προσπάθεια: Να δώσουμε σήμερα τη μάχη κόντρα σε όλες εκείνες τις δυνάμεις που θέλουν να επιβάλουν τη σιωπή σε κάθε φωνή κοινωνικής αντίστασης και πάλης, που θέλουν να επιβάλουν την παντοδυναμία και τη δικαίωση του καπιταλισμού, του εκμεταλευτικού αντιανθρώπινου συστήματός τους. Να παλέψουμε για μια καινούργια λαϊκή και επαναστατική άνοιξη. Θέλουμε να δώσουμε αυτή τη μάχη από τις θέσεις της μαχητικής υπεράσπισης των δικαιωμάτων της νεολαίας και των εργαζόμενων, από τις θέσεις της αναζήτησης των σημερινών δρόμων για την κοινωνική επανάσταση και την χειραφέτηση του ανθρώπου. Μας ενώνει η ελπίδα πως μέσα απ’ αυτή τη μεγάλη και μακρόχρονη περιπέτεια θα συνθέσουμε ξανά με τους όρους της εποχής μας τη φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά ενός καινούργιου επαναστατικού κινήματος στη χώρα μας.
Συνειδητοποιούμε καθημερινά τις μεγάλες αντικειμενικές δυσκολίες αυτής της προσπάθειας, τις δικές μας υποκειμενικές ανεπάρκειες. Όμως αυτά δεν μας εμποδίζουν να βλέπουμε τις καινούργιες δυνατότητες.
Αυτές που δημιουργούν οι διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες και οι καινούργιες αγωνιστικές διαθέσεις που πυροδοτούν. Αυτές που εκδηλώνονται και στους πρόσφατους αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας που μέσα σ’ ένα κλίμα ασφυκτικής συντηρητικής περικύκλωσης, δίνουν ελπίδες για μια καινούργια ανάταση του λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος. Ωριμάζουν την ανάγκη για μια νέα αριστερή πλειοψηφία που θα μπορεί ν’ απαντήσει ριζοσπαστικά στις σημερινές κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτή η προοπτική ενισχύει τη δική μας επιλογή, υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο την αναγκαιότητα και το δυναμισμό του δρόμου που έχουμε διαλέξει.
Μας κάνουν ακόμα αισιόδοξους, τα βήματα που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα στη προοπτική συγκρότησης μιας νέας πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης. Η εμφάνιση του Νέου Αριστερού Ρεύματος στην πολιτική ζωή και στο μαζικό κίνημα, με όλες τις δυσκολίες και τις ωδίνες του καινούργιου, τροφοδοτεί τις ελπίδες χιλιάδων αγωνιστών της αριστεράς για μια νέα πορεία του κινήματος μας. Η ΚΝΕ θεωρεί τον εαυτό της αποφασιστική δύναμη αυτής της κίνησης και θα δώσει όλες τις δυνάμεις της για να περπατήσει στη ζωή, να συνδεθεί και να εκφράσει τις αναζητήσεις και τις ανάγκες της νεολαίας και των εργαζομένων της χώρας μας.
Σήμερα, 6 μήνες μετά τη διάσπαση της ΚΝΕ, ερχόμαστε πιο ψύχραιμα και ρεαλιστικά να εχτιμήσουμε τις διαστάσεις και τη σημασία της. Και άσχετα από τις όποιες σημερινές μας δυσκολίες νομίζουμε πως πρέπει να συμφωνήσουμε σε τούτο:
Η ανοιχτή σύγκρουση μας με την ηγεσία του ΚΚΕ, ήταν μια κίνηση μεγάλης πολιτικής σημασίας για την συνολική πορεία του επαναστατικού και αριστερού κινήματος της χώρας μας, ένα αποφασιστικό βήμα στην προσπάθεια για τη διαμόρφωση του σύγχρονου αριστερού επαναστατικού ρεύματος της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν μια πράξη αντίστασης στον εκφυλισμό και στην συναίνεση της επίσημης αριστεράς, εκφράζοντας συγχρόνως την αναζήτηση διεξόδου για το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα.
Ήταν ακόμα μια κατηγορηματική άρνηση απέναντι σ’ ένα μοντέλο σκέψης και δράσης που στηρίζεται στην έλλειψη κάθε ουσιαστικής δημοκρατίας, στο πνίξιμο κάθε διαφορετικής άποψης μέσα από την κυριαρχία ενός μηχανισμού που χειρίζεται τους ανθρώπους μετατρέποντας τους από σκεπτόμενα πολιτικά πρόσωπα σε διεκπεραιωτές αποφάσεων και οδηγιών.
Μέσα απ’ αυτήν την επιλογή η ΚΝΕ κέρδισε πολιτικό κύρος και ακτινοβολία πλατιά στη νεολαία αλλά και στους αγωνιστές της αριστεράς.
Νομίζουμε σύντροφοι, ότι παρότι σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μεγάλες δυσκολίες, περισσότερες μάλλον απ’ αυτές που και οι ίδιοι φανταζόμαστε στην αρχή, ότι δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα πως καταφέραμε να κερδίσουμε σ’ αυτήν την επιλογή το πιο ζωντανό και μαχητικό τμήμα των μελών και στελεχών της οργάνωσης μας. Ούτε το γεγονός ότι μέσα στις συνθήκες κατάρρευσης των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, στην εποχή της μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής αποστράτευσης συγκεντρώνονται στις γραμμές μας χιλιάδες πρωτοπόροι νέοι άνθρωποι που επιμένουν να αναζητούν και να παλεύουν την ιδέα της κοινωνικής επανάστασης.
Αυτήν την ενέργεια της ΚΝΕ τη δικαίωσαν και οι παραπέρα πολιτικές επιλογές του Συνασπισμού και της ηγεσίας του ΚΚΕ, που κάνουν ακόμα πιο φανερό, για πολύ πλατύτερο κόσμο της Αριστεράς, τον ανεπίστρεπτο δρόμο του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης στις επιλογές του συστήματος. Σήμερα όλα αυτά έχουν ενισχύσει ένα μεγάλο κλίμα αναταραχής, αμφισβήτησης και προβληματισμού στις γραμμές του ΚΚΕ και της «άλλης ΚΝΕ». Πολλά δείχνουν πως στο ΚΚΕ όχι μόνο υπάρχει σοβαρότατη κρίση, αλλά και πως αυτή ακόμα δεν έχει κορυφωθεί, συνεχώς αναπτύσσεται. Η εγκατάλειψη ουσιαστικά εδώ και χρόνια των ανεξάρτητων στόχων της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, η αντικατάστασή τους από μια πολιτική υπόκλισης και ουράς στις αστικές πολιτικές δυνάμεις, έφτασαν στο λογικό τους τέρμα: Στην ανοιχτή υποταγή στην πολιτική της άρχουσας τάξης, που σπρώχνει όλο και πιο πολύ σ’ ένα θανάσιμο εναγκαλισμό με την σημερινή εξουσία, δημιουργώντας νέα ρήγματα αμφισβήτησης στην εργατική-λαϊκή βάση του ΚΚΕ. Το αντιδημοκρατικό καθεστώς λειτουργίας, η αποπολιτικοποίηση της εσωκομματικής συζήτησης, βόλεψαν την ηγεσία του ΚΚΕ σε προηγούμενα χρόνια. Σήμερα ήρθε η ώρα να μετρηθούν οι συνέπειες τους. Πώς να αντέξει αυτός ο οργανισμός την ανάγκη της ανοιχτής συζήτησης και αναμέτρησης με μια πραγματικότητα που δεν συμφωνεί με τις παρωχημένες βεβαιότητες; Η έλλειψη επεξεργασιών για τη σοσιαλιστική προοπτική στη χώρα μας, μπορεί να καλυπτόταν φαινομενικά μέχρι τώρα με το αναμάσημα ετοιματζήδικων λύσεων, που έδιναν οι ηγεσίες των ανατολικών χωρών. Η κατάρρευσή τους σήμερα «σέρνει» μαζί της και την ηγεσία του ΚΚΕ σε μεγάλο βαθμό.
