24
Φεβ.
15

2η Συνδιάσκεψη ΝΑΡ: Η Εισήγηση της Συντονιστικής Επιτροπής

Ο σοσιαλισμός στην εποχή μας

Πρόταση διαλόγου του Νέου Αριστερού Ρεύματος

  • Για ένα Αριστερό Πρόγραμμα Πάλης
  • Για το σοσιαλισμό στην εποχή μας
  1. ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΑ ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΛΗΣ

Πολλά ερωτήματα πρέπει να παίρνει κανείς υπόψη, ιδιαίτε­ρα στις σημερινές συνθήκες, για να χαράξει μια πολιτική άμε­σης δράσης από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομέ­νων σε μια επαναστατική προοπτική.

Ορισμένα από αυτά επιδέχονται απαντήσεις που στηρίζον­ται σε επιστημονικές και επιβεβαιωμένες στην πράξη αρχές. Τις απαντήσεις αυτές τις προσεγγίζουμε με δυσκολία, μερικές δεν τις γνωρίζουμε καθόλου ή δεν μπορούμε να τις τεκμηριώ­σουμε με βάση την ελληνική πραγματικότητα. Σε άλλα ερωτήματα εξάλλου δεν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για τη λύση τους.

Οι συγκλονιστικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων δεί­χνουν ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας νέας φάσης εξέλιξης, του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, της καπιταλι­στικής κοινωνίας με ποιοτικά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, νέα ποιοτική φάση ωριμάζει στην πορεία του εργατικού κινήματος.

Για να απαντήσει κανείς με επιστημονική πληρότητα γύρω από το χαρακτήρα αυτών των αλλαγών, για το τι διατηρείται και το τι μετατρέπεται ριζικά στα πλαίσια της ιστορικής εξέλι­ξης, για το πώς εμφανίζεται τελικά η σύγχρονη πραγματικότη­τα, χρειάζεται, πέρα από τη συγκεκριμένη επιστημονική διαλε­κτική ανάλυση, και την πολιτική και πρακτική εμπειρία του κινή­ματος, των ίδιων των εργαζομένων που παίρνουν μέρος στην επαναστατική πάλη.

Απ’ αυτή την άποψη, πολλά από τα ερωτήματα που μας κατα­κλύζουν δεν μπορούν να οδηγηθούν στην πλήρη λύση τους. Ορισμένες προσεγγίσεις, που σήμερα μας φαίνονται σωστές, αύριο μπορούν να τροποποιηθούν ή και να ανατραπούν. Κά­ποιες πλευρές που σήμερα αρνιόμαστε μπορούν αργότερα να δικαιωθούν. Η πρακτική του κινήματος τελικά θα δοκιμάσει ιδε­ολογικές επεξεργασίες, θα παραγάγει και θα αναπτύξει τη θε­ωρητική ανάλυση, με την πλατιά έννοια, από τη σκοπιά της επα­ναστατικής αλλαγής της κοινωνίας.

Η (δια η προσπάθεια για να αναπτυχθεί ένας γόνιμος δη­μιουργικός διάλογος, για την επεξεργασία μιας συνολικής αρι­στερής πρότασης ενάντια στις κατευθύνσεις της καπιταλιστι­κής ανασυγκρότησης στη χώρα μας, αποτελεί μια διαδικασία σύνδεσης μιας σειράς πολιτικών, ιδεολογικών και πρακτικών προσεγγίσεων του κινήματος που μπορούν να φωτίσουν γενι­κότερα και τα στρατηγικά ζητήματα της εποχής μας.

Προσέγγιση στα ερωτήματα

Υπάρχει λοιπόν εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική ανα­συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας;

Υπάρχει άμεση απάντηση στην πορεία του συντηρητικού εκ­συγχρονισμού;

Είναι δυνατή η επανάσταση στην εποχή μας και στη χώρα μας; Ποιος θα είναι ο χαρακτήρας της, οι κινητήριες δυνάμεις της, ενάντια σε ποιους κύρια θα κατευθύνεται η επαναστατική πάλη;

Ποιος είναι ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο και η σημερινή εξέλιξη της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης διεθνώς και στη χώρα μας;

Ποιοι στόχοι άμεσης δράσης προβάλλουν από τις αντικειμε­νικές συνθήκες; Και πώς στηρίζονται στις υποκειμενικές διαθέ­σεις των εργαζομένων; Πώς εκπορεύεται και πώς συνδέεται το βασικό περιεχόμενο των άμεσων στόχων πάλης με τη στρατη­γική επαναστατική επιδίωξη;

Τι αλλαγές έχουν γίνει στον παγκόσμιο και εσωτερικό συ­σχετισμό των δυνάμεων; Στις δομές και τους βασικούς δείκτες της καπιταλιστικής οικονομικοκοινωνικής πραγματικότητας;

Υπάρχουν σήμερα αντικειμενικές, υλικοτεχνικές και υποκει­μενικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό, στη χώρα μας, στην Ευρώπη, στον κόσμο;

Πώς εξηγείται και τι επίδραση έχουν η κατάρρευση του συ­στήματος των λεγόμενων «σοσιαλιστικών» χωρών, η ραγδαία υποβάθμιση και αποσταθεροποίηση της Σοβιετικής Ένωσης;

Ποιες αλλαγές φέρνει η έκρηξη των παραγωγικών δυνάμε­ων στην (δια την εργατική τάξη, στις κοινωνικές συμμαχίες της, στην οργάνωση της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων;

Ποια είναι η σχέση του ΚΜΚ με τη διεθνή καπιταλιστική ολο­κλήρωση;

Ποια είναι η σημερινή ποιότητα και οι νέες μορφές στη σχέ­ση ανάμεσα στο κράτος και τις ενώσεις του πολυεθνικού κεφαλαίου;

Είναι αντικειμενική, νομοτελειακή η περιφερειακή καπιταλι­στική ολοκλήρωση;

Ποιες αντιθέσεις εμφανίζονται σήμερα ανάμεσα στις ιμπε­ριαλιστικές δυνάμεις; Ποια είναι γενικότερα τα νέα δεδομένα στις ενδοϊμπεριαλιστικές σχέσεις;

Τι κινεί την ΕΟΚική ολοκλήρωση; Η ανάπτυξη των παραγω­γικών δυνάμεων και οι ανάγκες για την παραπέρα προώθηση τους ή τα συμφέροντα και οι επιλογές των ολιγαρχιών του διευ­θυντηρίου της ΕΟΚ;

Πώς εκφράζεται στις νέες συνθήκες ο νόμος της ανισόμε­τρης ανάπτυξης;

Πώς εμφανίζονται σήμερα, με ποιο τρόπο και ποιες μορφές, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές και τις εξαρτημέ­νες χώρες; Μήπως η θεωρία της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης κα­ταργείται και τη θέση της παίρνει η αλληλεξάρτηση των διαφορετικών χωρών της παγκόσμιας κοινότητας, όπως ισχυρίζον­ται οι εκπρόσωποι του νέου αριστερού ρεφορμισμού;

Πώς συνδέονται όλα αυτά με την ελληνική πραγματικότητα;

Γιατί το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα χρεοκοπεί, χά­νει την επιρροή και την ακτινοβολία του; Γιατί εγκαταλείπει στις περισσότερες περιπτώσεις κάθε επαναστατικό χαρακτη­ριστικό και επαναπροσεγγίζει τις αρχές του ρεφορμισμού και μάλιστα πάνω σε μια νέα, πιο συντηρητική βάση; Ποιοι είναι οι νέοι όροι για την επαναστατική ανασυγκρότηση του αριστε­ρού και κομμουνιστικού κινήματος;

Πολλά από αυτά τα ερωτήματα θα αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστών κύκλων συζήτησης, που θα καταλήξουν σε πιο ο­λοκληρωμένες επεξεργασίες και συμπεράσματα στρατηγικού χαρακτήρα. Ωστόσο, στα πλαίσια μιας προσπάθειας για τη δια­μόρφωση μιας άμεσης αριστερής πρότασης δράσης, αυτά τα ζητήματα έτσι κι αλλιώς μπαίνουν στο επίκεντρο των προβλη­ματισμών μας. Το μέχρι τώρα κατακτημένο επίπεδο προσέγγι­σης τους. έστω και με τα γνωστά μεγάλα κενά που υπάρχουν, βρίσκεται στη βάση του περιεχόμενου που θα επιχειρήσουμε να δώσουμε στις άμεσες προτάσεις μας. Και. το κυριότερο, τα ερωτήματα αυτά τα προσεγγίζουμε από τη σκοπιά της πάλης για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, για την απε­λευθέρωση του ανθρώπου.

  1. ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η εκρηκτική ανάπτυξη των πα­ραγωγικών δυνάμεων και οι αντίστοιχες αναπροσαρμογές των καπιταλιστικών σχέσεων στα πλαίσια της καπιταλιστικής ανα­συγκρότησης τείνουν σε μια νέα ποιοτική φάση εξέλιξης του ιμπεριαλισμού, της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η καπιταλιστική ανασυγκρότηση αποτελεί την καπιταλιστι­κή απάντηση στις νέες συνθήκες της επανάστασης των τεχνο­λογιών αιχμής, σε βάρος της σοσιαλιστικής προοπτικής των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαδικασία αντικειμενικού χα­ρακτήρα, σε εσωτερική και διεθνή κλίμακα, που δεν αποτελεί φυσικά αποκλειστική καινοτομία του σύγχρονου καπιταλισμού.

Η ανασυγκρότηση όλων των κοινωνικών σχέσεων είναι σύμ­φυτη με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στους πιο σημαντι­κούς σταθμούς της ιστορικής του εξέλιξης και της ταξικής πά­λης. Σήμερα η ανασυγκρότηση αυτή αποβλέπει στην προσαρ­μογή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και, γενικότε­ρα, της οργάνωσης της κοινωνίας, στην ανάπτυξη των παραγω­γικών δυνάμεων, για την αντιστροφή της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου.

Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που τείνουν να δώσουν στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση της εποχής μας, από το τέλος της δεκαετίας του ’70 και ιδιαίτερα στις μέρες μας, νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά;

2.1. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων

Ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 70 η εφαρμογή νέων τεχνολογιών αιχμής, η αλληλοσύνδεση της επιστήμης και της τεχνικής στο παραγωγικό επίπεδο έχει πάρει επαναστατικό χαρακτήρα.

Η σύγχρονη φάση της έκρηξης των παραγωγικών δυνάμεων προκαλεί πρωτοφανείς αλλαγές στη θέση του ανθρώπου στην παραγωγή. Κάτω από την επίδραση των τεχνικών μέσων μπαί­νει πιο ριζικά τόσο η χειρωνακτική όσο και η πνευματική λει­τουργία της ανθρώπινης εργασίας. Αυτή η τομή στην ιστορία των παραγωγικών δυνάμεων πραγματοποιείται με την εμφάνι­ση και ιδιαίτερα με τη μαζική διάδοση των ηλεκτρονικών υπο­λογιστών. Πλάι στην αντικατάσταση της φυσικής δύναμης του ανθρώπου έχουμε αντικατάσταση ζωντανής πνευματικής ερ­γασίας. Ο ρόλος του ανθρώπου ως κύριας παραγωγικής δύνα­μης τείνει να αποκτά νέα ποιοτικά στοιχεία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συντελείται στα πλαίσια των κυρίαρ­χων κοινωνικών σχέσεων. Η ατομική ιδιοκτησία, το καπιταλι­στικό κέρδος, δρουν απέναντι στην επιστήμη και την τεχνική σαν κίνητρο ανάπτυξης τους, αλλά ταυτόχρονα και σαν ανασταλτικός παράγοντας προσανατολισμού και επιλεκτικής διά­δοσης τους.

Οι τομές στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις προηγούμενες περιόδους του καπιταλισμού, μαζί και στην πε­ρίοδο του περάσματος στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, δεν μπο­ρούν να συγκριθούν με την τομή που πραγματοποιείται στις ση­μερινές συνθήκες.

Αυτό το νέο χαρακτηριστικό της εποχής μας υπογραμμίζει την ανάγκη για τη ριζική ανατροπή των καπιταλιστικών κοινω­νικών σχέσεων, για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

2.2. Αλλαγές στη διαδικασία της παραγωγής και της εργα­σίας

Η προέλαση των νέων τεχνολογιών οδηγεί την επιστήμη σε μια ποιοτικά ανώτερη φάση ανάπτυξης, ενισχύει τη διαδικασία μετατροπής της σε άμεση παραγωγική δύναμη, επιφέρει βα­θιές αλλαγές στο περιεχόμενο, στις μορφές της ανθρώπινης εργασίας, στους τρόπους οργάνωσης της παραγωγικής διαδι­κασίας.

Τροποποιείται σε σημαντικές του πλευρές το σύστημα από­σπασης υπεραξίας, των μορφών εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, της έκτασης και της ποιότητας της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Τα σύγχρονα μέσα παραγωγής εγκαινιάζουν μια εποχή όπου ο άνθρωπος τείνει να γίνεται όλο και σε ανώτερο επίπεδο ο ελεγκτής και ο ρυθμιστής της παραγωγικής διαδι­κασίας. Η αντικατάσταση πνευματικών του λειτουργιών τείνει να αναβαθμίζει στο έπακρο το ρόλο του. Εμφανίζονται στοιχεία υπέρβασης της αντίθεσης ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία, αντικατάστασης φυσικών πόρων από τις αστείρευτες δυνατότητες της επιστημονικής γνώσης.

Ωστόσο ο νέος τύπος τεχνικής, που ορισμένα βασικά στοι­χεία του εμφανίζονται στα πλαίσια του καπιταλισμού, μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο κάτω από την κυριαρχία των σοσιαλιστι­κών, κομμουνιστικών σχέσεων. Αντίθετα η διαδικασία προσαρ­μογής των νέων παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια των τρο­ποποιημένων καπιταλιστικών σχέσεων συνοδεύεται από μια σειρά φαινόμενα που επιδεινώνουν τη θέση της εργατικής τά­ξης και των εργαζομένων.

Στον καπιταλισμό η ανεργία, η υποβάθμιση του ρόλου της εργατικής τάξης στην οργάνωση και κατεύθυνση της παραγω­γής. η μονοτονία, η αποξένωση, η μονοπώληση των τεχνολογι­κών γνώσεων αντιστρατεύονται την ανάγκη για εμπλουτισμό της εργασίας με τα νέα στοιχεία που φέρνει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Οι δυνατότητες εξάλειψηςτων βαριών και ανθυγιεινών ερ­γασιών, η νέα αυτοματοποίηση, πέρα από τα τμήματα παραγω­γής. και των τμημάτων διεύθυνσης, σχεδιασμού, διοίκησης και αποστολής, οι δυνατότητες ενιαιοποίησης των στοιχείων της παραγωγής οδηγούν στην τάση αύξησης του ρόλου του συλλο­γικού εργάτη, στην τάση του να διεκδικεί καινούριους προσα­νατολισμούς στη λύση των ζητημάτων της παραγωγής και, κατ’ επέκταση, της κοινωνικής ζωής στο σύνολο της.

Απ’ την άλλη μεριά, η καπιταλιστική αναδιοργάνωση όλων των παραγωγικών εργασιακών σχέσεων, όλων των όρων της κοινωνικής ζωής, επιδιώκει τη χειραγώγηση των εργαζομένων, την υπονόμευση των νέων δυνατοτήτων παρέμβασης της εργα­τικής τάξης στην παραγωγική διαδικασία, στην κατεύθυνση της κοινωνικής ανάπτυξης.

Η ανασυγκρότηση της διαδικασίας της παραγωγής και της εργασίας, οι εργασιακές σχέσεις, οι νέες μορφές αντιθέσεων στη βάση των νέων παραγωγικών συνθηκών αποτελούν πεδία ανάπτυξης των σύγχρονων ταξικών αναμετρήσεων.

Από εδώ πηγάζουν βασικά τα νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής εξέλιξης, εδώ δοκιμάζονται κατά κύριο λό­γο και το νέα στοιχεία ανάπτυξης και ανασυγκρότησης του ερ­γατικού κινήματος.

Με βάση τις νέες παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες εμ­φανίζονται σημαντικές αλλαγές στην ανάπτυξη, στη σύνθεση και την αλληλοσυσχέτιση των διάφορων τάξεων. Αυξάνει αριθ­μητικά και διευρύνεται η εργατική τάξη, διαφοροποιείται η σύν­θεση της, εμφανίζονται νέα τμήματα της.

Η συνένωση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας σε μία ενιαία διαδικασία δημιουργούν προϋποθέσεις ταχύτατης α­ριθμητικής αύξησης της διανόησης, εντείνονται οι τάσεις προ­λεταριοποίησης της και αναπτύσσεται παραπέρα το φαινόμενο σημαντικά τμήματα της να προσεγγίζουν περισσότερο τους υ­πόλοιπους εργαζόμενους και ειδικά την εργατική τάξη.

Στη διαδικασία της παραγωγής προωθούνται ουσιαστικές αλλαγές στον καταμερισμό της εργασίας, στη διαμόρφωση της επαγγελματικής ειδίκευσης της εργατικής τάξης και των άλ­λων εργαζομένων. Αυξάνει το ποσοστό της εργατικής τάξης και των εργαζομένων της πνευματικής εργασίας, παρατηρείται σχετική άνοδος της απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών, διευρύνεται η έννοια του συλλογικού εργάτη. Εμφανίζονται καινούριες ειδικεύσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών σε νέους και παλιούς κλάδους. Τμήματα του παλιού πυρήνα του εργοστασιακού προλεταριάτου τείνουν να περιθωριοποιούνται. Επιταχύνονται οι ρυθμοί αλλαγής του πε­ριεχομένου και του αντικειμένου της ειδίκευσης και επανειδίκευσης της εργατικής τάξης.

Στα πλαίσια της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, της εντα­τικοποίησης της εργασίας και των νέων εργασιακών σχέσεων, επιχειρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις και νέες μορφές ό­ξυνσης των αντιθέσεων μέσα στην εργατική τάξη, σ’ όλους τους εργαζόμενους. Επιδιώκεται η εφαρμογή των αρχών της ελαστικότητας της εργασίας, της «κατηγοριοποίησης» κατά ε­πιχείρηση, της προσωποποίησης, της διάδοσης της κατ’ οίκον εργασίας, της εδαφικής αποκέντρωσης της παραγωγής σε συν­δυασμό με την ανάπτυξη της συγκεντροποίησής της. Προω­θούνται διαχωρισμοί ανάμεσα στους ειδικευμένους που διατηρούν σχετικά εμπλουτισμένο περιεχόμενο εργασίας και στα πλατιά τμήματα των εργατών χαμηλής ειδίκευσης και αμοιβής. Νέα υπαλληλικά στρώματα εργαζομένων στις νέες τεχνολο­γίες βλέπουν να μειώνεται το δημιουργικό μέρος της εργασίας τους, να εξομοιώνονται με τους εργάτες. Παλιά τμήματα του μεσαίου προσωπικού εξαφανίζονται. Διαμορφώνονται νέα μι­σθωτά μεσαία στρώματα, ειδικά από το χώρο της διανόησης, με αντιφατικά χαρακτηριστικά. Παλιά μεσαία στρώματα κατα­στρέφονται, άλλα εντάσσονται με νέες μορφές στη σφαίρα της πιο εντατικής εκμετάλλευσης από το μεγάλο κεφάλαιο και πα­ράλληλα προσδένονται πιο στενά μαζί του.

Τα πιο ισχυρά τμήματα του κεφαλαίου και του ΚΜΚ, τα ΠΠΜ αναπτύσσουν προς όφελος τους διαδικασίες ελέγχου όλων των άλλων μορφών οργάνωσης του κεφαλαίου. Ενισχύουν τους μηχανισμούς ηγεμονίας τους απέναντι στη μικρή και με­σαία αστική τάξη, τις μεθόδους χειραγώγησης των μεσαίων στρωμάτων.

Στη βάση όλων αυτών των αλλαγών, από τη μια μεριά ενι­σχύονται οι δυνάμεις του μεγάλου κεφαλαίου, διευρύνονται οι δυνατότητες των συμμαχιών του ενάντια στην εργατική τάξη. Από την άλλη μεριά, η εργατική τάξη αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες έντονων διαφοροποιήσεων. Ξεχωρίζουν στις γραμ­μές της νέα τμήματα που συνδέονται με τους πιο πρωτοπόρους τομείς της παραγωγής και τα νέα στοιχεία της εργασιακής δια­δικασίας. Το θεμελιακό ζήτημα της ενότητας όλων των τμημά­των της εργατικής τάξης σε ανώτερο επίπεδο τίθεται σήμερα μέσα από μια σειρά αντιφάσεις αλλά και νέες δυνατότητες. Δια­μορφώνονται συνθήκες προσέγγισης της εργατικής τάξης με τμήματα της διανόησης, με νέα μεσαία μισθωτά στρώματα που μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στη συνολική διαδικασία των κοινωνικών συμμαχιών.

2.3. Τα Πολυεθνικά Πολυκλαδικά Μονοπώλια (ππμ)

Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του ΚΜΚ και τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, διαμορ­φώθηκε βαθμιαία μια νέα κατηγορία μονοπωλίων με καινούρ­για χαρακτηριστικά. Πρόκειται για τα πολυεθνικά πολυκλαδικά μονοπώλια που γεννήθηκαν στα πλαίσια όλης της περιόδου α­νάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού και του ΚΜΚ.

Η ανάπτυξη του ΚΜΚ, η προώθηση της πολυκλαδικής και παραπέρα της πολυεθνικής δομής των μονοπωλιακών και κρατικομονοπωλιακών ενώσεων, η αλληλοδιαπλοκή των χρηματι­στηριακών κεφαλαίων, η σύνδεση τους με το πιο δυναμικό τμή­μα του κεφαλαίου που επενδύεται στις νέες τεχνολογίες, η μο­νοπώληση της τεχνολογικής γνώσης αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη του Π.Π. μονοπωλιακού κεφαλαίου με τη σύγ­χρονη μορφή του σαν κορυφή της καπιταλιστικής πυραμίδας και του ΚΜΚ.

Αν στη δεκαετία του ’60 τα Π.Π. μονοπώλια αποτελούσαν μια νέα «πρόκληση», ένα νέο σχετικά αλλά δυναμικό φαινόμενο στις εθνικές και διεθνείς διαδικασίες του ΚΜΚ, της συνολικής κίνησης του κεφαλαίου, σήμερα, στη δεκαετία του ’90, μπορούμε να πούμε ότι τείνουν να εξελιχθούν σε ηγεμονική δύναμη του ΚΜΚ, των σχέσεων εξουσίας του κεφαλαίου. Ενδεικτικά αναφέ­ρουμε ότι 1.000 περίπου ΠΠΜ που «ανήκουν» κατά 90% σε 7 χώρες ελέγχουν περίπου το 1/3 της καπιταλιστικής βιομηχανι­κής παραγωγής, το 80% του διεθνούς εμπορίου και έχουν τον απόλυτο σχεδόν έλεγχο των χρηματοπιστωτικών και των νέων παραγωγικών ερευνητικών δραστηριοτήτων σ’ όλο τον καπιτα­λιστικό κόσμο. Περίπου 100.000 πολυεθνικά ΠΜ δρουν με βάση τους τις αναπτυγμένες και μεσαίες καπιταλιστικές χώρες. Πε­ρίπου 620 έχουν τη βάση τους στις ανατολικές χώρες (κυρίως με επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών). Από τις αναπτυσσό­μενες χώρες προέρχονται γύρω στα 500 πολυεθνικά ΠΜ, κυ­ρίως στους τομείς της εξόρυξης κι επεξεργασίας πρώτων υλών.

Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση είναι μεγάλη και α­νάμεσα στα ίδια τα ΠΠΜ. Από τις 500 πρώτες πολυεθνικές εται­ρείες, οι 50 ελέγχουν το 50% της δραστηριότητας του συνό­λου. Επίσης ενισχύεται η τάση συνεργασίας των ΠΠΜ από διά­φορες χώρες, ιδιαίτερα στα προγράμματα ερευνών και ανάπτυ­ξης νέων τεχνολογιών.

Η πιο γρήγορη και θεαματική ανάπτυξη των ΠΠΜ εντοπίζε­ται στον τραπεζικό και χρηματοδοτικό τομέα: Τα Διεθνή Χρημα­τοπιστωτικά Μονοπώλια (ΔΧΜ) που προελαύνουν με την ανά­πτυξη της πληροφορικής, έχουν τα πιο διεθνοποιημένα χαρα­κτηριστικά σε επίπεδο παγκόσμιας αγοράς. Τα 100 μεγαλύτερα ΔΧΜ, τραπεζικά και μη, έχουν 5.000 υποκαταστήματα σε όλο τον κόσμο, 2.400 στις αναπτυγμένες χώρες, 2.300 στις ανα­πτυσσόμενες και 300 περίπου στις ανατολικές χώρες. Ραγδαία είναι η επέκταση των ΠΠΜ και στον τομέα των υπηρεσιών: Από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες υπηρεσιών, που ελέγχουν το 60% των σχετικών δραστηριοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα, το 85% ανήκουν σε ΠΠΜ.

Το ΠΠ μονοπώλιο γεννήθηκε κι εξαιτίας της ανάγκης για ξεπέρασμα της κρίσης των ΚΜ ρυθμίσεων, για τον καπιταλιστι­κό έλεγχο της ανάπτυξης και του τρόπου χρήσης των νέων τε­χνολογιών. Στηρίζει όλο και περισσότερο την υλική βάση της κυριαρχίας του πάνω στις ποικίλες μορφές οργάνωσης και δράσης του κεφαλαίου, στον έλεγχο των νέων τεχνολογιών, ειδικά των τεχνολογιών αιχμής, στη μονοπώληση της επιστή­μης, των ερευνητικών προγραμμάτων και της γνώσης κ.λπ.

Τα ΠΠΜ αναπτύσσονται πάνω στη βάση της εξέλιξης του ΚΜΚ, του εθνικού καπιταλιστικού σχηματισμού. Με τη σειρά τους επιδρούν σε ένα συνολικό αναπροσανατολισμό όλου του «παλιού» ΚΜΚ συστήματος μίας ή περισσότερων χωρών και των διαδικασιών διεθνοποίησης. Τα ΠΠΜ δεν «καταργούν» τον ΚΜΚ τον «εθνικό» καπιταλιστικό σχηματισμό. Αντίθετα αν­τλούν από αυτόν τη βασική δύναμη τους, αποτελούν το πιο ι­σχυρό τμήμα του και τον ενισχύουν με νέο τρόπο. Αλλά ταυτό­χρονα τείνουν να αναιρέσουν ορισμένες πλευρές του ΚΜΚ, ό­πως τον ξέραμε μέχρι σήμερα. Διαμορφώνεται έτσι ένας νέος κοινωνικός και διεθνής καταμερισμός εργασίας προς όφελος των πιο ισχυρών δυνάμεων του πολυεθνικού και πολυκλαδικού κεφαλαίου και των πιο ισχυρών εθνικών κρατών. Αυτός βαθαί­νει και ολοκληρώνει, με νέο τρόπο, τον έλεγχο όλων των βαθμί­δων της παραγωγής και τις μορφές δράσης του κεφαλαίου στις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και τις διαδικασίες εκμετάλλευσης των εξαρτημένων και ημιεξαρτημένων χωρών και λαών.

Τα ΠΠΜ παίζουν τον κύριο ρόλο για την προώθηση των δια­δικασιών οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης των καπιτα­λιστικών εθνικών σχηματισμών σε περιφερειακό και εξωπεριφερειακό επίπεδο.

Επομένως γίνεται φανερό ότι καταρχήν το περιεχόμενο της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης της εποχής μας βρίσκε­ται στην αναδιοργάνωση όλων των παραγωγικών κοινωνικών πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων προς όφελος του κεφαλαίου συνολικά, κάτω απ’ την ηγεμονία των πιο ισχυρών δυνάμεων του ΠΠ κεφαλαίου στο εθνικό σύστημα του ΚΜΚ και σε διε­θνές επίπεδο.

2.4. καπιταλιστική κρίση

Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η επέ­κταση των ΠΠΜ βαθαίνει στο έπακρο την αντίθεση ανάμεσα στην αλματώδη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την καπι­ταλιστική ιδιοποίηση. Η εξέλιξη αυτής της αντίθεσης βρίσκεται στη βάση όλων των διαδικασιών και των τάσεων της οικονομι­κής και πολιτικής κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού.

Η οικονομική και πολιτική κρίση του καπιταλιστικού συστή­ματος πηγάζει από την ανάπτυξη των εσωτερικών του αντιθέ­σεων, είναι γέννημα των ανταγωνισμών της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Ταυτόχρονα, η εμφάνιση και η δράση του Π.Π. κεφαλαίου στην «κορυφή» του ΚΜΚ τροποποιεί ριζικά τις μορφές, την αλ­ληλοδιαδοχή, τη γενική εικόνα των κρίσεων.

Στην σύγχρονη εποχή, η αλληλεπίδραση της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας αποκτά νέα, πιο σύνθετα χα­ρακτηριστικά. Χρεοκοπεί έτσι πιο θεαματικά σήμερα η ανιστό­ρητη αντίληψη του οικονομισμού της διαρκούς κρίσης, των συ­νεχών αδιεξόδων και της «ημιαυτόματης» κατάρρευσης του κα­πιταλιστικού συστήματος, που κυριαρχούσε στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος τις προηγούμενες εποχές.

Οι μακριοί, αλλά και οι περιοδικοί κύκλοι ανόδου και πτώσης της καπιταλιστικής οικονομίας βρίσκονται στη βάση των κοινω­νικών πολιτικών κρίσεων και των διακυμάνσεων του εργατικού κινήματος, αλλά με κανέναν τρόπο δεν τις κανοναρχούν σχη­ματικά και ισόμετρα. Οι πολιτικοί ιδεολογικοί παράγοντες, οι παρεμβάσεις του «υποκειμένου» (και όχι μόνο του «επαναστατι­κού»), οι «αγώνες των τάξεων» παίζουν εδώ τον πιο ουσιαστικό ρόλο. Το σημερινό πρωτοφανές επίπεδο της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα δη­μιουργεί νέες δυνάμεις και τάσεις ανατροπής των καπιταλιστι­κών κοινωνικών σχέσεων. Γι’ αυτό η αναδιοργάνωση όλων των κοινωνικών σχέσεων με νέο καπιταλιστικό τρόπο, το χτύπημα του εργατικού κινήματος και η υπονόμευση της σοσιαλιστικής προοπτικής γίνονται ζητήματα ζωής και θανάτου για το μονο­πωλιακό καπιταλισμό. Αντίστοιχα η απάντηση των εργαζομέ­νων στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση, το καθήκον της επα­ναστατικής σοσιαλιστικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας εί­ναι ένα ιστορικό στοίχημα που μπορεί ή όχι να κερδηθεί με τη σκέψη και την πράξη του κόσμου της εργασίας. Η ιστορική κρί­ση του καπιταλισμού μπορεί να έχει έννοια όχι σαν «προδιαγε­γραμμένη» πορεία ήττας της οικονομικοπολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου, αλλά σαν αντικειμενική κορύφωση των αντιθέ­σεων του καπιταλιστικού συστήματος, όλου του ανθρώπινου «πολιτισμού». Η κορυφαία αυτή αναμέτρηση μπορεί να οδηγή­σει, ανάλογα με την παρέμβαση των «ανθρώπων», σε συνθήκες μιας νέας ελευθερίας ή μιας χωρίς προηγούμενο βαρβαρότη­τας, σε παγκόσμια κλίμακα.

2.5. Εθνικός καπιταλιστικός σχηματισμός – Ολοκλήρωση

Στα πλαίσια του ΚΜΚ διαμορφώνεται η βάση για την ανάπτυ­ξη των πολυεθνικών πολυκλαδικών μορφών οργάνωσης του κεφαλαίου.

Η αυξανόμενη με γιγαντιαίους ρυθμούς παρέμβαση του κράτους, οι νέου τύπου κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις για την αύξηση του ποσοστού κέρδους και την αντιμετώπιση των κρίσεων αποτελούν όρο γέννησης και ενίσχυσης των ΠΠΜ. Έ­τσι αυτά έχουν «εθνική βάση», «εθνικό ορμητήριο», «καταφύ­γιο» και σημείο αναφοράς. Στο ΚΜΚ με τα σύγχρονα χαρακτη­ριστικά του εξακολουθούν και στηρίζουν τη βασική πηγή της δύναμης τους. Ωστόσο ο ίδιος ο χαρακτήρας τους επιβάλλει τάσεις υπέρβασης των ορίων ελέγχου του ΚΜΚ, διαδικασίες μεταφοράς οικονομικών και πολιτικών αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικές ολοκληρώσεις και οργανισμούς.

Τα ΠΠΜ, στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης των μορφών συσσώρευσης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, εμφανίζονται σε όλες σχεδόν τις χώρες με σχετικά διαμορφωμένο ΚΜΚ σύ­στημα και σχετικά αναπτυγμένη βιομηχανική βάση. Κατά συνέ­πεια, η θέση τους στο συσχετισμό των δυνάμεων, οι αντιθέσεις με τους ανταγωνιστές τους, οι δυνατότητες ανάπτυξης τους καθορίζονται καταρχήν με βάση την ιστορικά διαμορφωμένη οικονομική και πολιτικοστρατιωτική θέση του ΚΜΚ, του καπιτα­λιστικού σχηματισμού της προέλευσης τους στο διεθνή κατα­μερισμό και στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Άλλη είναι η θέση των ΠΠΜ που εμφανίστηκαν στη χώρα μας στα πλαίσια του εξαρτημένου ελληνικού ΚΜΚ (Βαρδινο­γιάννης, Εθνική Τράπεζα, Μπόμπολας, ΙΝΤΡΑΚΟΜ, Πετζετάκης κ.λπ.) και άλλη η θέση των πολυεθνικών μεγαθηρίων με α­μερικάνικη, γιαπωνέζικη ή δυτικοευρωπαϊκή βάση.

Τα ΠΠΜ, χωρίς να καταργούν την πρωταρχικότητα του ΚΜΚ, τείνουν σε όλο και πιο προωθημένες μορφές οικονομικο-πολιτικής συνεργασίας και «αλληλεξάρτησης» των κρατικομονοπωλιακών ολιγαρχιών γύρω από τις βασικές δυνάμεις του πολυεθνικού κεφαλαίου και τις αντίστοιχες υπερεθνικές ολο­κληρώσεις τους. Εντείνονται έτσι οι τάσεις αποστασιοποίησης από την έννοια της «πατρίδας», καθώς και οι τάσεις, ιδιαίτερα των ολιγαρχιών των εξαρτημένων χωρών, να ταυτίζονται με τα συμφέροντα του ξένου κεφαλαίου. Βαθαίνει ο χωρισμός της κα­πιταλιστικής κοινωνίας σε δύο ξεχωριστά «έθνη», σε πολιτι­σμούς δύο ταχυτήτων.

Οι κοινωνίες των 2/3, της μαζικής ανεργίας, της οικολογικής καταστροφής και της αποξένωσης και οι εξαρτημένες ή ημιεξαρτημένες καπιταλιστικές κοινωνίες με την κοινωνική πλειο­νότητα σε κατάσταση υποβάθμισης και περιθωριοποίησης, υ­πογραμμίζουν την απόσπαση του πολυεθνικού, πολυκλαδικού κεφαλαίου του ΚΜΚ συστήματος, του κεφαλαίου συνολικά από το «έθνος» των εργαζομένων. Το εθνικό αστικό κράτος «συμ­πυκνώνει» πολιτικά τα συμφέροντα των διαφορετικών τμημά­των της αστικής τάξης, κάτω από την ηγεμονία του ΠΠΚ. Στη διαδικασία της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, τα συμφέροντα των πιο ισχυρών δυνάμεων του ΠΠΚ και των πιο ισχυρών, κατ’ επέκταση, ιμπεριαλιστικών κρατών, τα συμφέροντα του κεφα­λαίου συνολικά επιχειρείται να επιβληθούν και να εμφανι­στούν σαν ενιαία συμφέροντα της εργατικής τάξης όλων των χωρών και όλων των λαών της περιφερειακής καπιταλιστικής κοινότητας, όπως συμβαίνει με την ΕΟΚ.

2.6. Ενοποίηση και ανταγωνισμός

Η τάση για συνεργασία και «αλληλοεξάρτηση» των πιο ισχυ­ρών δυνάμεων του κεφαλαίου στα πλαίσια μιας περιφερειακής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης τροποποιεί, αλλά δεν αναιρεί την τάση όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις ξεχωριστές δυνάμεις του ΠΠΚ και ανάμεσα στην οργανωμένη «εθνική βά­ση» των διάφορων τμημάτων του, τους ξεχωριστούς ΚΜΚ, τις διάφορες καπιταλιστικές χώρες. Τελικά οι ανταγωνισμοί αυτοί ή θα θέσουν ανυπέρβλητους φραγμούς στις διαδικασίες της συγκεκριμένης ολοκλήρωσης για να κατευθύνουν ευθύς αμέ­σως την αντικειμενική τάση ολοκλήρωσης σε νέες μορφές ή θα τις αναπτύξουν για μια περίοδο κάτω από την κυριαρχία των πιο ισχυρών δυνάμεων του πολυεθνικού κεφαλαίου, των πιο ι­σχυρών αστικών κρατών. Αυτό μ’ έναν τρόπο συμβαίνει σήμερα με την ΕΟΚ και τη γερμανική υπερδύναμη.

Αυτή η κυριαρχία θα οξύνει με τη σειρά της τις ανισομέρειες ανάμεσα στις διαφορετικές δυνάμεις του πολυεθνικού κεφα­λαίου και τις διάφορες χώρες, ανισομέρειες που θα οδηγήσουν σε νέες ανακατατάξεις στα πλαίσια της καπιταλιστικής ολοκλή­ρωσης μέσα κι έξω από τις περιφερειακές ενώσεις. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου με τη μορφή του ΠΠΜ συνδέεται με την ανάπτυ­ξη του ανταγωνισμού που αποτελεί νόμο κίνησης του κεφα­λαίου γενικά.

Οι διαδικασίες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης δεν έχουν σταθερή μορφή, έκταση και διάρκεια. Χαρακτηρίζονται από συ­νεχείς εναλλαγές στην εσωτερική ισορροπία δυνάμεων, από μια σειρά συγκρούσεις και ανατροπές ανάμεσα στο εθνικό, το περιφερειακό και το παγκόσμιο επίπεδο και σε κάθε περίπτωση έχουν περιεχόμενο αντιδραστικό, ενάντια στην εργατική τάξη, στους εργαζόμενους και τους λαούς των εξαρτημένων χωρών.

Το καινούριο βρίσκεται στο γεγονός ότι οι πιο ισχυρές δυνά­μεις του πολυεθνικού κεφαλαίου δεν χρησιμοποιούν τη θέση τους για την ενίσχυση αποκλειστικά του ΚΜΚ και του εθνικού καπιταλιστικού σχηματισμού τους με τον παλιό τρόπο. Αλλά τείνουν και στην ενίσχυση, προς όφελος τους, της συνολικής δράσης του ΠΠ κεφαλαίου και των υπερεθνικών πολιτικοοικο­νομικών θεσμών αξιοποιώντας τους σαν βάση εξόρμησης για την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων, την κατάκτηση των αγορών και την απώθηση των ανταγωνιστών τους σε παγκό­σμια κλίμακα.

Ωστόσο, τελικά πάντα έχουν ανάγκη να ξαναγυρίζουν στα «πατρώα εδάφη». Χαρακτηριστικό παράδειγμα απ’ αυτή την ά­ποψη είναι η στροφή που έκαναν οι αμερικάνικες πολυεθνικές εταιρείες, ιδίως μετά το 1985, στην ντόπια αγορά τους. Επιδίω­ξαν να ενισχύσουν έτσι την ανταγωνιστική τους βάση και να προετοιμάσουν την αντεπίθεση τους απέναντι στη δυναμική ά­νοδο της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Έτσι πέτυχαν στη δεκαετία του ’80 πιο υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ σε σχέ­ση με την ΕΟΚ. Παραπέρα διαπιστώνεται η τάση μιας σχετικής αύξησης του προστατευτισμού σε ορισμένους τομείς προς ό­φελος των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών.

Στα πλαίσια του καπιταλισμού, η τάση «πολιτικής» συμπύ­κνωσης των συμφερόντων των διαφορετικών τμημάτων του ΠΠΜ στη βάση ενός συστήματος περιφερειακών και παγκό­σμιων υπερεθνικών πολιτικοοικονομικών ρυθμίσεων και θε­σμών δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, δεν μπορεί «να φτάσει μέχρι το τέλος». Δεν μπορεί να καταργήσει την καθοριστικότητα των «εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών» και των ξεχωριστών κρατών.

Ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυ­ξης όχι μόνο δεν καταργείται, αλλά δρα με νέους τρόπους και μορφές.

Στις συνθήκες του καπιταλισμού μέχρι το σημερινό ανώτατο στάδιο του δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τωνκλάδων, των μονοπωλίων, των εθνι­κών οικονομιών, των ΚΜΚ και των ΠΠ μονοπωλίων, των περιφε­ρειακών και εξωπεριφερειακών τους ολοκληρώσεων.

Είναι καθαρό ότι και μόνο η ανάπτυξη των ΠΠΜ και των περι­φερειακών τους ολοκληρώσεων οξύνει και δίνει γιγαντιαίες διαστάσεις στους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις πιο προωθημέ­νες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού για το οικονομικό και πολιτικό μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρ­ροής.

Φτάνει να αναλογιστεί κανείς τι είδους νέες αντιθέσεις τεί­νουν να αναπτυχθούν ανάμεσα στη βορειοαμερικάνικη ολοκλή­ρωση και τη δυτικοευρωπαϊκή με αφορμή π.χ. τις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης.

Η τάση του ΠΠΚ για παγκόσμια επέκταση ξεπερνά τα όρια της περιφερειακής ολοκλήρωσης, οξύνει τις αντιθέσεις όχι μό­νο ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αλλά και τις υπάρχου­σες αντιθέσεις μέσα στις ίδιες τις γραμμές της περιφερειακής ολοκλήρωσης και των «εθνικών» ΚΜΚ συστημάτων.