Εμείς ακόμα και σήμερα, παρά το άνευρο και απολίτικο συνέδριο της «άλλης ΚΝΕ» που οργάνωσε βιαστικά ο Περισσός, για να κλείσει το δρόμο επικοινωνίας και συζήτησης με τους συντρόφους μας που δεν μας ακολούθησαν τη στιγμή της διάσπασης, δεν θεωρούμε πως ο δρόμος αυτός έχει κλείσει. Μακριά από μικροκομματικές σωβινισμούς και παρωπίδες πιστεύουμε ότι με πολλούς απ’ αυτούς θα συναντηθούμε στους μικρούς και μεγάλους αγώνες, και θα συζητήσουμε δημιουργικά για τα μεγάλα προβλήματα του κινήματος μας. Την ανάγκη της πιο πλατιάς αριστερής συσπείρωσης, την ανάγκη για την επαναστατική ανανέωση της αριστερής και κομμουνιστικής σκέψης και δράσης δεν μπορούν να την κρύψουν οι όποιες αποφάσεις και οι οργανωτικές περιχαρακώσεις της ηγεσίας του Περισσού.
Που βρισκόμαστε σήμερα;
Ας πούμε απλά την αλήθεια: Είμαστε αντιμέτωποι με πολλές και σοβαρές δυσκολίες, που καθώς έχει περάσει ο πρώτος καιρός των γενικών εντυπώσεων και του πρώτου ενθουσιασμού, είναι πολύ πιο φανερές.
Τόσο οι δικές μας ανεπάρκειες να προχωρήσουμε πιο αποφασιστικά στη θετική επεξεργασία απαντήσεων στα μεγάλα ερωτήματα που μας γέννησαν, η ισχυρή επιβίωση παλιών αρνητικών μας χαρακτηριστικών, όσο και οι γενικότερες πολιτικές εξελίξεις τροφοδοτούν φαινόμενα αποστράτευσης και απογοήτευσης στις γραμμές μας. Ένα κλίμα σκεπτικισμού και αναμονής κρατά σε αδράνεια πολλές δυνάμεις μας και εμποδίζει άλλες να μας πλησιάσουν.
Επικρατεί σε πολλές περιπτώσεις μια μεγάλη οργανωτική χαλάρωση που εμποδίζει ακόμα περισσότερο την πολιτική παρέμβαση των δυνάμεων μας στις εξελίξεις, βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση, για την ίδια την ύπαρξη της ΚΝΕ.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες νέοι άνθρωποι ξέρουν την «ΚΝΕ που διαφώνησε», βλέπουν με συμπάθεια και εμπιστοσύνη «αυτούς που σήκωσαν κεφάλι». Δεν βλέπουν όμως πάντα, την ίδια την ΚΝΕ να δρα και πολύ περισσότερο δεν βλέπουν την πολιτική αντίληψη και την ιδεολογική φυσιογνωμία της σημερινής ΚΝΕ, που στη συνείδηση τους δεν έχει πάψει να ταυτίζεται απλά με μια πιο «τίμια και αδιάλλαχτη» εκδοχή της παραδοσιακής αριστεράς. Όμως αυτά τα πολιτικά καύσιμα εξαντλούνται πολύ γρήγορα, αν δεν εξαντλήθηκαν ήδη, κι ούτε εμείς θέλουμε να περιοριστούμε σ’ αυτά. Γιατί κάνουμε όλη αυτή την προσπάθεια για να επιδράσουμε στη διαμόρφωση μιας καινούργιας αριστεράς, ενός σημερινού κομμουνιστικού ρεύματος στην κοινωνία και στη νέα γενιά.
Κάποιες καλές στιγμές της τελευταίας κυρίως περιόδου, κατά τη γνώμη μας, όχι απλά δεν αλλάζουν αυτή την εικόνα αλλά υπογραμμίζουν ακόμα περισσότερο την ριζική στροφή που πρέπει να κάνουμε. Έχουμε φτάσει στο κρίσιμο σημείο. Στην ανάγκη της θετικής επεξεργασίας της φυσιογνωμίας της καινούργιας ΚΝΕ. Που με την πολιτική της, το κοσμοθεωρητικό στίγμα της, τη δομή, τη λειτουργία της και την πραχτική θα διαμορφώνει την εικόνα μιας σύγχρονης επαναστατικής νεολαιίστικης δύναμης, που θα αντλεί την επιρροή της κατά κύριο λόγο από τη σημερινή νεολαία. Από τις εμπειρίες της και τις αντιστάσεις της αλλάζοντας τους συσχετισμούς και τις συνειδήσεις και όχι από τα πολιτικά φορτία των προηγούμενων γενιών, που έδωσαν πολλά καλά στοιχεία στο νεολαιίστικο κίνημα, αλλά δεν έχουν πια περιθώριο επικοινωνίας μ’ αυτό που ζουν και καταλαβαίνουν οι σημερινοί 16άρηδες και 20άρηδες. Ή θα μπούμε αποφασιστικά σ’ ένα τέτοιο δρόμο ή οι συνθήκες θα μας τραβήξουν προς τα πίσω όπου βέβαια είναι αδιέξοδο.
Ζούμε όλοι μας καθημερινά την αγωνία και τις δυσκολίες μιας τέτοιας προσπάθειας, δίπλα στα μεγάλα κοσμοθεωρητικά ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις, για την συνολική στρατηγική και την ταχτική του κομμουνιστικού κινήματος. Παρότι ο δημόσιος προσυνεδριακός διάλογος δεν αντανακλούσε την έκταση και το βάθος της συζήτησης που έγινε μέσα στις γραμμές μας, αυτή ξεπέρασε σε πολλά ζητήματα το επίπεδο προσέγγισης των «Θέσεων» και έφερε στην επιφάνεια με πολύ πιο συγκεκριμένο τρόπο τα μεγάλα προβλήματα του κινήματος και της οργάνωσής μας.
Η προσυνεδριακή συζήτηση στις οργανώσεις της ΚΝΕ δεν άφησε απ’ έξω σχεδόν κανένα απ’ τα προβλήματα που μας απασχολούν. Ο σοσιαλισμός και η οργανωτική δημοκρατία κυριάρχησαν σχεδόν αποκλειστικά την πρώτη περίοδο, για να δώσουν τη θέση τους όσο πλησιάζαμε προς το Συνέδριο, και κάτω απ’ την επίδραση των γενικότερων πολιτικών εξελίξεων κυρίως στην αναζήτηση της φυσιογνωμίας και της γραμμής της ΚΝΕ που θα σφραγίσουν τη δράση της.
Πάντως πρέπει να πούμε πως όλος αυτός ο προβληματισμός αναπτύχθηκε πολλές φορές σε αφαίρεση από τη σημερινή πραγματικότητα των δυνάμεων μας, χωρίς αντίστοιχη προσπάθεια να τροφοδοτηθεί μια πολιτική δράση. Αυτό δυσκόλευε τη μαχητική συσπείρωση των δυνάμεων μας και την οργανωτική τους συγκρότηση δίπλα στην πολιτική και ιδεολογική.
Κρατώντας όλα αυτά που έχει ανοίξει η συζήτηση και η πρόσφατη δράση μας, σε καμιά περίπτωση δεν θα κρίνουμε την επιτυχία του Συνεδρίου μας από το αν θα απαντήσει ολοκληρωμένα σ’ αυτά τα προβλήματα. Αλλά θα την κρίνουμε από το πόσο και μέσα από την τωρινή μας συζήτηση θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα για την εξέλιξη και την φυσιογνωμία της οργάνωσης μας. Έτσι που να διευκολύνουμε την ανάπτυξη της δράσης μας στις σημερινές συνθήκες, αναγκαία προϋπόθεση για να κρατήσουμε συγχρόνως ανοιχτό το δρόμο για τη ανασυγκρότηση της ΚΝΕ
Πιστεύουμε πως ένα επόμενο συνέδριο, σε σύντομο χρονικό διάστημα, θα μπορέσει να αποκρυσταλλώσει με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια τις πλευρές που εμείς ανοίγουμε σήμερα.

1. Η πορεία μας προς τις εκλογές

Σύντροφοι και συντρόφισσες, Πολλά και σοβαρά ήταν τα γεγονότα που σφράγισαν το τελευταίο δίμηνο τις πολιτικές εξελίξεις.
Η οικουμενική κυβέρνηση εξέπνευσε πριν την καταληκτική ημερομηνία καταφέρνοντας να συγκεντρώσει μέσα σε λίγους μήνες την ίδια σχεδόν λαϊκή δυσαρέσκεια μιας μονοκομματικής τετραετίας. Βέβαια την οικουμενική δεν την έριξαν οι αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας. Όμως άλλο τόσο είναι αλήθεια πως η αιτία του πρόωρου θανάτου της δεν ήταν κάποιες δήθεν αγεφύρωτες διαφορές των κομμάτων που συμμετείχαν. Άλλωστε κάτω από το πρώτο βιολί της Ν.Δ. και τα τρία κόμματα πρόφτασαν να δώσουν δείγματα αρμονικότατης συνεργασίας σε σοβαρά αντιλαϊκά μέτρα. Πρόφτασαν να αφαιμάξουν το λαϊκό εισόδημα, να υπονομεύουν τη συλλογική διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, ν’ ανοίξουν τη διαδικασία ξεπουλήματος των προβληματικών επιχειρήσεων, να στραφούν με οικουμενική ομοθυμία ενάντια σε λαϊκούς αγώνες, να στείλουν τα ΜΑΤ και να επιστρατεύσουν απεργούς. Πρόφτασαν να υπογράψουν στην ουσία τη νέα παραμονή των αμερικάνικων βάσεων, να αθωώσουν το Μελίστα και να ξεσηκώσουν ένα κύμα αυταρχικής συκοφάντησης και χτυπήματος των λαϊκών διεκδικήσεων.
Και όλα αυτά με τη συγχορδία υποστήριξης από το σύνολο σχεδόν των Μ.Μ.Ε. και του Τύπου, προσπαθώντας να ταυτίσουν κάθε πράξη αντίστασης σ’ αυτή την πολιτική με «άγρια και επικίνδυνη αντικοινωνική συμπεριφορά».
Οι αιτίες αυτής της μάλλον άδοξης έκβασης του τρικομματικού εγχειρήματος βρίσκονται απ’ την μια μεριά στις δυσκολίες που συναντά ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού συστήματος απ’ την αντίσταση του παλιού πολιτικού κόσμου. Αλλά και στο ότι η προσπάθεια επιβολής της κοινωνικής σιωπής και συναίνεσης στη συντηρητική πολιτική δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα ενώ αντίθετα έχει μεγάλο πολιτικό κόστος για τα τρία κόμματα και έμμεσα για το πολιτικό σύστημα.
Γι’ αυτό και τα τρία κόμματα προσπάθησαν να κρατήσουν αποστάσεις απ’ αυτήν καταλαβαίνοντας πως ένα από τα «επιτεύγματα» της είναι να βαθύνει την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους παραδοσιακούς πολιτικούς σχηματισμούς. Και μάλλον το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος φαίνεται να χρεώνεται ο Συνασπισμός που σήμερα βρίσκεται στη χειρότερη θέση από άποψη επιρροής και πολιτικών χειρισμών της τελευταίας περιόδου.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της πολιτικής και ιδεολογικής περικύκλωσης και ενός ιδιόμορφου κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, αποχτούν ιδιαίτερη πολιτική σημασία οι πρόσφατες εκδηλώσεις αντίστασης των εργαζομένων και της νεολαίας. Χωρίς να αποσπιόμαστε από την πραγματικότητα της κυριαρχίας των συντηρητικών αντιλήψεων και της ποδηγέτησης του λαϊκού κινήματος, οι απεργοί των ΟΤΑ, τα συλλαλητήρια των καπνοπαραγωγών, οι εργαζόμενοι στην Τράπεζα Πίστεως, οι νεολαιίστικες κινητοποιήσεις ενάντια στον αυταρχισμό, οι σπουδαστές των ΤΕΙ διαμόρφωσαν πολιτικά γεγονότα, που τάραξαν τα νερά της οικουμενικής ομοψυχίας και επιτάχυναν την πορεία της κυβερνητικής κρίσης. Άφησαν αξιόλογα δείγματα μιας καινούργιας εμπειρίας για το μαζικό λαϊκό κίνημα, έβγαλαν στην επιφάνεια σοβαρές εφεδρείες ενός λαϊκού δυναμικού που δεν έχει στην ουσία μιλήσει ακόμα. Οι στόχοι, οι διαθέσεις αποφασιστικότητας και ενότητας, η τάση για την άμεση δημοκρατία στην οργάνωση της πάλης, η πολιτική απομόνωση των γραφειοκρατικών ηγεσιών και του «κομπρεμί», η αναζήτηση μιας νέας αριστερής συσπείρωσης είναι δείγματα γραφής με άμεση πραχτική αξία για το κοντινό μέλλον. Γιατί είναι καθαρό πως η πολιτική που έχει ήδη ξεκινήσει θα προχωράει και στην πορεία, άσχετα από τους όποιους κλυδωνισμούς ή αλλαγές στα κυβερνητικά σχήματα που θα επιλεγούν για να την εφαρμόσουν.
Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό τοπίο ξαναστήνεται το εκλογικό σκηνικό για μια ακόμα συντηρητική κυβερνητική λύση. Η Ν.Δ. θα δοκιμάσει μάλλον για τελευταία φορά με τη σημερινή της μορφή, να καταχτήσει την αυτοδυναμία. Το ΠΑΣΟΚ ξαναμπαίνει στο παιχνίδι με ίσους σχεδόν όρους με αυτήν για μια εκλογική νίκη. Και ο Συνασπισμός με χλωμά και αναιμικά όλα του τα συνθήματα θα δώσει τη μάχη της πολιτικής επιβίωσης αναζητώντας την επόμενη πολιτική του ομπρέλα που φαίνεται να την αναζητά σήμερα προς το ΠΑΣΟΚ. Όλοι, κουρασμένοι και γερασμένοι μονομάχοι, παιχνιδιού μακρυά και πέρα από τα λαϊκά προβλήματα παίζοντας στις παραλλαγές της ίδιας πολιτικής θα προσπαθήσουν να επενδύσουν στη γενικότερη συντηρητική στροφή της κοινωνίας για μια νέα περίοδο κοινοβουλευτικής αποβλάκωσης και αποπροσανατολισμού των λαϊκών μαζών και της νεολαίας.
Γι’ αυτό το παζάρι του εκλογικού θεάματος των καθεστωτικών δυνάμεων η παρέμβαση των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων δεν μπορεί παρά να φέρνει το στίγμα της προσπάθειας για την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση και έκφραση κάθε φωνής αντιπολίτευσης και αντίστασης σ’ αυτή την πολιτική, για την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων και αναγκών για την ενίσχυση του μαζικού λαϊκού κινήματος.
Αυτό είναι το στίγμα της εκλογικής ταχτικής του Νέου Αριστερού Ρεύματος, που αποφάσισε να κατέβει σ’ αυτές τις εκλογές συμμετέχοντας σε ενωτικά ψηφοδέλτια, λαϊκής αντιπολίτευσης, που θα διαμορφωθούν μέσα από πλατιές διαδικασίες στη βάση των αγωνιστών της Αριστεράς σε κάθε χώρο και πόλη.
Είναι ένα πεδίο πολιτικής μάχης απ’ όπου η ΚΝΕ δεν μπορεί να λείψει. Ενισχύοντας και συμμετέχοντας με κάθε τρόπο στην προεκλογική δράση του Νέου Αριστερού Ρεύματος, συγκροτώντας επιτροπές πρωτοβουλίας για την υποστήριξη των αριστερών ψηφοδελτίων.
Για την ΚΝΕ η προεκλογική περίοδος μπορεί να είναι μια ευκαιρία για την προβολή του σημερινού πολιτικού της προσώπου σε πλατύτερες μάζες της νεολαίας.
Ξεδιπλώνοντας μια πολύμορφη πολιτική δραστηριότητα που θα επιδιώξει να φτιάξει ένα ρεύμα και εκλογικής αντίθεσης με τις συντηρητικές επιλογές σε όλες τους τις παραλλαγές, καθώς και με τα πολιτικά κόμματα που τις στηρίζουν. Η κάθε οργάνωση της ΚΝΕ νομίζουμε πως πρέπει να επεξεργαστεί ένα δικό της σχέδιο δράσης, με στόχο να βρεθεί και να παρέμβει για τις εκλογές σε συγκεκριμένους χώρους νεολαίας, αξιοποιώντας την περίοδο αυτή και για ν’ ανοίξει δρόμους εκεί που είναι απούσα. Απευθυνόμαστε ιδιαίτερα στους νέους ψηφοφόρους του Συνασπισμού και του ΠΑΣΟΚ αλλά κυρίως σ’ αυτό το μεγάλο ρεύμα της ανεξαρτησίας και της απόστασης απ’ τα κόμματα, που συνήθως παγιδεύεται τελικά στους δυο μεγάλους πολιτικούς σχηματισμούς το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.
Προτείνουμε στη νεολαία μια ψήφο μαχητικής διαμαρτυρίας και αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική, μια ψήφο αντιπολίτευσης στους εμπόρους των αναγκών της και της προσωπικότητας της.