Οι εποχές ειρηνικής ανάπαυλας και ανταγωνιστικών συγ­κρούσεων ανάμεσα στις ξεχωριστές ομάδες κρατών και συμμα­χικών μπλοκ του ΠΠ κεφαλαίου θα συνεχίζουν να διαδέχονται η μία την άλλη, μέσα κι έξω από τις περιφερειακές ολοκληρώ­σεις.

Δεν πρόκειται λοιπόν να βασιλεύουν αδιατάρακτα στη νέα εποχή τα περίφημα «υπερεθνικά περιφερειακά ή οικουμενικά κράτη» του καπιταλισμού, όπως ισχυρίζονται οι εκπρόσωποι του νέου αριστερού ρεφορμισμού. Αντίθετα θα ακολουθούν μια πορεία στο σχήμα: συγκρότηση-σύγκρουση-ανασυγκρότηση με νέα μορφή. Εκείνο ωστόσο που δεν μπορεί να επαναληφθεί στη νέα εποχή είναι η επιστροφή πίσω στην περίοδο του ΚΜΚ του ’60 και των αρχών του ’70, πριν διαμορφωθούν οι συνθήκες ηγεμονίας του ΠΠ κεφαλαίου και αποκτήσουν τον ιδιαίτερο δυ­ναμισμό τους οι αντίστοιχες τάσεις για τη δημιουργία κάθε εί­δους καπιταλιστικών ολοκληρώσεων. Δεν έχουμε να διαλέξου­με ανάμεσα στο «παλιό» και το «νέο» της καπιταλιστικής κοινω­νίας, αλλά ανάμεσα στο επαναστατικά νέο και στην υποταγή στο «παλιό», με τη σημερινή εκδοχή του.

2.7. Εθνικό – διεθνικό

Το ΠΠΚ δεν αντιπαραθέτει μια άλλη, δήθεν σύγχρονη και «προοδευτική» αντίληψη «διεθνοποίησης» σε βάρος των καθυ­στερημένων «εθνικών» προτεραιοτήτων μιας παλιότερης ε­ποχής.

Αντίθετα, το ΠΠΚ αντιπαραθέτει μια νέα συνολική «στενή» αντίληψη της σχέσης εθνικού-διεθνικού. Την πρωταρχικότητα του «διεθνικού» τη θεωρεί σαν υπέρτατο νόμο για να αρνηθεί τις «εθνικές» προτεραιότητες της «ανάπτυξης της κοινωνίας», την ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων, τη βελτίωση της ζωής και του ρόλου της εργατικής τάξης. Και την πρωταρχικότητα του «εθνικού» τη διατηρεί και την ενισχύει για να ελέγ­ξει προς όφελος του, προς όφελος του δικού του ΚΜΚ, τις δια­δικασίες του κοινωνικού καταμερισμού και της διεθνοποίησης. Κι αυτό σε βάρος των εργαζομένων της χώρας του και των άλ­λων χώρων, καθώς και σε βάρος των λαών των εξαρτημένων χωρών.

Η σχέση εθνικού-διεθνικού που αντιστοιχεί στα συμφέρον­τα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα, στην εποχή των πολυεθνι­κών, δεν έχει να κάνει με την υποστήριξη της θέσης της δικής της αστικής τάξης στο διεθνή καταμερισμό της στήριξης των «παλιών» στοιχείων του ΚΜΚ απέναντι στα νέα στοιχεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και διεθνοποίησης. Η σχέση αυτή πρέ­πει να αντιμετωπίζει τα αντικειμενικά στοιχεία της εξέλιξης του νέου κοινωνικού και διεθνούς καταμερισμού, καθώς και τις νέες αντιθέσεις που φέρνει η καπιταλιστική ανασυγκρότηση και η δράση των ΠΠΜ από το πρίσμα των συμφερόντων των εργαζομένων, από τη σκοπιά της ανατροπής των καπιταλιστι­κών σχέσεων σε εθνικό επίπεδο και στα πλαίσια μιας διεθνούς επαναστατικής προοπτικής.

Η τάση παραπέρα διαφοροποίησης των «2 εθνών» σε εθνική κλίμακα συνδέεται με την ενισχυμένη τάση αποκλεισμού ευρύ­τατων κοινωνικών και εθνικών περιοχών του κόσμου από τη συμμετοχή στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας και της γνώ­σης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτή η πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τη διεθνή ανάπτυξη της εργατικής τάξης, με τις τάσεις ενοποίη­σης της, με την παραπέρα σύνδεση των συμφερόντων της με τα συμφέροντα των ευρύτατων κοινωνικών και εθνικών περιο­χών σύγχρονης υπερεκμετάλλευσης.

Οι νέες εθνικές και διεθνείς συνθήκες της πάλης της εργατι­κής τάξης για την πολιτική εξουσία μπορούν να συμπυκνωθούν και να εκφραστούν με «όρους» εθνικής πάλης,σαν αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβαση σε νέο ανώτερο επίπεδο της σχέσης εθνικού-διεθνικού, που προωθούν το ΠΠ κεφάλαιο, οι πιο ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Το εργατικό κίνημα συ­νυπολογίζει τις νέες δυσκολίες που παρεμβάλλουν η διεθνής θέση του ΠΠΜ, οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, καθώς και τις νέες ανάγκες και δυνατότητες για το συντονισμό της ταξικής πάλης σε διεθνή επίπεδα. Ωστόσο, όλοι οι εξωτερικοί παράγον­τες, οι διεθνείς συνθήκες και προοπτικές μόνο μέσω της εθνι­κής πραγματικότητας τους μπορούν να αντιμετωπιστούν με κα­θοριστικό τρόπο.

Γι’ αυτά τα πλαίσια η σύνδεση των εθνικών και των διεθνών καθηκόντων της επανάστασης γίνεται πιο στενή. Ιδιαίτερα η πορεία για την πλήρη, χωρίς κινδύνους παλινόρθωσης, κυριαρ­χία των σοσιαλιστικών σχέσεων σ’όλα τα επίπεδα της κοινωνι­κής ζωής απαιτεί όλο και περισσότερο διεθνή σοσιαλιστική διά­σταση.

Η ανθρωπότητα, πέρα από τις αποικιακές και νεοαποικιακές μορφές διεθνοποίησης, πέρα από τη σημερινή μορφή της καπι­ταλιστικής ολοκλήρωσης του διεθνούς καταμερισμού των πο­λυεθνικών, της οικονομικής και τεχνολογικής εξάρτησης, των τεράστιων περιοχών καθυστέρησης, πείνας, οικολογικής κατα­στροφής και κοινωνικοπολιτικής υποβάθμισης, έχει γνωρίσει, έστω και σε εμβρυώδη κατάσταση, διαδικασίες διεθνοποίησης που στηρίζονται σε αρχές αντίθετες με τους νόμους της καπι­ταλιστικής ιδιοποίησης.

Τέτοιες διαδικασίες είχαν τη βάση τους στην Οκτωβριανή Επανάσταση, σε κοινωνίες που ξεπήδησαν μέσα από αντικαπιταλιστικές και αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Εκφράστη­καν σε μορφές αμοιβαία κοινωφελών ανταλλαγών και κοινωνι­κοπολιτικής αλληλεγγύης, απέναντι στις πιέσεις του μονοπω­λιακού κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Αν οι διαδικασίες αυ­τές από νωρίς ακρωτηριάστηκαν και στη συνέχεια χρεοκόπη­σαν μαζί με τα κοινωνικά καθεστώτα που τις γέννησαν, αν δεν κατάφεραν για μια σειρά λόγους να αναπτυχθούν σε ανώτερο επίπεδο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν. Ότι δεν αποτε­λούν ένα παράδειγμα που μπορεί να φωτίσει ακόμα και με την αντιφατικότητα του την πάλη που αναπτύσσεται σε νέες συνθή­κες για τη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής βάσης της διεθνο­ποίησης.

2.8. Αντικειμενική τάση;

Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις και οι νέοι ανταγωνισμοί που θα τις αποδιαρθρώνουν θα βαδίζουν χέρι-χέρι στη νέα επο­χή και η τύχη τους θα κρίνεται από την εξέλιξη όλων των αντι­θέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας και, πρώτα απ’ όλα, από την ανάπτυξη της πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και του κεφαλαίου.

Κατά συνέπεια η τάση για καπιταλιστική ολοκλήρωση κάθε είδους είναι αντικειμενική τάση της νέας φάσης του καπιταλι­σμού, που μπορεί να παρεμποδιστεί ουσιαστικά μόνο από την πάλη των λαών και τις αντικαπιταλιστικές επαναστάσεις των εργαζομένων, να ανατραπεί τελικά μόνο από τις διαδικασίες διεθνοποίησης πάνω σε σοσιαλιστική βάση.

Ωστόσο οι μορφές που θα παίρνουν κάθε φορά οι διαδικα­σίες ολοκλήρωσης και αντιμετώπισης των τάσεων ενότητας και σύγκρουσης των ΠΠΜ και των εθνικών κρατών είναι ζήτημα συγκεκριμένων επιλογών για την εξυπηρέτηση των συγκεκρι­μένων συμφερόντων των διαφορετικών πολυεθνικών δυνάμε­ων. Σε συνθήκες ανυπαρξίας διαδικασιών διεθνοποίησης πάνω σε σοσιαλιστική βάση, όπως συμβαίνει σήμερα, οι τάσεις για καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, καθώς και οι τάσεις των νέων ανταγωνισμών που θα τις συγκλονίζουν, θα συνοδεύουν τη νέα εποχή μέχρις ότου να σαρωθούν τελικά από τις αντικαπιταλιστικές και σοσιαλιστικές επαναστάσεις.

Το γεγονός ότι η τάση των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων έχει ως αντικειμενική βάση την ανάπτυξη του καπιταλισμού, την δράση των ΠΠΜ, δεν της προσδίδει νομοτελειακό χαρα­κτήρα ούτε προοδευτικό περιεχόμενο. Αντίθετα οι καπιταλιστι­κές ολοκληρώσεις στρέφονται κατά των συμφερόντων των ερ­γαζομένων και των εξαρτημένων χωρών, έχουν βαθύτατα αντι­δραστικό περιεχόμενο και πρέπει να ανατραπούν από την επα­ναστατική δράση των εργαζομένων.

Πώς μέσα απ’ αυτό το σύμπλεγμα των νέων τάσεων και αντι­θέσεων θα εκδηλώνεται κάθε φορά ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης; Πώς θα εμφανίζονται οι νέες αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις διάφορες ομάδες κρατών, τις ιμπεριαλιστικές χώρες; Και αντίστοιχα: Πώς και πού θα διαμορφώνονται οι αδύνατοι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα για την αντικαπιταλιστική επανάσταση; Όλα αυτά δεν είναι θέμα μιας γενικής θεωρητικής συνταγής, αλλά συγκεκριμένης ανά­λυσης της συγκεκριμένης κατάστασης και του συσχετισμού των δυνάμεων.

  1. ΣΧΕΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Η εμφάνιση των ΠΠΜ έχει αντικειμενικό χαρακτήρα σαν α­ναπτυγμένη σχέση παραγωγής και κυριαρχίας στην καπιταλι­στική κοινωνία, είναι αποτέλεσμα των νόμων ανάπτυξης των αντιθέσεων του καπιταλισμού, των νόμων κίνησης του κεφα­λαίου συνολικά. Τα ΠΠΜ είναι η βασική μορφή ποιοτικής ανάπτυξης της κρατικομονοπωλιακής σχέσης παραγωγής, είναι γέννημα αλλά και δύναμη στήριξης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και γενικά του καπιταλισμού με νέο τρόπο.

Τα ΠΠΜ εκφράζουν μια χωρίς προηγούμενο επέκταση της διαδικασίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιδιοποί­ησης που οξύνει στο έπακρο τη βασική αντίθεση κι όλες τις άλ­λες αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η οικονομική λειτουργία του ΠΠΜ και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασμένα από τον τρόπο που ασκούν την πολιτική τους. Το ΠΠΜ, οι καπι­ταλιστικές ολοκληρώσεις δεν μπορεί παρά να δρουν στη σφαί­ρα της πολιτικής με ένα στο έπακρο αντιδραστικό, αντιδημο­κρατικό τρόπο. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές πολιτικές παραλ­λαγές διαχείρισης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και των συμφερόντων των ΠΠΜ, όμως η ουσία τους και το βασικό περιεχόμενο τους παραμένει αντεργατικό, αντιδραστικό, αντι­δημοκρατικό, νεοσυντηρητικό. Αυτό αποδείχτηκε στη δεκαετία του ’80, ιδιαίτερα μετά το 1985, στην Ευρώπη και στη χώρα μας, με την ουσιαστική σύμπτωση στις βασικές πολιτικές επιλογές όλων των δυνάμεων που στηρίζουν την καπιταλιστική ανασυγ­κρότηση — από τη νεοσυντηρητική δεξιά και το σοσιαλρεφορμισμό μέχρι το νέο αριστερό ρεφορμισμό.

3.1. Η κορυφή της πυραμίδας

Τα ΠΠΜ σήμερα αποτελούν την κορυφή της πυραμίδας του κεφαλαίου στο ΚΜΚ σύστημα, γενικά στο καπιταλιστικό σύστη­μα. Αναπτύσσονται στα πλαίσια του ΚΜΚ, της σημερινής εξέλι­ξης του καπιταλιστικού σχηματισμού, αποτελούν την πιο ισχυ­ρή του δύναμη, αλλά λειτουργούν στο εσωτερικό των νόμων κίνησης του.

Στα πλαίσια του ΚΜΚ συστήματος συντελείται η διαδικασία αλληλοδιαπλοκής σε ανώτερο επίπεδο των μονοπωλιακών ε­νώσεων «εθνικής προέλευσης» με το επενδυμένο στην εσωτε­ρική αγορά ξένο κεφάλαιο και τα παραρτήματα και τις θυγατρι­κές των διεθνών ενώσεων. Στη δεκαετία του 70 οι πολυεθνικές με τις θυγατρικές τους παρεμβαίνανε στις διαδικασίες του «ε­θνικού κράτους» για την εξυπηρέτηση της ιδιαίτερης πολιτικής τους (προνόμια, κίνητρα κ.λπ., π.χ. ΠΕΣΙΝΕ στη χώρα μας). Σήμερα, στη δεκαετία του ’90, οι θυγατρικές και τα παραρτήματα των πολυεθνικών προωθούν παραπέρα την πιο στενή αλληλοσύνδεσή τους με τις ντόπιες μονοπωλιακές ενώσεις και τις λει­τουργίες του εθνικού αστικού κράτους.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’80, με τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές, επιτείνεται παράλληλα μια διττή διαδικασία, «ε­θνικοποίησης» του πολυεθνικού κεφαλαίου και διεθνοποίησης του «εθνικού». Το αποτέλεσμα φυσικά δεν είναι η κατάργηση του ΚΜΚ, του εθνικού καπιταλιστικού σχηματισμού ή αντίστροφα η ανάπτυξη τους με τον παλιό τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι η παραπέρα ανάπτυξη των ΠΠΜ, η συνύφανσή τους με το αστι­κό «εθνικό κράτος», η παραπέρα ανάπτυξη του συνολικού κε­φαλαίου, η διαδικασία προσανατολισμού τους στις ανάγκες των ΠΠΜ, των συμμαχιών τους και των οικονομικοπολιτικών τους ολοκληρώσεων.

Το ΠΠΜ αποτελεί πλέον την ηγεμονική κατηγορία του ΚΜΚ, του κεφαλαίου συνολικά. Κανένα «εθνικό κράτος», ακόμα και το πιο ισχυρό, δεν ανάπτυσσες πλέον τα χαρακτηριστικά του με τον παλιό τρόπο. Στις ίδιες τις ΗΠΑ μπορεί να εντοπίσει κα­νείς τις τεράστιες αντιθέσεις που επιβάλλει αυτή η νέα κατά­σταση, π.χ. τα δημοσιονομικά και κρατικά ελλείμματα.

Οι αναπροσαρμογές όλων των παραγωγικών κοινωνικών σχέσεων προς όφελος του κεφαλαίου κινούνται αντικειμενικά με γνώμονα την ηγεμονική θέση του ΠΠ κεφαλαίου, και μάλι­στα των πιο ισχυρών τμημάτων του. Οι σχέσεις π.χ. ιδιωτικού και δημόσιου τομέα τροποποιούνται ριζικά όχι προς όφελος γενικά του ιδιωτικού, της αγοράς κ.λπ. ή σε βάρος του δημόσιου, αλλά προς όφελος των νέων επενδυτικών δυνατοτήτων και α­ναγκών των πιο προωθημένων τμημάτων του ΠΠ κεφαλαίου, στα πλαίσια του νέου κοινωνικού και διεθνούς καταμερισμού της παραγωγής. Έτσι, στη χώρα μας π.χ. η κρατικοποίηση της Ολυμπιακής ή ενός τμήματος του τραπεζικού συστήματος, που είχε θεωρηθεί αναγκαία σε παλιότερες εποχές για την αναπα­ραγωγή του ΚΜΚ συστήματος, καταργείται σήμερα όχι με την επιστροφή αυτών των τομέων σε κάποιον Ωνάση ή Ανδρεάδη. αλλά με την παράδοση τους σε ομίλους ΠΠΜ που μπορούν να τους εντάξουν «αποδοτικά» στο γενικότερο επενδυτικό και πα­ραγωγικό σχεδιασμό τους.

3.2. Κατάργηση της αστικής κυριαρχίας

Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η επέκταση των ΠΠΜ επιβάλλει σημαντικές τροποποιήσεις στην αλληλοσύνδεση της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολο­γίας. Ενισχύεται ο πολιτικός και ιδεολογικός ζυγός των μονο­πωλίων της αστικής τάξης απέναντι στην εργατική τάξη, την «κοινωνία» των εργαζομένων, σε εθνική και διεθνή κλίμακα.

Η σύνδεση του ΠΠ κεφαλαίου των εθνικών κρατών με τις καπιταλιστικές οικονομικές και πολιτικές ολοκληρώσεις απο­τελεί ανώτερη μορφή της καπιταλιστικής διεθνοποίησης που εντείνει την ανασυγκρότηση σε αντιδραστική κατεύθυνση ό­λων των παραγωγικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων.

Ο πολιτικός παράγοντας παίζει αποφασιστικό ρόλο σ’ όλη αυτή την εξέλιξη, όχι μόνο της πολιτικής, αλλά και της οικονομικής ολοκλήρωσης.

Επειδή η «ολοκλήρωση» κάποιου «υπερεθνικού κράτους» σε περιφερειακή και φυσικά σε παγκόσμια κλίμακα είναι αδύ­νατη στον καπιταλισμό, γι’ αυτό το λόγο η πάλη για τη συμμετο­χή μιας χώρας στο διεθνή καταμερισμό με όρους εθνικής ανε­ξαρτησίας και διεθνισμού σε ανώτερο επίπεδο είναι δυνατή, με την προϋπόθεση της κατάργησης της κυριαρχίας του ΠΠ κεφαλαίου και του ΚΜΚ, της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε εθνικό επίπεδο.

Σε αυτά τα πλαίσια, η πολιτική και οι διαδικασίες της πολιτι­κής αποδέσμευσης από τον εκμεταλλευτικό καταμερισμό της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης είναι οι παράγοντες που αποφα­σίζουν τελικά και για τις διαδικασίες της οικονομικής αποδέ­σμευσης και για τον παραγωγικό οικονομικό αναπροσανατολι­σμό μιας χώρας στα πλαίσια του διεθνούς καταμερισμού.

3.3. Ο συσχετισμός των δυνάμεων

Στη δεκαετία του ’80, παρ’ όλα όσα λέγονται, ο ρυθμός ανάπτυ­ξης του καπιταλιστικού κόσμου ήταν σχετικά μικρότερος σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία: οι αναπτυγμένες χώρες διατήρησαν έναν σχετικά παρόμοιο ρυθμό αύξησης γύρω στο 3%. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, πλην των νεοβιομηχανικών, παρουσίασαν μείωση ή στασιμότητα. Απόλυτη πτώση σημείω­σαν οι ανατολικές χώρες. Η εικόνα αυτή προβλέπεται να συνε­τιστεί χωρίς σημαντικές αλλαγές και στην τρέχουσα δεκαετία.

Νέες ζώνες υποβάθμισης, περιθωριοποίησης και παρακμής σχηματίζονται στις μεσαίες και στις αναπτυγμένες καπιταλι­στικές χώρες. Ολόκληρα έθνη μ’ ένα τρόπο περνάνε στο περι­θώριο.

Το παγκόσμιο χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών καταρρί­πτει κάθε ρεκόρ.

Αλλάζει ο συσχετισμός ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα σε βάρος των ΗΠΑ. Η γερμανική ενοποίηση τείνει να εξελιχθεί σε νέο αυτοτελή δυναμικό παράγοντα στους διεθνείς συσχετι­σμούς. Η Ανατολική Ευρώπη και η Σοβιετική Ένωση εξελίσσον­ται σε πολύτιμη οικονομική και πολιτική εφεδρεία του καπιταλι­στικού συστήματος. Τα ΠΠΜ αναδεικνύονται σε αποφασιστικό παράγοντα της εθνικής και διεθνούς ζωής.

Αυτή είναι η εικόνα του κόσμου. Αυτή την πραγματικότητα καλείται να ανατρέψει το επαναστατικό κίνημα.

3.4. Τα ιμπεριαλιστικά κέντρα

Τα γιγαντιαία και σε μεγάλο βαθμό ετερόκλητα συμμαχικά μπλοκ των πιο προωθημένων τμημάτων του ΠΠΚ, οι διαχωρι­στικές γραμμές των αντίπαλων -στρατοπέδων» ανάμεσα στις κάθε λογής κλαδικές οικονομικοπολιτικές διεθνείς ενώσεις του κεφαλαίου, βρίσκονται σήμερα σε μια νέα διαδικασία ανα­διαμόρφωσης και αποκρυστάλλωσης. Ασφαλώς το σχήμα του ανταγωνισμού των 3 ιμπεριαλιστικών κέντρων δεν έχει βέβαια ξεπεραστεί από την τάση των πολυεθνικών για υπέρβαση όχι μόνο των εθνικών αλλά και των περιφερειακών ορίων. Εντού­τοις όλο και πιο δύσκολα το σχήμα αυτό μπορεί να περιγράψει τις νέες θυελλώδεις ανακατατάξεις στο σύστημα των συμμα­χιών και των αντιθέσεων του ΠΠ κεφαλαίου και των ιμπεριαλι­στικών χωρών. Οι ανακατατάξεις αυτές τείνουν να κλονίσουν το σημερινό στάτους κβο όχι μόνο στην παγκόσμια διάταξη των δυνάμεων, αλλά και σε κάθε γωνιά της γης, σε κάθε περιφέ­ρεια, σε κάθε εθνική ενότητα.

Και οπωσδήποτε οι αντιθέσεις, που ασφαλώς διατηρούνται και από πολλές πλευρές οξύνονται ανάμεσα στα 3 ιμπεριαλιστι­κά κέντρα, δεν δρουν με τους «παραδοσιακούς» τρόπους και μορφές και ούτε εκδηλώνονται στα ίδια πεδία σύγκρουσης της δεκαετία του ’70. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ ελέγ­χουν το μεγαλύτερο μέρος των ξένων επενδύσεων, αλλά εξα­σθενεί η γενική σημασία τους. Οι ΗΠΑ, από πρώτη δύναμη εξα­γωγής κεφαλαίου μέσω των ΠΠΜ, μετατρέπονται σε πρώτη χώ­ρα υποδοχής επενδύσεων από ξένες πολυεθνικές. Από τον έ­λεγχο του 50% του αποθέματος των ξένων επενδύσεων στην αρχή της δεκαετία του 70, φτάσανε στο 30% στην αρχή του ’90. Αντίθετα η Ιαπωνία στη δεκαετία του ’80 σχεδόν διπλασίασε τη συμμετοχή της στον έλεγχο των ξένων επενδύσεων. Χαμη­λότερη αύξηση είχε η Δυτική Ευρώπη. Παρατηρούμε δηλαδή ότι στη δεκαετία του ’80 ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης μεταβάλλει τις σχέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Ο ηγεμονικός ρόλος των ΗΠΑ υποχωρεί αργά αλλά σταθερά. Η οικονομική τους δύναμη φθίνει προς όφελος της Ιαπωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, της ΕΟΚ. Ωστόσο οι ΗΠΑ διατηρούν κι ενισχύουν την πολιτικοστρατιωτική τους κυριαρχία.

Η Ιαπωνία είναι το κέντρο που διαθέτει, όπως είναι γνωστό, το μεγαλύτερο δυναμισμό. Αν το 1960 στο σύνολο του ΑΕΠ των 3 ιμπεριαλιστικών κέντρων αντιστοιχούσε 61 % στις ΗΠΑ, 34% στην ΕΟΚ και 5% στην Ιαπωνία, το 1990 τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 40% γιο τις ΗΠΑ, 37% για την ΕΟΚ και 23% για την Ια-

3.5. Οι ΗΠΑ νικητές του«ψυχρού» πολέμου»

Παρόλο που η ανάπτυξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων της ΕΟΚ και της Ιαπωνίας κάνει να φαίνεται μικρότερη η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ, κανείς δεν είναι δυνατό να αγνοήσει τις πολιτικοστρατιωτικές συνέπειες του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ βγήκαν νικητές στον ψυχρό πόλεμο.

Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν με αποτελεσματικότητα τον αντα­γωνισμό των εξοπλισμών όχι μόνο για να γονατίσουν τελικά τη σοβιετική οικονομία και να οδηγήσουν την ΕΣΣΔ στην υπο­ταγή, αλλά και για να πετύχουν αναδιανομή του πλούτου και μέσα στις ΗΠΑ. Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα κατόρθωσε να παίξει ικανοποιητικά το ρόλο του μοτέρ της αμερικάνι­κης οικονομίας για μια ολόκληρη περίοδο, με τελικό αποτέλεσμα την ενίσχυση της κυριαρχίας της ολιγαρχίας των ΗΠΑ στο εσωτερικό της χώρας και την επικράτηση του νεοσυντηρητισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, η συντριπτική στρατιωτική υπεροπλία των ΗΠΑ απέναντι στην Ιαπωνία και την ΕΟΚ είναι παράγοντας εξαιρετικής κρισιμότητας, που η σημασία του θα φανεί πολύ σύντομα όταν θα οξυνθούν οι αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα ―πολύ περισσότερο που η σταδιακή εξαφάνιση της ΕΣΣΔ ως αντίπαλου δέους θα πάψει να τα συνενώνει εναντίον της.

Εξάλλου, οι ΗΠΑ κάθε άλλο παρά μένουν με σταυρωμένα χέρια στον οικονομικό τομέα απέναντι στους ανταγωνιστές τους.

Ενάμιση χρόνο μετά τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με­ταξύ ΗΠΑ – Καναδά, στις 11 Ιουνίου, οι πρόεδροι Μπους και Σαλίνας του Μεξικού ανακοίνωσαν την πρόθεση τους να επιδιώ­ξουν μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ-Μεξικού. Εάν κά­τι τέτοιο επιτευχθεί, τότε αυτή η «ΕΟΚ» της Β. Αμερικής, ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικού θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη ολοκλήρωση του κόσμου, με έναν πληθυσμό 350 εκατομμυρίων και συνολικό ΑΕΠ ύψους 6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, έναντι μόλις 4,8 τρισ. της ΕΟΚ. Η οικονομική και τεχνολογική ισχύς των ΗΠΑ, συνδυασμένη με το φθηνό, πλεονάζον εργατικό δυναμικό του Μεξικού και τις τεράστιες, αναξιοποίητες φυσικές πλουτοπα­ραγωγικές πηγές του έρημου από ανθρώπους Καναδά υπό­σχονται πολλά για τις ΗΠΑ.

Επίσης, οι ΗΠΑ έχουν μπει ευθύς εξαρχής και στις πρώτες κινήσεις για την προώθηση της περιφερειακής ολοκλήρωσης της Λεκάνης του Ειρηνικού, που προοπτικά, αν πραγματοποιη­θεί η ολοκλήρωση αυτή, θα είναι η σημαντικότερη του πλανήτη, καθώς θα συμπεριλάβει τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και όλες τις νέες βιομηχανικές χώρες (Ταϊβάν, Ν. Κορέα. Χονγκ-Κονγκ κ.λπ.), μαζί και τον Καναδά και το Μεξικό.

3.6. Η θέση μας απέναντι στην ΕΟΚ

Οι εξελίξεις στην ΕΟΚ τα τελευταία χρόνια είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικές και πειστικές μορφές εκδήλωσης τόσο του αντι­φατικού χαρακτήρα, όσο και των περιορισμένων ορίων της κα­πιταλιστικής πολιτικο-οικονομικής διεθνοποίησης και των συ­νεπειών της, που επιτείνουν αλματωδώς την ανισόμετρη ανά­πτυξη.

Η κρίση ολοκλήρωσης της ΕΟΚ τα πρώτα χρόνια της δεκαετία του ’80 βρήκε την προσωρινή λύση της με την Ενιαία Πράξη του Λουξεμβούργου στα τέλη του 1985, που έδωσε πραγματική ώθηση στην πολιτικο-οικονομική ολοκλήρωση, καταλήγοντας στον αναγκαίο συμβιβασμό ανάμεσα στην οικονομική παντοδυ­ναμία της Δ. Γερμανίας, τον ηγετικό πολιτικό ρόλο του γαλλο­γερμανικού άξονα και την παραχώρηση αξιοσημείωτης, εντός ορισμένων πλαισίων βέβαια, σχετικής αυτονομίας στη βρετανι­κή ολιγαρχία. Η Ενιαία Πράξη του Λουξεμβούργου επιτάχυνε την πορεία της Ευρώπηςτων δύο ταχυτήτων — από τη μια το γερμανο-γαλλο-αγγλικό διευθυντήριο, η Ιταλία και οι χώρες της Μπενελούξ και από την άλλη οι υπόλοιπες περιφερειακές χώρες των «12» — και καθόρισε τον υλοποιούμενο στόχο του 1992.

Δεν πέρασαν όμως ούτε 4 χρόνια πορείας υλοποίησης των συμφωνιών του 1985 και ήδη αυτές σαρώνονται από την επέλα­ση της αναδυόμενης γερμανικής υπερδύναμης, που επωφελού­μενη από την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σο­σιαλισμού» επιβάλλει τον καταθλιπτικά κυρίαρχο ρόλο της α­κόμη και στο διευθυντήριο της ΕΟΚ. Έτσι, όχι μόνο προβάλλει πια το φάσμα τριών κύκλων χωρών-μελών της ΕΟΚ ή χωρών συνδεμένων κι εξαρτημένων απ’ αυτήν, αλλά και οι διευθυντι­κοί εταίροι της Γερμανίας υποχρεώνονται να αποσύρουν κάθε αντίρρηση τους που στέκεται εμπόδιο στην υλοποίηση ενδεχό­μενων γερμανικών επιδιώξεων. Τώρα πλέον προωθούνται μόνο εκείνες οι πλευρές της ΕΟΚικής ολοκλήρωσης που δεν αντιτί­θενται στη χρησιμοποίηση της ΕΟΚ ως μέσου επέκτασης της γερμανικής επιρροής, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει σταδιακά και η εμφάνιση ΕΟΚικών αποφάσεων, που υπηρετούν ευθέως τους γερμανικούς στόχους. Η ρομαντική μπλε σημαία με τα 12 αστέ­ρια της ΕΟΚ ξεθωριάζει και βάφεται όλο και περισσότερο στο μαύρο, κίτρινο και κόκκινο της Γερμανίας.

Τα γεγονότα που το αποδεικνύουν πληθαίνουν. Το βελγικό φράγκο, π.χ., παρόλο που συμμετέχει στο ευρωπαϊκό νομισμα­τικό σύστημα, συνδέθηκε επίσημα αποκλειστικά με το μάρκο. όπως ανακοίνωσε η κυβέρνηση της χώρας. Το φθινόπωρο, όταν η κεντρική τράπεζα της Δ. Γερμανίας ανακοίνωσε αύξηση των επιτοκίων, «η εθνική ανεξαρτησία των υπόλοιπων χωρών της ΕΟΚ διήρκεσε μόλις οχτώ ώρες (!)», όπως δήλωνε με πίκρα Βρε­τανός επίσημος — τόσες μόνο ώρες χρειάστηκαν για να υπο­χρεωθούν οι κεντρικές τράπεζες όλων των υπόλοιπων χωρών της ΕΟΚ να αναπροσαρμόσουν τα εθνικά επιτόκια.

Η συμφωνία που υπέγραψαν στο Σένγκεν του Λουξεμβούρ­γου στις 19 Ιουνίου οι εκπρόσωποι της Γερμανίας, της Γαλλίας και των χωρών της Μπενελούξ για κατάργηση των συνοριακών ελέγχων είναι διπλά χαρακτηριστική για τις τελευταίες εξελί­ξεις στην ΕΟΚ. Πρώτο, δείχνει την πρόθεση του βασικού πυρή­να της ΕΟΚ, εκείνου της «πρώτης ταχύτητας», να προωθήσει την ιδιαίτερη ολοκλήρωση του, ανεξάρτητα από την πορεία υ­λοποίησης των στόχων του ήδη ξεπερασμένου 1992. Δεύτερο, το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή ήταν έτοιμη να υπογραφεί το Δεκέμβρη του 1989 και σταμάτησε την τελευταία στιγμή, καθώς οι υπόλοιποι τέσσερις αρνήθηκαν τότε να δεχτούν τη δυτικο-γερμανική απαίτηση να συμπεριληφθεί στη συμφωνία και το έ­δαφος της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ τώρα οι «4» υπέκυψαν στη γερμανική αξίωση, δείχνει προς τα πού εξελίσσονται τα πράγματα.

Η κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλι­σμού» στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η έναρξη της πο­ρείας καπιταλιστικής παλινόρθωσης σε αυτές τις χώρες και η εκλογή στις περισσότερες απ’ αυτές συντηρητικών κυβερνήσε­ων δημιουργούν νέες δυνατότητες επέκτασης τόσο της ΕΟΚικής ολοκλήρωσης, όσο και της ιδιαίτερης ενίσχυσης του γερ­μανικού κεφαλαίου που κατέχει προνομιακή θέση στις χώρες αυτές. Φυσικά, είναι εντελώς παράλογο να θεωρηθεί …«προο­δευτική» εξέλιξη η προοπτική επέκτασης της σφαίρας δράσης των ΠΠΜ στην Ανατολική Ευρώπη και να επιχειρηθεί με βάση την εξέλιξη αυτή η στήριξη της θέσης ότι η ΕΟΚ αλλάζει προς προοδευτικές κατευθύνσεις, όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ με το προσχέδιο των θέσεων για το 13ο Συνέδριο του.

Αντίθετα, επειδή η ΕΟΚ δεν δημιουργήθηκε μόνο για να ενι­σχύσει τη θέση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στη σύγκρουση του με τις άλλες δύο ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, αλλά ταυτό­χρονα και σαν οργανισμός προάσπισης των συμφερόντων της ολιγαρχίας απέναντι στην εργατική τάξη και τους άλλους ερ­γαζόμενους, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η υποταγή της Ανατολικής Ευρώπης στο δυτικοευρωπαϊκό καπιταλισμό απο­τελεί σοβαρό πλήγμα για το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα.

Το σύνθημα για «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι», με βάση τις πολιτι­κές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν ήδη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και ανεξάρτητα από τις αρχικές προθέσεις του Γκορμπατσόφ, στις πιο πολλές περι­πτώσεις εκφράζει τώρα πια τις ουτοπικές για τις περισσότερες, και ρεαλιστικές μόνο για μερικές, φιλοδοξίες των κυρίαρχων τάξεων που αναρριχήθηκαν στην εξουσία στις χώρες του «υ­παρκτού σοσιαλισμού» να συμμετάσχουν στην ευρωπαϊκή κα­πιταλιστική ολοκλήρωση. Σε αντάλλαγμα προσφέρουν μεγάλη ελευθερία δράσης, με πολύ ευνοϊκούς όρους, στο ξένο κεφά­λαιο και μια εργατική τάξη με υψηλή ειδίκευση πάμφθηνη, συν­δικαλιστικά ανοργάνωτη και σε πολλές περιπτώσεις με ισχυρό­τατες αντιαριστερές προκαταλήψεις. Είναι άμεσος ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν από το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο οι ερ­γάτες της Ανατολικής Ευρώπης σαν «Πακιστανοί της Ευρώ­πης», για να αφαιρεθούν κατακτήσεις από τη δυτικοευρωπαϊκή εργατική τάξη. Το φαινόμενο αυτό ήδη παρουσιάστηκε και στην περιθωριακή Ελλάδα, με τη μεγάλη κάθοδο Πολωνών ερ­γατών, Ρώσων ναυτεργατών κ.λπ.

3.7. Η Ελλάδα και η ΕΟΚ

Οι αλλαγές που γίνονται στην ΕΟΚ ωθούν την Ελλάδα ακό­μη περισσότερο στο περιθώριο, στον «τρίτο κύκλο» των εξαιρε­τικά υποβαθμισμένων περιφερειακών μελών. Όμως, ό,τι και να γίνεται, η ελληνική ολιγαρχία δεν έχει άλλη επιλογή από την προσκόλληση της στην ΕΟΚ. Μια κεφαλαιοκρατική Ελλάδα, μια κοινωνία υποταγμένη στην κυριαρχία του ΚΜΚ και του ΠΠΚ, δεν είναι νοητή έξω από τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις με οποιαδήποτε μορφή.

Από τη σκοπιά της, η ελληνική ολιγαρχία έχει δίκιο. Δεν υ­πάρχει αμφιβολία ότι η πρόσδεση της στην ΕΟΚ επιφέρει τη διεθνή υποβάθμιση της χώρας, η οποία στις συνθήκες που δια­μορφώνονται σήμερα απειλεί να προσλάβει δραματικό χαρα­κτήρα. Άλλωστε, ακόμη και στα «ρόδινα» χρόνια της δεκαετίας του ’80, η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ συντέλεσε στο να διολισθήσει η χώρα από το 58% του μέσου όρου του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της ΕΟΚ που είχε το 1980, στο 51 % το 1989. Τώρα τα πράγματα θα χειροτερεύσουν.

Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει κανείς ότι παρόλο που η υπο­ταγή της ελληνικής ολιγαρχίας στο ξένο κεφάλαιο υποβαθμί­ζει τη χώρα, ταυτόχρονα η υποταγή της στο ξένο κεφάλαιο τη δυναμώνει απέναντι στον εσωτερικό της εχθρό, την εργατική τάξη, Η ελληνική εργατική τάξη βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη στο μεγαλύτερο παρά ποτέ βαθμό όχι μόνο με την ισχύ της ντό­πιας ολιγαρχίας, αλλά και με την ισχύ που της δίνει η διαπλοκή του ελληνικού κεφαλαίου με το ΠΠΚ, με τις διεθνείς της «πλά­τες». Αποτελεί πλέον αποτέλεσμα εμπειρίας και όχι μόνο θεω­ρητικής πολιτικής πρόβλεψης το συμπέρασμα ότι η πάλη της εργατικής τάξης γίνεται πιο δύσκολη στα πλαίσια της ΕΟΚ απ ό,τι στα εθνικά πλαίσια. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από τη στα­διακή καθυπόταξη των αντιεοκικών διαθέσεων μεγάλου μέ­ρους του λαού. από την πλήρη υποταγή στην πολιτική της ΕΟΚ του ΠΑΣΟΚ αρχικά και του ΚΚΕ σήμερα και τέλος, το κυριότε­ρο, από την ενίσχυση της ελληνικής ολιγαρχίας σε τέτοιο βαθ­μό, ώστε να μπορεί να εφαρμόζει χωρίς ουσιαστική αντίσταση όλη αυτή τη λαίλαπα των αντεργατικών-αντιλαϊκών μέτρων που υλοποιεί η κυβέρνηση της ΝΔ. Αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε εξηγείται μόνο από τις πραγματικά κολοσσιαίες πολιτικές ευ­θύνες του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ και την απομάκρυνση τους από την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, ακόμα και των μεσαίων στρωμάτων με ριζοσπαστικές διαθέσεις.

Όσο ζωτική, λοιπόν, είναι για την ολιγαρχία η σύνδεση της με την ΕΟΚ, άλλο τόσο ζωτική είναι για την εργατική τάξη η αποδέσμευση της χώρας απ’ αυτήν. Το ζήτημα της ΕΟΚ είναι πια τόσο καθοριστικής σημασίας, που δεν μπορεί παρά να συν­δέεται αναπόσπαστα με το ίδιο το ζήτημα της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμά­χους της. Είναι φανερό ότι το εργατικό κίνημα πρέπει όχι μόνο να παλεύει για την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΟΚ, αλλά και να συνδέσει άρρηκτα την προοπτική της αποδέσμευσης με την αντικαπιταλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική προο­πτική. Διαφορετικά, κάθε πάλη για την αποδέσμευση θα μένει μετέωρη, χωρίς πολιτικό αντίκρισμα.

Το ότι η ελληνική ολιγαρχία έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ και δημιούργησε έτσι δυσκολότερες συνθήκες πάλης για την ερ­γατική τάξη δεν είναι σε καμιά περίπτωση λόγος παραίτησης από την πάλη αυτή. Και είναι βέβαια ένας εύσχημος τρόπος πα­ραίτησης η υποστήριξη της θέσης ότι μια και μας έβαλαν στην ΕΟΚ, το μόνο που απομένει για την Αριστερά είναι «να επεξερ­γαστεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αναπτυξιακών αιτημάτων και στόχων για τις σχέσεις Ελλάδας και Κοινότητας και να τοδιεκδικήσει μέσα στην Κοινότητα», όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ στις Θέσεις του.