2.Οι πρόσφατοι αγώνες της νεολαίας και η ταχτική της ΚΝΕ

Σύντροφοι,
Το προηγούμενο διάστημα ξέσπασαν μέσα στο χώρο της νεολαίας ορισμένες αξιόλογες πρωτοβουλίες που παρά τον αποσπασματικό και περιορισμένο σε έκταση χαρακτήρα τους, έφεραν ξανά με ελπιδοφόρο τρόπο στο προσκήνιο τη δυνατότητα μιας νέας ανάπτυξης του νεολαιίστικου κινήματος, καταγράφοντας ένα μεγάλο δυναμικό αντίστασης που μπορεί να κάνει τη νεολαία, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, ισχυρό παράγοντα αλλαγής των συσχετισμών και αντεπίθεσης του μαζικού κινήματος. Πολύ περισσότερο που αυτές οι κινητοποιήσεις ξετυλίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα και προχώρησαν κόντρα σε μια καθολική υπονόμευση και συκοφάντηση τους από τα κόμματα και τον τύπο.
Μέσα απ’ αυτά, μ’ ένα νέο τρόπο χιλιάδες νέοι αναζήτησαν την μαζική και πολιτική δράση στην άμεση και από τα κάτω πρωτοβουλία στην ζωντανή αντιπαράθεση, στις μορφές συσπείρωσης και δράσης που περνούν την ευθύνη στους ίδιους και όχι στους εκπροσώπους.
Είτε ξεκινώντας από απλά καθημερινά προβλήματα, είτε από μια διάθεση συναισθηματικής αντίδρασης σε αυταρχικά μέτρα, αυτές οι κινητοποιήσεις έδειξαν μια μεγάλη επιδεκτικότητα στη συνάντησή τους με κεντρικά πολιτικά προβλήματα, όπως αυτό της λιτότητας, του ωμού αυταρχισμού, της πολιτικής συναίνεσης όταν αυτά έβγαιναν αβίαστα μέσα από τη δράση αυτών που συμμετείχαν και τη συνάντηση τους με την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής. Τα συνθήματα «αυτό το υπουργείο δεν είναι της παιδείας, είναι των ΜΑΤ και της τρομοκρατίας», που φώναζαν οι σπουδαστές μετά από 5 μέρες κατάληψης του υπουργείου παιδείας ή τα συνθήματα ενάντια στην Οικουμενική που συνόδευαν τις κινητοποιήσεις ενάντια στη δικαστική απόφαση αθώωσης του Μελίστα, δεν επιβλήθηκαν από πουθενά, αλλά ωρίμασαν μέσα από τις ίδιες τις κινητοποιήσεις.
Σήμερα η φθορά και η εκμετάλλευση από τις ελεγχόμενες συνδικαλιστικές ηγεσίες ορισμένων μορφών πάλης αλλά και η ένταση της αντιπαράθεσης που ξεφεύγει από την παραδοσιακή λογική της «κλιμάκωσης» των αγώνων, γενικεύει τη χρήση ορισμένων μορφών, όπως αυτή της κατάληψης, εκφράζοντας συγχρόνως και μια διάθεση πιο αποφασιστικής και αποτελεσματικής διεκδίκησης. Όμως και μέσα απ’ αυτές τις πρόσφατες εμπειρίες φάνηκε πως μια συζήτηση για τις μορφές πάλης γενικά είναι χωρίς ουσία, αν αποσπαστεί από το περιεχόμενο και τους όρους συμμετοχής της νεολαίας σ’ αυτές. Για παράδειγμα, κατάληψη του Υπουργείου Χωροταξίας έκαναν και οι «οικολόγοι», πίνοντας καφέ με τον Υπουργό, κατάληψη έκαναν και οι σπουδαστές των ΤΕΙ, πολιορκούμενοι από τα ΜΑΤ και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ή αντίστοιχα μέσα σε διάστημα 15 ημερών οργανώθηκε για το ίδιο ζήτημα μια μαχητική και μαζική πορεία της ΕΦΕΕ στη Βουλή και μια δεύτερη άμαζη και τυποποιημένη. Αντίστοιχες σκέψεις μπορούμε να κάνουμε και για τα μαζικά όργανα. Τελικά το πρόβλημα που αναδείχνεται σήμερα για το νεολαιίστικο κίνημα δεν είναι απλά μια τυπική αναζήτηση κάποιων νέων μορφών συσπείρωσης αλλά η αλλαγή της λογικής για τη δράση και τη λειτουργία του, η εγκατάλειψη του «ελέγχου δια των αντιπροσώπων», το πέρασμα στην άμεση και από τα κάτω διαμόρφωση των στόχων των δραστηριοτήτων και των μορφών προώθησης τους. Ακόμα οι πολύμορφες πολιτιστικές -πολιτικομορφωτικές πρωτοβουλίες που πάρθηκαν σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις έδειξαν μια ζωτική ανάγκη για την «κοινωνικοποίηση» του νεολαιίστικου κινήματος, την αναζήτηση της δράσης του και του δυναμισμού του σε όλα αυτά τα μέτωπα που συγκροτούν την νεολαιίστικη προσωπικότητα. Γιατί εκείνο που τελικά με το mo μαχητικό τρόπο κρατά και συσπειρώνει ένα κόσμο δεν είναι μόνο η ικανοποίηση του ενός ή του άλλου αιτήματος, όσο επιταχτικό και οξυμένο κι αν είναι αυτό, αλλά και η συνειδητοποίηση της ανάγκης να υπερασπιστεί το δικαίωμα του να έχει δικαίωμα και γνώμη, να μην τσαλαπατιέται στο περιθώριο.
Στις «Θέσεις» μιλήσαμε για κρίση των πολιτικών οργανώσεων και των παραδοσιακών μορφών συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Εκείνο στο οποίο σήμερα μπορεί να είμαστε πιο κατηγορηματικοί, είναι πως έχει τελειώσει η σχηματική λογική της από τα «πάνω» επιβολή της όποιας πολιτικής γραμμής. Χωρίς να ‘χουμε την αυταπάτη ότι η πολιτική ωρίμανση του νεολαιίστικου κινήματος θα γίνονται αυθόρμητα, πρέπει να καταλάβουμε πως άλλο τόσο δεν την εξασφαλίζει συγχρόνως και καμιά εκ των προτέρων επεξεργασμένη πολιτική γραμμή, όσο αριστερή και να ‘ναι αυτή. Σήμερα η δύναμη της πολιτικής μας, η ικανότητα της να επιδρά βαθύτερα στην πολιτική κατεύθυνση των αγώνων της νεολαίας θα κρίνεται απ’ το πόσο θα απαντά ουσιαστικά στις ανάγκες και τα προβλήματα της, απ’ το πόσο σ’ αυτή τη βάση, θα πείθει και θα κερδίζει την ίδια την νεολαία και όχι τις όποιες «φωτισμένες» πρωτοπορίες της.
Η υπόθεση της αναζωογόνησης των μαζικών οργανώσεων και η δημιουργία νέων μορφών συσπείρωσης θα κριθεί τελικά μέσα στην ζωντανή πραγματικότητα και σε σύγκρουση με αυτό που υπάρχει και όχι σε κάποιες καλές ή κακές συλλήψεις σχεδίων επί χάρτου.
Σύντροφοι,
Η αγωνία μας στο να κρατήσουμε κάποια στοιχεία απ’ αυτές τις πρόσφατες εμπειρίες μαζικής δράσης, δεν εκφράζει ούτε την πρόθεση της υπερεκτίμησης τους, ούτε πολύ περισσότερο την πρόθεση να φτιάξουμε νέες θεωρίες πλεύσης του νεολαιίστικου κινήματος. Άλλωστε λίγο ή πολύ αυτές τις σκέψεις τις έχουμε ξαναεπισημάνει. Όμως όλα αυτά τα στοιχεία στην πολιτικοποίηση της νεολαίας και στους όρους ανάπτυξης του νεολαιίστικου κινήματος που επισημαίναμε ήδη απ’ το 4ο Συνέδριο σαν τάσεις, σήμερα είναι η πραγματικότητα για ό,τι κινείται μέσα στο χώρο της νεολαίας, αποτελούν τα στοιχεία των καινούργιων χαρακτηριστικών του νεολαιίστικου κινήματος και αυτή η επισήμανση έχει μεγάλη πολιτική σημασία για τη παραπέρα επεξεργασία της γραμμής της ΚΝΕ αλλά και για τη φυσιογνωμία της.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι η δυνατότητα σύνδεσης και παρέμβασης της ΚΝΕ σ’ αυτές τις συνθήκες με κάθε τέτοια εστία αντίστασης και πάλης, η δημιουργία καινούργιων και η σύνδεση τους σ’ ένα πλατύ πολύμορφο κίνημα αναγκών και δικαιωμάτων της νέας γενιάς.
Και η αλήθεια είναι ότι στις περισσότερες απ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο σημαντικός ρόλος που έπαιξε, μικρότερος ή μεγαλύτερος κάθε φορά η οργάνωση μας φανέρωσε συγχρόνως και τη μεγάλη δυσκολία της να αναπροσαρμόσει τη δράση της. Ορισμένες φορές βγήκε στην επιφάνεια μια μεγάλη απόσπαση μας από τη νεολαία και τον τρόπο που οργανώνει την πάλη της. Φαίνεται σαν να μη συνειδητοποιούμε πάντα πως ούτε η πολιτική μας επιρροή είναι δοσμένη, αντίθετα είναι αυτή που επιδιώκουμε, και πως δεν είμαστε πια η μεγάλη νεολαιίστικη δύναμη της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτά έχουν τελειώσει και οι όροι της πολιτικοποίησης της νεολαίας έχουν πια ριζικά αλλάξει.
Όμως για την ΚΝΕ δεν έχει μέλλον καμιά θεωρητική και πολιτική προσπάθεια, καμιά ανανέωση της δομής και της λειτουργίας της αν δεν ξαναοικοδομηθεί μέσα στα σημερινά μέτωπα δράσης της νεολαίας αυτά ή άλλα, μαζί με αυτήν την νεολαία, αναζητώντας ακριβώς εδώ τα καύσιμα της αναγέννησής της.

3. Η αναζήτηση της σημερινής μας φυσιογνωμίας

Με αφορμή το σχέδιο καταστατικού έγινε στις γραμμές μας αρκετή συζήτηση για την ΚΝΕ και τη λειτουργία της. Οι περισσότερες σκέψεις που διατυπώθηκαν ξεκινούσαν από την προσπάθεια διεύρυνσης της δημοκρατίας στις γραμμές μας και την δράση για την ουσιαστική εξασφάλιση της. Όμως τις περισσότερες φορές αυτή η συζήτηση δε συνδέθηκε με το συνολικό πρόβλημα της σημερινής και αυριανής φυσιογνωμίας της ΚΝΕ, της εξασφάλισης αποτελεσματικότερης παρέμβασης και δράσης. Αυτό ήταν κάτι που φαινόταν να χάνεται στο μακρινό μέλλον σαν προϊόν μονάχα κάποιων γενικότερων θεωρητικών αναλύσεων. Όμως είναι ένα σημερινό πρόβλημα, το ζωτικότερο που έχουμε και για την ύπαρξη της ίδιας της ΚΝΕ αλλά και για την ανάπτυξη και την εξέλιξη συνολικά του αριστερού ρεύματος.
Προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση γύρω απ’ αυτό είναι η συνειδητοποίηση της σημερινής μας κατάστασης. Στις Θέσεις βάλαμε ορισμένες πλευρές των προβλημάτων μας κυρίως απ’ τη σκοπιά του παρελθόντος μας. Σήμερα πρέπει να πούμε καθαρά πως η σημερινή ΚΝΕ έχει σοβαρή αδυναμία επικοινωνίας και σύνδεσης με τις ιδεολογικές και πολιτικές αναζητήσεις της σημερινής νεολαίας, με το δυναμικό της αντίστασης που αναπτύσσεται σήμερα. Σκέφτεται και δρα σε μεγάλο βαθμό κλεισμένη στον εαυτό της χωρίς να την αγγίζουν οι συνέπειες των μεγάλων ανακατατάξεων που φέρνουν στη νέα γενιά οι αλλαγές της εποχής μας. Κι άλλο τόσο είναι αλήθεια πως έτσι δεν έχουμε μέλλον.
Οι αιτίες αυτής της κατάστασης είναι πρώτα-πρώτα πολιτικές και ιδεολογικές. Έχουν τη βάση τους στην αδυναμία και τη μεγάλη μας καθυστέρηση να δούμε τι σημαίνουν για μας και τη δράση μας όλα αυτά τα καινούργια φαινόμενα που πολλές φορές επισημαίνουμε για την κατάσταση της νεολαίας, δίπλα στην κατάρρευση των μέχρι τώρα προτύπων του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
Σύντροφοι,
Η αξία της επαναστατικής σκέψης και δράσης στις μη επαναστατικές εποχές γίνεται διπλή και τριπλή. Σ’ αυτό κανείς μας δεν έχει αμφιβολία. Παράλληλα πρέπει να ξαναθυμηθούμε πως προϋπόθεση για επαναστατική -πραγματικά και όχι φιλολογικά- δράση είναι η γνώση της πραγματικότητας, όπως είναι και όχι όπως θα την θέλαμε. Δεν πρέπει να φοβηθούμε σήμερα να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: Αξίες, ιδέες, ανώτεροι κοινωνικοί σκοποί και άμεσοι πολιτικοί στόχοι, που ανύψωσε στη συνείδηση χιλιάδων και χιλιάδων νέων στα μεταπολιτευτικά χρόνια το παγκόσμιο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, είναι σήμερα τραυματισμένα. Παλιότερα αυτά τα οράματα είχαν μια δική τους, σχετικά αυτοτελή δυναμική, τραβούσαν τις νεανικές καρδιές από μόνα τους, έφερναν τη νεολαία στην πάλη, στην ίδια την ΚΝΕ, ακόμα και αν δεν ξεπηδούσαν από τα ίδια τα προβλήματα, τα συμφέροντα και τις ανάγκες. Σήμερα όμως όχι μόνο δεν υπάρχει η δύναμη του παραδείγματος, αλλά υπάρχει το παράδειγμα της αδυναμίας, της αποτυχίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Πώς θα σταθούμε απέναντί της;
Ξεκινάμε σαν ΚΝΕ από μια αφετηρία: Η ανθρώπινη εξέλιξη πρέπει να σφραγιστεί από την κοινωνική επανάσταση. Στο κέντρο της πρέπει να τοποθετηθεί η εργατική τάξη, η εργαζόμενη πλειοψηφία, σπάζοντας τα δεσμά της κυρίαρχης μειοψηφίας. Δεν είναι ένα καπρίτσιο μας αυτό, ούτε πείσμα του παρελθόντος. Το συνειδητοποιούμε σαν ανάγκη απάντησης στη σημερινή βαρβαρότητα του καπιταλισμού. Είναι μια ανάγκη που αναβλύζει απ’ όλες τις πτυχές της σημερινής κοινωνίας, που κάνει επιτακτικό το αίτημα μιας κοινωνίας νέου τύπου, του κομμουνισμού. Οι τραγωδίες του εργατικού κινήματος σε Ανατολή και Δύση, δεν μπορεί παρά να ειδωθούν ιστορικά σαν στιγμιότυπα της τιτάνιας μάχης με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, που όχι μόνο δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στο να υποστείλουμε την σημαία της επαναστατικής ανατροπής, αλλά πρέπει να μας πεισμώνουν ακόμη περισσότερο. Κάπως έτσι άλλωστε δεν αισθανθήκαμε όλοι μας όταν ακούσαμε ότι τα παιδιά του Σαντίνο χάσανε στη μικρή Νικαράγουα, που τόσο είχε φλογίσει την ψυχή μας; Έχουμε πεποίθηση πως η ταξική πάλη θα συνεχίσει να σφραγίζει την κοινωνική εξέλιξη, όπως μάθαμε από τον Μαρξ και τον Λένιν και επιβεβαιώθηκε στην ίδια τη ζωή. Στρατευόμαστε λοιπόν ξανά σήμερα συνειδητά σ’ αυτή την προοπτική, εξετάζοντας ασφαλώς όλο το παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος.
Η νεολαία σίγουρα δεν ξεκινάει από την ίδια αφετηρία. Μπορεί να είναι και επιφυλακτική αφετηριακά στους δικούς μας πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους. Γι’ αυτό σήμερα πρέπει να βρούμε τους δρόμους που θα την οδηγήσουν σ’ αυτούς. Εδώ θα κριθεί σήμερα ο πρωτοπόρος ρόλος της ΚΝΕ. Στο να ενισχύσει μια πολιτικοποίηση νέου τόπου στη νέα γενιά, μέσα στην πάλη και από τον δρόμο διεκδίκησης των κοινωνικών αναγκών και δικαιωμάτων της. Να «αριστεροποιήσει», να κάνει συνειδητή αυτή την πολιτικοποίηση, να την ανεβάσει σ’ ανώτερο επίπεδο απ’ αυτό του αυθόρμητου, οδηγώντας την ενάντια στο σύστημα, στο ίδιο χαράκωμα με το εργατικό κίνημα. Αυτή είναι n στροφή που πρέπει να πραγματοποιήσουμε σήμερα σαν ΚΝΕ στην αντίληψη για το ρόλο μας και τη φυσιογνωμία μας. Απ’ αυτήν την σκοπιά μιλάμε σήμερα για την ανάγκη μιας «κοινωνικοποίησης της ΚΝΕ», που θα την κάνει πιο ευαίσθητη στο σύνολο των ενδιαφερόντων και των αναγκών της νεολαίας, θα την καταξιώνει με τη δράση της μέσα στις διεκδικήσεις γι’ αυτά. Αν χτες αρκούσε σ’ ένα κνίτη να ‘χει κύρος, το γεγονός ότι ήταν ασυμβίβαστος στην πάλη για το σοσιαλισμό γενικά, σήμερα αυτό πρέπει να το καταχτήσει με το να γίνει πρωτοπόρος στο εργοστάσιο, στο σχολειό, το πανεπιστήμιο, τον αγροτικό σύλλογο, την οικολογική και πολιτιστική ομάδα, αναβαθμίζοντας έτσι και το σύγχρονο πραγματικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού.
Πρέπει να παραδεχτούμε πως έχουμε απόσταση από αυτό σήμερα. Και εδώ θα παιχτούν τα πάντα. Χρειαζόμαστε μια τέτοια κατεύθυνση συνολικά, αντίστοιχες επεξεργασίες για τα προβλήματα στα διάφορα τμήματα της νεολαίας, και οργανωτικές αλλαγές που να υποβοηθούν έναν προσανατολισμό μας στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους. Οι Θέσεις δίνουν αρκετές ιδέες για τους στόχους και τα μέτωπα πάλης και δεν θα επαναλάβουμε τίποτα εδώ.