Εμείς θα αγωνιστούμε φυσικά μαζί με το ευρωπαϊκό προλε­ταριάτο για να περιορίσουμε τις καταστρεπτικές συνέπειες της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης, όχι βέβαια με «αναπτυξιακά αι­τήματα προς της ΕΟΚ», αλλά με τελικό κοινό στόχο την ανατροπή της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης και την εδραίωση μιας α­ναπτυγμένης σοσιαλιστικής βάσης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Ωστόσο, αυτό δε φτάνει. Το ζήτημα της ΕΟΚ θα κριθεί σε εθνικό επίπεδο, γι’ αυτό και ο στόχος για αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΟΚ θα κριθεί εδώ, με την πάλη της εργατικής τάξης μέσα στη χώρα, και όχι με την προσμονή κάποιας συνολι­κής κατάργησης της ΕΟΚ από την εργατική τάξη όλων των ευ­ρωπαϊκών χωρών ταυτόχρονα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο στόχος της αποδέσμευσης της Ελλάδας από την ΕΟΚ υπηρετεί πρωταρχικά τα συμφέροντα των Ελλήνων εργαζομένων, αν και είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι η επίτευξη του θα διευκολύνει και την πάλη του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος.

  1. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

4.1. Ο ιμπεριαλισμός σήμερα

Οι θεωρητικοί της περεστρόικα και του νέου αριστερού ρεφορμισμού αντιμετωπίζουν τα νέα φαινόμενα της διεθνούς ε­πέκτασης και του νέου κοινωνικού καταμερισμού σε συνθήκες ανάπτυξης των ΠΠΜ κυρίως σαν μια αντικειμενική προοδευτι­κή διαδικασία που υλοποιείται ωστόσο κάτω από την ηγεμονία των νεοσυντηρητικών πολιτικών δυνάμεων.

Στην εποχή της πιο προωθημένης και παγκόσμιας αλληλοσύνδεσης της οικονομίας με την πολιτική και την ιδεολογία, αποσπούν την πολιτική των μονοπωλίων του ΠΠ κεφαλαίου α­πό την οικονομία του, μιλώντας για τη νέα συντηρητική πολιτι­κή σαν την πολιτική που επιλέγει δήθεν το πιο ισχυρό τμήμα του κεφαλαίου και του ΚΜΚ. Στη συνέχεια αντιπαραθέτουν σ’ αυτήν μιαν άλλη πιθανή κατά τη γνώμη τους, αστική πολιτική πάνω στην ίδια βάση της διατήρησης της κυριαρχίας του ΠΠ κεφαλαίου και της προώθησης των διαδικασιών της καπιταλι­στικής ανασυγκρότησης.

Αυτή την άλλη πολιτική, που φιλοδοξούν να την επιβάλουν με τη «δύναμη» της νέας σκέψης και του ρεφορμιστικού μπλοκ, την ονομάζουν «εναλλακτική δημοκρατική λύση» ή προοδευτι­κή εναλλακτική λύση σε διάφορες παραλλαγές.

Το μεγάλο κεφάλαιο, τα ΠΠΜ, η αλληλοσύνδεση του ΚΜΚ με τις υπερεθνικές ολοκληρώσεις στο επίπεδο της οικονομίας μπορούν να συμβιβαστούν, κατά τη γνώμη τους, μ’ ένα μη συν­τηρητικό αντεργατικό αντιλαϊκό τρόπο δράσης στην πολιτική. Με την εναλλακτική δημοκρατική λύση που προτείνουν ο Οκέτο, ο Κράσιν, ο Γκορμπατσόφ και στη χώρα μας η ΕΑΡ, με τελευ­ταία την ηγεσία του ΚΚΕ.

Σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, η καπιταλιστική ανασυγ­κρότηση όλων των παραγωγικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολι­τιστικών σχέσεων, καθώς και της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής μπορεί με την παρέμβαση της «Ευρωαριστεράς», π.χ., να αποκτήσει δημοκρατικό περιεχόμενο προς όφελος των εργα­ζομένων, χωρίς ωστόσο να θιχτεί η εξουσία του ΠΠ κεφαλαίου και του αστικού κράτους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Έτσι το νέο που φέρνει η καπιταλιστική ανασυγκρότηση στις καπιταλιστικές σχέσεις γίνεται στην πραγματικότητα το ουσιαστικό περιεχόμενο της ανανέωσης της αριστερής τακτι­κής και στρατηγικής απέναντι στις «παλιές» μορφές οργάνω­σης του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών σχέσεων. Η επίση­μη αριστερά προβάλλει έτσι σαν «εθνική» δύναμη προώθησης της ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού ολόκληρης της καπι­ταλιστικής κοινωνίας.

Αντίστοιχα ο επαναστατικός πυρήνας της λενινιστικής θεω­ρίας για τον ιμπεριαλισμό αναιρείται στο όνομα των νέων δεδο­μένων της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της καπιταλιστι­κής διεθνοποίησης.

Τα νέα στοιχεία που φέρνει στις διεθνείς οικονομικοπολιτικές σχέσεις η επέκταση του ΠΠ κεφαλαίου χρησιμοποιούνται εντελώς ανεστραμμένα κι επιλεκτικά για να δικαιολογήσουν την άρνηση του χαρακτήρα και της φύσης του ιμπεριαλισμού και όχι για να εμβαθύνουν στα σύγχρονα χαρακτηριστικά του. Οι επίσημοι θεωρητικοί της σοβιετικής γραφειοκρατίας φτά­νουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι οι εξαρτημένες χώρες, π.χ., δεν υποφέρουν από την επέκταση της κυριαρχίας του ιμ­περιαλισμού αλλά από την έλλειψη βαθύτερων σχέσεων με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

4.2. «Ακμή» και παρακμή

Εντούτοις όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι στη σημερινή φάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εντεί­νονται στο έπακρο με νέες μορφές όλα τα οικονομικά, πολιτικά χαρακτηριστικά και οι αντιθέσεις του ιμπεριαλιστικού συστή­ματος εκμετάλλευσης.

Η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση και διεθνοποίη­ση της παραγωγής και στην ατομική ιδιοποίηση των αποτελε­σμάτων της παίρνει κυριολεκτικά αβυσσαλέες διαστάσεις. Πά­νω σ’ αυτή τη βάση οξύνεται και μετασχηματίζεται το φαινόμε­νο της «ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού».

Το Π Π μονοπώλιο δημιουργεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο δυνάμεις που τείνουν να σπάσουν το «καπιταλιστικό περίβλη­μα». Προωθείται έτσι η τάση ιστορικής διάλυσης του καπιταλι­σμού, όπου για ένα απροσδιόριστης διάρκειας χρονικό διάστη­μα συνδυάζονται και εναλλάσσονται με ασύγκριτα μεγαλύτερη βιαιότητα οι περιοδικοί και μακριοί κύκλοι πτώσης και ανόδου, στασιμότητας και ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής.

Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από κάθε άλλη περίοδο, ενισχύεται η τάση ταχύτατης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, γιγαντώνεται η τάση διεθνοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου, η τάση του ιμπε­ριαλισμού να αναπτύσσει τον καπιταλισμό σε όλη την έκταση του συστήματος. Αυτά τα φαινόμενα της «ακμής» που συνοδεύ­ουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό σαν τάση τον ιμπεριαλισμό σ’ όλη την ιστορική του πορεία μπορεί να σαγηνεύουν τους εκπροσώπους της νέας ρεφορμιστικής σκέψης, αλλά δεν αναι­ρούν τα βασικά αντίθετα χαρακτηριστικά του. Έτσι εκδηλώνον­ται σήμερα στο έπακρο και οι αντίρροπες τάσεις του ιμπεριαλι­σμού.

Πλάι στο φαινόμενο της τεράστιας τεχνικής προόδου, η τά­ση για στασιμότητα εκδηλώνεται με την καταθλιπτική καθυστέ­ρηση στις πιο πλατιές κοινωνικές, γεωγραφικές κι εθνικές πε­ριοχές. Είναι χαρακτηριστική η διεύρυνση του χάσματος ανά­μεσα στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, που στο τέλος της δεκαετίας του ’80 πήρε τις πιο εκρηκτικές της διαστά­σεις — ακριβώς στην εποχή της πιο μεγάλης εξάπλωσης του πολυεθνικού κεφαλαίου.

Σ ‘όλη τη δεκαετία του ’80, στη δεκαετία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης προς όφελος του ΠΠ κεφαλαίου, το ΑΕΠ μειώθηκε στην Αφρική σε σχέση με αύξηση 4,5% για την 20ετία 1960-1980. Μειώθηκε στη Μ. Ανατολή σε σχέση με αύξηση 6% για την ίδια 20ετία, έπεσε γύρω στο 1 % στη Λατινική Αμερική σε σχέση με αύξηση 5% στην ίδια 20ετία, ενώ την ίδια περίοδο οι αναπτυγμένες χώρες (π.χ. Βόρεια Αμερική, Ευρώπη) είχαν αύξηση γύρω στο 3%.

Το συνολικό χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών φτάνει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στα 1.350 δισ. δολάρια σε σχέση με 620 δις δολάρια στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και 100 δισ. δολά­ρια στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Από το 1985 και μετά, ο ρυθ­μός αύξησης αυτού του χρέους περιορίστηκε λόγω των περικο­πών δανεισμού προς αυτές τις χώρες.

Ασφαλώς αυτή η εξέλιξη δεν είναι και η μοναδική που επαλη­θεύει τη λενινιστική διαπίστωση για την όξυνση των ανισομετριών στην ανάπτυξη. Δεν είναι φυσικά αναγκαίο να κοπιάσει κανείς για να αποδείξει την τάση της σπατάλης που εντείνεται στη σημερινή περίοδο, πρώτα απ’ όλα με την καταστροφή του περιβάλλοντος και των αποτελεσμάτων της παραγωγής. Ή την εξάπλωση της φτώχειας. Ο θάνατος στην Αφρική συνδυάζεται με την επέκταση του φαινομένου της νέας φτώχειας και του περιθωρίου του 1/3 στις αναπτυγμένες χώρες. Όσον αφορά στην τάση του παρασιτισμού και της διεθνούς κερδοσκοπίας, οι μετοχές «σκουπίδια» που οδηγούν στις απανωτές χρηματι­στηριακές κρίσεις, όπως του ’87, η τεράστια επέκταση του χρη­ματιστικού εμπορικού κυκλώματος των ναρκωτικών είναι φαινόμενα που επιβεβαιώνουν την ενίσχυση αυτής της πλευράς του ιμπεριαλισμού στην εποχή της κυριαρχίας του ΠΠ κεφα­λαίου και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων.

4.3. Αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή

Αντίστοιχα αυτή την εποχή ενισχύονται όλες οι τάσεις μετα­τροπής του καπιταλισμού σε δύναμη αντίδρασης «σ’ όλη τη γραμμή». Ο ολιγαρχικός χαρακτήρας της κυριαρχίας της αστι­κής τάξης ενισχύεται έντονα καθώς όλες οι κρίσιμες αποφά­σεις παίρνονται από όλο και πιο κλειστές ολιγομελείς ομάδες διαχειριστών των πιο ισχυρών δυνάμεων του Π Π κεφαλαίου. Αυτή η τάση προωθείται ανεξάρτητα από την πολιτική μορφή διαχείρισης και διακυβέρνησης που εφαρμόζεται σε κάθε χώ­ρα (οι υπερεθνικοί θεσμοί είναι χαρακτηριστικές μορφές ενί­σχυσης της, όπως Κομισιόν, Σύνοδος των 7).

Το πολιτικό σύστημα του ιμπεριαλισμού γίνεται η αδιαίρετη κυριαρχία των ΠΠΜ των πιο ισχυρών ΚΜΚ. Τα πάντα υποτάσ­σονται στη δικτατορία τους. Δείγμα της ενισχυμένης κυριαρ­χίας τους είναι και το γεγονός ότι ενώ οι κάθε λογής κρίσεις ξεπερνάνε η μία την άλλη σε βιαιότητα, τα ΠΠΜ είναι τα μόνα που μένουν άθικτα απ’ αυτές.

Δυναμώνει η τάση προς τη βία, την κρατική και παρακρατική καταστολή και την πολιτικοϊδεολογική επιβολή. Ο αυταρχι­σμός στην παραγωγή κι έξω απ’ αυτήν, τα αντιδημοκρατικά μέ­τρα, οι παραβιάσεις των δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι τοπικοί πόλεμοι και η χωρίς προηγούμενο στρατιωτικοποίηση συνδυά­ζονται στην εποχή των ΠΠΜ με τις έμμεσες μορφές χειραγώ­γησης. Με την πολιτική της συναίνεσης, της εξαγοράς, της εν­σωμάτωσης, με την απειλή της ανεργίας, του 1/3, τις νέες εργα­σιακές σχέσεις κ.λπ. Αποφασιστικός παράγοντας της πολιτοκοϊδεολογικής επιβολής των ΠΠ μονοπωλίων γίνεται ο ασφυχτικός έλεγχος ολόκληρης της εξωπαραγωγικής σφαίρας, του εποικοδομήματος, ιδιαίτερα ο έλεγχος και η μονοπώληση της «πληροφορίας», της παιδείας, των ΜΜΕ, της γνώσης, όλης της πνευματικής ζωής.

4.4. Προς το σοσιαλισμό με νέα καύσιμα

Γίνεται φανερό ότι στην εποχή των ΠΠΜ και των υπερεθνι­κών ολοκληρώσεων περνάμε σ’ εκείνη τη φάση της καπιταλι­στικής κοινωνίας που από διεθνή άποψη τοποθετείται άμεσα πριν το σοσιαλισμό και καταλήγει κατευθείαν σ’ αυτόν. Αυτή η τάση προωθείται, ανεξάρτητα από τις νέες δυσκολίες και τα μακρόχρονα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, ανάλογα με το δυσμενή σημερινό συσχετισμό των δυνάμεων. Ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλισμό δεν μπορεί αντικειμενική να μεσολαβήσει κάποιο στάδιο «προοδευτικής, εναλλακτική λύσης».

Άλλο πράγμα η ανάγκη για μεταβατικά αιτήματα, προγράμ­ματα πάλης που θα συνδέουν τα άμεσα ζητήματα των εργαζο­μένων, τη σημερινή τους συνείδηση με το στόχο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση των κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών και στη συγκέντρωση δυνάμε­ων γι’ αυτήν. Και άλλο πράγμα να κυνηγάς το φάντασμα ενός ενδιάμεσου καθεστώτος προοδευτικής λύσης στα πλαίσια της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, της ηγεμονίας των ΠΠ μονοπω­λίων.

Η δράση του ΠΠΜ δημιουργεί και «μέσα» του και «γύρω» του και στο διεθνές επίπεδο, τους απαραίτητους όρους κοινωνικο­ποίησης και διεθνοποίησης που απαιτούνται, ώστε η καπιταλι­στική κοινωνία συνολικά να μπορεί να μετατραπεί «άμεσα», μέ­σω της διεθνούς επαναστατικής διαδικασίας, σε σοσιαλιστική.

Οι αλλαγές στην οργάνωση και στη διάρθρωση της παραγω­γής και της εργασίας —οι τάσεις νέων σχέσεων ανάμεσα στη χειρωνακτική και πνευματική εργασία, η παγκόσμια επέκταση της εργατικής τάξης, οι τάσεις ενοποίησης της εκμετάλλευσης της, η τάση επέκτασης των κοινωνικών περιοχών καθυστέρη­σης και υποβάθμισης πέρα από τις εξαρτημένες χώρες και στις αναπτυγμένες, καθώς και η αντίθετη τάση επέκτασης των ανα­βαθμισμένων κοινωνικών περιοχών σε διεθνή κλίμακα, οι διε­θνείς οικονομικές, ερευνητικές και πολιτιστικές ρυθμίσεις, οι διεθνείς πολιτικοί θεσμοί— ωριμάζουν το έδαφος της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας για το σοσιαλισμό. Ωστόσο είναι φανερό ότι για να βαδίσουμε προς τα εκεί χρειάζονται νέα καύσιμα στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα.

4.5. Γεφυρώνεται το ρήγμα;

Αυτή ακριβώς την εποχή, και από μια πλευρά εξαιτίας των νέων χαρακτηριστικών της, ο συσχετισμός των δυνάμεων έχει αλλάξει δραματικά προς όφελος του ιμπεριαλισμού. Μερικοί βλέπουν σ’ αυτό την ιστορική υπεροχή του καπιταλισμού έναν­τι του σοσιαλισμού και οραματίζονται μια «δημοκρατική» ιμπεριαλιστική τάξη με τη δική τους συμβολή. Δε βλέπουν ότι ο κα­πιταλισμός ενίσχυσε τις δυνάμεις του γιατί κέρδισε τη μάχη σ’ εκείνο ακριβώς το έδαφος που τείνει να διαρρήξει το περίβλημα του καπιταλισμού.Κέρδισε τη μάχη στο πεδίο που ο σο­σιαλισμός θα έπρεπε να ήταν παρών (αν στην πραγματικότητα υπήρχε): στο πεδίο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμε­ων, της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και ιδιαίτερα της διεθνοποίησης της. Ακόμα και στο ζήτημα της σχεδιοποίησης και του ελέγχου της μικρής καπιταλιστικής παραγωγής, τα ΠΠΜ προηγήθηκαν σε πολλά απέναντι στα γραφειοκρατικά κα­θεστώτα. Τα ΠΠΜ ωστόσο, οι διεθνείς ενώσεις του ΚΜΚ είναι καπιταλισμός. Μπορούν να «υπονομεύσουν» τον ανταγωνισμό, δεν μπορούν όμως να τον καταργήσουν, δρουν στα πλαίσια των νόμων κίνησης του. Ο ιστορικός δεσμός ανάμεσα στον καπιτα­λισμό και το σοσιαλισμό, αντί να γίνει δύναμη προώθησης της κοινωνικής επανάστασης, έγινε δύναμη ενίσχυσης της κοινωνι­κής αντίδρασης. Κι αυτό όχι γιατί οι μεταβατικές κοινωνίες δεν υιοθέτησαν, δεν διατήρησαν και δεν ενίσχυσαν με το δικό τους τρόπο τα «μητρικά σημάδια» απ’ τους θεσμούς της παλιάς κοι­νωνίας. Αλλά γιατί έκαναν ακριβώς το αντίθετο για μια σειρά λόγους. Κι επειδή η «παλιά κοινωνία» στην αντικειμενική εξέλι­ξη της υιοθέτησε και μετασχημάτισε τα «φωτεινά μονοπάτια» του σοσιαλιστικού μέλλοντος.

Σήμερα ο καπιταλισμός, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιχει­ρούν να κλείσουν το ιστορικό ρήγμα που άνοιξε στην ιμπερια­λιστική αλυσίδα η Οκτωβριανή Επανάσταση. Να αναιρέσουν τις ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής εξουσίας και των πρώτων προσπαθειών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την τε­ράστια συμβολή που είχαν οι σοσιαλιστικές δυνάμεις, οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης στην ανάπτυξη της διεθνούς εργατι­κής και αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης στην πρόοδο του αν­θρώπινου πολιτισμού. Να τσακίσουν και να διαγράψουν οπό την ιστορία το επαναστατικό παράδειγμα και την επαναστατι­κή δύναμη αυτού του πρώτου ηρωικού σοσιαλιστικού εγχειρή­ματος. Πρόκειται για μια συνταρακτική εξέλιξη. Σήμερα όχι μό­νο η αγορά των πρώην «σοσιαλιστικών χωρών» γίνεται η κύρια πηγή προσφοράς νέων δυνατοτήτων ανάπτυξης στο παγκό­σμιο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και οι ιδέες και η δράση των πρώην «κομμουνιστικών κομμάτων» γίνονται πηγή πολιτικής και ιδεολογικής στερέωσης της καπιταλιστικής ανασυγκρό­τησης.

4.6. Οι αντιθέσεις στις εξαρτημένες χώρες

Η δράση του μεγάλου κεφαλαίου, των ΠΠΜ, η εξέλιξη της ταξικής πάλης τροποποιούν σημαντικές πλευρές της διεθνούς κι εθνικής ζωής.

Η ροή κεφαλαίων στον Τρίτο Κόσμο περιορίζεται, με εξαίρεση τις λεγόμενες νεοβιομηχανικές χώρες. Τα ΠΠΜ, οι ιμπερια­λιστικές χώρες, προωθούν την εξυπηρέτηση του χρέους μέσω της μετατροπής του σε τίτλους ιδιοκτησίας. Είναι μια νέα μέθο­δος που μεταμορφώνει τους λαούς ολόκληρων ηπείρων με τυ­πικά κατακτημένη εθνική ανεξαρτησία κυριολεκτικά σε δουλο­πάροικους του ΠΠ κεφαλαίου.

Πρόκειται για το ανώτερο στάδιο οικονομικής, και κατ’ επέ­κταση πολιτικοϊδεολογικής εξάρτησης που συντελείται με τον ασφυκτικό έλεγχο των πιο βασικών πλευρών της παραγωγικής δραστηριότητας αυτών των χωρών. Η εναλλακτική λύση που τους προτείνεται είναι η πλήρης χρεοκοπία, ο θάνατος από την πείνα.

Ο διεθνής καταμερισμός αποκτά τα πιο ολοκληρωτικά χαρα­κτηριστικά του. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δεκαετία του ’80 σταμάτη­σαν σχεδόν τελείως οι «εθνικοποιήσεις» παραρτημάτων των ΠΠΜ σ’ αυτές τις χώρες.

Ταυτόχρονα η ανάγκη αποπληρωμής των χρεών μέσω ελέγ­χου τίτλων ιδιοκτησίας τείνει να αναπτύσσει την εργατική τά­ξη, τείνει να διαμορφώνει κάποιες αδύνατες ή και σχετικά εύ­ρωστες βιομηχανικές ζώνες. Η μονοπώληση της τεχνολογίας γίνεται κι εδώ πηγή πρόσθετου υπερκέρδους.

Ταυτόχρονα η ολιγαρχία, τα αστικά στοιχεία, ακόμα και ευ­ρύτερα μικρομεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού εν­τάσσονται πιο ολοκληρωτικά κάτω από τον έλεγχο του ξένου κεφαλαίου. Ο έλεγχος βασικών τομέων της παραγωγής από το ΠΠ κεφάλαιο συνδέει πιο στενά το ζήτημα της εξάρτησης και της μονοπωλιακής κυριαρχίας με τις παραγωγικές σχέσεις. Οι αντιθέσεις απέναντι στον ιμπεριαλισμό δείχνουν πιο καθαρά το περιεχόμενο τους σαν πλευρά της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας. Στις χώρες αυτές εξάλλου αποκτά σημασία ένα νέο φαινόμενο που έχει σχέση με τις ευέλικτες μορφές απασχόλη­σης. Το «παροικιακό» εργατικό δυναμικό αποτελεί ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία με σημαντική επίδραση. Η εκπλήρωση των αντιιμπεριαλιστικών στόχων γίνεται όλο και πιο δύσκολη χωρίς την ηγετική παρουσία της εργατικής τάξης. Τα καθήκον­τα αυτά τείνουν να συνδέονται πιο στενά με την πάλη της παγ­κόσμιας εργατικής τάξης.

Μπορούν οι χώρες αυτές από εξαντλούμενη εφεδρεία του ιμπεριαλισμού να μετατραπούν σε πεδία νέων κοινωνικών αγώ­νων με νέο τρόπο; Στο παρελθόν οι χώρες αυτές συνδέθηκαν με τη μια ή την άλλη μορφή μ’ ένα κύμα αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων που σε πολλές περιπτώσεις ηττήθηκαν. Σήμε­ρα, διαμορφώνονται συνθήκες, ιδιαίτερα με το πρόβλημα του χρέους, που μπορούν να οδηγήσουν σε νέες κοινωνικές εκρή­ξεις, ακόμα και σε επαναστατικά γεγονότα. Ωστόσο οι χώρες αυτές, αντιμετωπίζοντας την πιο εξοντωτική μορφή οικονομι­κής εξάρτησης, μπορούν να περάσουν σε νέο ανεπτυγμένο κύ­κλο επαναστατικών διεργασιών, στο βαθμό που θα διαμορφώ­νονται δυνατότητες διεθνούς συνεργασίας πάνω σε αρχές που θα αντιστρατεύονται τις προδιαγραφές της καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Κάτι τέτοιο απαιτεί αντικαπιταλιστικές και σοσια­λιστικές επαναστάσεις στις αναπτυγμένες και σχετικά ανα­πτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ο προλεταριακός διεθνι­σμός ανάμεσα στους εργαζόμενους αυτών των χωρών και την παγκόσμια εργατική τάξη αποκτά νέο βαθύτερο περιεχόμενο.

4.7. Η αντικαπιταλιστική πάλη

Η παραπέρα συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφα­λαίου. η δράση των ΠΠΜ επιτείνει τις εθνικές, κοινωνικές και περιφερειακές διαφοροποιήσεις στις αναπτυγμένες και με­σαίες χώρες. Ο ασφυκτικός από τη μεριά τους έλεγχος του κα­ταμερισμού της παραγωγής σε κλαδικό, τοπικό, εθνικό, περι­φερειακό και διεθνές επίπεδο, εντείνει τις ανισομετρίες και τις κάθε είδους ανισότητες.

Ο τρόπος συμμετοχής όλο και περισσότερων καπιταλιστι­κών χωρών στις διεθνείς διαδικασίες έρχεται όλο και πιο πολύ σε αντίθεση με την ανάγκη της ισόρροπης δυναμικής ανάπτυ­ξης προς όφελος της κοινωνίας και των εργαζομένων. Η παρα­γωγική «μονοκαλλιέργεια» σε τομείς υποβαθμισμένους, οι κοι­νωνικές και γεωγραφικές ζώνες περιθωριοποίησης, η «αυθαί­ρετη» εξειδίκευση, ιδιαίτερα η τεχνολογική εξάρτηση δρουν ό­λο και περισσότερο προς όφελος των πιο προωθημένων δυνάμεων του κεφαλαίου και των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών. κρατών. Αντίστοιχα η τάση των ΠΠΜ να κατευθύνονται με ευε­λιξία στις περιοχές με τις μεγαλύτερες δυνατότητες κέρδους διαμορφώνει και στο εσωτερικό των πιο αναπτυγμένων χωρών ζώνες σύγχρονης υπερεκμετάλλευσης ή υποβάθμισης.

Τα φαινόμενα οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης βαθαί­νουν με νέο τρόπο απέναντι στις καπιταλιστικές χώρες με­σαίου επιπέδου, απέναντι στα εξαρτημένα ΚΜΚ συστήματα, α­κόμα και απέναντι στις πιο αδύνατες ιμπεριαλιστικές χώρες. Δημιουργούνται νέα δεδομένα οικονομικής και πολιτικής υπο­ταγής τους. Αναπτύσσονται νέες μορφές οικονομικού και πολι­τικού μοιράσματος του καπιταλιστικού κόσμου, μέσα κι έξω α­πό τις πιο αναπτυγμένες περιοχές του.

Οι πολιτικοοικονομικές υπερεθνικές ολοκληρώσεις είναι η ανώτερη εκδοχή τους. Ο έλεγχος της έρευνας, η μονοπώληση της τεχνολογίας, γίνεται αποφασιστικός παράγοντας πρόσθε­του υπερκέρδους από το ΠΠΜ.

Οι εξαγωγές κεφαλαίων και πριν και ιδιαίτερα σ’ όλη τη διάρ­κεια της δεκαετίας του ’80, κυρίως μετά το 1985, κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στις αναπτυγμένες και ιδιαίτερα στις πιο ανα­πτυγμένες χώρες. Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται με την αναζή­τηση αυξημένου ποσοστού κέρδους, τις επενδύσεις στους το­μείς των νέων τεχνολογιών που απαιτούν σύγχρονη βιομηχανι­κή βάση και αναπτυγμένο σύστημα επικοινωνιών, μεταφορών και υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

Στις μεσαίου επιπέδου καπιταλιστικές χώρες όλες οι συνθή­κες της εξάρτησης ενισχύονται και συμπυκνώνονται στην πο­λύμορφη ανάπτυξη του ρόλου του ξένου κεφαλαίου, στον έλεγ­χο όλων των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων και του κοινωνικοπολιτικού «ιστού» από μέρους του ΚΜΚ προς όφελος των πιο ισχυρών δυνάμεων του ΠΠ κεφαλαίου.

Οι σχέσεις εξάρτησης εκδηλώνονται σ’ όλους τους αρμούς της βάσης και του εποικοδομήματος αυτών των κοινωνιών. Επι­βάλλεται η ανισότιμη ένταξη τους στο διεθνή καταμερισμό, η πιο μονόπλευρη εξειδίκευση. Οι σχέσεις εξάρτησης συνδέον­ται όλο και πιο. στενά με τις παραγωγικές σχέσεις, με τη νέα μορφή που παίρνουν όλες οι κοινωνικές δομές στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Το πρόβλημα της υπέρ-. χρέωσης εντείνεται και σ’αυτή την κατηγορία χωρών. Εδώ μπαίνει πλέον σ’ εφαρμογή ένα καινούριο σχέδιο: Εκχωρούν­ται απευθείας από τις κυβερνήσεις πολλών τέτοιων χωρών στο ξένο κεφάλαιο όλοι οι νευραλγικοί — μέχρι τώρα κρατικοί — τομείς της οικονομίας. Τηλεπικοινωνίες, σιδηρόδρομοι, τράπε­ζες κ.λπ. — όλος ο δημόσιος τομέας ιδιωτικοποιείται και περνά­ει κυρίως στους ξένους! Η νέα αυτή πολιτική, που άρχισε να εφαρμόζεται ήδη σε χώρες όπως το Μεξικό, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βενεζουέλα, τη Χιλή θα αυξήσει καθοριστικά την εξάρτηση τους από το ξένο κεφάλαιο, θα δώσει νέα διάσταση στην ισχύ των πολυεθνικών, πολυκλαδικών μονοπωλίων, είναι όμως αδύνατο να λύσει το πρόβλημα της βελτίωσης των συνθη­κών ζωής της εργατικής τάξης, των ντόπιων πληθυσμών. Οι αν­τιθέσεις που αναπτύσσει το βάθεμα της εξάρτησης κινούνται σε άρρηκτη ενότητα με τις αντιθέσεις της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο, απέναντι στις διαδικασίες της καπιταλιστικής α­νασυγκρότησης.

Ειδικά σήμερα φαίνεται πιο καθαρά ότι το αντιιμπεριαλιστικό αντιεξαρτησιακό στοιχείο της λαϊκής πάλης σ’ αυτές τις χώ­ρες δεν αποτελεί αυτοτελή ή άμεσο κρίκο της αντικαπιταλιστικής πάλης, αλλά ουσιαστική πλευρά του περιεχομένου της. πα­ράγοντα που προσδίδει στους αγώνες της εργατικής τάξης χα­ρακτήρα πανκοινωνικής επίδρασης. Αυτή η διάσταση στο πε­ριεχόμενο της εργατικής πάλης συμπυκνώνεται στην αντιπαράθεση της εργατικής τάξης απέναντι στις παραγωγι­κές και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις που επιβάλλει η συνύφανση του ΚΜΚ με τις υπερεθνικές ρυθμίσεις, κάτω από την ηγεμονία του ΠΠ κεφαλαίου.

Στη χώρα μας αυτό εκφράζεται ιδιαίτερα με την αντιεοκική διάσταση της αντικαπιταλιστικής πάλης. Με τη δράση των ΠΠΜ εμφανίζεται πιο καθαρά ο αντικαπιταλιστικός χαρακτή­ρας των αντιμονοπωλιακών αντιθέσεων, της πάλης ενάντια στα μεγάλα μονοπώλια.

Ο ασφυκτικός από μέρους των τελευταίων έλεγχος με πολύ­μορφους δεσμούς όλης της παραγωγικής πυραμίδας και των δραστηριοτήτων στην εξωπαραγωγική σφαίρα αποκτά ποιοτι­κή διάσταση στη φάση της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης.

Η πάλη για την κατάργηση της κυριαρχίας του μονοπωλια­κού κεφαλαίου δείχνει πιο καθαρά την άρρηκτη σχέση της με την πάλη για τη ριζική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων.

4.8. Το σχήμα της αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας. Η αντίθεση των δύο συστημάτων.

Στη νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης φαίνεται πιο καθαρά η ταξική και ιστορική ανεπάρκεια του σχήματος της αν­τιμονοπωλιακής δημοκρατίας που για δεκαετίες αποτελούσε τη βάση της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος. Το σχήμα αυτό χρεοκοπεί όχι γιατί ο ΚΜΚ αντικαθίσταται από την ελεύθερη αγορά και τις υπερεθνικές ρυθμίσεις, όπως ισχυρί­ζονται οι θεωρητικοί της περεστρόικα και του νέου ρεφορμισμού για ν’ απαλλαγούν από το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο της αντιμονοπωλιακής πάλης και να προβάλουν τη δημοκρατι­κή εναλλακτική λύση στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αλλά γιατί οι αλλαγές που επιφέρουν τα ΠΠΜ στον έλεγχο της παραγω­γής και στις σχέσεις των τάξεων ξεκαθαρίζουν καλύτερα το πραγματικό περιεχόμενο των άρρηκτων δεσμών της αντιμονο­πωλιακής με την αντικαπιταλιστική πάλη, στα πλαίσια της βασι­κής αντίθεσης κεφαλαίου κι εργασίας.

Επί δεκαετίες οι δεσμοί αυτοί αντιμετωπίζονταν με τέτοιο τρόπο που αντικειμενικά υπέτασσε το στρατηγικό στόχο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και του σοσιαλισμού στις ά­μεσες τακτικές επιδιώξεις των διάφορων πολιτικών φάσεων. Τη θεωρία στην πρακτική. Και το εργατικό κίνημα στην αντιφα­τική «αντιμονοπωλιακή» προοπτική των μεσαίων στρωμάτων ή ακόμα και στην αντισοσιαλιστική στρατηγική της μικρής αστι­κής ή και της «εθνικής» αστικής τάξης.

Η αντιμονοπωλιακή πάλη, η αντίθεση απέναντι στην κρατικομονοπωλιακή ολιγαρχία χαρακτηριζόταν,σαν κύρια αντίθε­ση, σαν κρίκος που συνδέει τα πλατιά λαϊκά ενδιάμεσα στρώμα­τα αντικειμενικά και υποκειμενικά με την επαναστατική στρατη­γική της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα η αντιμονοπω­λιακή διάσταση της εργατικής πάλης είχε άλλο περιεχόμενο, άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά από την αντιμονοπωλιακή διά­σταση της πάλης των ενδιάμεσων στρωμάτων. Για την εργατι­κή τάξη, η κατάργηση της κυριαρχίας των μονοπωλίων ήταν μια ιδιαίτερη πλευρά του ευρύτερου βασικού καθήκοντος της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων. Όχι ξεχωριστό ενδιά­μεσο καθήκον, αλλά πλευρά άρρηκτα δεμένη με τοαντικαπιταλιστικό επαναστατικό καθήκον σε ενιαίο σύνολο.

Για τα στρώματα της μικρομεσαίας αστικής τάξης, η «αντιμο­νοπωλιακή» ή και η «αντιιμπεριαλιστική» διάσταση συνδεόταν με τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων σε οπισθοδρομι­κή κατεύθυνση. Αντίστοιχα για τα ενδιάμεσα στρώματα, το πε­ριεχόμενο της αντιμονοπωλιακής και της αντιιμπεριαλιστικής πάλης είχε αντιφατικό χαρακτήρα. Μόνο από τη μια πλευρά εί­χε αντικαπιταλιστικό εν δυνάμει προσανατολισμό.

Στην πραγματικότητα τα κομμουνιστικά κόμματα, με το σχή­μα της αντιμονοπωλιακής δημοκρατίας στο όνομα της «διεύ­ρυνσης» της κοινωνικής βάσης της επανάστασης, τη συρρίκνω­ναν. Στο όνομα του «παλλαϊκού», ίδιου για όλους, αντιμονοπω­λιακού στόχου, υπέτασσαν το εργατικό επαναστατικό περιεχόμενο στο περιεχόμενο των μεσαίων στρωμάτων ή της μικρής αστικής τάξης. Έτσι και την εργατική τάξη την άφηναν βορά στο σοσιαλρεφορμισμό και τα μεσαία στρώματα έκθετα στην ηγεμονία της αστικής και μικροαστικής δημοκρατίας.

Μ’ αυτό τον τρόπο το αντιμονοπωλιακό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα έπαιρνε στενά αντιφατικά χαρακτηριστικά στοιχεία του «παλιού», που συνόδευε τη λογική των μεσαίων στρωμάτων. Η ποσοτική εμπειρική αντιμετώπιση του ζητήματος της διεύρυν­σης της κοινωνικής βάσης της επανάστασης εγκλώβιζε μόνιμα στην πολιτική των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών των κομμουνιστικών κομμάτων στο πλέγμα σεχταρισμού, περιθω­ριοποίησης κι ενσωμάτωσης στο αστικό παιχνίδι.

Αυτή η πρακτική συνοδευόταν από την εγκατάλειψη της ου­σιαστικής ζύμωσης γύρω από τους αντικαπιταλιστικούς και τους σοσιαλιστικούς στόχους. Αποδυνάμωνε τη σοσιαλιστική προο­πτική, την αποσυνέδεε από τη ζωντανή πραγματικότητα και την πολιτική πάλη πλατύτερων στρωμάτων, η οποία συχνά έπαιρνε αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική αιχμή.

Η αντιμετώπιση των αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστι­κών καθηκόντων από τις ηγεσίες των «παραδοσιακών» κομμου­νιστικών κινημάτων και της σοβιετικής γραφειοκρατίας, όχι α­πό τη σκοπιά της επαναστατικής τάξης του σοσιαλισμού και της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, συνδέθηκε στενά με τη θεωρητική διαστρέβλωση της λενινιστικής θεωρίας για το μονοπωλιακό καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον ΚΜΚ.

Έτσι η ανάλυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ρό­λου των μονοπωλίων, της συνύφανσής τους με το αστικό κρά­τος «αυτονομήθηκε» από τους βασικούς νόμους κίνησης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος συνολικά, στα πλαίσια του «ε­θνικού καπιταλιστικού σχηματισμού».

Το στοιχείο της πάλης ενάντια στους «ξένους» συχνά έκρυ­βε τον ταξικό χαρακτήρα του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Αντί­στοιχα τα μονοπώλια, ο ΚΜΚ, δεν αντιμετωπίζονταν σαν η κο­ρυφή της πυραμίδας του κεφαλαίου συνολικά, αλλά σαν δαιμο­νικές δυνάμεις που βρίσκονταν σε αντίθεση με όλο το έθνος. Οι «θεωρίες» αυτές έφταναν στο σημείο να εμφανίζουν τις μη μονοπωλιακές δυνάμεις της αστικής τάξης σαν κινητήριες δυ­νάμεις της επαναστατικής διαδικασίας. Το αστικό κράτος σαν πολιτική συμπύκνωση της εξουσίας του κεφαλαίου που δρα προς όφελος όλων των αστικών τμημάτων «μεταμορφώθηκε» σε αποκλειστικό όργανο των μονοπωλίων που καταπιέζει συλ­λήβδην την εργατική τάξη, τα μεσαία στρώματα, μαζί και τις δυνάμεις της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης.

Τα σχήματα αυτά και η αντίστοιχη πολιτική πρακτική των γραφειοκρατικών ηγεσιών έδωσαν τη δυνατότητα στις διάφο­ρες παραλλαγές του δεξιού ή «αριστερού» ευρωκομμουνισμού να αναιρούν ιδεολογικά και πολιτικά τον επαναστατικό πυρήνα των λενινιστικών θεωριών του μονοπωλιακού καπιταλισμού. του ιμπεριαλισμού, της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να υποβαθμίζει την αντιμονο­πωλιακή ή την αντιιμπεριαλιστική πλευρά της πάλης του, τις αντιμονοπωλιακές αντιιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά αντί­θετα να τονίζει το αντικαπιταλιστικό τους περιεχόμενο. Δεν πρέπει να αγνοεί ότι η πολιτική αντίθεση πλατιών εργατικών και λαϊκών στρωμάτων απέναντι στα μεγάλα μονοπώλια (στην εποχή μας και τα ΠΠΜ), απέναντι στο ξένο κεφάλαιο και τις ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στην περίπτωση των εξαρ­τημένων ή μισοεξαρτημένων χωρών, αποτελούν επιπλέον πλα­τιές μορφές πολιτικής προσέγγισης των κοινωνικών αντιθέσε­ων και της βασικής αντίθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το καθήκον του εργατικού επαναστατικού κινήματος είναι να ξεκαθαρίζει το βασικό περιεχόμενο αυτών των αντιθέσεων, να ανεβάζει το επίπεδο πολιτικής συνειδητοποίησης της εργατι­κής τάξης και των συμμάχων της από τα μεσαία στρώματα, ως την κατανόηση της ανάγκης της αντικαπιταλιστικής σοσιαλι­στικής προοπτικής. Η λογική της αντιμονοπωλιακής δημοκρα­τίας, της θεωρίας των σταδίων, δοκιμάστηκε στη Χιλή, στην Πορτογαλία, μ’ έναν τρόπο στη Γαλλία του «κοινού προγράμ­ματος», κι έδειξε τα όρια της με την ήττα των σοσιαλιστικών κινημάτων. Η λογική αυτή συνδέθηκε στο επίπεδο του παγκό­σμιου κινήματος με την υποκατάσταση της βασικής αντίθεσης. της εποχής μας ανάμεσα στις δυνάμεις της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου, ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τις προλε­ταριακές επαναστάσεις με την αντίθεση ανάμεσα στις χώρες του σοσιαλισμού και τις πιο ισχυρές καπιταλιστικές χώρες.

Αυτή η «εθνοκεντρική» αντίληψη της σοβιετικής και της κομ­ματικής γραφειοκρατίας για τη βασική αντίθεση της εποχής μας, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, η ουσιαστική άρνη­ση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού και της διεθνούς σο­σιαλιστικής βάσης συνέβαλε στο βαθύ κλονισμό των σοσιαλι­στικών ιδανικών σε παγκόσμια κλίμακα.