Στην καρδιά της προσοχής μας, της πάλης μας για μια ΚΝΕ με τέτοια φυσιογνωμία, θα πρέπει ασφαλώς να βρίσκεται η εργατική νεολαία. Χρειαζόμαστε μια ΚΝΕ με πολύ περισσότερα μέλη και στελέχη εργάτες. Ώστε να ‘ναι δύναμη του εργατικού κινήματος. Αλλά και αυτό δε μας αρκεί, θέλουμε μια οργάνωση που να δρα σ’ όλα τα τμήματα της νεολαίας από τη σκοπιά μιας εργατικής επαναστατικής πολιτικής και αντίληψης. Αυτό απαιτεί να δούμε με νέο τρόπο την ίδια την εργατική και εργαζόμενη νεολαία. Σαν μια δύναμη, που εκτός από το μεροκάματο και τη δουλειά, είναι φορέας σήμερα των πιο διευρυμένων αναγκών και αναζητήσεων στο 8ωρο και έξω απ’ αυτό. Σημαίνει να αναζητήσουμε την διεύρυνση των δρόμων επικοινωνίας μαζί της, όχι μόνο στον τόπο δουλειάς, ούτε στενά για τα άμεσα οικονομικά της αιτήματα. Αλλά και στη γειτονιά, στον ελεύθερο χρόνο, στην απρόσωπη και μολυσμένη πόλη, στις συνολικές κοινωνικές της ανάγκες.
Μια σύγχρονη Κομμουνιστική οργάνωση νεολαίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα συνολικής κοσμοθεωρητικής παρέμβασης στην νεολαία με αυτοτελή και δικό της τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι η ΚΝΕ δεν πρέπει να γίνει ούτε τώρα ούτε στο μέλλον η νεολαία κόμματος, με την στενή έννοια που μέχρι τώρα γνωρίσαμε, ακόμα και αν αυτό το κόμμα είναι αυτό που θέλουμε να φτιάξουμε. Αλλά θα διαμορφώνει στις γραμμές της τις προϋποθέσεις για να προσεγγίζουν τα μέλη της και η νεολαία ευρύτερα τις κοσμοθεωρητικές απόψεις της εργατικής τάξης και του επαναστατικού κινήματος, όχι σαν αξιώματα δεδομένα για τη είσοδο τους στις γραμμές της αλλά να κερδίζονται και να πείθονται γι’ αυτά στη ζωή και στη δράση. Πραχτικά μας χρειάζεται μια οργάνωση που δυναμώνοντας τα ιδεολογικά και πολιτικά της γνωρίσματα θα μπορεί να διευρύνει αποφασιστικά τις γραμμές της. Κάναμε και στο παρελθόν πολλές συζητήσεις για τη «στενή» ή πιο «πλατιά» οργάνωση που πρέπει να ‘χουμε. Αυτό κατά τη γνώμη μας είναι ψεύτικο δίλημμα. Γιατί ο επαναστατικός ή όχι χαρακτήρας της οργάνωσης μας δεν καθορίζεται, ή πολύ περισσότερο στο μέλλον δεν θα γίνεται αυτό, από τους τύπους και τα σύμβολα, ούτε από τα φραστικά σχήματα. Αλλά απ’ την ουσία της πολιτικής που προωθεί απ’ την ικανότητα της να την συνδέει με τη νεολαία.
Κατά συνέπεια θέλουμε μια οργάνωση που να μπορεί να επεξεργάζεται πολιτική για τη νεολαία, απ’ τη σκοπιά των συμφερόντων συνολικά της εργατικής τάξης. Αυτό προϋποθέτει τη δυνατότητα της οργάνωσης να διαμορφώνει θέση για τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα να την προβάλλει και να την προπαγανδίζει όταν το κρίνει απαραίτητο με δική της ευθύνη.
Αναπτύσσοντας τη δράση της σ’ ένα χώρο με μεγάλη κινητικότητα και με μεταβλητότητα όπως είναι η νεολαία, η ΚΝΕ χρειάζεται μια λειτουργία ευέλικτη άμεσα αποτελεσματική, που θα ενισχύει τον πολιτικό ρόλο των μελών της την άμεση ευθύνη τους στη διαμόρφωση της γραμμής της σε κάθε χώρο. Αυτό σημαίνει τα λιγότερα δυνατά όργανα, μακρυά απ’ τη λογική των μηχανισμών και των ενδιάμεσων κρίκων με οργανωτική δομή που να εξυπηρετεί την ανάπτυξη της κατά τμήματα της νεολαίας.
Μας χρειάζεται σε τελική ανάλυση μια πολιτική οργάνωση να στηρίζεται στην μεγαλύτερη δυνατή πρωτοβουλία και συνειδητή δράση των ίδιων των μελών της.
Η κατάχτηση στην πράξη όλων αυτών δεν γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Έχει όμως μεγάλη σημασία να ενοποιήσουμε τη σκέψη μας τουλάχιστον στην πρόθεση να προχωρήσουμε προς τα εκεί.
Σήμερα μπορούμε άμεσα να ανοίξουμε κάποιους πραχτικούς δρόμους.
Καταρχήν προέχει το πρόβλημα της ανάπτυξης της ΚΝΕ. Χρειαζόμαστε συνολικά μια αύξηση των δυνάμεων μας με νέα παιδιά, αλλιώς δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε. Αυτό είναι το κύριο και δεν είναι μόνο ποσοτικό πρόβλημα. Σήμερα η ΚΝΕ έχει και μια γενιά μελών και στελεχών που δεν μπορούν, πέρα απ’ τις καλύτερες προθέσεις, να απελευθερώσουν τις δυνάμεις της οργάνωσης. Είναι ένα πρόβλημα αντικειμενικό κυρίως, που δεν έχει σχέση αποκλειστικά με την ηλικία αλλά και με τις εμπειρίες αυτής της γενιάς. Εμπειρίες που σφραγίστηκαν από τα θετικά και αρνητικά της εσωκομματικής πάλης. Αυτό το φαινόμενο μαζί με όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της παλιάς ΚΝΕ, που πρέπει καθαρά να πούμε, ότι μας ακολουθούν εμποδίζουν αποφασιστικά μια άμεση στροφή της οργάνωσης στα προβλήματα και στα ενδιαφέροντα της νεολαίας, απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε αλλαγή της.
Αμέσως μετά το Συνέδριο χρειάζεται η καλύτερη δυνατή διάταξη των δυνάμεων με βασικό κριτήριο τη σύνδεση τους και την ανάπτυξη σε χώρους της νεολαίας. Υπάρχει ένα τεράστιο δυναμικό που μπορεί να είναι η βάση αυτής της ανάπτυξης αρκεί να πάψουμε να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας σε μια διαδικασία αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημά μας δεν είναι να κρατήσουμε ή να ‘χουμε οργανώσεις για τους τύπους, αλλά να δημιουργήσουμε οργανώσεις δράσης που να αποτελούνται και να είναι μέσα στη νεολαία.
Αντίστοιχα μπορούμε να προχωρήσουμε σε άμεσες οργανωτικές αλλαγές που ανταποκρίνονται στη σημερινή μας δύναμη και να διευκολύνουν αυτήν την ανάπτυξη.
Κρίκος που θα εξασφαλίσει μια προοπτική σ’ αυτήν την προσπάθεια και θα βοηθήσει την ανάπτυξη της ΚΝΕ είναι η άμεση σύνδεση μας με τους χώρους που υπάρχει συγκεντρωμένη νεολαία και βρίσκεται σε κάποια κίνηση. Μετά το Συνέδριο μπορεί ν’ ανοίξουν τέτοιες πρωτοβουλίες που να έχουν τοπικό και αποκεντρωμένο χαρακτήρα και να βοηθούν σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Με στόχο την άμεση πολιτική παρέμβαση με βάση τα συγκεκριμένα προβλήματα, είτε αυτά είναι στο σωματείο είτε στα σχολειά και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Συνολικά σ’ ένα τέτοιο πνεύμα χρειάζεται να προσανατολιστεί κι ο «ΟΔΗΓΗΤΗΣ της νεολαίας», αλλάζοντας ριζικά το χαρακτήρα και τη μορφή του. Σήμερα ο «ΟΔΗΓΗΤΗΣ της νεολαίας» βρέθηκε από τα πράγματα να παίζει έναν ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο, όμως άμεσα θα μπορεί και πραχτικά να πάψει να κινείται στα πλαίσια ενός, καλού, ίσως, αλλά γενικού αριστερού πολιτικού περιοδικού και να γίνει ένα νεολαιίστικο έντυπο άσχετα αν θα κρατήσει τη μορφή της εφημερίδας ή του περιοδικού.

4. Αριστερή συσπείρωση: Όχι μόνο επιδίωξη αλλά και μονόδρομος

Σήμερα, υπάρχει κατά τη γνώμη μας λόγος να ξαναμιλήσουμε για την αριστερή συσπείρωση, σαν πραγματικά μονόδρομο, για τη διαμόρφωση ενός αριστερού ρεύματος μέσα στη νεολαία, για την ανάπτυξη ενός ενιαίου μετώπου πάλης αναγκών και δικαιωμάτων. Και αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε κάτι από την παρέμβαση της ΚΝΕ στις τελευταίες κινητοποιήσεις, δεν είναι τόσο η προσπάθεια μας να την υλοποιήσουμε όσο η αναγκαιότητα της που βγήκε για άλλη μια φορά στην επιφάνεια. Στις συνθήκες της συντηρητικής επίθεσης, η ΚΝΕ και όλες οι αριστερές οργανώσεις νεολαίας, αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες να επικοινωνήσουν με πλατύτερες μάζες νεολαίας. Όμως μέσα από τις πρόσφατες κινητοποιήσεις διαμορφώνονταν απ’ τα κάτω η ανάγκη για ένα ρεύμα αντιπολίτευσης στις καθεστωτικές δυνάμεις χωρίς ενιαία πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, χωρίς την επιβεβαίωση ή τη στοίχιση γύρω από κάποια πολιτική οργάνωση, ούτε στενά γύρω απ’ την ΚΝΕ, αλλά με την απαίτηση και την ανάγκη μιας συσπείρωσης που θα έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη πολιτική, θα υπερασπίζεται αποφασιστικά τα δικαιώματα τους και θα τα διεκδικεί με νέο τρόπο. Μόνο σ’ ένα τέτοιο έδαφος μπορεί σήμερα να δράσει και να υπάρξει η ΚΝΕ.
Συνήθως μέχρι τώρα προσπαθούσαμε ν’ ανιχνεύσουμε την αποτελεσματικότητα αυτής της γραμμής σε κάποιες προσπάθειες κοινής δράσης με άλλα αριστερά σχήματα και οργανώσεις ή σε μια ευρύτερη συσπείρωση γύρω απ’ την ΚΝΕ.
Χρειάζεται να πλουτίσουμε αυτή τη λογική. Υπάρχει σήμερα ένα σοβαρό δυναμικό σ’ όλους τους χώρους της νεολαίας, που δεν στοιχίζεται πίσω από κομματικούς σχηματισμούς και παράλληλα αναζητά δρόμους ανεξάρτητης δράσης και συμμετοχής στο μαζικό κίνημα. Όλο αυτόν τον κόσμο πρέπει να τον βλέπουμε σαν υποκείμενο, σαν ισότιμο συνδιαμορφωτή αγωνιστικών αριστερών συσπειρώσεων μέσα στους χώρους.
Θετικό προηγούμενο και κυρίως προϋποθέσεις για ένα προχώρημα της τακτικής της αριστερής συσπείρωσης, υπάρχουν στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, εν όψει και των φοιτητικών και σπουδαστικών εκλογών που θα γίνουν στις 21 Μάρτη. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλης έκτασης πολιτική μάχη που θα δώσουμε σαν ΚΝΕ, δοκιμάζοντας και την τακτική μας, και μ’ αυτή την έννοια πρέπει να απασχόλησα όλες τις δυνάμεις μας. Βασικό στοιχείο της παρέμβασης μας είναι η αναγκαιότητα συγκρότησης στο κίνημα και εκλογικά, μιας ανεξάρτητης αντισυναινετικής αριστερής συσπείρωσης σ’ όλες τις σχολές. Που στηριζόμενη στο σύνολο των αριστερών δυνάμεων, να μπορεί να εκφράσει τις διαθέσεις αγώνα των φοιτητών, να ενισχύσει με το περιεχόμενο των στόχων της την αντίθεση στη λογική του «επιχειρηματικού πανεπιστήμιου», να αντιπαλέψει τη λογική της κομματικοποίησης και της παραταξιοποίησης. Παράλληλα, κρίσιμη αναδείχνεται η προσπάθεια που πρέπει να γίνει από τώρα, για μια μόνιμη λειτουργία τέτοιων αριστερών σχημάτων στις σχολές, ανοιχτών στις πιο διαφορετικές τάσεις και με ικανότητα διεύρυνσης της θεματολογίας δράσης και παρέμβασης τους (παρέμβαση στις σπουδές, μορφωτικές-επιστημονικές πρωτοβουλίες, χώροι πολιτικού διαλόγου, έκδοση φοιτητικών περιοδικών κλπ).
Πολύ περισσότερο πάντως «επειγόμαστε» για προώθηση αριστερών συσπειρώσεων στην εργαζόμενη νεολαία, σ’ αντιπαράθεση με την κρατική και ιδιωτική εργοδοσία καθώς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η δραστήρια συμμετοχή των δυνάμεων της ΚΝΕ στη δημιουργία αριστερών ενωτικών αγωνιστικών συσπειρώσεων σε μια σειρά σωματεία και κλάδους είναι μια αξιόλογη πείρα. Χρειάζεται σήμερα να δούμε αγωνιστικές κινήσεις νέων εργατών, με βαθιά ταξικά χαρακτηριστικά, που θα οργανώνουν την συνδικαλιστική παρέμβαση στα σωματεία για τα άμεσα προβλήματα, αλλά θα δίνουν και τη μάχη για το ξεπέρασμα της ρεφορμιστικής στενότητας και του οικονομισμού, στα οποία εγκλωβίζει το εργατικό κίνημα η γραφειοκρατία των παρατάξεων.
Στα σχολειά πρέπει να πάμε με πιο ανοικτό πνεύμα. Η προοπτική των δυνάμεων μας βρίσκεται στις συσπειρώσεις, παρέες πρωτοπόρων μαθητών, που γεννιούνται καθημερινά, ιδιαίτερα μετά από κάθε κινητοποίηση τους. Θα ‘ταν λάθος να δούμε αυτές τις κινήσεις αποκλειστικά σαν συνδικαλιστικές. Μπορούν να εκφράσουν μια ευρύτερη ιδεολογική-πολιτιστική αναζήτηση, την αντίσταση στον τεχνοκρατισμό και την τυποποίηση της γνώσης, με πολλούς τρόπους. Πυρήνας συγκρότησης τους μπορεί να είναι μια μαθητική εφημερίδα ή ένα μουσικό συγκρότημα.
Στις συνοικίες των μεγάλων πόλεων, καθώς και τις επαρχιακές πόλεις, πρέπει να επεξεργαστούμε την συγκρότηση πολιτικών – πολιτιστικών κινήσεων ή λεσχών, μ’ ένα αριστερό πολιτιστικό στίγμα, που θα κατοχυρώνεται από το χαρακτήρα της δραστηριότητας τους για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα της νεολαίας. Το βασικό θα είναι οι δρόμοι σύνδεσης τους με τη ζωή της νέας γενιάς: πολιτιστικά στέκια, οικολογικές πρωτοβουλίες, νεολαιίστικοι ραδιοσταθμοί, δημοκρατικά δικαιώματα, διεκδικήσεις νέων ανέργων.
Μ’ άλλα λόγια, όλες αυτές οι συσπειρώσεις, πρέπει να χαρακτηρίζονται από μια πολυμορφία στα θέματα και τις μορφές δραστηριότητας και πάλης τους, ώστε να δίνουν ολοκληρωμένες μάχες σ’ όλη τη γραμμή του μετώπου. Να δημιουργούν εστίες αντίστασης στην απογοήτευση,την αλλοτρίωση,την ιδιώτευση νέων αγωνιστών. Να αναγεννούν τις αριστερές ιδέες μέσα στην ίδια την κοινωνική δράση.