4.9. Η Νέα Εποχή του σοσιαλισμού

Η μεγάλη «προσφορά» της νέας φάσης της καπιταλιστικής εξέλιξης είναι ότι φέρνει στην επιφάνεια, ακόμα πιο καθαρά, στοιχεία που ξεσκεπάζουν το «μύθο» και της «αντιμονοπωλια­κής δημοκρατίας» και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με ε­θνοκεντρικό κριτήρια.

Το μεγάλο κεφάλαιο, το ΠΠΜ έχουν την εκπληκτική ικανότη­τα να «μεταμορφώνουν» τα παραδοσιακά τμήματα της μεσαίας και μικρής αστικής τάξης και παραπέρα των ενδιάμεσων στρωμάτων, να καταστρέφουν ορισμένα ή να δημιουργούν νέα σε όλες τις βαθμίδες οργάνωσης του κεφαλαίου και της παραγω­γής, να επιβάλλουν συνολικά σ’αυτά τα κοινωνικά τμήματα α­νάλογα με τη θέση τους τον άμεσο ή έμμεσο ασφυκτικό έλεγχο τους.

Αυτή η τάση από τη μια διευρύνει την κοινωνική βάση της αντιμονοπωλιακής αντικαπιταλιστικής πάλης με νέα κοινωνικά τμήματα που προσεγγίζουν αντιφατικά ανάλογα με τη θέση τους την εργατική τάξη. Κι από την άλλη διευρύνει πάλι με αντι­φάσεις την κοινωνική βάση της καπιταλιστικής ανασυγκρότη­σης και του νεοσυντηρητισμού. Έτσι όλο και περισσότερο τα τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ενισχύουν την παραδοσιακή σύνδεση τους με την κυριαρχία του ΚΜΚ και του Π Π κεφαλαίου. Και όσον αφορά τα μεσαία στρώματα εντείνον­ται οι αντιφάσεις τους. Σημαντικά τους τμήματα δυσκολεύον­ται όλο και περισσότερο να δουν δυνατότητες σταθεροποίη­σης των συνθηκών ύπαρξης τους έξω από τη σφαίρα κυριαρ­χίας του ΚΜΚ και του καπιταλιστικού συστήματος.

Το εργατικό κίνημα είναι υποχρεωμένο, αν θέλει να μην απο­μονωθεί οριστικά από τα πλατιά κοινωνικά στρώματα, να απο­καταστήσει σε ανώτερο επίπεδο το αντικαπιταλιστικό περιεχό­μενο της αντιμονοπωλιακής πάλης. Να αντιμετωπίσει το ζήτη­μα της διεύρυνσης της κοινωνικής βάσης της επανάστασης με ταξικό ποιοτικό τρόπο. Να δει πρώτα απ’ όλα τη συσπείρωση και την ενότητα της πλειονότητας της εργατικής τάξης που εν­διαφέρεται συνολικά για την κατάργηση της κυριαρχίας των μονοπωλίων στα πλαίσια του καθήκοντος της ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων. Να προωθήσει τις συμμαχίες του με τα παλιά και νέα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού όχι στη βάση της υποχώρησης σ’ ένα ενδιάμεσο και αντικειμενι­κά αδύνατο να υπάρξει σκαλοπάτι, αλλά στη βάση της σύνδε­σης αυτών των στ σωμάτων με τα αντικαπιταλιστικά και σοσια­λιστικά ιδανικά. Όχι στα πλαίσια του «παλιού», αλλά στα πλαί­σια του επαναστατικού μέλλοντος. Ταυτόχρονα το εργατικό κί­νημα σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά πρέπει να απο­καταστήσει τη σχέση ανάμεσα στην εθνική και τη διεθνή πλευρά της σοσιαλιστικής επανάστασης. Να προσεγγίσει στις νέες συνθήκες τη βασική αντίθεση που χαρακτηρίζει την εποχή μας ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας, ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την εργατική τάξη. Να αντιμε­τωπίσει με διαλεκτικό ταξικό τρόπο τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται αυτή η αντίθεση, στις διάφορες κατηγορίες χω­ρών, στην κάθε εθνική πραγματικότητα.

Σήμερα, με τη δράση του μεγάλου κεφαλαίου και τις διαδικα­σίες διεθνοποίησης των ΠΠΜ, γίνεται «ηλίου φαεινότερον» ότι η επαναστατική διαδικασία για το σοσιαλισμό είναι διεθνής δια­δικασία. Οι νόμοι της ανισόμετρης ανάπτυξης θα οδηγήσουν ασφαλώς στην απόσπαση ξεχωριστών αδύνατων κρίκων από το σύστημα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Η παγκοσμιότητα της επαναστατικής διαδικασίας δεν έχει να κάνει με το χρόνο ή με τον αριθμό των αντικαπιταλιστικών και σοσιαλιστικών επα­ναστάσεων. Αλλά έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι σοσιαλιστι­κές σχέσεις δεν μπορούν να νικήσουν ολοκληρωτικά και αμετά­κλητα χωρίς κινδύνους καπιταλιστικής παλινόρθωσης, παρά μόνο σε μια ευρύτερη διεθνή βάση που θα διεκδικεί την καθορι­στική της παρέμβαση στις διεθνείς οικονομικές πολιτικές ιδεο­λογικές σχέσεις απέναντι στην. κυριαρχία των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού.

Η πείρα από την πορεία και την ήττα της πρώτης σοσιαλιστι­κής προσπάθειας δείχνει πιο καθαρά ότι ανάμεσα στην αντικαπιταλιστική επανάσταση και την αμετάκλητη κυριαρχία των σο­σιαλιστικών σχέσεων μεσολαβεί μια απροσδιόριστη, από χρο­νική άποψη, ιστορική περίοδος οξύτατων ταξικών αναμετρήσε­ων. Σ’ αυτήν επικρατούν αντιφατικές σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας μη καπιταλιστικές αλλά και αντίθετα καπιταλιστι­κές, εκμεταλλευτικές, και σ’ όλη τη διάρκεια της διαμορφώνον­ται οι όροι και οι δυνάμεις όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διε­θνές επίπεδο για την πλήρη κυριαρχία των σοσιαλιστικών σχέ­σεων. Οι διαδικασίες, οι μορφές και η διάρκεια της μεταβατικής περιόδου εξαρτώνται από το επίπεδο της επαναστατικής χώ­ρας στο σύστημα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, από το συσχε­τισμό των δυνάμεων σ’αυτή, από την εκδήλωση ή όχι της τάσης που ενισχύεται στην εποχή μας για σύνδεση της συγκεκριμέ­νης επανάστασης με αντικαπιταλιστικές επαναστάσεις σε μια σειρά χώρες.

Στην αναμέτρηση αυτή δεν επιδρούν μόνο οι εθνικές δυνά­μεις αλλά και οι διεθνείς, που παίζουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο, αλλά εκφράζονται καθοριστικά μέσω της εθνικής κατά­στασης.

Γίνεται φανερό ότι η επαναστατική διαδικασία στην εποχή μας αρχίζει σαν αντικαπιταλιστική επανάσταση σε μία ή περισ­σότερες καπιταλιστικές χώρες.

Αυτή αποτελεί την αφετηρία μιας περιόδου που θα έχει στρατηγικό στόχο την επικράτηση των σοσιαλιστικών σχέσε­ων σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες, με την πλήρη έννοια τους, σε εθνική και παραπέρα διεθνή βάση. Το ζήτημα του εργατικού κράτους, της εργατικής εξουσίας, είναι καθοριστικό όχι μόνο για την έναρξη αυτής της μεταβατικής περιόδου αλλά και σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της. Οι μηχανιστικές αντιλήψεις που πρόβαλαν την αυτόματη με διοικητικό τρόπο, «με βάση το πλά­νο» χωρίς κατανόηση των νόμων της ταξικής πάλης και σε απο­κλειστικά εθνική βάση πλήρη κυριαρχία των σοσιαλιστικών σχέσεων είναι ιστορικά νεκρές. Το ίδιο νεκρές είναι και οι θεωρίες των σταδίων κ.λπ.

Η εργατική αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική επανάσταση θα αποτελεί αντικειμενικά το περιεχόμενο όλων των επαναστάσε­ων της εποχής μας στις χώρες του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες, τα μέσα, τους δρόμους προσέγγισης, τα δια­φορετικά προγράμματα και προβλήματα σε κάθε ξεχωριστή χώρα ή κατηγορία χωρών.

Συγκεκριμένα στην εποχή μας, μορφή προσέγγισης στην αντικαπιταλιστική επανάσταση γίνεται όλο και περισσότερο η πάλη για την ανατροπή των κατευθύνσεων που επιβάλλει η κα­πιταλιστική ανασυγκρότηση από τη σκοπιά του σοσιαλισμού.

Οι εκπρόσωποι του νέου αριστερού ρεφορμισμού και της περεστρόικα αναθεωρούν τη στρατηγική των σταδίων όχι από τη σκοπιά της προσέγγισης της αντικαπιταλιστικής πάλης, αλλά από τη σκοπιά της πλήρους απομάκρυνσης απ’ αυτή. Έτσι στο πολιτικό επίπεδο υποβαθμίζουν όλα τα χαρακτηριστικά της ερ­γατικής και λαϊκής πάλης που στρέφονται κατά της κυριαρχίας του συστήματος των μονοπωλίων και του ΚΜΚ, στα πλαίσια μιας προοδευτικής εναλλακτικής πρότασης διαχείρισης του. Αντίστοιχα αποσυνδέουν το όραμα του σοσιαλισμού από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της πάλης κατά της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Ο σοσιαλισμός αιωρείται σαν άλλοθι μακριά από την πολιτική πάλη και τη ζωή.

Αντίστοιχα, η προσπάθεια αυτών των δυνάμεων να χρησιμοποιήσουν στρεβλωμένα την αναγκαιότητα της διεθνούς σοσιαλιστικής βάσης για την αμετάκλητη και χωρίς κινδύνους παλι­νόρθωσης κυριαρχία του σοσιαλισμού και της μεταβατικής πε­ριόδου δεν γίνεται φυσικά στα πλαίσια της προσέγγισης των αρχών της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Στην πραγματικότητα, η διεθνής διάσταση του σοσιαλιστι­κού καθήκοντος χρησιμοποιείται για την άρνηση του καθορι­στικού ρόλου της αντικαπιταλιστικής και σοσιαλιστικής επανά­στασης σε εθνικό επίπεδο.

Η αποδοχή από μέρους τους της αναγκαιότητας κάποιας «μεταβατικής» περιόδου της επαναστατικής κοινωνίας προς το σοσιαλισμό προσαρμόζεται στα πλαίσια του εξωραϊσμού της διαδικασίας της περεστρόικα. Επιχειρεί να δικαιολογήσει την πορεία μετάβασης των ανατολικών χωρών στη σφαίρα δράσης του καπιταλιστικού συστήματος. Χρησιμοποιείται παραπέρα για να δικαιολογηθεί η ενσωμάτωση της πολιτικής της επίση­μης Αριστεράς στη χώρα μας στα πλαίσια της ΕΟΚικής κοινότη­τας, κάτω από την κυριαρχία των ΠΠΜ και των πιο ισχυρών ιμ­περιαλιστικών δυνάμεων. Για να ενισχυθούν παραπέρα οι αντι­λήψεις του «υπερεθνικού κράτους». Για την άρνηση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης που εκδηλώνεται με νέες μορφές. Για την εγκατάλειψη της αρχής της καθοριστικότητας της πά­λης στα πλαίσια της εθνικής πραγματικότητας και της αναγ­καιότητας κατάκτησης ολόκληρης της εξουσίας με επαναστα­τικό τρόπο.

Δεν είναι πρώτη φορά που τα ωραία πουλιά του μέλλοντος παγιδεύονται στο πιο στενό κλουβί του παλιού κόσμου.

  1. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Μέσα στην κρίση που μαστίζει τη χώρα και αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, συντελούνται βαθιές διαφο­ροποιήσεις και ανακατατάξεις.

Η άρχουσα τάξη της χώρας μας προωθεί σημαντικές αλλα­γές στους άμεσους και μακροπρόθεσμους προσανατολισμούς της για να υλοποιήσει με ενεργητικό τρόπο τον εκσυγχρονισμό του καπιταλιστικού συστήματος, επιβάλλοντας μέτρα για την ανασυγκρότηση όλων των μετώπων της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Πρωταρχική της επιδίωξη είναι η προσαρμογή της ελληνι­κής οικονομίας στην καπιταλιστική ολοκλήρωση της ενιαίας, εσωτερικής αγοράς των κρατών-μελών της ΕΟΚ, η αποδοχή της λεγόμενης «φιλελευθεροποίησης» στην κίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας, και η διαμόρφωση της οικονομι­κής, νομισματικής ένωσης.

Τα κύρια σημεία των σχεδίων και ρυθμίσεων της άρχουσας τάξης επεκτείνονται:

  • Σε αλλαγές στην παραγωγική βάση της χώρας με στόχο την κατάκτηση μιας βελτιωμένης θέσης στον κοινοτικό καταμε­ρισμό εργασίας, επιβάλλοντας ένα ριζικά διαφορετικό καθε­στώς στο σύστημα των εργασιακών σχέσεων, με στόχο την τό­νωση της ιδιωτικής, επιχειρηματικής δραστηριότητας και την προσέλκυση επενδύσεων του ξένου κεφαλαίου.
  • Στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού πλαισίου ενσωμά­τωσης των πολιτικών δυνάμεων στην κεντρική λογική εκσυγ­χρονισμού του ελληνικού καπιταλισμού επιζητώντας τη συναί­νεση των κοινωνικών δυνάμεων και την άμβλυνση της πίεσης του μαζικού κινήματος.
  • Στην αναδιάρθρωση της δημοσιονομικής, εισοδηματικής και κοινωνικής πολιτικής, συμπιέζοντας παραπέρα το βιοτικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων, με στόχο την εξοικονόμηση πόρων που προσανατολίζονται άμεσα σε έργα υποδομής αναγ­καία για τον εκσυγχρονισμό και τις επενδύσεις του κεφαλαίου.
  • Σε μεταρρυθμίσεις στις δομές του κράτους και της αυτο­διοίκησης, με κεντρικό πυρήνα τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την ένταξη του προγραμματισμού στις επιταγές της Κοι­νότητας και τελικά μέσω των ιδιωτικοποιήσεων στην παραπέρα ενίσχυση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα.

Οι ειδικότερες πλευρές της καπιταλιστικής ανασυγκρότη­σης στα κύρια μέτωπα είναι:

5.1. Αλλαγές στην παραγωγική δομή

Κεντρική επιδίωξη είναι η συγκεντροποίηση και τεχνολογι­κή αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και η επέκταση του σε νέους παραγωγικούς τομείς, ιδιαίτερα στον τομέα παροχής υπηρε­σιών.

Ο χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης του κεφαλαίου στη χώρα μας και ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων μικρού και μεσαίου επιπέδου με σοβαρά προβλήματα τεχνολογικής απαξίωσης, έ­χει οδηγήσει τα τελευταια χρόνια, ενόψει του κοινοτικού αντα­γωνισμού σε διαδικασίες συγχωνεύσεων και εξαγορών σημαν­τικών κλάδων της βιομηχανίας από πολυεθνικές επιχειρήσεις, με αιχμή τους κλάδους: είδη διατροφής, ποτά, χημικές βιομη­χανίες, χαρτί. Δηλαδή πρόκειται για τους κλάδους που και διε­θνώς εμφανίζουν τις εντονότερες τάσεις εξαγορών και συγχω­νεύσεων, για επέκταση της αγοράς των επιχειρήσεων, για διαφοροποίηση της παραγωγής τους σε νέα προϊόντα, καθώς και για καθετοποίηση της διαδικασίας παραγωγής.

Η εκποίηση των προβληματικών επιχειρήσεων του Ο.Α.Ε. εκφράζει ουσιαστικά αυτήν την πολιτική του κεφαλαίου σε βα­σικούς παραγωγικούς τομείς.

Η αστική τάξη και τα πιο επιθετικά της τμήματα προωθούν τη συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό θυλάκων της βιομηχα­νίας μεταποίησης με πριμοδότηση από τον κρατικό προϋπολο­γισμό και τη σχετική διεύρυνση αυτού του τομέα με αποδοχή της εγκατάστασης ρυπογόνων μονάδων κατεργασίας τοξικών αποβλήτων της ΕΟΚ, εισαγωγή φυσικών αερίων κ.λπ. Παράλ­ληλα καλλιεργούν το έδαφος για προσέλκυση επενδύσεων του ξένου κεφαλαίου, σε σύμπραξη με το ελληνικό, σε νέους τομείς του συστήματος παροχής υπηρεσιών και ιδιαίτερα στον τουρισμό στο εμπόριο καταναλωτικών αγαθών, στο πιστωτικό και α­σφαλιστικό σύστημα και στις υπηρεσίες πληροφορικής (επιχει­ρηματικά κέντρα, πάρκα σύγχρονης τεχνολογίας, κέντρα χον­δρεμπορίου, εκθεσιακά-συνεδριακά κέντρα, κέντρα αναψυχής, τεράστια εμπορικά πολυκαταστήματα).

Προκειμένου να εκσυγχρονιστεί και να επεκταθεί ο ιδιωτι­κός τριτογενής τομέας, στο κέντρο της προσοχής των κυρίαρ­χων κύκλων έχει ενταχθεί η εκτέλεση μεγάλων έργων τεχνικής υποδομής κυρίως με τη λογική της αυτοχρηματοδότησης (με­τρό, προαστειακό τρένο, οδικοί δακτύλιοι, ζεύξη Ρίου-Αντίρριου, νέο αεροδρόμιο Σπάτων, οδικοί κομβοι κ.λπ.)

Επιδίωξη αυτών των έργων είναι η βελτίωση του οικονομι­κού περιβάλλοντος, αλλά και των όρων λειτουργίας του κεφα­λαίου με επίκεντρο τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα της χώρας, ώστε να διευκολυνθεί η διαδικασία μεταφοράς εμπο­ρευμάτων και εργαζομένων κυριότερα όμως να αναθερμανθεί η οικονομία στους κλάδους που εμπλέκονται με το κατασκευα­στικό κύκλωμα, με βάση τη νέα ποιότητα συγκεντροποίησης του κατασκευαστικού κεφαλαίου από κοινού με το πιστωτικό σύστημα.

Σήμερα το σύνολο σχεδόν των δημόσιων επενδύσεων και των κοινοτικών πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία κατευθύνον­ται στη συμπλήρωση των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων για εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής που κατά τεκμήριο δρουν σε βάρος του περιβάλλοντος.

Μοχλός προώθησης των γενικότερων ανακατατάξεων με το προκάλυμμα της «μεγάλης ιδέας» είναι η τέλεση των Ολυμπια­κών αγώνων του 1996 στην Ελλάδα.

Το σύνολο των διεργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη για τον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού στη χώρα μας στοχεύ­ουν στη διεκδίκηση μιας βελτιωμένης θέσης στον καταμερισμό της ΕΟΚ που να ανασυγκροτεί τη δομή του ελληνικού κεφα­λαίου και να δημιουργεί ευνοϊκότερους όρους για την αναπα­ραγωγή και επέκταση του.

Από τη μέχρι τώρα όμως πορεία δεν διαφαίνεται τέτοια προοπτική. Αυτό οφείλεται στη σημαντική υστέρηση του κεφα­λαίου στην Ελλάδα συγκριτικά με τις τεχνολογικές εξελίξεις των αναπτυγμένων καπιταλιστικών δυνάμεων της Κοινότητας Από την άλλη μεριά, οι διεθνείς ανακατατάξεις, η ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού, ιδιαίτερα μετά τη χρεοκοπία των ανα­τολικών χωρών συρρικνώνουν τις δυνατότητες προσέλκυσης νέων σημαντικών επενδύσεων και διαμορφώνουν αρνητικό πλαίσιο επέκτασης του κεφαλαίου σε άλλες χώρες (π.χ. Τρίτος Κόσμος, Βαλκάνια κ.λπ.).

Το κέντρο βάρους των σχεδιασμών της άρχουσας τάξης πέ­φτει στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων επί το συντηρητι­κότερο, στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας για τη διευ­κόλυνση του ιδιωτικού τομέα και την ανεμπόδιστη αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων.

Παράλληλα με τη δημοσιονομική, εισοδηματική και κοινωνι­κή πολιτική που προωθείται, επιδιώκεται η παραπέρα συμπίεση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων. Ειδικά με τη δραστική περιστολή των κοινωνικών δαπανών από τον κρατικό προϋπολογισμό, εκβιάζεται ουσια­στικά και η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην πρόσθετη υλοποίηση της δυνητικής τοπικής φορολογίας των πολιτών και μεσοπρόθε­σμα μεθοδεύεται η πλήρης ιδιωτικοποίηση του λεγόμενου κρά­τους – πρόνοιας και η ενίσχυση της λογικής των δύο ταχυτήτων.

Η καπιταλιστική ανασυγκρότηση επιφέρει σημαντικές δια­φοροποιήσεις στα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, της διανόησης και των μεσαίων στρωμάτων. Εν­τείνεται το φαινόμενο της ανεργίας και προωθείται η εισροή ξένου εργατικού δυναμικού με χαμηλότερο κόστος εργατικής δύναμης, ιδιαίτερα στις βαριές οικοδομικές εργασίες.

Η επιδίωξη των πιο επιθετικών τμημάτων της ηγετικής μερί­δας της άρχουσας τάξης είναι να υποτάξει όλες τις άλλες μερί­δες στη δική της διεύθυνση. Να υποτάξει επίσης μεγάλα τμήμα­τα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης και του χωριού καταδι­κάζοντας τα σε μια νέα μοίρα: εγκατάλειψη των σημερινών τους οικονομικών δραστηριοτήτων, στροφή στη μισθωτή εργα­σία ή σε απασχολήσεις ακόμα πιο εξαρτημένες από τα μεγάλα συμφέροντα, μέσω της στεφάνης των υπεργολαβιών,των κρα­τικών προμηθειών, των τραπεζικών δανείων.

Το μεγάλο κεφάλαιο, τροποποιώντας τις συμμαχίες του, α­πευθύνεται ταυτόχρονα με ιδιαίτερα επιμονή στα στελέχη που έχουν μια ενδιάμεση θέση στην οργάνωση της εργασίας και από τον αυξανόμενο ρόλο τους στη σημερινή εποχή. Αυτοί οι μισθωτοί οφείλουν, υποτίθεται, να συμμεριστούν την ιδέα ότι αποτελούν «ελίτ», να ξεχάσουν την ανασφάλεια και το άγχος που τους περιβάλλει καθημερινά, και να αντιπαρατεθούν στα υπόλοιπα τμήματα της μισθωτής εργασίας. Γι’ αυτά τα πλαίσια και σε συνδυασμό με τον «τεχνητό» διαχωρισμό ορισμένων τμημάτων της εργατικής τάξης ενισχύονται με ιδιομορφίες και στη χώρα μας εκείνες οι γενικές τάσεις που διευρύνουν τη βά­ση για την παραπέρα ανάπτυξη ενός νέου οπορτουνιστικού ρεύματος μέσα στο εργατικό κίνημα.

Παραπέρα, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και των νέων τεχνολογικών απαιτήσεων προωθείται ένας συντηρητικός εκ­συγχρονισμός, που θέλει να επιβάλλει μια νέα, πλαστή διαίρε­ση στην κοινωνία και στην πολιτική, ανάμεσα σε «εκσυγχρονι­στές» και «παραδοσιακούς». Παρακάμπτεται έτσι συνειδητά το πρόβλημα τι είδους είναι ο εκσυγχρονισμόςκαι προς όφελος τίνων επιδιώκεται.

Βασικά συμπεράσματα

Από τη μέχρι τώρα εξέλιξη των διάφορων πλευρών της καπι­ταλιστικής ανασυγκρότησης στη χώρα μας, και χωρίς η διαδι­κασία αλλαγών να έχει ακόμα ολοκληρωθεί, προκύπτουν ορι­σμένα βασικά συμπεράσματα.

Ο ελληνικός καπιταλισμός, μπροστά στην καπιταλιστική ο­λοκλήρωση της ΕΟΚ του 1992 και τη νέα φάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, ανάπτυξης της δράσης των ΠΠΜ επιχειρεί την αναδιάρθρωση του, προκειμένου να διεκδικήσει μια βελτιωμένη θέση στον κοινοτικό και διεθνή κα­ταμερισμό εργασίας.

Το ελληνικής προέλευσης μεγάλο κεφάλαιο εξαρτάται βα­θύτερα από το δυτικοευρωπαϊκό κέντρο. Στη χώρα μας διαμορ­φώνεται στα πλαίσια του εξαρτημένου ΚΜΚ, ένα εμφανές τμή­μα ΠΠΜ κρατικών, ιδιωτικών και ξένων (όπως ΕΤΕ, Εμπορική Τράπεζα, Βαρδινογιάννης, μεγάλες τεχνικές εταιρείες, Μπόμ­πολας, ΒΙΟ ΕΛΛΑΣ, Πετζετάκης. ΕΑΒ, ΙΝΤΡΑΚΟΜ, ξένες τρά­πεζες και πολυεθνικές) που συνδέεται στα πλαίσια του ΚΜΚ και της ΕΟΚ με τις δυνάμεις του διεθνούς και ιδιαίτερα του ευρωπαϊκού ΠΠ κεφαλαίου.

Στα πλαίσια αυτά ενισχύεται η θέση των ΠΠΜ, κρατικών και ιδιωτικών, στην κορυφή της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του ΚΜΚ, δυναμώνει η αλληλοσύνδεση μεταξύ ξένου και ντόπιου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η αναδιάρθρωση του ελληνικού κα­πιταλισμού επιβάλλει ως στρατηγικό οικονομικό στόχο την πα­ραπέρα «απελευθέρωση» της αγοράς και της ιδιωτικής επιχει­ρηματικής δραστηριότητας προς όφελος του Π.Π. κεφαλαίου. Κανένας ουσιαστικός έλεγχος, κανένας φραγμός στο είδος. στο κόστος, στην τιμή, είναι η απαίτηση των μεγάλων κεφα­λαιούχων που απαιτούν ακόμη να αφαιρεθούν «κεκτημένα» στην ασφάλιση, στην προστασία των ανέργων, στις κοινωνικές παροχές (υγεία, παιδεία) και εργασιακές σχέσεις. Εκφραστής αυτών των συμφερόντων και επιδιώξεων είναι ο νεοσυντηρητισμός, που αποτελεί την πιο επιθετική έκφραση της στρατηγι­κής αυτής.

Με την παραπέρα συνύφανση των ντόπιων και των ξένων κεφαλαίων, βαθαίνει ο εξαρτημένος χαρακτήρας του ελληνι­κού καπιταλισμού συνολικά. Εντείνεται η εξάρτηση της χώρας κυρίως από το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο. Οι ιδιομορφίες του ελληνικού καπιταλισμού στα πλαίσια του καπιταλισμού συνδέ­ονται με την σχετική διευρυμένη δράση του κρατικού τομέα των κρατικών μονοπωλίων και των κρατικών ΠΠΜ· με το χαμη­λότερο, σε σχέση με το κοινοτικό, επίπεδο συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου· τη διατήρηση πλατιάς ζώ­νης μεσαίων στρωμάτων και μικρομεσαίων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με μια σειρά ιστορικές διαφορές στους συ­σχετισμούς των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Γενικότερα εντείνεται η συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, ενισχύεται η διαδικασία των δύο ταχυ­τήτων, διευρύνεται η ζώνη της παραγωγικής και κοινωνικής υ­ποβάθμισης. Ωστόσο οι μορφές εξαθλίωσης και περιθωριοποί­ησης μερίδων του πληθυσμού δεν εμφανίζονται κατά τα πρότυ­πα των χωρών της ΕΟΚ. αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις, που οφείλονται στις οικονομικές και κοινωνικοπολιτιστικές ι­διαιτερότητες της χώρας μας.

Η μέχρι τώρα πορεία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης διαμορφώνει συνθήκες ενίσχυσης της θέσης του κεφαλαίου, ιδιαίτερα του μεγάλου, σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων.

Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να πα­λεύουν από χειρότερες θέσεις. Ωστόσο, η διαδικασία της ανα­συγκρότησης δεν έχει ολοκληρωθεί, βρίσκεται σήμερα σε κρί­σιμο σημείο, περιπλέκεται και από τις διεθνείς ανακατατάξεις και αντιθέσεις.

Οι κατευθύνσεις της κοινωνικοοικονομικής υποβάθμισης της λαϊκής πλειονότητας, η ύπαρξη αγωνιστικών ριζοσπαστι­κών παραδόσεων του λαϊκού κινήματος δυσχεραίνουν τις κοι­νωνικές συμμαχίες του μεγάλου κεφαλαίου. Επιτρέπουν, στο βαθμό που θα ανασυνταχτεί σε νέα βάση ο επαναστατικός πα­ράγοντας, την αξιοποίηση των νέων στοιχείων της κοινωνικής πραγματικότητας για την ανάπτυξη ενός αριστερού ριζοσπα­στικού μετώπου πάλης απέναντι στις κυρίαρχες επιλογές.

5.2. Η Ελλάδα σε μια μεταβατική εποχή

Ενώ η ελληνική ολιγαρχία φαίνεται να εξασθενεί στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ωστόσο ενισχύει τη θέση της σε βά­ρος του εργατικού κινήματος στο εσωτερικό μέτωπο. Ο Κ. Μη­τσοτάκης εμφανίζεται σαν τον αρχαίο θεό Ιανό με τα δύο πρό­σωπα: επαίτης στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες, αδιάλλα­κτος και αποφασιστικός στην ελληνική Βουλή. Από την άλλη πλευρά, η συντριβή του εργατικού κινήματος είναι η βασική προϋπόθεση για να μπορέσει η ελληνική ολιγαρχία να διεκδι­κήσει εκ νέου μια καλυτέρευση της θέσης της στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό.

Η ίδια η προώθηση της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης ενι­σχύει την ολιγαρχία σε βάρος του εργατικού κινήματος με νέ­ους τρόπους. Και πρώτα απ’όλα την ενισχύει η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης — δεν είναι τυχαίο που πάντα οι α­στικοί κύκλοι επέμεναν ότι οι πολιτικοί λόγοι είναι οι καθοριστι­κοί για την ενσωμάτωση μας στην ΕΟΚ. Τα μέτρα Σουφλιά ενι­σχύονται από το «κύρος» του Ντελόρ και το βάρος του Κριστόφερσεν. Η δαμόκλειος σπάθη του εξωτερικού χρέους επισείεται απέναντι σε κάθε ριζοσπαστικό κοινωνικό αίτημα. Μια σει­ρά κρίσιμα ζητήματα αποφασίζονται σε υπερεθνικά κέντρα, που είναι λιγότερο προσιτά στο ελληνικό εργατικό κίνημα, πο­λύ περισσότερο που καθυστερεί η ανάπτυξη μιας συντονισμέ­νης δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιπρόσθετες δυσκολίες δημιουργεί η ανάπτυξη του ΠΠ κε­φαλαίου, στο βαθμό που το εργατικό κίνημα καθυστερεί να α­νασυγκροτηθεί, σύμφωνα με τα καινούρια δεδομένα. Ενδεικτι­κό ήταν το πώς χτυπήθηκαν μαχητικές απεργίες, όπως της Τριούμφ παλιότερα και της Κόκα-Κόλα πιο πρόσφατα. Ο μαρα­σμός και η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των προβληματικών, ε­ξάλλου, κινδυνεύει να αλώσει ισχυρότατες εστίες της εργατι­κής αντίστασης. Τέλος, η προώθηση των λεγόμενων «νέων ερ­γασιακών σχέσεων» δεν απειλεί μόνο το βιοτικό επίπεδο του εργαζόμενου πληθυσμού. Απειλεί να αποδιαρθρώσει μακρο­πρόθεσμα όλο το δίχτυ συλλογικότητας. αλληλεγγύης και ορ­γάνωσης της εργατικής τάξης, οδηγώντας μεγάλα τμήματα της στην απ’ ευθείας διαπραγμάτευση με την εργοδοσία και οξύνοντας τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της.

Ανάλογες συνέπειες, αρνητικές για το εργατικό κίνημα και τη ριζοσπαστική αριστερά, έχουν οι αναδιαρθρώσεις που δρο­μολογούνται έξω από τη σφαίρα της παραγωγής, στην παιδεία, τον πολιτισμό και σε κάθε πλευρά της σύγχρονης κοινωνικής ζωής. Τα νέα στρώματα της διανόησης, ιδιαίτερα, ενώ καταπιέ­ζονται πιο στυγνά από το κεφάλαιο, ταυτόχρονα δένονται πιο στενά μαζί του (π.χ. με τις ιδιωτικοποιήσεις στην παιδεία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης), ιδίως όταν το εργατικό κίνημα, εξαιτίας των μη επαναστατικών χαρακτηριστικών του και των ξεπερασμένων ηγεσιών που βρίσκονται επικεφαλής του, δεν μπορεί να ασκήσει σοβαρή επίδραση πάνω τους. Είναι πολύ χα­ρακτηριστική η δεξιά στροφή τμημάτων της διανόησης (ακόμα και αριστερών εκπροσώπων της) τα τελευταία δύο χρόνια, η αλλαγή υπέρ του νεοσυντηρητισμού στα πανεπιστήμια και ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά και μέχρι πρόσφατα, για να ωριμά­σουν οι πιο συντηρητικές πολιτικές επιλογές.

Προωθώντας τις αναδιαρθρώσεις και τις συμμαχίες της στο κοινωνικό επίπεδο, η ολιγαρχία δημιουργεί προϋποθέσεις για ανάλογες μεταβολές στο πολιτικό εποικοδόμημα. Ο ελληνικός καπιταλισμός χρειάζεται όχι μόνο μια κυβέρνηση που θα μπο­ρεί να περάσει αποφασιστικά τη νεοσυντηρητική πολιτική, αλ­λά τέτοιες αλλαγές σε όλο το πολιτικό φάσμα, στην αντιπολί­τευση, και βαθύτερα στις συνειδήσεις της εργαζόμενης πλειο­νότητας ώστε να θωρακίσει μακροπρόθεσμα την κυριαρχία του. Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ (85-87), η κυ­βέρνηση Τζαννετάκη και η οικουμενική που έδειξε την ενότητα και την επιστράτευση όλων των εφεδρειών της αστικής τάξης υπέρ της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης ήταν βασικά ορόση­μα στο συντηρητικό εκσυγχρονισμό του πολιτικού εποικοδομή­ματος. Κέρδισαν έδαφος οι τεχνοκρατικές συντηρητικές αντι­λήψεις, η απομάκρυνση των μαζών από την ενεργό πολιτική πάλη.

Παρ’ όλα αυτά, η λαϊκή βάση εξακολουθεί σ’ένα βαθμό να αντιστέκεται στην «αφομοίωση» των νεοσυντηρητικών συναι­νετικών επιλογών δηλαδή εμφανίζεται ασφαλώς πιο ριζοσπα­στική από τις κομματικές ηγεσίες. Αυτό δείχνουν όχι μόνο τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων, αλλά και τα πρώ­τα σκιρτήματα κοινωνικής αντίστασης στην κυβερνητική πολι­τική, που δεν ελέγχονται απόλυτα από τις κομματικές ηγεσίες και τα φαινόμενα κρίσης στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ και ιδίως του Συνασπισμού — ανεξάρτητα από το πώς μορφοποιούνται ιδεολογικά και πολιτικά αυτή τη στιγμή. Έτσι, παρά τις επιτυ­χίες της ολιγαρχίας, «η κατάργηση των διαχωριστικών γραμ­μών», η συντριβή των αριστερών ριζοσπαστικών διαθέσεων, παραμένει ζητούμενο.

Η ενίσχυση του κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας, του νεο­συντηρητισμού σε βάρος της ριζοσπαστικής αριστεράς, δεν εί­ναι μονόδρομος. Η εξέλιξη του καπιταλισμού σημαίνει καταρχήν ότι ενισχύονται αντικειμενικά και οι δύο πόλοι της αντίθε­σης «εργασία – κεφάλαιο», σε μια σύγκρουση γιγάντων. Γιατί ο παροξυσμός των κοινωνικών αντιθέσεων στις συνθήκες της νεοσυντηρητικής επιδρομής, η τάση για διεθνοποίηση της ερ­γατικής δράσης που αναπτύσσεται στο έδαφος των ιμπεριαλι­στικών ολοκληρώσεων, η συμπίεση της μεγάλης πλειονότητα του πληθυσμού, δίνουν νέες ιστορικές ευκαιρίες στο σύγχρονο εργατικό κίνημα, παρά την αναμφισβήτητη προώθηση των θέ­σεων της αστικής τάξης σε όλα τα μέτωπα. Στο αμέσως επόμε­νο διάστημα θα κριθεί αν η ολιγαρχία καταφέρει να εδραιώσει μακροπρόθεσμα τις επιτυχίες της ή αν το εργατικό κίνημα θα μπορέσει να μπει σε μια νέα τροχιά ανασύνταξης και αντεπίθε­σης πράγμα που θα εξαρτηθεί και από τη δράσητων διαμορφωνόμενων αριστερών πρωτοποριών.

5.3. Οι αλλαγές στις πολιτικές δυνάμεις

Η Ν.Δ., που σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο αποτελούσε τον κύριο πολιτικό εκπρόσωπο της αστικής τάξης, μετά τη χρε­οκοπία της διαχείρισης της κρίσης του συστήματος απότο ΠΑ­ΣΟ Κ, ανέλαβε τον πρώτο ρόλο για την προώθηση της καπιταλι­στικής ανασυγκρότησης. Ο «εκμητσοτακισμός» της ΝΔ και ο εν­ταφιασμός του συνεδρίου της Χαλκιδικής και του Καραμανλικού «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», αντανακλά κυρίως τις νέες, πιο επιθετικές επιλογές της ολιγαρχίας στην κατεύθυνση του νεοσυντηρητισμού.

Η επίκληση της «συναίνεσης», από την πλευρά της ΝΔ, δε γίνεται με προοπτική το μετριασμό των νεοσυντηρητικών μέ­τρων, με κάποιους συμβιβασμούς με τα λαϊκά στρώματα στα πλαίσια του αστικού ρεφορμισμού, αλλά με στόχο την ενεργη­τική στήριξη αυτών των μέτρων. Ήδη η ΝΔ εκμεταλλεύεται την κρίση του παραδοσιακούρεφορμισμού, επιχειρώντας να κερδί­σει την πλειονότητα των μεσαίων στρωμάτων και δημιουργών­τας σοβαρά προγεφυρώματα μέσα στον ίδιο τον εργατικό πλη­θυσμό.

Ο νεοσυντηρητικός «εκσυγχρονισμός» που προωθεί η ΝΔ έ­χει ανοιχτά αντιλαϊκό-αντιδραστικό χαρακτήρα, περισσότερο και από τις αντίστοιχες πολιτικές που εφαρμόστηκαν στις ιμπε­ριαλιστικές μητροπόλεις, εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής εξάρτη­σης και των ιδιομορφιών της κοινωνικής δομής της Ελλάδας. Η ασθενική διεθνής θέση της ελληνικής ολιγαρχίας μειώνει πο­λύ τα περιθώρια κάποιων «ανταλλαγμάτων» σε ένα τμήμα του εργαζόμενου πληθυσμού, ενώ η ύπαρξη πολυάριθμων και σε μεγάλο βαθμό κρατικοδίαιτων μεσαίων στρωμάτων αναγκάζει τη ΝΔ να έρχεται σε κάποια επίπεδα σε αντίθεση με την ίδια την εκλογική και πολιτική της βάση. Αυτό αποτελεί πηγή αντι­θέσεων και παλινωδιών στην κυβερνητική πολιτική, όπως έδει­ξαν οι περιπέτειες του φορολογικού νομοσχεδίου, οι ρουσφε­τολογικές προσλήψεις στο δημόσιο, την ίδια ώρα που προω­θούνταν απολύσεις εκτάκτων, και μια σειρά άλλα κρούσματα.

Αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι που ο νεοσυντηρητικός εκσυγ­χρονισμός της ΝΔ δεν έχει το δυναμισμό που είχαν, για παρά­δειγμα, ο Ριγκανισμός και ο θατσερισμός στα αρχικά τους στά­δια. Το σύνθημα «θυσίες χωρίς ελπίδα», που είχε ρίξει η ΝΔ εναντίον του ΠΑΣΟΚ, γυρνά τώρα σαν μπούμερανγκ εναντίον της, καθώς φαίνεται ότι οι «νέες ιδέες» οδηγούν σε ιδιωτικοποι­ήσεις τύπου Θάτσερ, με ένα χρέος τύπου Μεξικού κι ένα βιοτι­κό επίπεδο τύπου Πορτογαλίας, χωρίς κάποια θετική προοπτι­κή για το μέλλον.

Ωστόσο η ΝΔ ελπίζει ότι θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί την κρίση στο ΠΑΣΟΚ και το Συνασπισμό για να καταφέρει αποφα­σιστικά πλήγματα στο εργατικό κίνημα στους αμέσως επόμενους μήνες, οπότε μοιραία τα μεσαία στρώματα και τμήμα της εργατικής τάξης θα στραφούν σταθερά προς το στρατόπεδο του νικητή. Αυτό το γεγονός προσδίδει ακόμα πιο αντιδραστι­κό, επιθετικό χαρακτήρα στην πολιτική της.

5.4. Το ΠΑΣΟΚσήμερα

Το ΠΑΣΟΚ, πριν από το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, που εφάρμοσε το 1985-87 σαν κυβέρνηση, εγκαινίασε ήδη μια σοβα­ρή πολιτική και ιδεολογική στροφή, που συνεχίζεται με πιο γρήγορους ρυθμούς σήμερα και προβλέπεται να επισημοποιη­θεί με το Συνέδριο του και την πλήρη ένταξη του στη Σοσιαλι­στική Διεθνή.

Η στροφή αυτή δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ σαν σοσιαλρεφορμιστικού κόμματος, που υποτάσσει στα συμφέ­ροντα της αστικής τάξης το ριζοσπαστισμό των εργατικών και των μεσαίων στρωμάτων, τα οποία αποτελούν τον κορμό της βάσης του. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος και το βάθος της ενσωμάτωσης.

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προσαρμόζεται στις νέες διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, περνώντας από τη ρεφορμιστική πολιτι­κή του «κράτους πρόνοιας», στην ανοιχτή υποστήριξη της καπι­ταλιστικής ανασυγκρότησης, στη σοσιαλδημοκρατική παραλ­λαγή της. Το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» που επαγγέλλεται δεν αφορά τη διανομή των κερδών ανάμεσα στην ολιγαρχία και τα λαϊκά στρώματα, όπως πρότεινε ο παραδοσιακός ρεφορμισμός τις εποχές των «παχιών αγελάδων», αλλά την κατανομή των θυσιών ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, στο όνομα του «εκσυγ­χρονισμού». Έτσι ο νέος ρεφορμισμός της ΠΑΣΟΚικής ηγεσίας τοποθετείται σε σαφώς συντηρητικότερη κατεύθυνση. Το «νέο ΠΑΣΟΚ» αμφισβητεί την καπιταλιστική ανασυγκρότηση μόνο «στα σημεία», αποδεχόμενο την ουσία της και διαπραγματεύε­ται τους τρόπους, τους ρυθμούς και την έκταση του ακρωτηρια­σμού των λαϊκών κατακτήσεων.

Η ιδιομορφία του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο γεγονός ότι, σε αν­τίθεση με τη ΝΔ, οι λαϊκές μάζες που το ακολουθούν αντιστέ­κονται κατά κανόνα στο νεοσυντηρητισμό από τις θέσεις του παλιού ρεφορμισμού, του «κράτους πρόνοιας». Ορισμένα τμή­ματα του, μάλιστα, αντιστέκονται ακόμα με βάση τους αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους του μεταπολιτευτι­κού «ρεύματος της αλλαγής», από τη σκοπιά των ριζοσπαστι­κών μεσαίων στρωμάτων.

Αυτή η καθυστέρηση της βάσης σε σχέση με την ηγεσία φά­νηκε και στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, όπου εκδη­λώθηκαν τα ισχυρά αντιδεξιά-αντισυντηρητικά αισθήματα της βάσης του ΠΑΣΟΚ (μετά, κυρίως, την κυβέρνηση Τζαννετάκη) και η σχετική απροθυμία της να δεχτεί την ανοιχτά συντηρητική-συναινετική γραμμή του Α. Παπανδρέου με το σχηματισμό της οικουμενικής. Αυτή είναι η κυριότερη αντίθεση μέσα στο σημερινό ΠΑΣΟΚ και όχι η αντίθεση ανάμεσα στους «εκσυγχρονιστές» και «λαϊκιστές» της ηγεσίας του, που προ­βάλλει σε πρώτο πλάνο η ολιγαρχία και υιοθετεί και η ηγεσία του Συνασπισμού.

Στην πραγματικότητα «εκσυγχρονιστές» και «λαϊκιστές» α­ποτελούν τις συμπληγάδες που απειλούν να συνθλίψουν κάθε σύγχρονη αριστερή αναζήτηση. Οι πρώτοι, με την απ’ ευθείας ενίσχυση των κέντρων εξουσίας και της ΕΟΚ, επιχειρούν να ι­σοπεδώσουν το μικροαστικό ριζοσπαστισμό του παρελθόντος. Οι δεύτεροι, εμπορεύονται τις αντισυντηρητικές διαθέσεις της λαϊκής βάσης του ΠΑΣΟΚ, που αναζητά ενστικτωδώς μια γραμ­μή άμυνας στον κοινωνικό ρεβανσισμό της Ν.Δ., για να τις εγ­κλωβίσουν σε ένα ρηχό αντιδεξιισμό, περιχαρακώνοντας τες ταυτόχρονα από την εργατική βάση της αριστεράς και εμποδί­ζοντας τες να εξελιχθούν σε σύγχρονη αντικαπιταλιστική και σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Πάντως η δεξιόστροφη πορεία της ΠΑΣΟΚικής ηγεσίας, πα­ρά τις νέες δυσκολίες, αφήνει ακόμα σημαντικά πολιτικά κενά στην κοινωνική του βάση. Ο απεγκλωβισμός σημαντικών δυνά­μεων από τη βάση του ΠΑΣΟΚ παραμένει βασικό ζητούμενο για την οικοδόμηση ενός ισχυρού αριστερού ριζοσπαστικού μετώ­που απέναντι στην επέλαση της δεξιάς και γενικότερα την καπι­ταλιστική ανασυγκρότηση. Σε αυτό το πεδίο απέτυχαν παταγω­δώς οι παραδοσιακές ηγεσίες της αριστεράς, που σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι και σήμερα ταλαντεύονταν α­νάμεσα στην άνευ όρων υποταγή στην παπανδρεϊκή ηγεσία και στην ανοιχτή σύμπραξη απευθείας με τη δεξιά και τη μεγάλη αστική τάξη. Ένα χρόνο μετά την κυβέρνηση Τζαννετάκη όχι μόνο δεν προέκυψαν οι αναμενόμενες «τεκτονικές δονήσεις» υ­πέρ της αριστεράς στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, αλλά η ηγεσία της οδηγείται εκ νέου άνευ όρων στην αγκαλιά της παπανδρεϊκής ηγεσίας. Αυτή τη φορά, μάλιστα, όχι μόνο δεν πιέζει το ΠΑΣΟΚ από τα αριστερά, αλλά, αντίθετα, αποδεχόμενη βασικές, συν­τηρητικές επιλογές, ασφαλίζει τα νώτα στην ηγεσία του και της δίνει άλλοθι για τη δεξιά στροφή της.

5.5. Η «επίσημη» Αριστερά

Ενάμιση χρόνο μετά τη δημιουργία του, και αφού οδήγησε την ελληνική αριστερά στο πιο χαμηλό σημείο από τη μεταπολί­τευση (όχι μόνο εκλογικά αλλά κυρίως πολιτικά), ο Συνασπι­σμός της Αριστεράς αντιμετωπίζει μια οξυνόμενη κρίση και το μέλλον του διαγράφεται τουλάχιστον αβέβαιο. Όσοι χαιρέτη­σαν τη δημιουργία του, σαν βήμα ενότητας του κόσμου της αρι­στεράς, μπορούν σήμερα να διαπιστώσουν ότι οι ευκαιριακές συγκολλήσεις στις κορυφές, και μάλιστα στο έδαφος μιας δεξιόστροφης πολιτικής, δεν οδηγούν σε μια μαχητική ενότητα αλλά αυξάνουν, τελικά, τον κατακερματισμό και την περιθωριο­ποίηση της αριστεράς.

Το ΝΑΡ δεν επιχαίρει γι’ αυτήν την κατάσταση, ούτε αναζητά σ’ αυτήν τη δικαίωσή του. Αντίθετα, ανησυχεί βαθιά για τους κινδύνους να οδηγήσει η κρίση του Συνασπισμού πολύτιμες λαϊκές δυνάμεις στην απογοήτευση και την ιδιώτευση. Συμμε­ριζόμαστε την κοινή αγωνία όλων των αριστερών και επιδιώ­κουμε, μέσα από το διάλογο και την κοινή δράση, να βγάλουμε όλοι τα διδάγματα μας για την υπέρβαση της σημερινής κατά­στασης.

Αποφασιστική σημασία για τις προοπτικές της Αριστεράς στο άμεσο μέλλον θα έχουν οι εξελίξεις στο ΚΚΕ, που συγκεν­τρώνει το βασικό κορμό της εργατικής αριστερής βάσης και αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή κρίση στην ιστορία του.

Στο ανώτερο ηγετικό επίπεδο του ΚΚΕ η διαμάχη δεν αφορά τα ζητήματα της πολιτικής του, και επικεντρώνεται σε πλευρές της ιδεολογίας και της οργάνωσης του κόμματος. Ωστόσο, η διαμάχη αυτή δεν μπορεί να αναχθεί απλά στην ιστορική αδρά­νεια των συμβόλων και των όρων, ούτε να αποδοθεί αποκλει­στικά στις φιλοδοξίες για τον έλεγχο των καθοδηγητικών θέσε­ων και των μηχανισμών του ΚΚΕ. Η σημερινή σύγκρουση ανε­ξάρτητα από το πώς εκφράζεται, έχει βαθύτερο ιστορικό-κοινωνικό περιεχόμενο.

Αυτό που μέχρι σήμερα διαφοροποιούσε το ΚΚΕ από τα κλα­σικά σοσιαλρεφορμιστικά κόμματα ήταν ότι η μεν εργατική του βάση δεν ήταν ενσωματωμένη στο σύστημα, η δε ηγεσία του καθήλωνε τις αντικαπιταλιστικές διαθέσεις της βάσης σε μια αντιιμπεριολιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή, που όμως δεν ξε­περνούσε τα όρια των ριζοσπαστικών μεσαίων στρωμάτων και τις πολιτικοϊδεολογικές και διεθνείς αναφορές του «σοσιαλι­στικού στρατοπέδου».

Τα τελευταία χρόνια, κάτω και από την πίεση της διεθνούς και εσωτερικής ενίσχυσης του ιμπεριαλισμού, παίρνουν στα­διακά το πάνω χέρι στο ΚΚΕ οι δυνάμεις του νέου αριστερού ρεφορμισμού, που αποδέχονται την ουσία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Δηλαδή, οι δυνάμεις που πιέζουν για να απο­μακρυνθεί ολοκληρωτικά το ΚΚΕ από τις όποιες θέσεις λαϊκού ριζοσπαστισμού και να περάσει στις θέσεις της μικρής αστικής τάξης, που υποτάσσεται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την αναδιάρθρωση του συστήματος.

Αυτή η τάση έχει επικρατήσει από καιρό στην πολιτική πρα­κτική του ΚΚΕ. Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ήταν, απ’ αυτή την ά­ποψη, το σημείο καμπής. Η «βιαιότητα» της σύγκρουσης οφεί­λεται στις ισχυρές και μη ελεγχόμενες —σε μεγάλο βαθμό— αντιστάσεις της βάσης του ΚΚΕ. Στη μεγάλη πλειοψηφία της, η τελευταία, αντιδρά στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση, από τη σκοπιά των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών στόχων με βάση τους οποίους είχε διαπαιδαγωγηθεί και είχε παλέψει. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της προσεγγίζει αυτούς τους στό­χους από τη σκοπιά των ριζοσπαστικών μεσαίων στρωμάτων, ωστόσο ένα όχι ευκαταφρόνητο τμήμα της τους βλέπει από μια εργατική-επαναστατική ανανεωτική σκοπιά, ανεξάρτητα αν δεν έχει συγκροτημένη ιδεολογική και πολιτική άποψη για την κοινωνική αλλαγή.

Πάντως η γραμμή άμυνας των παραδοσιακών ηγετικών δυ­νάμεων του ΚΚΕ απέναντι στους εκπροσώπους του νέου αρι­στερού ρεφορμισμού είναι τελείως ανίσχυρη, από τη στιγμή που αποδέχονται πλήρως την υποταγή στην αστική τάξη σε ό,τι αφορά τη στρατηγική και την τακτική του ΚΚΕ, ενώ οι όποιες αντιστάσεις τους στο ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο γί­νονται από τη σκοπιά δογματικών και παρωχημένων αντιλήψε­ων στερημένων από το επαναστατικό εργατικό περιεχόμενο. Ωστόσο οι ρωγμές στη γραφειοκρατική ηγεσία του ΚΚΕ απε­λευθερώνουν τη σκέψη και την πρωτοβουλία των κομμουνι­στών και μπορούν να διευκολύνουν, κάτω από ορισμένες προϋ­ποθέσεις, την αποκρυστάλλωση σύγχρονων επαναστατικών αντιλήψεων.

Έτσι κι αλλιώς, οι ασκοί του Αιόλου έχουν ανοίξει και η κρίση στο ΚΚΕ θα είναι μακρόχρονη και θα γνωρίσει καινούργιες κο­ρυφώσεις. Σε αντίθεση με προηγούμενες, η σημερινή κρίση του παγκόσμιου και του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος θέτει σε αμφισβήτηση όχι αυτή ή την άλλη πλευρά του. αλλά τα ίδια τα θεμέλια, την ίδια την ύπαρξη του. Γι’αυτό, αυτή τη φορά το δίλημμα δε βρίσκεται ανάμεσα στο παραδοσιακό κομμουνιστι­κό κίνημα από τη μια πλευρά και σε κάποια «αίρεση» που αμφισβητεί «στα σημεία» από την άλλη. Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ολότελα ασυμβίβαστες τάσεις που θέλουν την υπέρβαση του, η μια απ’ τη σκοπιά της αστικής τάξης, του κοινωνικά ξεπερα­σμένου, κι η άλλη από τη σκοπιά της εργατικής επαναστατικής αντίληψης, του κοινωνικά καινούριου: από τη μια η τάση του νέου αριστερού ρεφορμισμού, της «σοσιαλδημοκρατικοποίησης», και από την άλλη η τάση της δημιουργίας ενός νέου επα­ναστατικού εργατικού φορέα, που έχει ανάγκη η εργατική τά­ξη, η κοινωνία και η εποχή μας.

5.6. Άλλες δυνάμεις

Η εμφάνιση οικολογικών ομάδων στη χώρα μας ήρθε με χρο­νική καθυστέρηση από την ανάπτυξη του οικολογικού κινήμα­τος διεθνώς. Οι λόγοι γι’ αυτή την καθυστέρηση και για την πε­ριορισμένη σχετικά επίδραση αυτών των ομάδων, οφείλεται ό­χι τόσο στις κοινωνικές όσο στις πολιτικές ιδιομορφίες της σύγχρονης Ελλάδας και κυρίως στους αργούς ρυθμούς ενσω­μάτωσης του λαϊκού κινήματος και της αριστεράς. Μέχρι τώρα, άλλωστε, οι οικολογικές ομάδες κάνουν τα πρώτα βήματα συμ­μετοχής στο μαζικό κίνημα και συγκροτημένης πολιτικής πα­ρέμβασης.

Ο χώρος «τρέφεται» κυρίως από την κρίση και τις απογοη­τεύσεις που δημιουργούν στις λαϊκές μάζες το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός. Τα παραδοσιακά εργατικά κόμματα, σοσιαλδη­μοκρατικά και κομμουνιστικά, διεθνώς και στην Ελλάδα, είτε υποτίμησαν είτε αντιμετώπισαν οικονομίστικα και απολίτικα τις εκδηλώσεις εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και της κρίσης, που αναπτύσσονται έξω από τη σφαίρα της παραγωγής και αφορούν την ποιότητα ζωής. Αλλά και η γενικότερη πολιτι­κή τους υπέτασσε τα εργατικά συμφέροντα στη λογική της μι­κρής αστικής τάξης ή των μεσαίων στρωμάτων, ενισχύοντας την τάση αυτών των στρωμάτων να αναζητούν αυτόνομο πολι­τικό ρόλο. Η εμφάνιση των οικολογικών ομάδων οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, σε αυτή την παραδοσιακή ανεπάρκεια.

Έτσι κι αλλιώς, ο χώρος αυτός περιλαμβάνει ορισμένες λαϊ­κές δυνάμεις με αντισυναινετικούς προσανατολισμούς, ριζο­σπαστικές ευαισθησίες για οξύτατα προβλήματα της σύγχρο­νης εποχής, με μια γόνιμη αντιγραφειοκρατική διάθεση, υπέρ της ανάπτυξης της άμεσης δράσης των εργαζομένων. Οι διαθέ­σεις αυτές, εφόσον προεκταθούν ενάντια στο σύνολο της καπι­ταλιστική ανασυγκρότησης, μπορούν να παίξουν θετικότερο ρόλο στην ενιαία δράση του λαϊκού κινήματος σε αριστερή ρι­ζοσπαστική κατεύθυνση.

Οι δυνάμεις της αντισυναινετικής αριστεράς βρίσκονταισεμια περίοδο έντονων αναζητήσεων και ανακατατάξεων. Καθώς προέρχονται κατά κανόνα από προηγούμενες διασπάσεις του παραδοσιακού κομμουνιστικού ή του ευρωκομμουνιστικού κι­νήματος, έχουν καθεμία τις δικές της ευαισθησίες και θετικές επεξεργασίες. Επιπλέον, σε αντίθεση με τις αριστερές δυνά­μεις που βρίσκονται εγκλωβισμένες στα παραδοσιακά κόμμα­τα, έχουν σε ένα βαθμό το πλεονέκτημα της χειραφέτησης τους από τις χρεοκοπημένες ηγεσίες.

Βέβαια η αντισυναινετική κατεύθυνση δεν είναι από μόνη της και συνεπής αντικαπιταλιστική. Ορισμένες απ’ αυτές τις δυ­νάμεις εγκλωβίζονται στην αποδοχή της ευρωπαϊκής ολοκλή­ρωσης, πράγμα που δεν τους επιτρέπει μια ουσιαστική αντιπα­ράθεση με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση ή στην υιοθέτη­ση της εξελικτικής ρεφορμιστικής λογικής.

Η ιστορική πορεία αυτών των ομάδων και κινήσεων, με την ιδιαίτερη συμβολή της και τα όρια της, προσφέρεται για την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων για όλη τη ριζοσπαστική αριστερά. Αυτό είναι αναγκαίο για την υπέρβαση, σε μια πο­ρεία, όλων των σημερινών ανεπαρκών σχημάτων και ιδεών στο χώρο της Αριστεράς και την αποκατάσταση μιας ανθεκτικής και ισχυρής ενότητας, στο έδαφος σύγχρονων αριστερών προ­γραμματικών προτάσεων.

5.7. Δύο δρόμοι για την Αριστερά

Μια θλιβερή παράδοση θέλει την ελληνική Αριστερά να ακο­λουθεί καιροσκοπική πολιτική και να εφευρίσκει εκ των υστέ­ρων μια «θεωρία» για να τη δικαιολογήσει. Και σήμερα, η ηγε­σία της επίσημης αριστεράς, αφού έχει αποδεχτεί στην πράξη τη συντηρητική αναδιάρθρωση του συστήματος, κατασκευάζει ένα νέο ιδεολόγημα: αντικαθιστά την «παραδοσιακή» διαχωρι­στική γραμμή «μονοπώλια · λαός», με την καινούρια «εκσυγχρο­νισμός – οπισθοδρόμηση, ανάπτυξη – παρασιτισμός». Έτσι εί­ναι, επειδή έτσι της αρέσει. Ο στόχος, βέβαια, είναι να νομιμο­ποιήσει τη γραμμή της «προοδευτικής εναλλακτικής λύσης» που τη σέρνει στην ουρά της παπανδρεϊκής ηγεσίας.

Μια επαναστατική αριστερή στρατηγική και τακτικήδεν μπορεί παρά να είναι πριν απ’ όλα επιστημονική, στηριγμένη στις πραγματικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας. Με βά­ση την προηγούμενη ανάλυση, καταλήγουμε στην άποψη ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη συντήρηση και στη δημο­κρατία σήμερα περνά ανάμεσα στην αποδοχή και στην αντίθε­ση στις βασικές επιλογές του κεφαλαίου και της ΕΟΚ για τη συντηρητική αναδιάρθρωση όλης της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής προς όφελος τους.

Αυτή η αντίθεση εκφράζεται, με αποσπασματικό βέβαια τρό­πο, στην καθημερινή ζωή και πάλη των εργαζομένων. Ξεπούλη­μα των προβληματικών και απολύσεις ή εργατικός έλεγχος, μείωση του εργάσιμου χρόνου και νέες αναπτυξιακές επιλογές προς όφελος των κοινωνικών αναγκών; Ιδιωτικά πανεπιστήμια ή δημοκρατική μεταρρύθμιση και αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας; Ιδιωτικά κανάλια ή διεύρυνση των δυνατοτή­των πρόσβασης των εργαζομένων στον πολιτισμό και στην πληροφόρηση;

Ανεξάρτητα από το πώς συνειδητοποιεί τις κάθε είδους αντι­θέσεις που βιώνει ο εργαζόμενος, στην πραγματικότητασε κά­θε του βήμα έχει να διαλέξει: είτε την αποδοχή των «τετελεσμέ­νων» της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης είτε την υπεράσπι­ση των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Ό,τι ιδέα κι αν έχει μια πολιτική δύναμη για τον εαυτό της, δε δικαιώνεται σαν δημοκρατική αν δεν αντικρούει τον πυρήνα της συντηρητικής αναδιάρθρωσης. Δεν παίζει το ρόλο της προοδευτικής δύναμης, αν αυτή η αντίκρουση δεν γίνεται από τη σκοπιά, όχι του παρελθόντος, αλλά του μέλλοντος, από τη σκοπιά όχι της σημερινής κατάστασης, αλλά της διεύρυνσης των λαϊκών δικαιωμάτων. Δεν μπορεί να λογαριάζεται για αρι­στερή, αν δεν απορρίπτει τη διαχείριση του συστήματος και δεν τάσσεται υπέρ της ανατροπής του — με το πρόγραμμα και κυρίως με την πρακτική της.

Έτσι η στάση απέναντι στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση αποτελεί τη λυδία λίθο, στη σημερινή φάσηγια κάθε πολιτική δύναμη. Η πάλη απέναντι στις βασικές κατευθύνσεις της απο­τελεί τον κρίκο για τη συγκέντρωση των κοινωνικών και πολιτι­κών δυνάμεων που θα προχωρήσουν στο σοσιαλιστικό μετα­σχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Να δέχεσαι τις συντηρη­τικές αναδιαρθρώσεις στην πράξη και να μιλάς για σοσιαλισμό στο πρόγραμμα σου, έχει την ίδια αξία με το «εικόνισμα» του μαρξισμού-λενινισμού του Χ. Φλωράκη, που καθαγιάζει τη συμ­μετοχή του στην κυβέρνηση Τζαννετάκη.

Στο βάθος, οι ηγεσίες της παραδοσιακής αριστεράς δε βλέ­πουν την καπιταλιστική ανασυγκρότηση σαν μια ιστορική φάση στην εξέλιξη του συστήματος, σαν ένα ενιαίο σύνολο αλλαγών κοινωνικών και πολιτικών προς όφελος του μεγάλου κεφα­λαίου, των ΠΠΜ. Τη βλέπουν σαν μια ουδέτερη, τεχνοκρατική διαδικασία, που επιβάλλεται από την ανάπτυξη των παραγωγι­κών δυνάμεων και έχει, σε τελευταία ανάλυση, προοδευτικό χαρακτήρα, μόνο που καθοδηγείται σήμερα από τις νεοσυντηρητικές δυνάμεις. Διαχωρίζουν έτσι την οικονομία από την πο­λιτική του μεγάλου κεφαλαίου και καταλήγουν στο συμπέρα­σμα ότι αρκεί να μπει στη θέση της ΝΔ μια «προοδευτική» κυ­βέρνηση ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού και στη θέση της σημερινής ΕΟΚ μια αυριανή, όπου θα πλειοψηφεί η ευρωαριστερά, για να δρομολογηθεί η «προοδευτική εναλλακτική λύση», να αποκτή­σει δηλαδή δημοκρατικό προοδευτικό περιεχόμενο η καπιταλι­στική ανασυγκρότηση.

Το που καταλήγει, βέβαια, αυτή η ουτοπική λογική είναι πολύ γνωστό από τη διεθνή και εθνική πρακτική εμπειρία. Απλώς η λιτότητα, από αντιλαϊκή πολιτική μετονομάσθηκε σε «ευκαι­ρία για τον κοινωνικό μετασχηματισμό», από τότε που την απο­δέχτηκε το ιταλικό ΚΚ, στα πλαίσια της «δημοκρατικής αλτερνατίβας» του. Η αύξηση της τιμής του ψωμιού επί υπουργίας εκπροσώπου του ΚΚΕ νομιμοποιείται, βέβαια, από τη στιγμή που ο νέος αριστερός ρεφορμισμός ανακάλυψε ότι «η αγορά είναι το μεγαλύτερο δημιούργημα του ανθρώπινου πολι­τισμού, στο πέρασμα των αιώνων». Με άλλα λόγια, αριστερή φρασεολογία για την αποδοχή ουσιαστικών μέτρων της νεο-συντηρητικής πολιτικής.

5.8. Δημοκρατικήαντικαπιταλιστική επανάσταση ή προοδευτική εναλλακτική λύση;

Η δημοκρατική πάλη ενάντια στις κατευθύνσεις της καπιτα­λιστικής ανασυγκρότησης, σε όλες τις εκδηλώσεις της, είναι επιτακτική υπόθεση του σήμερα, για την υπεράσπιση των άμε­σων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της λαϊκής πλειο­ψηφίας. Ωστόσο, η προώθηση αυτής της ανασυγκρότησης εί­ναι όρος ανάπτυξης του κεφαλαίου και η ριζική αντιμετώπιση της είναι ζήτημα ύπαρξης για τα πιο ουσιαστικά δικαιώματα της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό η αναδιοργάνωση των κοινωνικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων σε αντίθεση με τις κατευθύν­σεις της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, συνιστά μια κολοσ­σιαίων διαστάσεων κοινωνική αλλαγή, που μπορεί να γίνει μό­νο σε συνθήκες παροξυσμού της ταξικής αναμέτρησης και α­παιτεί το πέρασμα ολόκληρης της πολιτικής εξουσίας στην ερ­γατική τάξη, με άλλα λόγια την κοινωνική επανάσταση.

Το περιεχόμενο της κοινωνικής επανάστασης στη χώρα μας σε αυτή την ιστορική φάση, με βάση τα παραπάνω, θα είναι δη­μοκρατικό – αντικαπιταλιστικό και θα συνίσταται στην αναίρε­ση της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και στην επαναστατι­κή αλλαγή όλων των παραγωγικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών σχέσεων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Για την ολοκληρωμένη εφαρμογή ενόςτέτοιου προγράμμα­τος δεν αρκεί η κυβερνητική εξουσία. Μόνο μια εργατική εξου­σία, σε όλο το πλάτος του πολιτικού εποικοδομήματος θα μπο­ρούσε να ανταποκριθεί στο ηράκλειο έργο της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής επανάστασης, οικοδομώντας τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα πλατύτερα λαϊκά στρώματα.

Δεν αποκλείουμε εκ των προτέρων να παρουσιαστεί μια κα­τάσταση, όπου η εργατική τάξη. οι αριστερές δυνάμεις, θα έ­χουν καταχτήσει μια αριστερή κυβέρνηση και μια αντίστοιχη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να έχουν ακόμα στα χέρια τους όλους τους μοχλούς του κράτους και της πολιτικής εξου­σίας. θεωρούμε, όμως, ότι σε μια τέτοια περίπτωση το πιο με­γάλο και δύσκολο μέρος του δρόμου θα βρίσκεται μπροστά μας και όχι πίσω μας. Αντί, δηλαδή, για μια ειδυλλιακή περίοδο διαρκών δομικών μεταρρυθμίσεων από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως ευαγγελίζεται ο νέος αριστερός ρεφορμισμός, εμείς βλέπουμε σε αυτήν την περίπτωση μια φάση δυαδι­κής εξουσίας, περίπλοκων και οξυμένων ταξικών αναμετρήσε­ων, που αναπόφευκτα θα φτάσουν σε κάποιο σημείο συμπύκνω­σης, όπου θα μπει επί τάπητος το θέμα ολόκληρης της πολιτι­κής εξουσίας και θα λυθεί, είτε προς όφελος της επανάστασης είτε προς όφελος των καπιταλιστικών δυνάμεων.

Η εργατική εξουσία της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής ε­πανάστασης θα αρχίσει αμέσως την αναδιοργάνωση όλων των κοινωνικών σχέσεων, προωθώντας από την πρώτη στιγμή την εδραίωση νέων σοσιαλιστικών σχέσεων.

Η λογική των παραδοσιακών κομμουνιστικών κομμάτων της εγκατάλειψης ουσιαστικά του σοσιαλισμού στο όνομα της «προχωρημένης δημοκρατίας», οδηγούσε αργά η γρήγορα στην άρνηση της ίδιας της δημοκρατίας και στο θρίαμβο κά­ποιων Πινοσέτ ή Φράνκο. Αντίθετα, η ολοκληρωμένη λύση των δημοκρατικών προβλημάτων, πρόκυψε πάντα σαν πλευρά της συνειδητής κίνησης της εργατικής εξουσίας στο δρόμο των σο­σιαλιστικών μετασχηματισμών.

Οι δημοκρατικοί αντικαπιταλιστικοί μετασχηματισμοί σε σο­σιαλιστική κατεύθυνση θα προωθούνται ενιαία στη σφαίρα της παραγωγής, στην εξωπαραγωγική ζωή του εργαζόμενου πλη­θυσμού (ποιότητα ζωής), στο πολιτικό σύστημα και στην ευρύ­τερη πολιτιστική ζωή, με στόχο να αφαιρεθούν από την αστική τάξη τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά της στηρίγματα και να κατακτήσει η εργατική τάξη την πολιτιστική και ιδεολογική ηγεμονία στο σύνολο της κοινωνίας.

Η προώθηση αυτών των μετασχηματισμών δεν είναι απλά ζήτημα θέλησης, αλλά ζήτημα αντικειμενικών και υποκειμενι­κών όρων. Εξαρτάται από τους συσχετισμούς δύναμης σε εθνι­κή και διεθνή κλίμακα, από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγω­γικών δυνάμεων, το πολιτικό · πολιτιστικό επίπεδο του εργαζό­μενου πληθυσμού, την έκβαση των ταξικών αναμετρήσεων. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η δημοκρατική αντικαπιταλιστική επανάσταση και η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια δια­δικασία που αρχίζει και προωθείται σε εθνικό επίπεδο. Η ορι­στική εδραίωση, η πλήρης ανάπτυξη και η αμετάκλητη νίκη της χωρίς κίνδυνο παλινόρθωσης, των σοσιαλιστικών σχέσεων,ό-πως έδειξε καθαρά η εποχή μας, απαιτεί μια αναπτυγμένη διε­θνή βάση σοσιαλισμού, και μάλιστα όχι μια οποιαδήποτε διε­θνή βάση αλλά τέτοια που να τείνει να διεκδικεί την οικονομικο­κοινωνική και πολιτικοϊδεολογική υπεροχή απέναντι στον ιμπε­ριαλισμό.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από τη δημο­κρατική αντικαπιταλιστική επανάσταση είναι πριν απ’ όλα η ερ­γατική τάξη, και με ιδιαίτερο τρόπο σημαντικά τμήματα της δια­νόησης, της αγροτιάς, των παλιών και νέων μεσαίων στρωμά­των. Η εργατική τάξη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της σε αυτά τα στρώματα και να τα αποσπάσει από την τροχιά της αστικής τάξης και του μεγάλου κεφαλαίου, με την προϋπόθεση ότι είναι η ίδια ενωμένη και έχει συνείδηση των στόχων της. Το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα κατά κανόνα, στο όνο­μα των πλατύτερων συμμαχιών, θυσίαζε την εργατική ενότητα και τους σοσιαλιστικούς στόχους, υπονομεύοντας τελικά και τις ίδιες τις συμμαχίες της. Εξάλλου η ίδια η εργατική εξουσία είναι βασικός πολιτικός μοχλός για την επέκταση και εδραίωση των συμμαχιών της εργατικής τάξης.

5.9. Αριστερό πρόγραμμα πάλης η «κυβέρνηση προοδευτικού εκσυγχρονισμού»;

Ο νέος αριστερός ρεφορμισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ και του Συνασπισμού, θεωρεί ότι στα πλαίσια των σημερινών συσχετι­σμών είναι δυνατή μια προοδευτική εναλλακτική λύση, με την κυβερνητική συνδιαχείριση της καπιταλιστικής ανασυγκρότη­σης από τις συνασπισμένες δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της Αρι­στεράς. Οι θεωρίες του σκαλοπατιού, του μικρότερου κακού, της αλλαγής, μέσω της συνεργασίας, του χαρακτήρα του ΠΑ­ΣΟΚ επανέρχεται θριαμβευτικά σαν το αποκορύφωμα της ανα­νέωσης της σκέψης της αριστεράς στις σύγχρονες συνθήκες.

Ασφαλώς ξέρουμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομέ­νων σήμερα δεν πιστεύει ότι είναι αναγκαία και δυνατή μια κοι­νωνική επανάσταση. Άλλο τόσο όμως ξέρουμε ότι αυτή η πλειοψηφία αγωνιά για τη νεοσυντηρητική επιδρομή στις λαϊ­κές κατακτήσεις και αναζητά, αυθόρμητα ή οργανωμένα, λιγό­τερο ή περισσότερο αποσπασματικά, πάντως αναζητά μια γραμμή μαχητικής άμυνας και δημοκρατικών διεκδικήσεων.

Σαν μαρξιστές, δεν ξεχωρίζουμε τους στόχους μας από τα συμφέροντα, τις ανησυχίες και τις ελπίδες των εργαζομένων. «Μέσα από το σημερινό κίνημα αγωνιζόμαστε για το μέλλον του κινήματος». Γι’αυτό θεωρούμε καθήκον μας να προβάλλου­με ένα αριστερό πρόγραμμα πάλης των εργαζομένων που α­παντά, όπως πιστεύουμε, στα καυτά τους προβλήματα, αντιμά­χεται την καπιταλιστική ανασυγκρότηση, προσβλέπει στην διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και βοηθά στην ά­νοδο του επίπεδου ενότητας, οργάνωσης και συνείδησης της λαϊκής πλειοψηφίας. Δεν κρύβουμε βέβαια ότι προσδοκάμε, μέ­σα από αυτή την πάλη να συγκεντρώνονται οι δυνάμεις που θα συνειδητοποιήσουν και θα μπορέσουν να φέρουν σε νικηφόρο πέρας την υπόθεση της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής επα­νάστασης. Αυτό, όμως, δεν μας εμποδίζει να παλεύουμε σήμε­ρα μαζί, απέναντι στο νεοσυντηρητισμό, με κοινωνικές και πο­λιτικές δυνάμεις που δεν συμφωνούν μαζί μας για τα στρατηγι­κά καθήκοντα του εργατικού κινήματος.

Μία χρόνια ασθένεια της παραδοσιακής αριστεράς ήταν η απόσπαση της στρατηγικής από την τακτική και, στην πράξη, η υποταγή της πρώτης στη δεύτερη. «Σήμερα παλεύουμε για την αλλαγή, για το σοσιαλισμό βλέπουμε αύριο». Έτσι η σοσια­λιστική προοπτική καταντούσε γράμμα νεκρό, στα σκονισμένα ράφια των κομματικών γραφείων. Το «πρόγραμμα μίνιμουμ» κα­ταβρόχθιζε το «πρόγραμμα μάξιμουμ».

Θέλουμε να ξεφύγουμε από αυτό το φαύλο κύκλο. Το αρι­στερό πρόγραμμα πάλης που προτείνουμε δεν απομακρύνει αλλά πλησιάζει το εργατικό κίνημα στους επαναστατικούς σο­σιαλιστικούς του στόχους. Ο βασικός αρμός που ενώνει τις επι­μέρους διεκδικήσεις του είναι η πάλη για την αναχαίτιση των βασικών κατευθύνσεων της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, που ακριβώς αποτελεί το βασικό κρίκο της πάλης για το σοσια­λισμό στις σύγχρονες συνθήκες της χώρας μας.

Θα μας πουν, οι όψιμοι απολογητές του «μικρότερου κακού», του νέου αριστερού ρεφορμισμού: «Το δικό μας άμεσο πρό­γραμμα, του προοδευτικού εκσυγχρονισμού, από μια κυβέρνη­ση ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού, είναι πιο ρεαλιστικό, πιο υλοποιήσι­μο. Εσείς, κυνηγώντας τους ανεμόμυλους της επανάστασης, χάνετε και αυτά που μπορούν να κερδηθούν τώρα».

Πιστεύουμε ότι ισχύει το εντελώς αντίθετο. «Στο δρόμο για τα μεγάλα καταχτάμε και τα μικρά». Ένα κίνημα που θα διεκδι­κεί «τα πάντα» από την ολιγαρχία είναι πολύ πιο απειλητικό από ένα ψοφοδεές κίνημα που αποδέχεται συντηρητικές επιλογές και απλά παζαρεύει τους ρυθμούς και τους όρους. Γι’αυτό και αναγκάζει την ολιγαρχία να κάνει περισσότερες παραχωρή­σεις προσπαθώντας να το ανακόψει. Το αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα της μεταπολίτευσης, παρ’ όλες του τις αυταπάτες, ανάγκασε αρχικά δυνάμεις του μεγάλου κεφαλαίου να κάνουν κά­ποιες υπολογίσιμες παραχωρήσεις. Ενώ η «Αριστερά που βρέ­θηκε στο κέντρο των εξελίξεων» με την κυβέρνηση Τζαννετάκη και την οικουμενική, όχι μόνο δεν κέρδισε τίποτα, αλλά συναί­νεσε σε ιδιωτικοποιήσεις και πολιτικές επιστρατεύσεις α­περγών.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι έτσι κι αλλιώς αβέβαιες, όσο η πολιτική εξουσία μένει στα χέρια της αστικής τάξης, Με την συμβι­βαστική πολιτική του νέου αριστερού ρεφορμισμού είναι δέκα φορές πιο αβέβαιες. Το κυριότερο, ακόμα κι αν πρόσκαιρα κα­τακτηθεί κάτι, με την λογική του προοδευτικού εκσυγχρονι­σμού, δεν μεταφράζεται σε άνοδο του λαϊκού κινήματος, αλλά σε φθορά του. Τι μέτρησε πιο πολύ; κάποιες πρόσκαιρες εθνι­κοποιήσεις στη Γαλλία της συγκυβέρνησης κομμουνιστών-σοσιαλιστών ή η τραγική καθίζηση του κομμουνιστικού κινήμα­τος; Στο κάτω κάτω η περιθωριοποίηση της Αριστεράς πολύ σύντομα οδηγεί στο σάρωμα και των προηγούμενων λαϊκών κα­τακτήσεων και σε ακόμα πιο σκληρά αντιλαϊκά μέτρα.

Άλλωστε από τώρα, πριν καν σχηματισθεί η λεγόμενη «προοδευτική κυβέρνηση», η ηγεσία του ΚΚΕ κάνει ιστορικές «εκπτώσεις», ακόμα και στο άμεσο πρόγραμμα «προοδευτικού εκσυγχρονισμού» που προτείνει. Αποδέχεται, ουσιαστικά, τη διείσδυση του πολυεθνικού-πολυκλαδικού κεφαλαίου και μιλά­ει μόνο για τους όρους εξαγοράς των προβληματικών. Αποδέ­χεται τα «δικαιώματα της ιδιοκτησίας» και την προσαρμογή στην ΕΟΚική ολοκλήρωση.

Η περίφημη «προοδευτική κυβέρνηση», λοιπόν, και αν ακό­μα έπαιρνε σάρκα και οστά. το πολύ-πολύ να οδηγούσε σε μια πιο ήπια εφαρμογή νεοσυντηρητικών μέτρων, σε σύγκριση με την κυβέρνηση της Ν.Δ. Το αντίτιμο όμως θα ήταν η συνολική ενίσχυση των δυνάμεων του κεφαλαίου απέναντι στον εργατι­κό λαϊκό παράγοντα, η απογοήτευση των μαζών, η παραπέρα φθορά της αριστερών ιδανικών και η σύντομη επιστροφή μιας πολύ πιο ενισχυμένης Δεξιάς.

Με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς, αν θέλουμε να μην πετάμε στα σύννεφα, πρέπει να πούμε καθαρά ότι δεν ειναι ρε ολιστική στο άμεσο μέλλον η προοπτική μιας κυβέρνησης των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων. Και μια τέτοια πιθανότη­τα υπονομεύεται επιπλέον από την λογική του προοδευτικού εκσυγχρονισμού της συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ, που προω­θεί η ηγεσία του νέου αριστερού ρεφορμισμού. Αντίστοιχα, οι οποιεσδήποτε ανακατατάξεις στη λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ σε προοδευτική κατεύθυνση, ανακόπτονται, και προωθείται αντί­στροφα η μετατόπιση της λαϊκής βάσης της αριστεράς στα πλαίσια της αποδοχής των κυρίαρχων επιλογών.

5.10. Αριστερό-ριζοσπαστικό μέτωπο

Η πρόταση μας για το αριστερό πρόγραμμα πάλης απευθύ­νεται κατευθείαν στην εργαζόμενη λαϊκή πλειοψηφία, με σκο­πό να βοηθήσει την ανάπτυξη της δράσης της απέναντι στο νεοσυντηρητισμό, στις βασικές επιλογές των δυνάμεων του κε­φαλαίου. Ωστόσο, κατανοούμε ότι η άμεση δράση των μαζικών κινημάτων δεν πρέπει να οδηγήσει μόνο σε ένα «συνδικαλιστι­κό αντάρτικο», που θα παρενοχλεί ίσως την ολιγαρχία, αλλά δεν θα μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο. Γι’αυτό τασσόμαστε υ­πέρ της δημιουργίας ενός αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου, μιας νέας κοινωνικοπολιτικής συσπείρωσης που θα δώσει δυ­ναμισμό και πολιτική προοπτική στη μαχητική άμυνα και τις δη­μοκρατικές διεκδικήσεις των λαϊκών μαζών, θα προωθεί την ου­σιαστική αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων υπέρ των ερ­γαζόμενων.

Πρωταρχική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου, θεωρούμε την δημιουργία ενός σύγχρονου επανα­στατικού πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης. Το ΝΑΡ δη­μιουργήθηκε πριν απ’όλα για να βοηθήσει στην κάλυψη αυτού του θεμελιακού πολιτικού κενού στο ελληνικό εργατικό κίνημα. Ωστόσο έχουμε συναίσθηση των δυνατοτήτων μας και των τε­ράστιων δυσκολιών της νέας ποιοτικής διάστασης αυτού του καθήκοντος. Πιστεύουμε ότι καμιά δύναμη σήμερα δεν μπορεί να διεκδικήσει κάποιο τεχνητό «προβάδισμα» ή την αποκλειστι­κότητα σ’αυτή την προσπάθεια. Αντίθετα από την πρώτη στιγ­μή της εμφάνισης μας διακηρύξαμε ότι προσβλέπουμε στη συ­νάντηση όλων των αριστερών δυνάμεων, σ’όποιους χώρους κι αν βρίσκονται σήμερα, που μπορούν να στηρίζουν μια τέτοια διαδικασία. Και τονίσαμε ότι η συγκρότηση ενός σύγχρονου ε­παναστατικού φορέα της εργατικής τάξης, θα πραγματοποιη­θεί τελικά με την κριτική υπέρβαση όλων των σημερινών σχη­μάτων, μαζί και του δικού μας σε ανώτερο επίπεδο. Σ’ αυτές τις θέσεις μας επιμένουμε.

Σήμερα παρουσιάζονται και νέα δεδομένα. Η ιστορικών δια­στάσεων κρίση στο ΚΚΕ μπορεί να οδηγήσει στην απελευθέρω­ση σημαντικών δυνάμεων της εργατικής του βάσης, που προ­σβλέπει στην ανατροπή του καπιταλισμού, από την αδιέξοδη στρατηγική και πολιτική του νέου αριστερού ρεφορμισμού και στη χειραφέτηση τους από τις χρεοκοπημένες ηγεσίες. Εκτός από τις δύο τάσεις της ηγεσίας, μια τρίτη τάση, ανοιχτή στη σοσιαλιστική προοπτική του καιρού μας, μπορεί να διαμορφω­θεί στην εργατική βάση του ΚΚΕ.

Για τη συγκρότηση του αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου, προσβλέπουμε ιδιαίτερα στις διαμορφωνόμενες αριστερές πρωτοπορίες των κοινωνικών κινημάτων, που συχνά διαφορο­ποιούνται και κινούνται έξω από όλους τους υπάρχοντες πολι­τικούς σχηματισμούς. Με τις δικές τους ιδιαίτερες ευαισθησίες ριζοσπαστικοποιούνται καταρχήν γύρω από επιμέρους αιχμές της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, αλλά είναι δυνατό να γε­νικεύσουν την άποψη τους, αναπτύσσοντας μια γενικότερη αρι­στερή ριζοσπαστική θεώρηση της πολιτικής πάλης, και της προοπτικής του λαϊκού κινήματος.

Απευθυνόμαστε επίσης στη βάση του ΚΚΕ και του Συνασπι­σμού, που περικλείει έντονες αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπω­λιακές διαθέσεις. Στη λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ, που αναζητά δρόμους ουσιαστικής αντίστασης στη δεξιά πολιτική.

Απευθυνόμαστε στις πολυποίκιλες δυνάμεις και συσπειρώ­σεις του χώρου της αντισυναινετικής αριστεράς, που διαθέ­τουν ασφαλώς αξιόλογο πολιτικοϊδεολογικό και αγωνιστικό δυναμικό. Αυτοί έχουν ξεκόψει από τις παραδοσιακές ηγεσίες, και απ’αυτή την άποψη έχουν σχετικά πλεονεκτήματα άμεσης συμβολής στην ανάπτυξη του αριστερού ριζοσπαστικού με­τώπου.

Η διαμόρφωση αυτού του μετώπου θα προχωράει μέσα από την επέκταση της κοινής δράσης όλων αυτών των δυνάμεων στα μαζικά κινήματα, αλλά και με τον ανοιχτό διάλογο και τις πολλαπλές συσπειρώσεις στο πολιτικό επίπεδο και στο επίπε­δο των αναζητήσεων της επαναστατικής προοπτικής.

Η πολιτική του αριστερού προγράμματος πάλης, και της συγκρότησης και ανάπτυξης του αριστερού ριζοσπαστικού με­τώπου, αποτελεί στις σημερινές συνθήκες, στα πλαίσια του συγκεκριμένου συσχετισμού των δυνάμεων, την μόνη άμεση ουσιαστική εναλλακτική απάντηση προς όφελος των εργαζο­μένων απέναντι στις κατευθύνσεις του μεγάλου κεφαλαίου και του νεοσυντηρητισμού.

Στο βαθμό που η πολιτική αυτή θα προωθείται, θα δημιουρ­γούνται προϋποθέσεις βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων, αλλαγής των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, συγκέντρω­σης των δυνάμεων της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής ανα­τροπής.

Στην αντίθετη περίπτωση, το μεγάλο κεφάλαιο κι ο νεοσυντηρητισμός μπορούν να επιβάλλουν ολοκληρωτικά τους δι­κούς τους «νόμους» και τους δικούς τους «ρυθμούς» σ’όλη την κοινωνική πραγματικότητα. Μπορεί να εμφανιστεί έτσι μια στο έπακρο επιδείνωση της γενικής κατάστασης της εργατικής τά­ξης, της λαϊκής πλειοψηφίας και της συνολικής οικονομικοπολιτικής πορείας και του πολιτισμού, στη ζωή του τόπου.

  1. ΒΑΣΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΑΣ

Α. Σύνθεση και όχι άθροισμα στόχων

Η άμεση πολιτική πρόταση του ΝΑΡ δεν είναι ένα «μίνιμουμ» πρόγραμμα για τη διαμόρφωση πολιτικών συμμαχιών των δυ­νάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ούτε φυσικά ένα άθροι­σμα αιτημάτων και διεκδικήσεων του μαζικού λαϊκού κινή­ματος.

Είναι ένα σύνολο πολιτικών στόχων με εσωτερική συνοχή, με δημοκρατικό – αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και λογική, που τείνουν και προωθούν το στρατηγικό στόχο της αντικαπι­ταλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής μετεξέλιξης και προοπτικής της. Οι στόχοι αυτοί διευκολύνουν τη συγκρό­τηση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, στηρίζονται στον πρωταγωνιστικό ρόλο του μαζικού κινήματος, οδηγούν στη ριζική αλλαγή των σημερινών πολιτικών συσχετισμών, προωθούν τη συγκρότηση και ανάπτυξη του πολιτικού φορέα (κόμματος) της σύγχρονης επαναστατικής Αριστεράς:

Σήμερα απαιτείται-διαμόρφωση μιας αριστερής απάντησης και εναλλακτικής λύσης στις βασικές κατευθύνσεις της καπιτα­λιστικής ανασυγκρότησης. Και, σ’ αυτή τη βάση, η σύνδεση με το στρατηγικό στόχο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής προοπτικής της.

Αναφερόμαστε σε ένα σύνολο ριζοσπαστικών πολιτικών στόχων με αντισυντηρητικό-αντιεξαρτησιακό-αντισυναινετικό, δηλαδή δημοκρατικό-αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα. Οι στόχοι αυτοί που θα στηρίζονται ασφαλώς στο κατακτημένο επίπεδο των διεκδικήσεων και αγώνων του μαζικού κινήματος, αλλά ταυτόχρονα και θα το υπερβαίνουν. Δηλαδή θα συνδυάζουν το στοιχείο του ρεαλισμού, της δυνατότητας κατάκτησης τους μέ­σα από την αγωνιστική δράση των μαζών σήμερα, με το στρατη­γικό όραμα.

Β. Παλιός και νέος ρεφορμισμός

Οι πολιτικοί στόχοι που βρίσκονται στη βάση της τακτικής μας πρέπει να συνδυάζουν την αμυντική υπεράσπιση των δι­καιωμάτων και καταχτήσεων της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων (που απειλούνται σοβαρά από την καπιταλιστική ανασυγκρότηση), με μια επιθετική στρατηγική διεύρυνσης των κατακτήσεων και ρήξης με το καπιταλιστικό σύστημα.

Αυτός ακριβώς ο διπλός χαρακτήρας της τακτικής μας οριο­θετεί από την πολιτική του παλιού και του «νέου» αριστερού ρεφορμισμού.

Ο κλασικός ρεφορμισμός, στο βαθμό που απαντά στις σημε­ρινές κοινωνικές αλλαγές από τη σκοπιά της διατήρησης και βελτίωσης του παλιού ΚΜΚ, του «κράτους-πρόνοιας» και του «κοινωνικού συμβολαίου», όχι μόνο αδυνατεί ν’απαντήσει στις σύγχρονες ανάγκες των εργαζόμενων και στα νέα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά αποδείχνεται και μη ρεαλιστικός ακόμη και για την υπεράσπιση παραδοσιακών κατακτήσεων των εργαζο­μένων.

Ο «νέος» αριστερός ρεφορμισμός, προβάλλοντας το φιλό­δοξο πρόγραμμα μιας δημοκρατικής-προοδευτικής-φιλολαϊκής εκδοχής στην προώθηση της καπιταλιστικής ανα­συγκρότησης, χωρίς την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και των πολυεθνικών, απεμπολεί άμεσους στόχους πά­λης του μαζικού κινήματος και θυσιάζει κοινωνικές και πολιτι­κές κατακτήσεις των εργαζόμενων στο βωμό της — μη ρεαλι­στικής, άλλωστε, σήμερα — συνδιαχείρισης και «λαϊκής» συμ­μετοχής στην αναδιάρθρωση του καπιταλισμού.

Κοινός παρονομαστής τόσο του παλιού, όσο και του νέου αριστερού ρεφορμισμού, είναι η υποταγή τους στην στρατηγι­κή του κεφαλαίου, η αδυναμία τους όχι μόνο να την ανατρέ­ψουν, αλλά ακόμη και να οργανώσουν αποτελεσματικά την πά­λη για άμεσες διεκδικήσεις και για την υπεράσπιση των κατα­κτήσεων του λαού.

Γ. Βασικά μέτωπα και αιχμές πάλης

Η σημερινή τακτική μας αποβλέπει στην υπονόμευση και στην ανατροπή των κυρίαρχων πολιτικών συσχετισμών και στη συγκέντρωση δυνάμεων για τη δημοκρατική-αντικαπιταλιστική επανάσταση. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης σε κρίσιμα μέτωπα, με διάφορες αιχμές και στόχους πάλης.

Για μεθοδολογικούς λόγους, ομαδοποιούμε αυτούς τους στόχους σε 4 βασικές ενότητες. Ο διαχωρισμός αυτός σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει υποτίμηση της αλληλοδιαπλοκής και αλληλοσυσχέτισής τους. Όπως η επίθεση του νεοσυντηρητισμού είναι ενιαία, το ίδιο ενιαία πρέπει να είναι και η λαϊκή αντί­σταση σ’ αυτήν. Η αποσπασματικότητα, η ασυνέχεια, το «ασύμ­πτωτο» των επιμέρους αγώνων είναι μια από τις πηγές της κα­κοδαιμονίας του λαϊκού μας κινήματος και ασφαλώς η παραδο­σιακή Αριστερά έχει και σ’ αυτόν τον τομέα τις ευθύνες της.

Ο διαχωρισμός αυτός δεν έχει το χαρακτήρα τεχνητών αξιο­λογήσεων και ιεραρχήσεων. Η προώθηση του ενοποιητικού α­νατρεπτικού στοιχείου θα εξαρτηθεί από την ωρίμανση και την έκταση των επιμέρους κινητοποιήσεων, από τη διαμόρφωση μιας «κοινής γλώσσας», όχι σε συναντήσεις στρογγυλής τρα­πέζης, αλλά στα κρίσιμα και πολλαπλά μέτωπα της καθημερι­νής ταξικής πάλης. Λόγου χάρη, η απόκρουση των κυβερνητι­κών μέτρων που αποσκοπούν στην αναδιανομή του κοινωνικού εισοδήματος (π.χ. λιτότητα, φορολογικές ρυθμίσεις κ.λπ.) και η πάλη στα μέτωπα που καθορίζουν την ποιότητα ζωής (π.χ. παιδεία, υγεία, κατοικία κ.λπ.) δεν εντάσσονται σε δύο διαφο­ρετικές κατηγορίες, η μία στενά «συνδικαλιστική» και η άλλη γενικόλογα «οικονομική». Οι τεχνητοί διαχωρισμοί αφενός διαιωνίζουν την αναποτελεσματικότητα των αγώνων και δυ­σχεραίνουν τη σφυρηλάτηση κοινωνικών και πολιτικών συμμα­χιών και αφετέρου παρέχουν στην άρχουσα τάξη την ευχέρεια να αυξομειώνει το «ειδικό βάρος» των διάφορων παραμέτρων, ανάλογα με την αντίσταση που αντιμετωπίζει σε κάθε περίπτω­ση από το λαϊκό και εργατικό κίνημα.

6.1. Για τα οικονομικοκοινωνικά δικαιώματα των εργαζομέ­νων στην παραγωγή.

Αντίσταση στη συντηρητική αλλαγή των εργασιακών σχέ­σεων ― την ολοκλήρωση και την ενιαία εσωτερική αγορά της ΕΟΚ — τη λιτότητα.

Ενάντια στις πολυεθνικές και το νεοσυντηρητισμό

α. Νέες μορφές εκμετάλλευσης

Το ΠΠΜ με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση προωθεί ευ­ρείας έκτασης νεοσυντηρητικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, καινούριες-διευρυμένες μορφές εκμετάλλευσης και υπερεκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Περιορίζει τα δικαιώ­ματα και τις κατακτήσεις της, αποδυναμώνει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Με τη νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση στις εργασιακές σχέσεις (μισθοί-παραγωγικότητα, κατάργηση ΑΤΑ, αποδυνάμωση-περιορισμός ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων-συμβάσεων, μερική απασχόληση, «ελαστικό» ωράριο και ωρο­μίσθιο, συνεχή ωράρια στο εμπόριο, δουλειά με το κομμάτι, φασόν, τέταρτη βάρδια, δουλειά το Σαββατοκύριακο, γυναικεία νυχτερινή δουλειά κ.λπ.). Με την εντατικοποίηση της δουλειάς, την υποβάθμιση της ποιότητας της και την υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης, έχουμε τις ακόλουθες συνέπειες:

— τις κοινωνίες των 2/3 ή του 1/2 στον Τρίτο Κόσμο

— την έκρηξη της ανεργίας και της φτώχειας στις αναπτυγ­μένες χώρες (τον «τέταρτο» κόσμο της ΕΟΚ με τα 17 εκατ. ανέρ­γους, τα 47 εκατ. φτωχούς, που αποτελεί την κοινωνική βάση για την αναβίωση του επικίνδυνου τρίπτυχου «ρατσισμός-ξενοφοβία-φασισμός» στην Ευρώπη, όπως δείχνουν το φαινό­μενο του Λε Πεν ή του Νεοναζιστικού Κόμματος στη Δ. Γερμα­νία), 32,5 εκατ. φτωχών επίσημα στις ΗΠΑ.

— Τις ζώνες της ανεργίας και βιομηχανικής παρακμής στις αναπτυγμένες χώρες (Αγγλία, Δ. Γερμανία, Γαλλία), το λεγόμε­νο κοινωνικό «ντάμπινγκ» στις χώρες της εοκικής περιφέρειας ή στον Τρίτο Κόσμο, μια συνολική συμπίεση προς τα κάτω αμοιβών-δικαιωμάτων-κατακτήσεων της εργατικής τάξης, με πρόσχημα και άλλοθι την «ανταγωνιστικότητα» (επιχείρημα της εργοδοσίας σε όλες τις χώρες).

— Την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών, των γυναικών και της εργατικής νεολαίας.

— Τις λεγόμενες «επαγγελματικές» ασθένειες και το φόρο αίματος των εργατικών ατυχημάτων.

— Την άρση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων (ά­μεσα απολύσεις εκτάκτων).

β. Αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής

Η εφαρμογή της ενιαίας εσωτερικής αγοράς του 1992 εξυ­πηρετεί και συνδέεται στενά με τις αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής, που συντελούνται με τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές κερδοφόρων ελληνικών επιχειρήσεων από τις πολυ­εθνικές της ΕΟΚ (για την αξιοποίηση και των κυκλωμάτων εσω­τερικής διανομής τους), με το ξεπούλημα της παραγωγικής βά­σης της χώρας στο μεγάλο ντόπιο και πολυεθνικό κεφάλαιο, με τις μεγάλης κλίμακας ιδιωτικοποιήσεις που προωθεί η κυ­βέρνηση σε βιώσιμες και κερδοφόρες επιχειρήσεις (προβλημα­τικές του ΟΑΕ, υπερχρεωμένες, θυγατρικές τραπεζών, κερδο­φόρα τμήματα του δημόσιου τομέα ή και ολόκληρες δημόσιες επιχειρήσεις π.χ. τράπεζες, Ολυμπιακή). Η διαδικασία αυτή συνδέεται με το κλείσιμο άλλων επιχειρήσεων (προβληματι­κών), με τις απολύσεις εκτάκτων του δημοσίου, με το κλείσιμο χιλιάδων ΜΜΕ Ταυτόχρονα, προκαλεί τη διόγκωση της ανερ­γίας. τη συρρίκνωση ή και την καταστροφή ολόκληρων παρα­γωγικών κλάδων (π.χ. κλωστοϋφαντουργία, ιματισμός, υποδη­ματοποιία), τη μείωση της αγροτικής παραγωγής (και ειδικότε­ρα στην κτηνοτροφία), το ξεπούλημα μεγάλων τμημάτων της μικρομεσαίας αγροτιάς και την εντατικοποίηση της δουλειάς πολλών τμημάτων της πολυαπασχόλησης, τη συνολική τεχνο­λογική εξάρτηση και την παραγωγική υποβάθμιση της χώρας. Τις αλλαγές στην ταξική και κοινωνική διάρθρωση και την προ­ώθηση των κοινωνικών συμμαχιών του πολυεθνικού κεφαλαίου (με τμήματα της εργατικής τάξης που δουλεύουν στις νέες τεχνολογίες, με το φασόν στις ΜΜΕ, με την αγροτική καλ­λιέργεια με συμβόλαια με τις πολυεθνικές τροφίμων π.χ. σπο­ροπαραγωγή, «συμβολαιακή γεωργία», γενικά συμμαχίες με τους κεφαλαιοαγρότες και την αστική τάξη του χωριού). Τις αλ­λαγές αυτές προωθούν κι εξυπηρετούν και οι χρηματοδοτή­σεις από τα λεγόμενα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΟΚ (κοινωνικό. περιφερειακό, γεωργικό, προσανατολισμού), που χορηγούνται για την προώθηση εοκικών και όχι εθνικών πολιτικών, με όρους την απόλυτη πειθαρχία στις οδηγίες και κανονισμούς της ΕΟΚ, την εθνική συγχρηματοδότηση (μ.ο. 50%), τη δέσμευση μέσω των ΜΟΠ και των ΣΠΑ (σχέδια περιφερειακής ανάπτυξης) ολό­κληρου του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων στις ανα­πτυξιακές επιλογές και κατευθύνσεις της ΕΟΚ (παραγωγικές αναδιαρθρώσεις και υποδομές με βάση τα συμφέροντα των πο­λυεθνικών και του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου).

γ. Για την αντιμετώπιση των νέων ρυθμίσεων

Στο σύνολο τους αυτές και άλλες παρόμοιες ρυθμίσεις, που προωθούνται από το εθνικό κράτος, τα ισχυρά τμήματα της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας και τους υπερεθνικούς μηχα­νισμούς με την καθοδήγηση του ΠΠ κεφαλαίου, φιλοδοξούν να φέρουν μια ποιοτική αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις. Στην ολοκλήρωση τους, επιδιώκουν να εξανεμίσουν τις οικονομικές και κοινωνικές κατακτήσεις που πέτυχαν οι εργαζόμενοι κατά τις δεκαετίες της σταθερής καπιταλιστικής ανάπτυξης και του «κράτους πρόνοιας». Να αυξήσουν κατακόρυφα τη σχετική ε­κμετάλλευση, να χειροτερεύσουν ποιοτικά την κοινωνική θέση της εργατικής τάξης και να υψώσουν νέα — σχεδόν ανυπέρ­βλητα — εμπόδια στην οργάνωση της συνδικαλιστικής και πο­λιτικής πάλης της.

Οι ρυθμίσεις αυτές ξεκινούν από το πεδίο της παραγωγής και επηρεάζουν (σε αντιδραστική κατεύθυνση) το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτικής και του πολιτισμού. Αντα­ποκρίνονται στη νέα μορφή σύζευξης εθνικού κράτους-μονοπωλίων-μηχανισμών διεθνούς ολοκλήρωσης, στην περίο­δο της ποιοτική νέας κυριαρχίας των πολυεθνικών. Γι’αυτό και είναι όχι μόνο ανεπαρκής, αλλά και μη ρεαλιστική, τόσο μια στάση «εθνικοανεξαρτησιακή» — υπεράσπισης της εγχώριας παραγωγής από κοινού με το ντόπιο κεφάλαιο (ή τουλάχιστον ένα τμήμα του) στα πλαίσια μιας πανεθνικής λαϊκής ενότητας και με μοχλό ένα «εκδημοκρατισμένο» και «κυρίαρχο» εθνικό κράτος, όσο και μια στάση υποταγής στις υπερεθνικές ρυθμίσεις- με τα ρεφορμιστικά και ουτοπικά συνθήματα της «Ευρωαριστεράς» και των ρεφορμιστικών συνδικάτων για κα­θιέρωση «Ενιαίου Κοινωνικού Χώρου» στην ΕΟΚ ή μιας συμπλη­ρωματικής «κοινωνικής διάστασης» στην Ενιαία Εσωτερική Α­γορά του ’92.

δ. Ένα επιθετικό πρόγραμμα πάλης

Αντίθετα, χρειάζεται με συντονισμένο κι ενιαίο τρόπο να αν­τιμετωπιστούν οι συνδυασμένες αυτές ρυθμίσεις. Είναι προφα­νές ότι οι εργαζόμενοι διαρκώς πληρώνουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και ότι κανένας δεν δικαιούται να τους κα­λεί να πληρώσουν κι άλλο. Ένα επιθετικό πρόγραμμα πάλης των εργαζόμενων πρέπει να έχει ως βασικές αιχμές:

  • Την απόκρουση της λιτότητας. Διεκδίκηση πραγματικών αυξήσεων στους μισθούς και τα μεροκάματα μαζί με το συνυπο­λογισμό γνήσιου τιμάριθμου · αύξησης παραγωγικότητας · αύ­ξησης ΑΕΠ. Νομοθετική κατοχύρωση της ΑΤΑ.
  • Την πάλη για την απόκρουση των νέων εργασιακών σχέ­σεων: της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, της υποτιθέ­μενης σύνδεσης της αμοιβής με την παραγωγικότητα της εργα­σίας, του ελαστικού ωραρίου, της τέταρτης βάρδιας κ.λπ.
  • Την αντίσταση-απόκρουση των ιδιωτικοποιήσεων και της φιλελευθεροποίησης της αγοράς – τραπεζών · μεταφορών – τη­λεπικοινωνιών · κρατικών προμηθειών κ.λπ.
  • Τη μη εφαρμογή των Οδηγιών του 1992 και των κατευθύν­σεων της ΕΟΚ.
  • Τον περιορισμό και έλεγχο των απολύσεων. Προστασία των ανέργων. Επίδομα σε όλους —χωρίς περιοριστικές προϋ­ποθέσεις — με το 80% του βασικού μισθού. Διεκδίκηση σταθε­ρών θεσμών για την επανειδίκευση των εργαζόμενων που πλήττονται από τους κοινωνικά αναγκαίους εκσυγχρονισμούς στην παραγωγή.
  • Την ανάπτυξη και θεσμοθέτηση του εργατικού ελέγχου, με αιρετούς και ανακλητούς εκπροσώπους, ιδιαίτερα σε ζητή­ματα όπως: καθορισμός ΑΤΑ · βέτο στις απολύσεις – έλεγχος στα λογιστικά βιβλία, τα οικονομικά στοιχεία και επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων – συνθήκες και ρυθμοί εργασίας, συν­θήκες υγιεινής και ασφάλειας · έλεγχος τιμών · έλεγχος στις προσλήψεις · ρύπανση περιβάλλοντος.
  • Την κατοχύρωση ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και γενικών κλαδικών συμβάσεων. Απαγόρευση κάθε κρατικής και διοικητικής παρέμβασης σ’ αυτές.
  • Τη συνεχή μείωση του εργάσιμου χρόνου. Άμεσα, κατο­χύρωση των 35 ωρών εργασίας τη βδομάδα, χωρίς μείωση των αμοιβών. Γείωση ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση.
  • Την επαναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους της χώρας και συντονισμένη πάλη με τους άλλους λαούς για την αντιμετώπιση του προβλήματος του τεράστιου χρέους του Τρί­του Κόσμου στην κατεύθυνση της πλήρους κατάργησης του.

ε. Συντονισμένη πάλη συνδικάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο

  • Πάλη για υπεράσπιση, κατοχύρωση και διεύρυνση των δι­καιωμάτων και κατακτήσεων του ευρωπαϊκού εργατικού κινή­ματος: ενάντια στις πολιτικές λιτότητας, για 35 ώρες δουλειάς τη βδομάδα, ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
  • Πάλη ενάντια στην ανεργία και τη φτώχεια, ενάντια στο ρατσισμό, την ξενοφοβία και την αναβίωση του φασισμού.
  • Αλληλεγγύη στους αγώνες της εργατικής τάξης της Ανατ. Ευρώπης για απόκρουση της λιτότητας, ακρίβειας, ιδιωτι­κοποιήσεων και ανεργίας. Πάλη ενάντια στην προσάρτηση της Αν. Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΟΚ.
  • Ενάντια στην εφαρμογή της Νομισματικής Ένωσης της ΕΟΚ.
  • Δημοκρατική ρύθμιση – λύση του προβλήματος του χρέ­ους των χωρών του Τρίτου Κόσμου.
  • Συντονισμός της δράσης των εργαζόμενων διάφορων χω­ρών σε πολυεθνικές.

6.2. Για την υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών δι­καιωμάτων.

α. Αντίσταση στις έμμεσες μορφές εκμετάλλευσης των εργα­ζόμενων

Το Π Π Μ με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση ισχυροποιεί τη θέση κι ενισχύει την κυριαρχία του στο σύστημα του ΚΜΚ, επιβάλλει πιο άμεσα και εσωτερικοποιεί τις υπερεθνικές ρυθμί­σεις που γίνονται προς όφελος του, διαμορφώνει μαζί με το καπιταλιστικό κράτος ένα σύνολο οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων που εντείνουν, εκτός από τις άμεσες και τις έμμεσες (εκτός παραγωγής) μορφές εκμετάλλευσης της εργατικής τά­ξης και όλων των εργαζόμενων. Σχέσεις που η επίδραση τους επιστρέφει στο χώρο της παραγωγής κι ενισχύει παραπέρα τις άμεσες μορφές εκμετάλλευσης.

Οι έμμεσες (εκτός παραγωγής) σχέσεις εκμετάλλευσης δια­μορφώνονται κι ενισχύονται από τις λειτουργίες του κράτους με τον κρατικό προϋπολογισμό και το φορολογικό σύστημα, με την πιστωτική πολιτική και τις επενδύσεις, με τα «κίνητρα» και τις τιμές των προϊόντων στην αγορά, με το σύστημα κοινωνι­κών δαπανών και κοινωνικών ασφαλίσεων (υγεία-παιδεία-κατοικία-συγκοινωνία- αθλητισμός-περιβάλλον). με την πολιτι­κή απέναντι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα ΜΜΕ και τον πολι­τισμό.

Κυρίαρχες μορφές σ’ αυτές τις σχέσεις είναι η ιδιωτικοποίη­ση όλων των οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών του κρά­τους και η αρχή της «ανταποδοτικότητας» των κοινωνικών πα­ροχών του κράτους και της Τ.Α. στους εργαζόμενους, η πιο έν­τονη αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων και σε όφελος του πολυεθνικού κεφαλαίου, η χειροτέρευση της ποιότητας ζωής.

β. Πολλαπλά μέτωπα κι αιχμές πάλης

Στην ανάπτυξη μετώπων πάλης για τα ευρύτερα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζόμενων, χρειάζεται να παίρνουμε υπόψη ορισμένες πλευρές:

  • Χαρακτηριστική της εποχής των μονοπωλίων, και ιδιαίτε­ρα της κυριαρχίας των πολυεθνικών, είναι η τάση του κεφαλαίου να υπάγει όλο και περισσότερες σφαίρες της κοινωνικής ζωής στους νόμους του κέρδους και στη ζώνη της καπιταλιστι­κής εκμετάλλευσης.
  • Οι αναδιαρθρώσεις που προωθεί το κεφάλαιο στην παρα­γωγή απλώνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, περιπλέκονται σε μια ενιαία ανασυγκρότηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, από ένα σημείο και πέρα δεν είναι ρεαλιστικό παρά να αντιμετωπίζονται σε συνδυασμό και συνο­λικά από το μαζικό κίνημα. (Χαρακτηριστική είναι εδώ η περί­πτωση των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση και το πώς αυτές συμπλέκονται ή και προετοιμάζουν ανάλογες αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής και τις εργασιακές σχέσεις).
  • Με την τάση για αύξηση του ελεύθερου χρόνου και για επιμήκυνση του μέσου όρου ζωής, η εξωπαραγωγική δραστη­ριότητα και λειτουργίες που σχετίζονται με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης αποχτούν όλο και αυξανόμενο βάρος στην κοινωνική ζωή.
  • Ιδιαίτερα για ορισμένα τμήματα των εργαζόμενων στο σύγχρονο αναπτυγμένο καπιταλισμό, που το εισόδημα τους ε­πιτρέπει μια σχετικά άνετη ζωή (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υφίστανται εκμετάλλευση —αντίθετα, συνήθως υπόκεινται σε υψηλά ποσοστά εκμετάλλευσης), οι έμμεσες (εκτός παραγω­γής) μορφές εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο αποκτούν ένα ι­διαίτερο βάρος. Συχνά μπορεί να αποτελούν το έναυσμα για μια πιο δραστήρια συμμετοχή αυτών των τμημάτων στην ταξική πάλη.

Είναι επομένως ανάγκη ν’ αναπτύσσονται πολύμορφα κινή­ματα και μέτωπα πάλης των εργαζόμενων, για τη διεκδίκηση ευρύτερων κοινωνικών δικαιωμάτων, που καθορίζουν την ποιό­τητα ζωής. Ανάμεσα σ’αυτά ξεχωριστή θέση πρέπει να κατέ­χουν:

  • Ένα πολύμορφο οικολογικό κίνημα. Σε μια εποχή που με δραματικό τρόπο φαίνεται πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν προσκρούει μόνο στις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις αλλά και σε φυσικά όρια, που το κεφάλαιο λεηλατεί με ποιοτικά νέο τρόπο το «ανόργανο σώμα του ανθρώπου», τη φύση, χρειάζεται ν’ αναπτύσσεται η δράση σ’ όλα τα μέτωπα, με πολύ πιο αποφασιστικές μορφές πάλης. Δράση αντίστασης ε­νάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος, ενάντια στα με­γάλα μονοπωλιακά συμφέροντα αλλά και τα μικροσυμφέροντα που — στο βωμό του κέρδους ή της ικανοποίησης τεχνητών αναγκών, αντίστοιχα — θυσιάζουν το μέλλον της κοινωνίας και της ανθρωπότητας. Διεκδίκηση μέτρων προστασίας, αλλά και λαϊκού-εργατικού ελέγχου στην παραγωγή με οικολογικά κρι­τήρια, με στόχο όχι μόνο μέτρα αντιρρύπανσης, αλλά και τον αναπροσανατολισμό (όπου είναι αναγκαίο) των παραγωγικών δραστηριοτήτων.
  • Μέτωπα και στόχοι πάλης για την υγεία· ενάντια στην ι­διωτικοποίηση και τις (μακάβριες, στη συγκεκριμένη περίπτω­ση) ταξικές διακρίσεις στην περίθαλψη. Για την κατοικία — με την ενίσχυση προγραμμάτων λαϊκής κατοικίας, ενάντια στην κερδοσκοπία στη γη και στα ενοίκια, αλλά και για ανθρώπινες κατοικίες, ενάντια στην άναρχη-τερατώδη ανάπτυξη των πόλε­ων και τα διαμερίσματα-φυλακές. Διεκδίκηση δημόσιων-φτηνών-«καθαρών»· εξυπηρετικών συγκοινωνιών, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις.

— Μαζικό κίνημα ενάντια στην εντεινόμενη εξάρτηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από την ΕΟΚ, στη συρρίκνωση των πό­ρων της, στο φοροεισπρακτικό ρόλο που της αναθέτει η κυβέρ­νηση, στη γραφειοκρατικοποίηση, στην αδιαφάνεια και στη λο­γική της «ανταποδοτικότητας». Ενίσχυση των τοπικών πρωτο­βουλιών και των ομάδων κι επιτροπών διεκδίκησης γύρω από οικολογικά ή, γενικότερα, κοινωνικά προβλήματα.

ΑΙΧΜΕΣ της πάλης για τα προηγούμενα θα μπορούσαν να είναι:

— Δραστική μείωση των τεράστιων αμυντικών δαπανών του προϋπολογισμού που εξυπηρετούν τις ανάγκες του ΝΑΤΟ.

— Κατάργηση αποικιακών-χαριστικών συμβάσεων τύπου ΠΕΣΙΝΕ.

— Έλεγχος στις υπερτιμολογήσεις εισαγόμενων και υποτιμολογήσεις εξαγόμενων προϊόντων και στη μεγάλη διαφυγή συναλλάγματος στις ξένες τράπεζες (Ελβετία κ.λπ.).

— Ενεργοποίησητου Συμβουλίου Ελέγχου Τιμών.

— Εργατικός και κοινωνικός έλεγχος στις κρατικές προμή­θειες (και στις στρατιωτικές).

— Κατάργηση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου (διασταύρωση φορολογικών στοιχείων και καταθέσεων), εφαρ­μογή της αρχής του «πόθεν έσχες» των κεφαλαίων.

— Αύξηση του φορολογικού συντελεστή στα υψηλά εισο­δήματα.

— Καθιέρωση κατώτατου αφορολόγητου ορίου στο ύψος των σύγχρονων αναγκών των εργαζόμενων (όριο διαβίωσης) σε συμφωνία με τα συνδικάτα.

— Μείωση της έμμεσης φορολογίας. Καθιέρωση μηδενικού συντελεστή ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης. Μείωση συντελε­στών ΦΠΑ στις πρώτες ύλες των βιοτεχνών και στα καλλιεργη­τικά μέσα και εφόδια των αγροτών.

— Πάταξη της εισφορδιαφυγής, κατάργηση εισφοροαπαλλαγών και άμεση πληρωμή χρεών επιχειρήσεων προς το ΙΚΑ. Αξιοποίηση των αποθεματικών του .

— Διατήρηση του ελέγχου των ενοικίων, γενίκευση και βελ­τίωση της επιδότησης ενοικίου στους χαμηλόμισθους και άνερ­γους.

— Ενίσχυση προγραμμάτων λαϊκής κατοικίας από την Τοπι­κή Αυτοδιοίκηση.

— Εφαρμογή Εθνικού Κτηματολογίου και καθορισμός χρή­σεων της γης.

— Διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας και υ­γείας και ουσιαστική αύξηση των σχετικών δαπανών του προϋ­πολογισμού.

— Υπεράσπιση του κοινωνικού χαρακτήρα των ασφαλί­σεων.

— Ουσιαστική μείωση στα επιτόκια των στεγαστικών δα­νείων και στα δάνεια των μικρομεσαίων επαγγελματοβιοτεχνών και αγροτών.

6.3. Για τα δημοκρατικά-πολιτικά δικαιώματα.

Ενάντια στον αυταρχισμό κράτους και μονοπωλίων, στις παλιές και νέες μορφές εξάρτησης.

Η καπιταλιστική ανασυγκρότηση σε όλες τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις, η ένταση της άμεσης και έμμεσης εκμετάλλευσης των εργαζομένων, απαιτεί και συνδέεται ολοένα και πιο στενά με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους, τη μεγα­λύτερη εξάρτηση και υποταγή του στα υπερεθνικά κέντρα απο­φάσεων (ΕΟΚ, ΝΑΤΟ), τη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας στα εκτελεστικά όργανα και στα στενά επιτελεία τους, την ενί­σχυση της αδιαφάνειας και των στεγανών, τη μονοπώληση των ΜΜΕ από τους επιχειρηματίες-μεγαλοεκδότες, την ισχυροποί­ηση των γραφειοκρατικών ηγεσιών και μηχανισμό κομμάτων και συνδικάτων, την αποδυνάμωση του ρόλου της Βουλής, των συνδικάτων, των μαζικών οργανώσεων και της Τοπικής Αυτο­διοίκησης, την πλήρη αποξένωση των εργαζόμενων από τις α­ποφάσεις που τους αφορούν, την πολιτική, την ιδεολογικήκαιπολιτιστική τους χειραγώγηση.

Από την άποψη αυτή, η αντίσταση στον πολύπλευρο αυταρ­χισμό και το αίτημα του εκδημοκρατισμού αποκτά σήμερα βα­θύτερο και νέο ποιοτικό περιεχόμενο. Δένεται οργανικά με τις σχέσεις παραγωγής, την εξέλιξη της καπιταλιστικής διεθνο­ποίησης, τη διείσδυση του πολυεθνικού κεφαλαίου και την εν­σωμάτωση στην ΕΟΚ. Η πάλη ενάντια στον εντεινόμενο αυταρ­χισμό του κράτους και της κυβέρνησης (καταστολή λαϊκών κι­νητοποιήσεων με ΜΑΤ-ΜΕΑ, επιστράτευση απεργών, ποινικο­ποίηση απεργιών, συλλήψεις συνδικαλιστών κ.λπ.) συνδέεται στενά με τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό ολόκληρης της κοι­νωνικής και πολιτικής ζωής, με την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων και κατακτήσεων.

Το σύγχρονο δημοκρατικό περιεχόμενο της λαϊκής πάλης και των κοινωνικών κινημάτων συνδέεται πιο στενά με τους στόχους της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης.

α. Αυτό που χρειάζεται παραπέρα να λάβουμε υπόψη είναι ο ποιοτικά αναβαθμισμένος ρόλος των μηχανισμών ενσωμάτω­σης και της πολιτικής των συμμαχιών της αστικής τάξης, στα πλαίσια της οργάνωσης της εξουσίας της. Ιδιαίτερα αναφερό­μαστε σε πλευρές όπως: αναβάθμιση του ρόλου και της σημα­σίας των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, άμεση επέμβα­ση του κράτους στους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύ­ναμης, εγγενής (στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) αναπα­ραγωγή των μηχανισμών ενσωμάτωσης των καταπιεζόμενων τάξεων και διάδοση «ψευδών» κοινωνικών αναγκών, διαμόρ­φωση της λεγόμενης «μαζικής κουλτούρας» και ενός αντίστοι­χου τρόπου ζωής, που συμβάλλει στην αποδοχή και εσωτερίκευση των αναγκών αναπαραγωγής του συστήματος κ.λπ.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την παντοδυναμία των ΜΜΕ και τα μέτρα υποβάθμισης των όποιων δημοκρατικών θε­σμών (που ουσιαστικά περιθωριοποιούν κάθε πραγματικά αντι­πολιτευτική φωνή και ανατρεπτική εναλλακτική πρόταση για την κοινωνική και πολιτική εξέλιξη), οδηγούν στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου ολοκληρωτικού κράτους, στην πολιτική παθη­τικότητα των πλατιών μαζών και στη δημιουργία των κοινωνι­κών και πολιτικών προϋποθέσεων για την άρνηση (όποτε είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου) στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθε­ριών.

β. ΑΙΧΜΕΣ – ΣΤΟΧΟΙ της δημοκρατικής και ανεξαρτησιακής πά­λης μπορεί να είναι:

— Οργάνωση μετώπου κοινωνικής-πολιτικής πάλης ενάν­τια στην ποινικοποίηση απεργιών και κοινωνικών αγώνων.

— Κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης απεργών και κάθε ποινικοποίησης απεργιών και λαϊκών εκδηλώσεων.

— Δημοκρατία στους τόπους δουλειάς, περιορισμός «διευ­θυντικού» δικαιώματος της εργοδοσίας, εκδημοκρατισμός ερ­γασιακών σχέσεων και συνδικαλιστικών οργανώσεων.

— Εκδημοκρατισμός της συνδικαλιστικής νομοθεσίας στους ναυτεργάτες.

— Άμεση διάλυση των ΜΑΤ-ΜΕΑ.

— Δημοκρατικά μέτρα στο στρατό και τη δικαιοσύνη.

— Δημοκρατική αναθεώρηση του Συντάγματος: Πλήρης χωρισμός εκκλησίας-κράτους. Συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής σαν πάγιο εκλογικό σύστημα για τη Βουλή, την Τ.Α. και όλες τις μαζικές λαϊκές οργανώσεις (επιστημονικοί σύλλογοι, επιμελητήρια, συνεταιρισμοί κ.λπ.). Καθιέρωση των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία, καθώς και μορφών ά­μεσης δημοκρατίας.

— Αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.

— Απομάκρυνση των αμερικάνικων βάσεων, των πυρηνι­κών όπλων κα της ψυχροπολεμικής «Φωνής της Αμερικής».

— Άμεση απόσυρση της αίτησης για ένταξη της Ελλάδας στην ψυχροπολεμική Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση, μη συμμετοχή της στη Νομισματική και Πολιτική Ένωση της ΕΟΚ.

— Πάλη για αντιμετώπιση των συνεπειών της υποταγής στην ΕΟΚ στην πορεία για την αποδέσμευση απ’αυτήν, για την ισότιμη συμμετοχή της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της ερ­γασίας και της γνώσης στην προοπτική του σοσιαλιστικού με­τασχηματισμού στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σ’όλο τον κό­σμο και της συγκρότησης μιας αναπτυγμένης και εδραιωμένης σοσιαλιστικής βάσης στο διεθνή στίβο.

6.4. Για την ελευθερία της σκέψης και της δημιουργικό­τητας.

α. Αντιφάσεις της κοινωνικής ανάπτυξης.

Στην εποχή μας, ο αντιφατικός χαρακτήρας της κοινωνικής ανάπτυξης παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις. Ιδιαίτερα, όσον α­φορά την διαμόρφωση της προσωπικότητας και τον τρόπο ζω­ής των ανθρώπων, φθάνουμε σε οριακό σημείο. Ενώ όσο ποτέ άλλοτε στη διάθεση της κοινωνίας υπάρχει ένας τεράστιος όγ­κος πληροφοριών και αποθέματα γνώσεων, την ίδια ώρα όσο ποτέ άλλοτε η συγκέντρωση και μονοπώληση τους ωθεί τη συν­τριπτική πλειονότητα της κοινωνίας σε μια σχετική μορφωτική εξαθλίωση και αδυναμία, ενώ ταυτόχρονα ο ταξικά επιλεκτικός τρόπος αφομοίωσης και σύνδεσης των επιμέρους πληροφο­ριών οδηγεί σε έναν απλοποιημένο τύπο προσωπικότητας, αλ­λά και στην αίσθηση αδυναμίας και αμηχανίας μπροστά στα πε­ρίπλοκα κοινωνικά φαινόμενα.

Ενώ η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί την αντικειμενική βάση για απεριόριστες εναλλακτικές λύσεις, για έναν πλούτο και μια πολυμορφία στην ανάπτυξη της προ­σωπικότητας και ατομικότητας, ταυτόχρονα η μονοπώληση της πληροφορίας και η ιδιοποίηση της από το κεφάλαιο οδηγούν στη διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής με κύριο χαρακτηρι­στικό την ισοπέδωση, την ουσιαστική ομοιομορφία μέσα από μια επιφανειακή ελευθερία επιλογής.

Ενώ η κοινωνική ανάπτυξη δημιουργεί το έδαφος αντικειμε­νικά για μια ισορροπημένη ανάπτυξη και πλήρη ικανοποίηση των αναγκών, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακραία διαστρέ­βλωση της διαδικασίας ανάπτυξης τους, στη δημιουργία ενός πλήθους τεχνητών αναγκών που οδηγούν από τη μια σε μια συ­νεχήαίσθηση του ανικανοποίητου και από την άλλη στην υπο­δούλωση του ανθρώπου στις διαδικασίες και τους ρυθμούς της αλλοτριωμένης εργασίας.

Χωρίς υπερβολή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προφητική ρήση του Μαρξ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», στη σύγχρονη εποχή, αλλά ακόμη περισσότερο για το μέλλον, παίρνει εντε­λώς νέες διαστάσεις. Και η «βαρβαρότητα» σαν προοπτική που μπορεί ν’ ακυρωθεί ιστορικά μόνο από μια κομμουνιστική οργά­νωση της κοινωνίας, είναι πριν απ’όλα μια πνευματική-ηθική-πολιτιστική (με την ευρύτερη έννοια) βαρβαρότητα…

Τα ζητήματα αυτά κατεξοχήν θεωρούνται (και είναι) συνδε­μένα με την κοινωνική ανατροπή και την οικοδόμηση μιας ελεύ­θερης κοινωνίας. Ωστόσο, και σήμερα μπορούν να βρεθούν στο επίκεντρο της πάλης.

Πολύ περισσότερο που σήμερα η αντίσταση ενάντια στην αλλοτρίωση της συνείδησης και στη διαστρέβλωση των αναγ­κών και των αξιών, η δημιουργία στοιχείων μιας νέου τύπου συ­νείδησης και εναλλακτικών μορφών κοινωνικής συμβίωσης, δεν είναι μόνο επακόλουθα αλλά και προαπαιτούμενα της πά­λης για την κοινωνική αλλαγή.

β. Σε σχέση με τον πολιτισμό:

Παρά τον «αντιπνευματικό» χαρακτήρα του σύγχρονου κα­πιταλισμού, ο πολιτισμός αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την επιβολή των κυρίαρχων κοινωνικών αξιών. Η ενεργητική πα­ρέμβαση της Αριστεράς στον τομέα του πολιτισμού δεν μπορεί παρά να συντελεστεί με νέο τρόπο, προσαρμοσμένο στη σύγ­χρονη πραγματικότητα.

Μέχρι πρόσφατα, η επίσημη Αριστερά επιφύλασσε μια «πε­ριφερειακή» θέση στην τέχνη και στον πολιτισμό. Οι λεγόμενοι «προοδευτικοί» καλλιτέχνες και το έργο τους αντιμετωπίζον­ταν σαν «εργαλεία» για την επιβεβαίωση των ιδανικών, αλλά και της πολιτικής της (π.χ. συναυλίες για την ειρήνη, συλλογή υπογραφών υποστήριξης κ.λπ.). Σήμερα η στάση της επίσημης Αριστεράς απέναντι στην τέχνη συγκλίνει μ’ εκείνην που χρό­νια τώρα διακήρυσσαν κι εφάρμοζαν τα αστικά κόμματα: θεοποίηση της καλλιτεχνικής «ελευθερίας», υιοθέτηση του δόγμα­τος ότι «η αληθινή τέχνη είναι ούτως ή άλλως κατάφαση στη ζωή και στις πανανθρώπινες αξίες». Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για αυτονόμηση της τέχνης, αλλά για στεγανοποίη­ση και περιθωριοποίηση της.

Η τέχνη δεν παράγεται και ούτε φτάνει στους αποδέκτες της μέσα σε συνθήκες εργαστηρίου, ερήμην της ταξικής πάλης, ό­πως αυτή αναπτύσσεται στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθή­κες. Δεν την «αντανακλά» (έμμεσα ή άμεσα), αλλά την «εμπεριέ­χει», με το δικό της ιδιόμορφο τρόπο.

Σήμερα η τέχνη γίνεται εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας ελεγχόμενης και ομογενοποιημένης κοινωνικής συνείδησης, σε παγκόσμια κλίμακα. Η Αριστερά δεν μπορεί να ανατρέψει αυτή την κυρίαρχη κατεύθυνση, δεν μπορεί να ιδρύσει ένα μι­κρό προοδευτικό «βασίλειο» μέσα στην αυτοκρατορία της κουλτούρας των ΠΠΜ, της αστικής τάξης. Μπορεί ωστόσο να συντελέσει στην κριτική, στην αμφισβήτηση και στη μερική, έ­στω, ανατροπή των κυρίαρχων πολιτιστικών αξιών, ενισχύον­τας αποκεντρωμένες πρωτοβουλίες και υιοθετώντας μια μάχι­μη και όσο το δυνατόν θεωρητικά επεξεργασμένη στάση στα διάφορα πεδία της πολιτιστικής δραστηριότητας, χωρίς πατερ­ναλιστικές φιλοδοξίες, αλλά και χωρίς το επαρχιώτικο σύμ­πλεγμα του «εκσυγχρονισμού».

γ. Σε σχέση με εκπαίδευση – ΜΜΕ

Ανάμεσα στις δραστηριότητες και τα μέτωπα πάλης στα ο­ποία πρέπει να δώσει ένα αγωνιστικό κι ενεργητικό παρόν το μαζικό κίνημα, ξεχωρίζουν:

  • Η ανάπτυξη ενός πλατιού ρεύματος κριτικής και αμφισβή­τησης στην εκπαίδευση, σε στενή σύνδεση με τη διεκδικητική πάλη για τα δημοκρατικά και μορφωτικά δικαιώματα εκπαιδευ­τικών · σπουδαστών – μαθητών. Αντίσταση ενάντια στο συντη­ρητικό εκφυλισμό της συνείδησης της νεολαίας, που προωθεί­ται μέσα από τον «εκσυγχρονισμό» του περιεχόμενου της μόρ­φωσης. Ενάντια στην άμεση εισβολή των επιχειρήσεων και των επιθετικών καπιταλιστικών αξιών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ενάντια στα πρότυπα του ανταγωνισμού και της αξιοκρατίας, στο κλίμα του τεχνοκρατισμού, στην καλλιέργεια ενός κοινωνικού-ηθικού-πολιτιστικού συντηρητισμού.

Αυτό το πανεκπαιδευτικό-λαϊκό μέτωπο δεν μπορεί παρά να στρέφεται ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της παιδείας, την ολο­κληρωτική μετατροπή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων σε «σουπερμάρκετ» υπηρεσιών στο μεγάλο κεφά­λαιο, που γίνεται με τη συμβολή των υπερεθνικών εοκικών μη­χανισμών. Ενάντια στο μύθο της «ταξικής ουδετερότητας» της επιστήμης, την τεχνοκρατία και την υπερειδίκευση. Ενάντια στη διαρκή αποξένωση των εκπαιδευτικών από την (δια τη δια­δικασία της εκπαίδευσης και το γραφειοκρατικό, αυταρχικό, υπερσυγκεντρωτικό κρατικό έλεγχο της εκπαιδευτικής διαδικα­σίας.

  • Η ανάπτυξη μετώπων πάλης γύρω από την παραγωγή και ιδιοποίηση της γνώσης και των πληροφοριών, ενάντια στη μο­νοπώληση των ΜΜΕ, για τη διεκδίκηση λαϊκού-δημοκρατικού ελέγχου και πρόσβασης σ’αυτά, αλλά και για τη δημιουργία ε­ναλλακτικών μέσων διάδοσης των ιδεών κι εναλλακτικής πλη­ροφόρησης από το ίδιο το μαζικό κίνημα και τους πολίτες (π.χ. τοπικά έντυπα, ερασιτεχνικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κ.λπ.).
  • Πολύμορφη αντίσταση στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, των πολυεθνικών, στις δραστηριότητες του κεφαλαίου για τον έλεγχο της συνείδησης των εργαζόμενων.

δ. Σε σχέση με τη νεολαία

Από αυτή ακριβώς τη σκοπιά, αποκτά μια διευρυμένη σημα­σία η ανάπτυξη του κινήματος και των ιδεολογικοπολιτικών προσανατολισμών της νεολαίας.

Σε κάθε εποχή ανασυγκρότησης του συστήματος και βαθιών αλλαγών στις κοινωνικές σχέσεις, το ανερχόμενο και πιο επιθε­τικό τμήμα της κυρίαρχης τάξης προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη νέα γενιά για μια ριζική ανατροπή των πολιτικών συσχετι­σμών προς όφελος του, για τη διακοπή της συνέχειας του εργα­τικού κινήματος και την αποδιάρθρωση των παραδοσιακών «ο­χυρών» του και μορφών οργάνωσης της αντίστασης του.

Η νεολαία, σαν το πιο δυναμικό, παραγωγικό τμήμα του πλη­θυσμού, είναι δεξαμενή εργατικού δυναμικού και στελεχών στην προοπτική των νέων παραγωγικών σχέσεων. Είναι κι αυ­τός ένας από τους λόγους που οι πολυεθνικές, η εξουσία και οι πολιτικές δυνάμεις τους επενδύουν πολλά στην νεολαία.

Στόχος τους: μια νέα πειθαρχημένη εργατική τάξη «ιαπωνι­κού τύπου», ένα φυτώριο για τη στελέχωση των επιχειρήσεων και για τη φυσική ανανέωση της κυρίαρχης τάξης, η «γήρανση» και στη συνέχεια η αποδιάρθρωση των συνδικαλιστικών και πο­λιτικών οργανώσεων των εργαζόμενων, μια ορμητική έφοδος μιας βαθιά συντηρητικής (κοινωνικά και πολιτικά) νέας γενιάς που να σβήσει και τα τελευταία κατάλοιπα των παλιότερων δη­μοκρατικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων, καθώς και ό,τι διασώζεται (ή προσπαθεί να γεννηθεί) από τις αξίες και τις πα­ραδόσεις του εργατικού κινήματος.

Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν σημαντική απήχηση στο χώρο της νεολαίας. Όμως, ένα πραγματικό αντί­βαρο στην προοπτική μαχητικής αντιδραστικής στράτευσης της νεολαίας μπορεί ν’αναπτυχθεί μόνο στη βάση των σημερι­νών αντιφάσεων που ζουν οι νεότερες ηλικίες και των σύγχρο­νων αναγκών των νέων. Αυτή η μάχη για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου ανατρεπτικού κινήματος της νεολαίας πρέπει να γί­νει υπόθεση συνολικά του εργατικού κινήματος και των δυνά­μεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, χωρίς διαθέσεις κηδεμόνευσης, με σεβασμό απέναντι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

  1. ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΝΕΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Οι ραγδαίες εξελίξεις στο σύγχρονο κόσμο, οι αλλαγές στον ελληνικό καπιταλισμό και την κοινωνική διαστρωμάτωση, οι μεταβολές των ταξικών συσχετισμών και της πολιτικής κατά­στασης επηρεάζουν και το ίδιο το λαϊκό κίνημα.

Σήμερα όλες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, καθεμιά από τη δική της σκοπιά, μιλάνε για αλλαγή πορείας του λαϊκού κινήματος. Από το ΣΕΒ και την κυβέρνηση, μέχρι τα μεγάλα συγκροτήματα του Τύπου, οι κυρίαρχοι κύκλοι καταδικάζουν εν χορώ τις «συντεχνιακές διεκδικήσεις» των απεργών. Εκπρό­σωποι της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού, συναντιούνται σε συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης για να αποδοκιμάσουν α­πό κοινού την «παραδοσιακή παθολογία» του συνδικαλιστικού κινήματος. Το καινούριο μέτρο της «πολιτικής τόλμης» και της «σύγχρονης σκέψης» είναι το πόσο δυνατά θα φωνάξει κανείς εναντίον των κοινωνικών κινημάτων. Αλλά, από τελείως διαφο­ρετική σκοπιά, και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν κάθε λόγο να δυσφορούν για τη σημερινή κατάσταση του συνδικαλιστικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος. Η πτωτική πορεία στις εκλογές των μαζικών φορέων, αλλά και ευρύτερα στην ανάπτυ­ξη των κοινωνικών κινημάτων τα τελευταία χρόνια, το επιβεβαιώνει: το λαϊκό κίνημα έχει να δώσει μάχες όχι μόνο με τους «απέναντι», αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Για να νικήσει στις πρώτες, πρέπει να τολμήσει στις δεύτερες.

Η ολιγαρχία χρειάζεται τη στρατηγική αποδυνάμωση του λαϊκού κινήματος σαν πρώτη προϋπόθεση, για να μπορέσει να εφαρμόσει γρήγορα και αποτελεσματική τη γραμμή της συντη­ρητικής αναδιάρθρωσης. Οι εργαζόμενοι, από την άλλη, χρειά­ζονται μια ριζική ανασυγκρότηση του κινήματος τους για να αναχαιτίσουν αυτή την πολιτική και να συγκεντρώσουν τις δυ­νάμεις τους για μια εναλλακτική δημοκρατική αντικαπιταλιστική πορεία. Κάτι περισσότερο: Η ανασυγκρότηση του, κινήμα­τος γίνεται σήμερα όρος όχι μόνο για την ανάκαμψη του αλλά και για την (δια του την επιβίωση, σαν οργανωμένης, μάχιμης δύναμης.

Τα νέα χαρακτηριστικά στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήμα­τος εμφανίζονται σποραδικά, αβέβαια και ανολοκλήρωτα μέχρι τώρα, ανακατεμένα με παραδοσιακές ανεπάρκειες. Η ριζοσπα­στική αριστερά είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει πολύ κόπο για να ξεχωρίσει τα ψήγματα χρυσού από τους σωρούς της λά­σπης. Όχι μόνο γιατί οι ηγεσίες του Συνασπισμού και του ΠΑ-ΣΟΚ ουδέποτε ασχολήθηκαν ουσιαστικά με τα σύγχρονα προ­βλήματα του λαϊκού κινήματος, αντίθετα μάλιστα, αποξενώ­νονται ολοένα και περισσότερο από αυτά. Αλλά και γιατί η (δια η ριζοσπαστική αριστερά εξακολουθεί να διακρίνεται από ένα χαμηλό βαθμό σύνδεσης με τα κοινωνικά κινήματα, ακόμα και με τις ίδιες τις συνθήκες ζωής και τις νοοτροπίες των λαϊκών στρωμάτων και ειδικά της εργατικής τάξης. Επίσης, γιατί οι κληρονομημένες ασθένειες του τακτικισμού και του εμπειρι­σμού τη δυσκολεύουν να γενικεύσει τις όποιες εμπειρίες και τους επιμέρους προβληματισμούς της.

Σήμερα, πλέον, σχεδόν όλοι καταλαβαίνουν πόσο ανίσχυ­ρες είναι οι τίμιες αγωνιστικές προθέσεις χωρίς σκέψη και στρατηγική γραμμή πλεύσης. Επείγει, λοιπόν, ν’ αρχίσει η επε­ξεργασία της συλλογικής εμπειρίας από την ανάπτυξη του λαϊ­κού κινήματος και να διαμορφωθούν κάποιες πρώτες απαντήσεις για την ανασυγκρότηση του, που θα δοκιμάζονται μέσα στην ίδια την πραγματικότητα των κοινωνικών αγώνων. Πολλά ζητήματα, βέβαια, δεν έχουν ωριμάσει ακόμα και θα μείνουν, αναγκαστικά, ανοιχτά.

7.1. Τρεις γραμμές μέσα στο λαϊκό κίνημα

Μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος στον εμφύλιο, κάθε φο­ρά που άνοιγε ένας νέος κύκλος ανάκαμψης του, η αστική τάξη προσπαθούσε, εφόσον δεν μπορούσε να το συντρίψει μετωπι­κά, να ηγεμονεύσει ιδεολογικά και πολιτικά μέσα σε αυτό. Και πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα κατάφερε σε όλες τις στροφές στην ανάπτυξη του νεοελληνικού καπιταλισμού, αν και πάντα πλήρωνε ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο τίμημα και πάντα έμεναν ανοιχτές κάποιες ρωγμές, μέσα από τις οποίες ωρίμαζε η και­νούρια άνοδος του.

Το δημοκρατικό κίνημα του 1-1-4, παρότι έφερε στο προσκή­νιο καινούρια ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα, υποτάχθηκε τελικά στην αστική εκσυγχρονιστική γραμμή της Ένωσης Κέν­τρου, που επιχειρούσε τότε να μεταρρυθμίσει τις αναχρονιστι­κές δομές για να επιταχύνει την εκτατική ανάπτυξη του ελληνι­κού καπιταλισμού. Παρά την αφομοίωση, όμως, του κινήματος, το πείραμα του αστικού εκσυγχρονισμού απέτυχε και άνοιξε ο δρόμος για τη δικατορία των συνταγματαρχών. Ωστόσο κά­ποιες πρωτοποριακές δυνάμεις αυτού του κινήματος, που ξε­περνούσαν τη λογική της Ένωσης Κέντρου και την εθνικοσυμφιλιωτική-ρεφορμιστική πολιτική της ηγεσίας της Ε­ΛΑ, έπαιξαν σοβαρό ρόλο στη μετέπειτα ανάπτυξη της λαϊκής πάλης.

Το ελπιδοφόρο αντιδικτατορικό κίνημα βρέθηκε ανέτοιμο μπροστά στο συμβιβασμό του 1974 και στην πολιτική Καραμαν­λή, που αποτελούσε το πιο προχωρημένο πείραμα αστικού εκ­συγχρονισμού στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Ο σημερινός Πρόε­δρος της Δημοκρατίας δικαίως υπερηφανεύεται συχνά, γιατί εξασφάλισε την ανώδυνη σταθεροποίηση του συστήματος, υποτάσσοντας τις λαϊκές δυνάμεις στην ευρωπαϊκή-εκσυγχρο­νιστική πολιτική του. Ωστόσο, η σταθεροποίηση ήταν σχετικά αβέβαιη, γιατί παρέμειναν ζωντανές και συγκροτημένες ισχυ­ρές αντιιμπεριαλιστικές αντιμονοπωλιακές δυνάμεις, που κα­θυστερούσαν και νόθευαν την πολιτική της Δεξιάς και πίεζαν τις ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και, ακόμα περισσότερο, του ΚΚΕ.

Στα πλαίσια του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστικού κινήμα­τος, που αντιπάλευε την πολιτική της Δεξιάς, επικράτησε η λο­γική της «αλλαγής»: Στην πρώτη φάση, όταν το ΠΑΣΟΚ βρισκό­ταν στην αντιπολίτευση, η επικράτηση της «αλλαγής» σήμανε την κυριαρχία της ρεφορμιστικής γραμμής στο εσωτερικό των αντιιμπεριαλιστικών – αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Στη δεύ­τερη φάση, όταν το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην κυβέρνηση, η «αλλα­γή» έχασε και αυτόν το μικροαστικό ριζοσπαστισμό της και κα­τέληξε να σημαίνει τη σοσιαλδημοκρατική παραλλαγή της κα­πιταλιστικής ανασυγκρότησης. Αν και ο κύκλος αυτού του κινή­ματος έκλεισε με την χρεοκοπία της ΠΑΣΟΚικής διαχείρισης και, το κυριότερο, με την αφομοίωση και του ΚΚΕ στην αστική πολιτική, ωστόσο δημιουργήθηκαν σοβαρές ρωγμές και πολιτι­κά κενά. Αυτό έδειξε η μεγαλύτερη μεταπολεμικά κρίση που ξέσπασε στο ΚΚΕ αλλά και ορισμένοι τράνταγμα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, που δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμα πλήρως.

Σήμερα, μέσα στο λαϊκό κίνημα συγκρούονται τρεις διαφο­ρετικές κατευθύνσεις:

  • Η γραμμή της Δεξιάς, δηλαδή της συντηρητικής παραλλα­γής της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Αν η Δεξιά του 74 προσπαθούσε να εκτονώσει το λαϊκό κίνημα, εν μέρει μάλιστα, να το χρησιμοποιήσει και σαν διαπραγματευτικό χαρτί απέναν­τι στις Δυτικές κυβερνήσεις, η Δεξιά της δεκαετίας του ’90 έχει στόχο να το συντρίψει, και μάλιστα γρήγορα και αποφασιστικά. Η (δια η διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, ειδι­κά στην συντηρητική παραλλαγή της, απειλεί να διαρρήξει βίαια όλο το δίχτυ συλλογικότητας και οργάνωσης της εργατι­κής τάξης, ευνοώντας την ατομική διαπραγμάτευση με τον ερ­γοδότη, την ατομική κάλυψη των αναγκών, τον ανεξέλεγκτο αν­ταγωνισμό μέσα στην (δια την εργατική τάξη. Απειλεί, δηλαδή, να γυρίσει το εργατικό κίνημα όχι μόνο πίσω από το 1917, αλλά πίσω και από τις στοιχειωδέστερες κατακτήσεις του προηγού­μενου αιώνα, σε ένα καινούριο κοινωνικό και πολιτικό Μεσαίω­να της δορυφορικής εποχής.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το πρώτο διάστημα διακυβέρνησης από τη ΝΔ, που κρίνει σε μεγάλο βαθμό τους ρυθμούς και το βάθος της επίθεσης της.

Φυσικά η Δεξιά προσπαθεί να παρέμβει στο εργατικό κίνημα και από τα μέσα. Η αγριότητα της επίθεσης της, βέβαια, την δυσκολεύει από μια πλευρά, ωστόσο από μια άλλη την διευκο­λύνει, τουλάχιστον όσο δεν εμφανίζεται αξιόμαχη και πειστική αριστερή αντιπολίτευση. Η μοιρολατρία και η λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», είναι το έδαφος στο οποίο πατάει η ΔΑΚΕ για να παίξει το ρόλο της πέμπτης φάλαγγας.

Τελικά, η δεξιά προωθεί στο λαϊκό κίνημα τη γραμμή της ε­νεργητικής συναίνεσης και υποστήριξης της καπιταλιστικής α­νασυγκρότησης, αφήνοντας στα συνδικάτα το ρόλο του δια­πραγματευτή για τους τρόπους ενσωμάτωσης των μαζών στην πολιτική της.

  • Η γραμμή της «Ευρωαριστεράς», που ακολουθούν με δια­φορετικό τρόπο οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού, δηλαδή· η σοσιαλδημοκρατική παραλλαγή της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Στην ουσία αυτές οι ηγεσίες διαπραγματεύ­ονται το βαθμό και τους ρυθμούς καταπάτησης των λαϊκών δι­καιωμάτων, αμφισβητώντας τη συντηρητική γραμμή «στα ση­μεία» κι όχι «εφ’ όλης της ύλης».

Η βασική ιδιομορφία της «Ευρωαριστερής» κατεύθυνσης, εί­ναι ότι οι ηγεσίες που την υποστηρίζουν νιώθουν πιο ισχυρή την πίεση των λαϊκών (σε μεγάλο βαθμό εργατικών) μαζών που τις ακολουθούν. Αυτά τα κόμματα δεν μπορούν να κόψουν εντε­λώς τον ομφάλιο λώρο που τα συνδέει με το λαϊκό κίνημα, παρά μόνο υπονομεύοντας ιστορικά την ίδια τους τη συνοχή και την ύπαρξη. Γι’ αυτό αναγκαστικά θα ακολουθούν μια γραμμή δύο ταχυτήτων· συναινετικοί στο πολιτικό επίπεδο, αντιπολιτευτι­κοί στο λαϊκό κίνημα. Αλλά και αυτή η «αντιπολίτευση» τους θα αφορά το μοντέλο της αναδιάρθρωσης και όχι την ουσία της.

Οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού ελπίζουν, έτσι. ότι θα κερδίζουν πόντους στο παιχνίδι των κυβερνητικών εναλ­λαγών, αν πείσουν την ολιγαρχία ότι αυτές, και όχι η ΝΔ, μπο­ρούν να εξασφαλίσουν την πιο ανώδυνη ενσωμάτωση των μα­ζών στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης. Αυτή η τακτική αποδίδει, βέβαια, σε εποχές ανόδου του λαϊκού κινή­ματος. Σε περιόδους όμως σαν τη σημερινή, οι εργαζόμενοι δεν έχουν ισχυρούς λόγους να ακολουθήσουν μια «ξεψυχισμένη» αντιπολίτευση, που ρίχνει τουφεκιές για την τιμή των όπλων και τους καλεί σε μάχες εκ των προτέρων χαμένες. Αναπόφευ­κτα θα προτιμήσουν την απευθείας συνθηκολόγηση με την κυ­βέρνηση και την εργοδοσία για να σώσουν ότι μπορούν, εκτός κι αν βρουν μια άλλη ζωντανή αριστερή ελπίδα.

  • Η γραμμή της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστε­ράς, που κατευθύνεται όχι μόνο ενάντια στις ακραίες εκδηλώ­σεις, αλλά και ενάντια στην «καρδιά» της καπιταλιστικής ανα­συγκρότησης (εργασιακές σχέσεις, ιδιωτικοποιήσεις, αυταρχι­σμός, εξάρτηση κ.λπ.), από τη σκοπιά των συμφερόντων και της προοπτικής της εργατικής τάξης.

Σήμερα υπάρχουν μερικά μόνο στοιχεία αυτής της γραμμής, τόσο στο εργατικό και τ’άλλα κοινωνικά κινήματα όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Στοιχεία που εμφανίζονται με αποσπασματι­κό, ανολοκλήρωτο και αντιφατικό τρόπο, περισσότερο αυθόρ­μητα και λιγότερο οργανωμένα. Ωστόσο, η διαμόρφωση και ι­σχυροποίηση της θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του κινήματος απέναντι στην επέλαση του νεοσυντηρητισμού. Με δεδομένη τη χρεοκοπία των παραδοσιακών πολιτικών και συν­δικαλιστικών δομών, μπορούμε να πούμε ότι είτε η ελπίδα του αύριο θα ξεπηδήσειαπό αυτό το χώρο, είτε δεν θα ξεπηδήσει καθόλου.

7.2. Η ενότητα και οι συμμαχίες της εργατικής τάξης στις νέες συνθήκες

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης επιφέρουν σοβαρές αλ­λαγές στην οργάνωση της εργασίας, το ρόλο και την σύνθεση της εργατικής τάξης και τις μορφές εκμετάλλευσης της. Αυτές οι αλλαγές, που πιο γρήγορα και χαρακτηριστικά εξελίσσονται στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, έχουν αρχίσει ήδη να εκ­δηλώνονται και στην Ελλάδα, δημιουργώντας καινούριες συν­θήκες ανάπτυξης της λαϊκής πάλης. Η εμπειρική και θεωρητική ανάλυση αυτών των αλλαγών απαιτεί συστηματικές προσπά­θειες της μαρξιστικής Αριστεράς. Κάποιες τάσεις, όμως, μπο­ρούν καταρχήν να διαπιστωθούν.

  • Ανεβαίνει ο ρόλος του ανθρώπινου παράγοντα στην πα­ραγωγή. Από την τελείως αποξενωμένη εργασία της παραδο­σιακής «αλυσίδας», περνάμε σε μια φάση όπου η ενεργητική συμμετοχή του εργαζόμενου γίνεται αναγκαία για την άνοδο της παραγωγικότητας, ειδικά στους κλάδους αιχμής. Από την αποξένωση των εργαζομένων από τη μόρφωση, περνάμε σε μια περίοδο όπου είναι αναγκαίο ένα σχετικά ψηλό μορφωτικό επί­πεδο ενός τμήματος, τουλάχιστον, της εργατικής τάξης, έστω κι αν αυτή η τάση εκφράζεται στρεβλά, με την στενή εξειδίκευ­ση, χωρίς επαρκή γενικότερη καλλιέργεια.
  • Η άκαμπτη οργάνωση της εργασίας, που αρνιόταν κάθε πρωτοβουλία στον εργαζόμενο, δίνει τη θέση της σε πιο ευέλι­κτες μορφές, όπου μια ελεγχόμενη, πειθαρχημένη πρωτοβου­λία είναι επιθυμητή από το ίδιο το κεφάλαιο.
  • Η εκμετάλλευση του εργάτη στη σφαίρα της παραγωγής συνδυάζεται στενά, πλέον, με την εκμετάλλευση του στην έξω-παραγωγική του δραστηριότητα, σε κάθε σφαίρα της πολιτιστι­κής, κοινωνικής του ζωής, καθώς ολοκληρώνεται η «βιομηχα­νοποίηση» αυτών των τομέων.
  • Η παραδοσιακή σκληρή αστυνόμευση στον τόπο δου­λειάς αποκτά μάλλον συμπληρωματικό χαρακτήρα, καθώς περ­νάνε σε πρώτο πλάνο πιο απρόσωπες μορφές καταναγκασμού και συναίνεσης. Όπως για παράδειγμα, η δαμόκλειος σπάθη της ανεργίας, το άγχος της διπλής δουλειάς για να καλυφθούν οι νέες ανάγκες της λαϊκής οικογένειας, η σύνδεση μισθού-παραγωγικότητας κ.λπ.
  • Αλλάζει η δομή της εργατικής τάξης και γίνεται πιο πολύ­πλοκη. Ανεβαίνει το ποσοστό των υψηλά ειδικευμένων εργα­τών και ειδικά αυτών που εκτελούν πνευματική εργασία – και στην Ελλάδα εμφανίζεται τέτοια τάση. Δημιουργούνται μεγα­λύτερες αντιθέσεις μέσα στην (δια την εργατική τάξη (εργαζόμενοι-άνεργοι, ξένοι-ντόπιοι, αναπτυσσόμενοι κλάδοι-παραδοσιακοί που μαραζώνουν κ.λπ.).

Ταυτόχρονα, δυναμώνει η προσέγγιση μέρους της διανόη­σης με την εργατική τάξη. Εμφανίζονται νέα μισθωτά μεσαία στρώματα, που μαζί με τα παλιά αφενός μεν γίνονται αντικείμε­νο πιο ληστρικής εκμετάλλευσης από το πολυεθνικό κεφάλαιο, αφετέρου προσδένονται πιο άμεσο σ’αυτό.

  • Εμφανίζεται η τάση υπέρβασης της διάσπασης της παγκό­σμιας εργατικής τάξης. Το πολυεθνικό κεφάλαιο δημιουργεί με γρήγορους ρυθμούς μια αξιόλογη αριθμητικά και ποιοτικά νεα­ρή εργατική τάξη σε αρκετές χώρες του Τρίτου Κόσμου, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα «τέταρτο κόσμο» εξαθλιωμένων και άνεργων στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Οι παραδοσια­κοί εθνικοί διαχωρισμοί στην παγκόσμια εργατική τάξη κυριαρ­χούν ακόμα, ωστόσο διαφοροποιούνται κάτω από τον κοινό κα­ταπιεστικό ζυγό του πολυεθνικού-πολυκλαδικού κεφαλαίου. Εμφανίζονται κάποια στοιχεία διεθνοποίησης των εργατικών αγώνων.

Στις νέες συνθήκες γίνεται πιο σύνθετο το ζήτημα της εργα­τικής ενότητας, όπως και το ζήτημα των συμμαχιών της εργατι­κής τάξης με τα μεσαία στρώματα, παλιά και νέα. Ιδιαίτερα η ενότητα της εργατικής τάξης, αποκτά κρίσιμη σημασία στις συνθήκες της συντηρητικής επιδρομής, πολύ περισσότερο που χωρίς αυτή είναι ουτοπία να περιμένει κανείς αποτελεσματικές συμμαχίες με τα μεσαία στρώματα. Αυτό το «ξεχνούν» πάντα οι ρεφορμιστικές ηγεσίες του εργατικού κινήματος, που χρησι­μοποιούν την ανάγκη «πλατύτερων συμμαχιών» μόνο σαν άλ­λοθι για την υποβάθμιση της εργατικής αλληλεγγύης και πά­λης, και για την αποδοχή συντηρητικών μέτρων.

Το πολυεθνικό κεφάλαιο προσπαθεί να ξεκόψει από την υπό­λοιπη εργατική τάξη τα σύγχρονα και πρωτοποριακά (από άπο­ψη θέσης και προοπτικής) τμήματα της, που απασχολούνται σε κλάδους αιχμής (νέες τεχνολογίες κ.λπ.).

Αντίθετα τα τμήματα αυτά μπορούν να αποτελέσουν δύναμη της εργατικής ενότητας σε ανώτερο επίπεδο. Γι’αυτό πρέπει να βρεθούν στο κέντρο της προσοχής της ριζοσπαστικής Αρι­στεράς. Αυτό, βέβαια, καθόλου δεν σημαίνει υποτίμηση παρα­δοσιακών κλάδων της εργατικής τάξης, με μεγάλη αγωνιστική κληρονομιά και ιδιαίτερη πολιτική πείρα και συνειδητοποίηση. Το ζητούμενο είναι αυτές οι παραδόσεις και εμπειρίες να μετα­φερθούν στο σύνολο της τάξης και, ειδικά, στο σύγχρονο βιο­μηχανικό πυρήνα της.

7.3. Αλλαγές στους στόχους, τις μορφές πάλης και τη δομή του λαϊκού κινήματος

Οι μεταβολές στις συνθήκες εργασίας και ζωής των σύγχρο­νων εργατικών στρωμάτων, βρίσκουν αντίκρισμα στην κοινω­νική και πολιτική νοοτροπία τους και στον ίδιο τον τρόπο ανά­πτυξης της λαϊκής πάλης. Κάποιες πρώτες διαπιστώσεις, πε­ρισσότερο σαν ερεθίσματα για συζήτηση, μπορούν να διατυπω­θούν:

  • Αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα τάση (βασανιστικά και αβέβαια, είναι αλήθεια) να ξεπεραστεί η μονόπλευρη ενασχό­ληση με στενά οικονομικές διεκδικήσεις, η αδιαφορία για ευρύ­τερα ζητήματα, που αφορούν το περιεχόμενο της εργασίας και την οργάνωση της παραγωγής, όπως και η αταξική-απολίτικη αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων έξω από τον εργα­σιακό χώρο. Ανεβαίνει το ενδιαφέρον και, σε μικρότερο βαθμό, η δραστηριότητα λαϊκών στρωμάτων για προβλήματα του ελεύ­θερου χρόνου, του περιβάλλοντος κ.λπ., από τη σκοπιά των δι­κών τους ταξικών συμφερόντων.
  • Ο παραδοσιακός διαχωρισμός οικονομικής και πολιτικής πάλης (σχετικός, ούτως ή άλλως) υποχωρεί, καθώς τα άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης τείνουν να πάρουν πολιτικό χα­ρακτήρα. Αιτήματα που σε άλλες εποχές, εκτατικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, μπορούσαν να «χωνευτούν» άνετα από την κυρίαρχη τάξη, στις σημερινές συνθήκες κοινωνικού ρεβανσι­σμού του νεοσυντηρητισμού φέρνουν την εργατική τάξη σε απ’ευθείας αντίθεση με το ίδιο το αστικό κράτος, το σύνολο των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων, το χρηματιστηριακό κέντρο, ακόμα και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Αιτήμα­τα όπως η ΑΤΑ, η προάσπιση των θέσεων εργασίας, η δημοκρα­τική αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, απαιτούν πλέον ένα συ­νεκτικό πολιτικό πρόγραμμα, μια δημοκρατική εναλλακτική λύ­ση στο νεοσυντηρητισμό. Χωρίς ένα τέτοιο πρόγραμμα, σε αντισυντηρητική, αντιεξαρτησιακή και τελικά, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, η προώθηση αποσπασματικών διεκδικήσεων γίνε­ται πολύ δύσκολη, καθώς ο νεοσυντηρητισμός εμφανίζει μια συνεκτική, ολοκληρωμένη πρόταση ριζικής αναδιοργάνωσης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δομών.
  • Περνάνε σε πρώτο πλάνο οι αμυντικοί στόχοι του εργατι­κού κινήματος για την προάσπιση των κοινωνικών και δημοκρα­τικών κατακτήσεων και υποχωρούν, σχετικά, οι επιθετικές κινη­τοποιήσεις για διεύρυνση των λαϊκών δικαιωμάτων. Το γεγο­νός αυτό, παρότι είναι ως ένα βαθμό αναπόφευκτο εξαιτίας της επιθετικής κυβερνητικής πολιτικής και του συσχετισμού των δυνάμεων, από ένα σημείο και πέρα δημιουργεί σοβαρούς κιν­δύνους για το λαϊκό κίνημα, να καταδικαστεί σε μάχες οπισθο­φυλακών. Ακόμα κι ο αμυντικός αγώνας δεν μπορεί να είναι α­ποτελεσματικός. παρά μόνο αν συνδυάζεται με κάποιες επιθετι­κές πρωτοβουλίες ορισμένων πρωτοποριακών ισχυρών τμημά­των του εργατικού κινήματος, που θα παρενοχλούν τον αντίπα­λο. θα τον εξαναγκάζουν σε επιμέρους υποχωρήσεις, δίνοντας δυνατότητες ανασύνταξης και αποθέματα δύναμης στο σύνολο του κινήματος.

Οι παραδοσιακές πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες του εργατικού κινήματος αδυνατούν να συμβάλουν σε ένα επανεξοπλισμό του με σύγχρονους θετικούς στόχους πάλης. Η γραμ­μή άμυνας, που χαράζουν απέναντι στο νεοσυντηρητισμό, βα­σίζεται στην απλή υπεράσπιση της σημερινής τάξης πραγμά­των. Όταν μιλάνε για θετικούς στόχους κατά κανόνα εννοούν την αποδοχή του αστικού εκσυγχρονισμού κι όχι τον εκσυγ­χρονισμό των στόχων του κινήματος από θέσεις ταξικής αυτο­τέλειας. Η ριζοσπαστική Αριστερά, υπερασπιζόμενη τις κοινω­νικές κατακτήσεις δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα να υπερα­σπίζεται το σημερινό κοινωνικό «στάτους κβο» (π.χ. το σημερι­νό δημόσιο τομέα, τις σημερινές εργασιακές σχέσεις κ.λπ.).

Και οι αμυντικές μάχες πρέπει να δίνονται από τη σκοπιά του μέλλοντος. Έτσι, οι στόχοι που αφορούν τον χρόνο εργασίας, τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή, τα πολιτιστικά και μορφωτικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων κ.λπ., ανεβαί­νουν στις πρώτες γραμμές της ημερήσιας διάταξης του κινή­ματος.

  • Τροποποιούνται, σχετικά, και οι μορφές πάλης. Οι απερ­γίες, σαν μορφή πολιτικής προειδοποίησης των κυρίαρχων κύ­κλων γίνονται όλο και πιο συχνό φαινόμενο. Όπως επίσης και λειτουργικές καταλήψεις ή άλλες μορφές που παρεμβαίνουν στον (διό τον κοινωνικό ρόλο της παραγωγής, της παιδείας και άλλων διαδικασιών.
  • Η αυτοτέλεια, η άμεση δημοκρατία και η ανασυγκρότηση των συνδικάτων αποκτά ποιοτικά καινούριο περιεχόμενο, κα­θώς η παραδοσιακή πολιτική και συνδικαλιστική γραφειοκρα­τία υποτάσσεται ι’τη διαδικασία της καπιταλιστικής ανασυγ­κρότησης. Οι εργαζόμενοι δεν ανέχονται, πλέον να γίνονται οι αγώνες τους απλό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια των χρεοκοπημένων και ανυπόληπτων ηγεσιών τους. Καθώς οι άμεσες διεκδικήσεις συνδέονται πιο άμεσα με την πολιτική και τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής, οι εργαζόμενοι γίνονται λιγότερο πρό­θυμοι να καταπιούν αμάσητες τις πολιτικές και θεωρητικές α­παντήσεις αυτών των ηγεσιών. Αναζητούν οι ίδιοι πολιτικές θέ­σεις και γενικότερες θεωρητικές αρχές για την ανάπτυξη της πάλης τους. Ο παραδοσιακός καταμερισμός (οι εργατικές μά­ζες για την τρέχουσα συνδικαλιστική πάλη, τα κόμματα για την πολιτική, η διανόηση για τη θεωρία) τείνει να ξεπεραστεί.

Η άμεση δημοκρατία και η διαφάνεια σε όλες τις εργατικές οργανώσεις αποτελεί επιτακτική ανάγκη σήμερα και ανταπο­κρίνεται στις ανεβασμένες απαιτήσεις του σύγχρονου εργαζό­μενου να αναπτύξει την ατομικότητα του με κοινωνικό τρόπο. Η εργασιακή αλλά και η γενικότερη κοινωνική κουλτούρα του σύγχρονου εργαζόμενου δεν είναι η (δια με αυτή του «πειθαρ­χημένου εργάτη» της δεσποτικής «αλυσίδας».

  • Επιτακτικά μπαίνει, πλέον, το θέμα της αλλαγής της δο­μής του συνδικαλιστικού και γενικότερα του εργατικού κινήμα­τος, ώστε να μπορεί να δώσει αποτελεσματικές μάχες στις συν­θήκες κυριαρχίας του πολυεθνικού-πολυκλαδικού καπιταλι­σμού και επιτάχυνσης των περιφερειακών ολοκληρώσεων.

7.4. Ριζοσπαστική Αριστερά και λαϊκό κίνημα

Όχι μόνο εξαιτίας των σημερινών συσχετισμών δύναμης, αλλά και για λόγους αρχής, η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να δει το λαϊκό κίνημα πατερναλιστικά, απλά σαν «πρώτη ύλη» για την προώθηση των πολιτικών τους στόχων. Αντίθετα, πρέ­πει να βλέπει τον εαυτό της σαν την αριστερή ριζοσπαστική πτέρυγα του ίδιου του λαϊκού κινήματος. Το πολιτικό και θεω­ρητικό «πλεονέκτημα της» δεν είναι εκ των προτέρων δοσμένο, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται μέσα από την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης που έχει αντίκρισμα μόνο όταν συμβάλει έμπρακτα στην άνοδο της ενότητας και της μαχητικής δύναμης του κινήματος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει αποδοχή μιας αόριστης «κινημα­τικής λογικής», που αποθεώνει την άμεση δράση, υποτιμώντας το πολιτικό πρόγραμμα, τη στρατηγική γραμμή, το θεωρητικό πλαίσιο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος. Μια τέτοια τάση, που κερδίζει έδαφος στις γραμμές της ριζοσπαστικής Αριστε­ράς, δικαιολογείται ίσως για λίγο διάστημα εξαιτίας της απο­γοήτευσης από τις παραδοσιακές ηγεσίες, με την άκαμπτη γραφειοκρατική-πατερναλιστική λογική και πρακτική τους, αλ­λά δεν δικαιώνεται ιστορικά και πολιτικά. Τα αδιέξοδα όλων των αριστερίστικων ομάδων της Δυτικής Ευρώπης, πείθουν γι’ αυτό. Παρά το γόνιμο «αντιγραφειοκρατικό» φορτίο αυτών των τάσεων, τελικά αναβιώνουν με καινούριο τρόπο την παρα­δοσιακή νοοτροπία του ακτιβισμού και του καιροσκοπισμού μέ­σα στο εργατικό κίνημα, αφήνοντας τα γενικότερα πολιτικά και κοσμοθεωρητικά προβλήματα στο έλεος της αστικής τάξης και των μικροαστικών ηγεσιών του λαϊκού κινήματος. Η «στοιχεια­κή», αντισυντηρητική, αντιεξαρτησιακή ενωτική πάλη των λαϊ­κών στρωμάτων μπορεί να πάρει αριστερό αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα μόνο με την προϋπόθεση μιας ποιοτικά ανώτερης συγκρότησης, οργάνωσης και παρέμβασης της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Μια τέτοια παρέμβαση οφείλει να στηρίζεται στις ίδιες τις ανάγκες των εργαζόμενων στρωμάτων, σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, ξεκινώντας από τη διαδικασία της παρα­γωγής. Να αντιμετωπίζει το βασικό περιεχόμενο της καπιταλι­στικής ανασυγκρότησης και όχι μόνο κάποιες επιμέρους εκδη­λώσεις της. βοηθώντας ταυτόχρονα το εργατικό κίνημα να συν­δέσει την άμεση αντισυντηρητική-αντιεξαρτησιακή πάλη του με στοιχεία μιας επαναστατικής αντικαπιταλιστικής στρατηγι­κής με προοπτική το σοσιαλισμό.

Η (δια η πραγματικότητα αναγκάζει το λαϊκό κίνημα και την (δια την αριστερά να διαλέξει ένα από τα δύο: Ή συμπόρευση με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση (στη συντηρητική ή στην σοσιαλδημοκρατική παραλλαγή της) ή μαχητική άμυνα, με πα­ράλληλη πάλη για διεύρυνση των λαϊκών κατακτήσεων και συγ­κέντρωση των δυνάμεων της επαναστατικής αλλαγής. Η ριζο­σπαστική αριστερά καλείται να αποδείξει στην πράξη ότι όχι μόνο θέλει αλλά και μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο πόλο συ­σπείρωσης, για μια νέα πορεία του λαϊκού κινήματος σ’αυτό το δρόμο.

  1. ΓΙΑΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ

Με την κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλι­σμού», μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτά που σκεφτόμασταν το 1989 πρέπει να τα ξανασκεφτούμε με νέους όρους. Προβλήματα που υπέβοσκαν πέρυσι, φέτος έ­χουν τεθεί με τον πιο δραματικό τρόπο.

Τελικό ερώτημα: Ο κομμουνισμός είναι ουτοπία; Και αν όχι, ποιες θα ήταν οι προϋποθέσεις για την αναγέννηση του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος;

8.1. Οι νέες δυσμενείς πραγματικότητες

Σήμερα η υπεροχή του καπιταλισμού είναι δεδομένη, τόσο στο τεχνολογικό-οικονομικό και το στρατιωτικό, όσο και στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Η οικονομία και το πολιτικό συστημάτων «σοσιαλιστικών» χωρών της Ευρώπης καταρρέει. Η κρίση της Σοβιετικής Ένωσης βαθαίνει και οι φιλοκαπιταλιστικές δυνάμεις βρίσκονται σε άνοδο. Στην Κίνα η αναγέννηση του καπιταλισμού συμβαδίζει με την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, και με τη μετατροπή της λαϊκής εξουσίας σε δικτα­τορία της κρατικής και της κομματικής γραφειοκρατίας. Από την άλλη πλευρά τα Κ. Κ. των αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών περιθωριοποιούνται ή αυτοκαταργούνται, ενώ το διεθνές εργατικό κίνημα βρίσκεται σε μια φάση ύφεσηςκαι πα­ρακμής.

Ποιες είναι οι αιτίες της ήττας των μέχρι τώρα λεγόμενων επαναστατικών δυνάμεων της εποχής μας: Και αν ο καπιταλι­σμός δεν αποτελεί την τελευταία μορφή ανθρώπινης κοινω­νίας, αν οι ενδογενείς αντιθέσεις του θα οξύνονται χωρίς διέξο­δο μέσα από μια παρατεινόμενη κρίση, τότε, υπό ποιες προϋπο­θέσεις θα μπορούσε να αναγεννηθεί το εργατικό-κομμουνιστικό κίνημα;

8.2. Το τέλος μιας εποχής

Είναι προφανές ότι δε ζούμε σήμερα απλώς μια δυσμενή συγκυρία του επαναστατικού κινήματος. Ζούμε το τέλος μιας ιστορικής περιόδου: Την αποτυχία της πρώτης απόπειρας για τη δημιουργία σοσιαλιστικών κοινωνιών. Τον εκφυλισμό των οπορτουνιστικών κομμάτων των αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών. Την έλλειψη στρατηγικής του επαναστατικού κινή­ματος — τόσο την έλλειψη στρατηγικής της σοσιαλιστικής επα­νάστασης όσο και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ειδικά στην Ελλάδα ζούμε μια νέα κρίση της Αριστεράς και μια διαδι­κασία ενσωμάτωσης του ΚΚΕ στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.

Η όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και συνολικά της κρίσης του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος, δεν οδήγησε στην άνοδο των επαναστατικών δυνάμεων. Συμβάδι­σε με την παρακμή τους. Πως θα ήταν δυνατό να αντιστραφεί αυτή η πορεία;

8.5. Η υπέρβαση του σχίσματος σοσιαλιστών-κομμουνιστών

Από τις αρχές του αιώνα μας τα σοσιαλιστικά κόμματα ενσω­ματώθηκαν βαθμιαία στο καπιταλιστικό σύστημα και έγιναν διαχειριστές του. Στα τέλη του αιώνα μας, τα κομμουνιστικά κόμματα βρίσκονται σε μια πορεία παρακμής και. ενσωμάτω­σης. Για ορισμένους, μια από τις προϋποθέσεις για την υπέρβα­ση της σημερινής κρίσης θα ήταν η υπέρβαση του ιστορικού σχίσματος σοσιαλιστών-κομμουνιστών. Ποιο όμως θα μπορού­σε να είναι το περιεχόμενο αυτής της υπέρβασης; Μέχρι σήμε­ρα τα μόνα δείγματα είναι η υποταγή των κομμουνιστών στους σοσιαλιστές — η αυτοκατάργηση των κομμουνιστικών κομμά­των (Ιταλία, Ουγγαρία, Ανατολική Γερμανία, Πολωνία). Αυτού του είδους η υπέρβαση μόνο ως ήττα του κομμουνιστικού κινή­ματος μπορεί να θεωρηθεί. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα εί­ναι η υπέρβαση του κληρονομικού πλέγματος σεκταρισμού-οπορτουνισμού που συνιστά την κύρια αιτία του εκφυλισμού των κομμουνιστικών κομμάτων, και η δημιουργία ενός νέου ε­παναστατικού κόμματος του οποίου οι αρχές, η δομή, η λει­τουργία και η στρατηγική θα αντιστοιχούν στις κοινωνικές πραγματικότητες, στις ανάγκες και στις δυνατότητες της επο­χής μας- των αρχών του 21ου αιώνα. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι να υπερβούμε ιστορικά ξεπερασμένα «σχίσματα» αλλά να δημιουργήσουμε τον επαναστατικό φορέα που απαιτεί η σημε­ρινή πραγματικότητα.

8.4. Ο καπιταλισμός δεν είναι το μέλλον της ανθρωπότητας

Ο καπιταλισμός «θριαμβεύει» στην εποχή μας. Αλλά μετά το «θρίαμβο» γίνονται περισσότερο ορατές οι ενδογενείς αντινο­μίες του, και οι καταστροφικές συνέπειες του: η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων από τη μια, και από την άλλη η καταστροφή της φύσης και της εργατικής δύναμης (ανεργία, συνθήκες ζωής κ.λπ.), η γενικευμένη αλλοτρίωση και αποξένω­ση, η καταστροφή των προσωπικών σχέσεων, η έλλειψη νοήμα­τος στην καθημερινή ζωή, το υπαρξιακό μηδέν. Για να κερδίσει ο σοσιαλισμός το ιστορικό στοίχημα της εποχής μας, πρέπει να προδιαγράψει και να πραγματοποιήσει μια κοινωνία που δε θα εξαλείψει απλώς την ανεργία και την εκμετάλλευση ανθρώ­πων από άνθρωπο, αλλά θα δώσει θετικό περιεχόμενο στην κα­θημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η σοσιαλιστική θεωρία και πράξη πρέπει να οδηγήσει στην υπέρβαση της πλαστής συνείδησης — στην οριστική νίκη του υλισμού και του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού, απέναντι στις θρησκευτικές, ιδεαλιστικές και μυστικιστικές ιδεολογίες και α­πέναντι στις ιδεολογίες της φυγής.

8.5. Πώς θα υπερβούμε τους εαυτούς μας;

Ας περιοριστούμε τώρα στην ελληνική πραγματικότητα. Και πρώτα, ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας. Προερχόμαστε, στη μεγάλη πλειονότητα, από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ: άλλοι διώχτηκαν ή έφυγαν παλαιότερα, άλλοι πρόσφατα, όλοι μέσα από την αδιάκοπη αιμορραγία του ΚΚΕ. Αλλά αν δε­χτούμε ότι η κύρια αιτία των κρίσεων του ΚΚΕ δεν είναι κυρίως τα υποκειμενικά λάθη, αλλά η ανυπαρξία σε τελευταία ανάλυση από ένα σημείο και μετά ενός ταξικού εργατικού χαρακτήρα και προσανατολισμού, η κυριαρχία σε κάποια φάση της εξέλι­ξης του στα βασικά του χαρακτηριστικά ενδιάμεσων δυνάμεων από κοινωνική πολιτική ιδεολογική άποψη που δεν μπορούν το λιγότερο, να ηγηθούν σε μια πορεία με σαφείς προλεταριακούς επαναστατικούς στόχους. Αν δεχτούμε ότι στα πλαίσια αυτής της εξέλιξης του ΚΚΕ κυριάρχησε το πλέγμα σεκταρισμού-οπορτουνισμού και οι συνέπειες του — τακτικισμός, έλλειψη στρατηγικής, εμπειρισμός, εκφυλισμός της θεωρίας, έλλειψη εσωκομματικής ζωής, διαγραφές, διώξεις, αποκλεισμοί κ.λπ. — τότε αυτόματα εγείρεται το ερώτημα: Εμείς βγήκαμε άφθαρ­τοι μέσα από αυτή την κομματική ζωή; Και μπορούμε, με μια αυτάρεσκη συνέχεια, να ελπίσουμε ότι θα δημιουργήσουμε κά­ποιο «καλό ΚΚΕ»; Ή αντίθετα είναι ανάγκη, μέσα από μια διαδι­κασία κριτικής και αυτοκριτικής (όχι με την ηθικολογική, αλλά την πολιτική έννοια) να υπερβούμε τους εαυτούς μας; Και πώς μέσα από αυτή τη διαδικασία υπέρβασης δε θα απορρίψουμε, αλλά θα ενσωματώσουμε σε μια ανώτερη ποιότητα ό,τιθετικόαποκομίσαμε από την προηγούμενη κομματική μας ζωή καιτηνιστορία του κομμουνιστικού κινήματος;

8.6. Να αναδείξουμε την ουσία της σημερινής κρίσης

Η ιστορία του ΚΚΕ σημαδεύεται από μια σειρά κρίσεις: 1930, 1945, 1956, 1968, 1973, 1989.

Πώς αντιμετώπισε και πώς ερμήνευσε η εκάστοτε ηγεσία του ΚΚΕ τις διαδοχικές αυτές κρίσεις; Με την απόκρυψη των αιτίων, με την πρακτορολογία, με την «προσωπολατρεία», με τις κακές ιδιότητες των ηγετών, με την επίκληση εξωγενών πα­ραγόντων. Το ΚΚΕ δεν τόλμησε να αντικρίσει και να ερμηνεύ­σει την ιστορία του. Το ΚΚΕ, κόμμα αντιφατικό, αριστερό, μη προλεταριακό, συντηρητικό απέναντι στη σοσιαλιστική επανά­σταση, φοβόταν και φοβάται τη μαρξιστική ανάλυση της ίδιας της ιστορίας του. Απόδειξη: το θλιβερό τομίδιο της μισής του ιστορίας (1918-1949) που κατόρθωσε να κατασκευάσει μετά από 14 χρόνια «έρευνας»!

Προϋπόθεση για την αναγέννηση του κομουνιστικού κινή­ματος, είναι να αποκοπούμε ριζικά από την τακτική που θέλει να ξεχάσουμε την ιστορία. Αλλά το καθήκον της συγγραφής της πραγματικής ιστορίας του ΚΚΕ απαιτεί χρόνο και δυνάμεις. Εκείνο που πρέπει να γίνει τώρα, χωρίς καθυστέρηση, είναι να γραφτεί και να ερμηνευθεί η προϊστορία και ο χαρακτήρας της σημερινής κρίσης: Πώς από τη δογματική-οπορτουνιστική δια­παιδαγώγηση και πρακτική, ένα μέρος από τα μέλη και τα στε­λέχη του ΚΚΕ προχώρησαν στην αμφισβήτηση, στη διαφωνία, στη σύγκρουση και τελικά στη ρήξη;

Η σύγκρουση βαθμιαία επικεντρώθηκε στο θέμα της δεξιάς στροφής και της έλλειψης εσωκομματικής δημοκρατίας. Προϋ­πόθεση όμως για να κερδίσει η επαναστατική ανανεωτική τάση την εμπιστοσύνη των αγωνιστών, είναι να προσδιοριστούν και οι ευθύνες των στελεχών της κατά την περίοδο της θητείας τους στα καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ. Η συγκεκριμένη ανά­λυση της διαδικασίας που οδήγησε στην πρόσφατη ρήξη δεν πρέπει να αφεθεί στους ιστορικούς του μέλλοντος. Είναι καθή­κον των ίδιων των πρωταγωνιστών της.

8.7. Για την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλι­σμού

Ταυτόχρονα και πριν από οτιδήποτε, πρέπει σήμερα να το­ποθετηθούμε χωρίς υπεκφυγές απέναντι στο τραγικότερο γεγογός της εποχής μας: στην κατάρρευση του λεγόμενου «παγ­κόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος». Κατά την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, δεν πρόκειται για κατάρρευση, αλλά για «εξάντληση ενός ορισμένου γραφειοκρατικού μοντέλου» και για «πέρασμα σε ένα ποιοτικά ανώτερο στάδιο». Αλλά για μας το πρόβλημα δεν είναι να αναγνωρίσουμε απλώς το γεγονός της αποτυχίας και της κατάρρευσης. Πρέπει να το κατανοήσουμε και να το ερμηνεύσουμε.

Είναι εύκολο να πούμε: Οι χώρες αυτές δεν ήταν σοσιαλιστι­κές. Αλλά το πρόβλημα δε λύνεται με την τυπική λογική: ήταν ή δεν ήταν. Για να κατανοήσουμε τα σημερινά γεγονότα, πρέ­πει να ανασυστήσουμε την ιστορική διαδικασία που οδήγησε εδώ:Τις συνθήκες, τις αντικειμενικές δυσκολίες, τις κοινωνικο­πολιτικές αντιθέσεις και συσχετισμούς, τα λάθη, τις αποκλί­σεις, το τραγικό αδιέξοδο και την κατάρρευση. Και τότε θα ανι­χνεύσουμε σαν βασική αιτία τη διαδικασία απομάκρυνσης του κόμματος και του κράτους από την εργατική τάξη και την κοινω­νία, την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και τις αντιθέσεις της, την απονέκρωση της εργατικής τάξης και ευρύτερα των εργαζομένων από τη διεύθυνση της κοινωνίας και του κομμονιστικού κόμματος. Συνολικά, την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής, την έκπτωση της θεωρίας, και βαθμιαία την ήττα του μαρξισμού από τον εθνικισμό, τη θρησκεία, το μηδενισμό — συνολικά από τις προμαρξιστικές ιδεολογίες.

Στη συνέχεια πρέπει να προχωρήσουμε σε ένα βαθύτερο ε­πίπεδο: Στην αναζήτηση των αιτιών των προηγούμενων φαινο­μένων. Και εδώ μαζί με τα προβλήματα ανάλυσης των ταξικών αντιθέσεων της νέας κοινωνίας και του «επαναστατικού» υπο­κειμένου, μαζί με τα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το πρόβλημα της «ουσίας» της ίδιας της εργατικής τάξης στα διάφορα στάδια της εξέλιξης της και παραπέρα του ίδιου του ανθρώπου και το διαλεκτικό τους αλληλοκαθορισμό με το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

8.8. Η στάση απέναντι στην περεστρόικα

Η διαδικασία της ανασυγκρότησης στη Σ. Ε. γέννησε αρχικά πολλές ελπίδες. Ωστόσο οι εγγενείς αντιφάσεις της ήταν ορα­τές από την αρχή: Μια ριζική ανασυγκρότηση όλων των κοινω­νικών πολιτικών πολιτιστικών σχέσεων προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού ήταν αντικειμενική ανάγκη για τη σοβιετική κοινωνία. Ωστόσο η περεστρόικα που ξεκίνησε από τα πάνω, με σαφή έλλειψη συγκεκριμένης στρατηγικής, με ηθικολογική γλώσσα, διατήρηση των προνομίων, με υποχώρηση σε προσοσιαλιστικές μορφές ιδιοκτησίας, διέψευσε τις προσδοκίες για ένα ριζικό σοσιαλιστικό επαναπροσανατολισμό της κοινωνίας. Πρέπει να προσδιορίσουμε συγκεκριμένα τη θέση μας απέναντι στην ανασυγκρότηση. Και η θέση μας θα είναι συγκεκριμένη, μόνο αν αναλύσουμε τον αντιφατικό χαρακτήρα αυτής της δια­δικασίας, στη βάση της αντιφατικής εξέλιξης όλων των φάσεων ανάπτυξης της σοβιετικής κοινωνίας, αν προσεγγίζοντας τις παλιές αντιθέσεις διαβλέψουμε τις σημερινές τάσεις, αν ανα­λύσουμε τις «παλιές» και νέες αιτίες για την αστικοποίηση της γραφειοκρατίας και την ανάπτυξη νέων αστικών εκμεταλλευτι­κών στρωμάτων από την παραοικονομία, τη «μαφία», τη σύμφυση γραφειοκρατίας και «μαφίας» και τη συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο. Ταυτόχρονα πρέπει να πάρουμε καθαρή θέση απέ­ναντι στην εξέλιξη των άλλοτε Λαϊκών Δημοκρατιών προς τις αξίες του καπιταλισμού. Δεν μπορούμε να κάνουμε προφητείες ούτε, πολύ περισσότερο, να επηρεάσουμε ουσιαστικά τις εξελί­ξεις. Αλλά μια τίμια θέση απέναντι στην κατάρρευση των γρα­φειοκρατικών καθεστώτων αποτελεί προϋπόθεση για να ξεπε­ράσουμε κι εμείς τη δίκη μας οπορτουνιστική-γραφειοκρατική διαπαιδαγώγηση και τις αντίστοιχες νοοτροπίες και πρακτικές. Τέλος, αν μέσα στο σκοτεινό τοπίο των καθεστώτων που καταρ­ρέουν, μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε τις νέες επαναστατικές δυνάμεις και να συνδεθούμε μαζί τους, τότε θα έχουμε κάνει ένα πρώτο βήμα προς ένα νέο προλεταριακό διεθνισμό, που θα συνιστά την άρνηση του νεκρού δήθεν διεθνισμού των διε­φθαρμένων ιερατειών της Ανατολής, καθώς και του δικού μας ιερατείου.

8.9. Ο σοσιαλισμός είναι επίκαιρος και εφικτός

Η κατάρρευση του άλλοτε «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» ο­δηγεί στο αγωνιώδες ερώτημα: Η νίκη του καπιταλισμού είναι οριστική; Ή πρόκειται για μια φάση ήττας, υποχώρησης και πα­ρακμής του κομμουνιστικού συστήματος που θα ήταν δυνατό να τη διαδεχθεί μια νέα φάση ανόδου; Για να απαντήσουμε συγ­κεκριμένα σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει: 1) Να αναλύσουμε τις αντινομίες του καπιταλισμού στη φάση των πολυεθνικών και των ολοκληρώσεων, να αποδείξουμε τον ενδογενή χαρακτήρα τους, τις τάσεις εξέλιξης τους και κατά συνέπεια την αναγκαιό­τητα του σοσιαλισμού και τη δυνατότητα της πραγματοποίη­σης του. 2) Γι’ αυτό το τελευταίο χρειάζεται να εξηγήσουμε την αποτυχία των πρώτων προσπαθειών, απορρίπτοντας την ψευδοθεωρία της προσωπολατρείας και δίνοντας συγκεκριμένη α­πάντηση στο αναπόφευκτο ή μη του γραφειοκρατικού καθε­στώτος, άρα στο αναπόφευκτο ή μη της σημερινής κατάρρευ­σης. 3) Αν τεκμηριώσουμε την επικαιρότητα, πρέπει στη συνέ­χεια να τεκμηριώσουμε το εφικτό. Που σημαίνει προσδιορισμό των δυνάμει επαναστατικών δυνάμεων, των μορφών της επα­νάστασης, της δυνατότητας να νικήσει και ταυτόχρονα και προ­παντός να προδιαγράψουμε τους όρους, τους θεσμούς κ.λπ. που θα αντιρροπούν πάγια την τάση για συγκεντρωτισμό και αυτονόμηση, άρα την τάση για εκφυλισμό της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, και της εργατικής εξουσίας.

8.10. Το πρόβλημα της θεωρίας

Τα προηγούμενα είναι ερωτήματα που απαιτούν τεκμηριω­μένες θεωρητικές απαντήσεις. Κατά τη γνώμη μας ο μαρξισμός είναι η μόνη θεωρία που μπορεί να ερμηνεύσει την ιστορική κί­νηση της εποχής μας — μαζί και τις σημερινές αποτυχίες και ήττες. Εδώ όμως εγείρεται το ερώτημα: Ποιος μαρξισμός; Η ε­ποχή της «μονολιθικότητας» και της «ορθοδοξίας» έχει λήξει και κανείς δεν μπορεί πλέον να αναγορεύεται πνευματικός κλη­ρονόμος και διαχειριστής του μαρξιστικού έργου.

Σήμερα πρέπει να αναζητήσουμε, κάτω από τα στρώματα του απολογητικού, νεκρού «μαρξισμού», το επιστημονικό κε­κτημένο της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Να προσδιορίσουμε το επιστημονικό κεκτημένο στο έργο του Μαρξ, του Λένιν και των συνεχιστών τους. Να προσδιορίσουμε τη φύση του απολο­γητικού, του υποκατάστατου, και να εξηγήσουμε τις κοινωνι­κές, πολιτικές και γνωσιοθεωρητικές αιτίες της οπορτουνιστικής έκπτωσης της μαρξιστικής θεωρίας. Ταυτόχρονα, να ανα­ζητήσουμε και στις πιο αντιπνευματικές φάσεις του επαναστα­τικού κινήματος τις ζωντανές ιδέες και τα έργα δημιουργικού επαναστατικού μαρξισμού. Συνολικά, να ανασυστήσουμε το επιστημονικό κεκτημένο μιας περιόδου 150 χρόνων.

Αλλά ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι μια κλειστή θεωρία με τη μηχανιστική έννοια. Γίνεται μέσα στην ιστορία θεωρητικοποίηση και υπέρβαση της ταξικής πάλης. Σήμερα λοιπόν πρέ­πει να αναπτύξουμε τη θεωρία, έτσι που να αντιστοιχεί στις α­νάγκες και τις δυνατότητες του επαναστατικού κινήματος της εποχής μας. Και μια τέτοια θεωρία πρέπει να αξιοποιήσει τη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση και να την «υπερβεί» δη­μιουργικά, αποτελώντας έτσι την πραγματική επαναστατική της συνέχεια. Πρέπει λοιπόν να απαντήσει και στο ερώτημα: Πώς διαμορφώθηκε ο όρος μαρξισμός-λενινισμός; Σε ποιο επί­πεδο σηματοδοτούσε το βάθεμα και την ανάπτυξη του επανα­στατικού πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας και σε πιο επίπεδο γινόταν άλλοθι, από ένα σημείο και μετά, για τη σχηματική, γραφειοκρατική, μη επαναστατική σε τελευταία ανάλυση αντι­μετώπιση της ουσίας του μαρξισμού-λενινισμού προς όφελος του στενού κρατικού ορίζοντα της Σοβιετικής. Ένωσης και των συμφε­ρόντων των κομματικών γραφειοκρατιών; Και ποιο είναι σήμε­ρα το ουσιαστικό; Η τυπική, αντιστορική στάση και η προσκόλ­ληση στον όρο μαρξισμός-λενινισμός, όπως έκανε στο παρελ­θόν η ηγεσία του ΚΚΕ για να υπογραμμίσει και να επιβάλει τη δική της αποστεωμένη και σε τελευταία ανάλυση μη επαναστα­τική θεωρητική εκδοχή, και να κολακεύσει και να αποπροσανα­τολίσει την προλεταριακή της βάση; Ή η άκριτη απόρριψη του, όπως κάνει σήμερα, ξελογιασμένη από την αντεπαναστατική μόδα, με στόχο όχι την ανάδειξη και παραπέρα εμβάθυνση και ανάπτυξη του επαναστατικού περιεχομένου της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, την απαλλαγή της απ’ την οπορτουνιστική σκουριά και την τυπολατρία, αλλά την άρνηση του επανα­στατικού, επιστημονικού κεκτημένου που περιέχει; Εμείς πρέ­πει να απαντήσουμε επί της ουσίας του ζητήματος, που αφορά την ανεκτίμητη συνεισφορά του Λένιν στην ανάπτυξη της θεω­ρίας και ειδικά της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, του κράτους, του κόμματος κ.λπ. και ιδιαίτερα πρέπει να απαντήσουμε κά­νοντας προσπάθεια στο επίπεδο της επιστημονικής σκέψης και της πράξης, για να βαθύνουμε και να αναπτύξουμε την επανα­στατική θεωρητική αναζήτηση με βάση τα νέα δεδομένα της εποχής μας.

8.11. Το πρόβλημα της θεωρίας: η δική μας περίπτωση

Η διερεύνηση των προηγούμενων μεγάλων προβλημάτων είναι συνολικά καθήκον των επαναστατικών δυνάμεων της επο­χής μας. Σ’ αυτό το ευρύτερο πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η δική μας συνεισφορά. Αντίθετα, το πρόβλημα της θεωρητικής-μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα είναι — προφανώς — δι­κό μας πρόβλημα.

Πού βρίσκεται λοιπόν η μαρξιστική σκέψη στην Ελλάδα; Και αν ποσοτικά είναι φτωχή και, προπαντός, αν δεν ανταποκρίνε­ται στις απαιτήσεις της εποχής μας, ποιες είναι οι αιτίες της θεωρητικής φτώχειας μας; Τις αιτίες αυτές πρέπει να τις αναζη­τήσουμε στην ιστορική καθυστέρηση της χώρας μας, άρα στην καθυστερημένη εμφάνιση της εργατικής τάξης και του εργατι­κού κινήματος, στην πολιτισμική υποανάπτυξη, στην ανώμαλη πολιτική ζωή, στην παρανομία και στις διώξεις κ.λπ. Αλλά αυτό είναι ένα σύνολο αιτιών αντικειμενικών. Ένα άλλο σύνολο πρέ­πει να το αναζητήσουμε στην εσωκομματική ζωή και ευρύτερα στην εσωτερική κατάσταση της Αριστεράς. Το κομμουνιστικό κόμμα θα έπρεπε να είναι ο προνομιούχος τόπος συλλογικής ανάπτυξης της θεωρίας. Αλλά το ΚΚΕ, παρά τις κατά καιρούς επιμέρους συνεισφορές του, παρά το ότι συνέβαλε σ’ ένα βαθ­μό στην οργάνωση της θεωρητικής έρευνας, έπαιξε συνολικά ρόλο Προκρούστη στη θεωρία. Συγκεκριμένα: για τις εκάστοτε καθοδηγήσεις, τα θεωρητικά προβλήματα ήταν λυμένα με βά­ση ορισμένες απόψεις των κλασικών, τα εγχειρίδια και τα κομ­ματικά «ντοκουμέντα». Ρόλος λοιπόν των κομματικών διανοου­μένων ήταν συνεπώς να εκλαϊκεύσουν και να υπερασπιστούν την κομματική γραμμή. Έτσι εξηγείται η αποτυχία των κομματι­κών διανοουμένων να δώσουν πραγματικά βιώσιμο έργο, και το ότι συχνά έγιναν διώκτες των φορέων της επαναστατικής σκέψης (Κορδάτου, Γληνού, Μάξιμου κ.ά.). Οι κατά καιρούς κα­θοδηγήσεις καταδίωξαν όσους ξεπερνούσαν την κομματική «θεωρία» ή αποσιώπησαν και έθαψαν το έργο τους.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σήμερα η θεωρία στο χώρο του ΚΚΕ βρίσκεται σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Και υπάρχουν ήδη οι ενδείξεις ότι η θεωρητική αφωνία θα ξεπεραστεί με τις «εκσυγ­χρονιστικές θεωρίες» της δεσπόζουσας ήδη Δεξιάς· εκσυγχρονιστικής παράταξης της κομματικής ηγεσίας.

Έχουμε κενό θεωρητικών επεξεργασιών. Αλλά τη σημερινή κατάσταση δεν θα την ξεπεράσουμε ούτε με τη ρηχή προσκόλ­ληση σε τσιτάτα και όρους ούτε με τη μηδενιστική υπεροψία. Πρέπει να γνωρίσουμε την ιστορία του ελληνικού μαρξισμού. Να ανασυστήσουμε την πορεία και τις θετικές κατακτήσεις του. Να δουλέψουμε με γνώση και να μη φανταστούμε γι’ άλλη μια φορά ότι ανακαλύπτουμε την Αμερική.

8.12. Θεωρητικές επεξεργασίες μετά το 1974

Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ ήταν μια ιστορική ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του κόμματος, την επεξεργασία της στρατηγι­κής του και την ανάπτυξη της θεωρίας. Η ιστορική αυτή ευκαι­ρία χάθηκε. Η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, δέσμια του πλέγματος μικροαστικού σεχταρισμού-οπορτουνισμού και της προσαρμο­γής στο πλαίσιο της πολιτικής της σοβιετικής γραφειοκρατίας, σύρθηκε πίσω από τις κατά καιρούς επιλογές του ΠΑΣΟΚ, εγ­κατέλειψε κάθε προσπάθεια επεξεργασίας των προβλημάτων της στρατηγικής και ασκούσε πάντα μια μικροπολιτική, χαρα­κτηριζόμενη από τον τακτικισμό. Σ’ αυτό το κλίμα η θεωρία όχι μόνο δεν χρειαζόταν, αλλά θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη.

Τα τελευταία χρόνια φυσικά είχε αρχίσει να αλλάζει η κατά­σταση. Άρθρα και βιβλία από στελέχη της νέας γενιάς άρχισαν να εμφανίζονται, και επίσης οι απαγορεύσεις δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αγνόηση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας. Στα πλαίσια της εσωκομματικής πάλης στο 12ο Συ­νέδριο του ΚΚΕ και στο 4ο της ΚΝΕ έγιναν κάποιες θεωρητικές επεξεργασίες και ανοίγματα προς τα αριστερά. Αλλά, πρώτα πρώτα, η συνεισφορά αυτών των επεξεργασιών δεν πρέπει να υπερεκτιμάται, καθώς δεν ξέφυγαν από το γενικό πλαίσιο του εμπειρισμού, δεν αναπτύχθηκαν σε επαναστατικά ανανεωμένο επιστημονικά μαρξιστικό επίπεδο. Τέλος, με τη σχετική ωρί­μανση της αριστερής τάσης και αντίστοιχα της δεξιάς, την ό­ξυνση των αντιθέσεων μέσα στο κόμμα, τη δεξιά στροφή και την πρόσφατη διάσπαση, έμεινε ελεύθερο το πεδίο για την άν­θιση της μικροαστικής-σοσιαλδημοκρατίζουσας πολιτικής σκέ­ψης. Η ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός και η συναίνεση, είναι οι νέες έννοιες-κλειδιά της νέας, ουσιαστικά αταξικής θεώρησης των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

8.15. Για το χαρακτήρα του μελλοντικού κόμματος

Το κόμμα, αντίθετα με την θεοποίηση του από τις γραφειο­κρατίες, είχε θεωρηθεί ως αναγκαίο κακό από τους κλασικούς. Παρά την αρνητική πείρα από τον εκφυλισμό των «κομμάτων νέου τύπου», η ανάγκη για οργάνωση της επαναστατικής πρω­τοπορίας, για επεξεργασία της στρατηγικής και της τακτικής, για ανάπτυξη της θεωρίας, για συντονισμό της δράσης, κάνουν αναγκαία την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος.

Ποια θα έπρεπε να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός επα­ναστατικού κόμματος; Ο Λένιν πρωτοστάτησε στις αρχές του αιώνα μας στη δημιουργία του «κόμματος νέου τύπου». Το ΚΚΕ και όσα ΚΚ δεν αυτοκαταργήθηκαν τελείως, σεμνύνονταν μέ­χρι κάποιο διάστημα να αυτοχαρακτηρίζονται ως λενινιστικά. Στην πραγματικότητα, είναι εκφυλισμένα οπορτουνιστικά κόμματα, που μετατρέπονται βαθμιαία σε φορείς ενός νέου ρεφορμισμού. Αλλά το ερώτημα είναι: Γιατί τα κόμματα των «σο­σιαλιστικών» χωρών αυτονομήθηκαν βαθμιαία από την κοινω­νία, με όλες τις γνωστές συνέπειες; Και γιατί τα ΚΚ των κεφαλαιοκρατικών χωρών βρίσκονται σε κρίση, εκφυλίζονται, περι­θωριοποιούνται; Μαζί με τις αντικειμενικές συνθήκες, πρέπει να επισημάνουμε τον εκφυλισμό των ταξικών χαρακτηριστικών τους και παραπέρα τον εμπειρισμό, που με τη σειρά του οδηγεί στην υποβάθμιση της θεωρίας. Σήμερα φαίνεται να κλείνουν τον ιστορικό τους κύκλο τα παλιά κομμουνιστικά κόμματα, που είτε επιμένουν ουσιαστικά σε παραλλαγές του παλιού αντιφα­τικού χαρακτήρα τους, είτε «εκσυγχρονίζονται» με μια βαθ­μιαία στροφή προς μια νέα έκδοση της σοσιαλδημοκρατίας.

Τι θα κάνουμε λοιπόν; θα ανασυστήσουμε το καλό ΚΚΕ «νέ­ου τύπου», που, παρ’ όλα τα προοδευτικά λαϊκά στοιχεία του, σε κρίσιμες περιόδους της ιστορίας του δεν αντιμετώπιζε τα πολιτικά και στρατηγικά ζητήματα από τη σκοπιά της επανα­στατικής πάλης και της σοσιαλιστικής επανάστασης; Φυσικά ό­χι. θα επιστρέψουμε στις λενινιστικές αρχές για να δούμε πώς λειτουργούσε τότε η εσωκομματική δημοκρατία (τάσεις, πλατ­φόρμες, δημοσιοποίηση αντίθετης άποψης, κ.λπ.). θα πάρουμε υπ’ όψη μας αυτές τις αρχές, τη θετική και αρνητική πείρα των εργατικών κομμάτων, στις συνθήκες της εποχής μας. Και θα δημιουργήσουμε θεσμούς που θα αντιρροπούν την τάση προς τον αντεπαναστατικό εκφυλισμό, το γραφειοκρατικό συγκεν­τρωτισμό.

8.14. Το οργανωτικό παρελθόν

Στις σημερινές συνθήκες της νέας φάσης του καπιταλισμού και των νέων χαρακτηριστικών της εργατικής τάξης, ποιες πρέ­πει να είναι οι βασικές αρχές συγκρότησης του επαναστατικού υποκειμένου; Το λενινιστικό κόμμα, πέρα από το βασικό πυρή­να των επαναστατικών αρχών συγκρότησης του, είχε πλευρές που ανταποκρίνονταν ειδικά στις συνθήκες της εποχής του, στη συγκεκριμένη φάση εξέλιξης του καπιταλισμού, της εργα­τικής τάξης και του εργατικού κινήματος.

Πέρα απ’ αυτά, οι επιβεβαιωμένες στη ζωή αρχές οργάνωσης του επαναστατικού κόμματος όχι μόνο δεν αναπτύχθηκαν δημιουργικά, αλλά και ακρωτηριάστηκαν από την έλλειψη επα­ναστατικής στρατηγικής, από τις εθνικιστικές αποκλίσεις της σοβιετικής γραφειοκρατίας, από τη βαθμιαία αποσύνθεση του προλεταριακού χαρακτήρα των κομμουνιστικών κομμάτων και την κυριαρχία στις γραμμές τους μη προλεταριακών στρωμά­των, από κοινωνική, ταξική και ιδεολογική άποψη.

Αναπόφευκτα λοιπόν οι επαναστατικές αρχές της οργανω­μένης δημοκρατίας νέου τύπου μέσα στο κόμμα έδωσαν τη θέ­ση τους στις σχέσεις επιβολής και «εξουσίας» των κυρίαρχων δυνάμεων πάνω στην κομματική βάση, και ιδιαίτερα την προλε­ταριακή. Ο αυταρχισμός και γραφειοκρατικός συγκεντρωτι­σμός που επιβλήθηκε δεν είχε καμιά σχέση με την ανάγκη πολιτικοϊδεολογικής ενότητας σε ανώτερο επίπεδο των διαφορετι­κών τμημάτων της εργατικής τάξης, μέσα από τη δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας, αλλά αντίθετα επιδίωκε αντικει­μενικά την απόσπαση της εργατικής τάξης από την πολιτική και τη θεωρία, τη μετατροπή της σε εκτελεστικό όργανο εξυπη­ρέτησης των ιδιαίτερων πολιτικών επιδιώξεων των κυρίαρχων δυνάμεων της ηγεσίας.

Από την άλλη πλευρά, η αστική και ανοιχτά μικροαστική αμ­φισβήτηση αυτής της κατάστασης, ταυτίζονταν με την άρνηση του επαναστατικού υποκειμένου συνολικά και προωθούσε την πλήρη μετατροπή των αντιφατικών εργατικών και κομμουνιστι­κών κομμάτων σε φορείς ενός ανοιχτού νέου αριστερού ρεφορμισμού στα πλαίσια του συστήματος.

Οι οργανωτικές αρχές ενός νέου επαναστατικού φορέα πρέ­πει να στηρίζονται στο περιεχόμενο της πολιτικής και της στρα­τηγικής του, στη θεωρία του, στον ταξικό του χαρακτήρα.

Στη βάση ενός νέου ρεφορμιστικού προγράμματος στα πλαίσια του συστήματος, στη βάση της κυριαρχίας μη επανα­στατικών κοινωνικών δυνάμεων μέσα στο κόμμα, οι δημοκρατι­κές τυπικές διαδικασίες και διακηρύξεις μετατρέπονται σε φύλ­λο συκής, σε άλλοθι ενός εντεινόμενου στην ουσία αυταρχικού συγκεντρωτισμού και ενός νέου ιδεολογικού καταναγκασμού, μέσω της αναπτυσσόμενης κομματικής γραφειοκρατίας και της ανοικτής υποστήριξης από τους θεσμούς του αστικού κράτους. Το παράδειγμα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και μιας σειράς γραφειοκρατικών κομμάτων σε Δύση και