5. Ο σοσιαλισμός και εμείς

Σύντροφοι,
Κεντρική θέση, και όχι μόνο στην προσυνεδριακή συζήτηση, έχει το πρόβλημα του σοσιαλισμού, τόσο από τη σκοπιά της ερμηνείας και της τοποθέτησης απέναντι στις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά κυρίως τώρα πια απ’ τη σκοπιά της θετικής ανανέωσης του απελευθερωτικού οράματος στην επεξεργασία μιας σημερινής ταχτικής και στρατηγικής για την κοινωνική επανάσταση. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι έχουμε κλείσει ένα κύκλο συζήτησης, που μας οδήγησε μέσα απ’ όλες τις επεξεργασίες που συνόδευαν αυτό το διάστημα, στην αποστασιοποίηση απ’ τη σημερινή πραγματικότητα και την κα¬τεύθυνση εξέλιξης αυτού που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός». Και άσχετα από την όποια θεωρητική επάρκεια, μπορούμε σήμερα με πιο σαφή τρόπο να βγάλουμε ορισμένα πολιτικά συμπεράσματα για την πορεία αυτών των χωρών.
Με εκρηκτικό τρόπο εκδηλώθηκαν σ’ αυτές τις χώρες τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε η αποτυχία του ιστορικού εγχειρήματος για την σοσιαλιστική και κομμουνιστική οικοδόμηση. Αποδείχνεται ότι εναλλαχτική λύση στον καπιταλισμό μπορεί να είναι μόνο ο σοσιαλισμός και σε καμιά περίπτωση τα αυταρχικά καθεστώτα του κρατικού γραφειοκρατικού σχεδιασμού.
Σήμερα φαίνεται πιο καθαρά πώς η κρίση αυτών των κοινωνιών, έγινε μέσον για την ανοιχτή ενίσχυση της παρέμβασης του διεθνούς ιμπεριαλισμού και τον αποφασιστικό έλεγχο τους απ’ αυτόν. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση βοήθησε και η αντικειμενικά άσχημη κατάσταση’ τους, αλλά και η παρέμβαση ενός διορατικού στρώματος της κρατικής γραφειοκρατίας, που επιχείρησε να χειριστεί τις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και τα προβλήματα αυτών των κοινωνιών, προς όφε¬λος της εξυπηρέτησης των δικών της συμφερόντων και των νέων ανερχόμενων εκμεταλλευτικών στρωμάτων σ’ αυτές τις χώρες.
Βέβαια η κατάσταση δεν είναι παντού η ίδια, ούτε μπορούμε να την προσεγγίσουμε με το ίδιο τρόπο. Όμως αυτό που φαίνεται παντού, είναι ότι πραγματοποιείται μια βαθιά τροποποίηση των ταξικών εκμεταλλευτικών σχέσεων που υπήρχαν σ’ αυτές τις κοινωνίες, με την παραπέρα ανάπτυξη των κοινωνικών ανισοτήτων και την ανάπτυξη σε μεγάλη έκταση «κλασικών» καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Στο έδαφος των εξελίξεων αυτών αναπτύσσονται παράλληλα νέες αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στη Σοβιετική Ένωση. Δυνάμεις με τις οποίες η ΚΝΕ και ευρύτερα η αριστερή νεολαία πρέπει να οικοδομήσει σχέσεις αγωνιστικής διεθνιστικής αλληλεγγύης. Ακόμα, με βάση αυτήν την πραγματικότητα χρειάζεται άμεσα να καθορίσουμε με νέο τρόπο τη σχέση μας με τη νεολαία και τους αγώνες της σ’ αυτές τις χώρες.
Ταυτόχρονα μ’ αυτές τις εξελίξεις, γίνεται πια mo καθαρό το αδιέξοδο οποιασδήποτε προσπάθειας καθορισμού της φυσιογνωμίας μας και της κοσμοθεωρητικής μας αντίληψης, έχοντας σαν σημείο αναφοράς την πορεία αυτής της εξέλιξης. Αυτός ο κύκλος έχει κλείσει, κι αν δεν έκλεισε ακόμα για μας, έχει κλείσει σαν δρόμος προσέγγισης της αριστερής σκέψης και της σοσιαλιστικής προοπτικής για τις πλατιές μάζες της νεολαίας. Μπαίνουμε πια σ’ ένα δρόμο που χρειάζεται να μιλήσουμε εμείς για την κοινωνική εξέλιξη κι όχι απλά να καταγγέλλουμε τους διαστρεβλωτές της. Και πρέπει να πούμε, σύντροφοι, πως απάντηση σ’ αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει, αν αναζητηθεί απλά σε γενικές θεωρητικές αρχές. Αν ήταν έτσι τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα. Όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το βάθος και την έκταση των ανατροπών που έχουν γίνει, όχι με τη συναισθηματική φόρτιση του να σώσουμε ότι σώζεται, αλλά μέσα απ’ την ψύχραιμη και βαθιά αναζήτηση των σημερινών κοινωνικών αντιθέσεων. Μ’ αυτήν την ιστορία δεν μπορούμε να ξεμπερδέψουμε σήμερα και αυτό πρέπει να το πάρουμε απόφαση.
Θα ζήσουμε και θα δράσουμε μια περίοδο μέσα σ’ αυτήν την «αβεβαιότητα», μιλώντας ίσως λιγότερο για την επανάσταση, αλλά οικοδομώντας βαθύτερα την αντίσταση απέναντι στο σύστημα, την ανάπτυξη κάθε μορφής κοινωνικού ριζοσπαστισμού και αντιπολίτευσης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ΚΝΕ η οποία σ’ αυτήν τη φάση μπορεί να εκφράσει ακριβώς τέτοιες τάσεις και να απευθυνθεί σε τέτοιες τάσεις και όχι πάνω στην επίκληση γενικών κοινωνικών νομοτελειών που είναι δοσμένες πιθανά για μας αλλά όχι για τη νεολαία.
Η υπόθεση της ανασύνθεσης του απελευθερωτικού οράματος μπορεί νάχει πειστικότητα και προοπτική όχι σαν εφεύρημα στα κεφάλια μας αλλά σαν συνένωση της θεωρητικής σκέψης και αναζήτησης με την σημερινή κοινωνική αντιπολίτευση. Σαν ανάγκη και προϊόν αυτής της κοινωνικής δράσης, σαν υπόθεση όχι μόνο μιας πρωτοπορίας αλλά των κοινωνικών αγώνων της δεκαετίας του ’90.

6. Για τη δράση του απερχόμενου Κ.Σ.

Σύντροφοι,
Η «παράδοση» θέλει να αποτιμιέται η δράση των καθοδηγητικών οργάνων σαν «θετική», μ’ ορισμένες βέβαια «αδυναμίες». Ασφαλώς απ’ αυτό το σχήμα πρέπει να ξεφύγουμε. Το πιο σοβαρό είναι να δούμε με τι κριτήριο θα κρίνουμε το Κ.Σ. που εκλέχτηκε από το 4ο Συνέδριο της ΚΝΕ, καθώς και τα βασικά δεδομένα που σηματοδότησαν την θητεία του. Νομίζουμε ότι θα είμαστε αντικειμενικοί αν ξεχωρίσουμε ορισμένα στοιχεία:
Πάνω απ’ όλα θα μείνει στην ιστορία της ΚΝΕ, για την κορυφαία πολιτική επιλογή του, να αρνηθεί το δρόμο της υποταγής της ΚΝΕ στην δεξιά πολιτική του ΚΚΕ. Για την ιστορική πρωτοβουλία του που βρήκε απήχηση στο πιο ζωντανό κομμάτι της ΚΝΕ, αλλά και στη νεολαία και την εργατική τάξη της χώρας μας.
Παράλληλα πρέπει να πούμε πως σηκώνοντας ένα μεγάλο βάρος της αφόρητης πίεσης του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ, ελάχιστα κατάφερε να συνδυάσει την αντίσταση στην συντηρητική πορεία του ΚΚΕ και την ανάγκη ανάπτυξης με συγκεκριμένο τρόπο μέσα στο κίνημα, της σωστής γενικά πολιτικής τακτικής που ψηφίσαμε στο 4ο Συνέδριο.
Το αν είναι σωστό να «συμψηφίσουμε» και με ποιο τρόπο αυτά τα πράγματα, μπορούμε να το συζητήσουμε. Σε κάθε περίπτωση πάντως μπορούμε να πούμε πως αν αυτό το Κ.Σ. πήρε την πρωτοβουλία για το ξεκίνημα μιας καινούργιας προσπάθειας για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα νεολαίας, για ένα νέο ανατρεπτικό εργατικό λόγο και επαναστατική πρακτική στην ελληνική κοινωνία, η αισιοδοξία για την έκβαση αυτής της προσπάθειας στηρίζεται στην ανταπόκριση χιλιάδων μελών μας, μέσα από μια βασανιστική πορεία και σε πολύ δύσκολες συνθήκες.
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Ζούμε σε μια πραγματικά δύσκολη εποχή. Όμως αυτό ακριβώς πιστεύουμε πως κάνει την προσπάθεια μας ακόμα πιο πολύ απαραίτητη. Η δημιουργία ενός νέου αριστερού και κομμουνιστικού πολιτικού ρεύματος είναι αντικειμενική ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας, των εργαζομένων και της νεολαίας. Όλοι μέσα από πολλές δυσκολίες προσπαθούμε να συναντηθούμε ακριβώς μ’ αυτήν την ανάγκη. Γι’ αυτό δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε.

δημοσιεύτηκε στον «Οδηγητή της Νεολαίας», νο 772, 13.3.1990

Advertisements

0 Responses to “5ο συνέδριο ΚΝΕ (ΝΑΡ): Εισήγηση του ΚΣ”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


2ο συνέδριο ΚΝΕ 3η Διεθνής 3ο συνέδριο ΚΝΕ 5ο συνέδριο ΚΝΕ 9ο συνέδριο ΚΚΕ 10ο συνέδριο ΚΚΕ 12ο συνέδριο ΚΚΕ 15ο συνέδριο ΚΚΕ Άρης Βελουχιώτης Αλλαγή Αριστερό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Β' Πανελλαδική Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Γκορμπατσόφ Γράψας ΔΑΠ-ΟΝΝΕΔ Δεκεμβριανά ΕΑΜ ΕΑΡ ΕΔΑ ΕΕ ΕΚΟΝ ΡΦ ΕΛΑΣ ΕΟΚ ΕΣΣΔ Εθνική Αντίσταση Ενιαίο Μέτωπο Πάλης ΚΚΕ ΚΚΕ εσ.-ΑΑ ΚΚΕ εσωτ. ΚΝΕ ΚΝΕ-ΝΑΡ Κοινό Πόρισμα Κομμουνιστική Διεθνής Κύρκος Κώστας Κάππος Μικρασιατική Καταστροφή Ν. Ζαχαριάδης ΝΑΡ ΝΑΤΟ ΝΔ Νέα Δημοκρατία Οικουμενική Οκτωβριανή Επανάσταση ΠΑΣΟΚ Πανσπουδαστική σ.κ. Περεστρόικα Πολυτεχνείο Πραγματική Αλλαγή Πόλεμος στον Κόλπο Ρήγας Φεραίος Σπύρος Χαλβατζής Στόχοι του Έθνους Συνασπισμός Τζανετάκης Φαράκος Φλωράκης Χούντα αντιδικτατορικός αγώνας αντιπολεμικό κίνημα αντισυναίνεση αντιφασιστική πάλη διάσπαση '89 εξωκοινοβουλευτική αριστερά εργατικό κίνημα ευρωκομμουνισμός θεωρία των σταδίων ιμπεριαλισμός καταλήψεις '90-'91 μ-λ ρεύμα μορατόριουμ νεολαιίστικο κίνημα νεοφιλελευθερισμός συνέδρια ΚΚΕ φοιτητικό κίνημα

Blog Stats

  • 30,374 hits

Γράψτε το e-mail σας για παίρνετε μήνυμα για τα νέα κείμενα που αναρτηθούν στο 21aristera.

Μαζί με 16 ακόμα followers


Αρέσει σε %d bloggers: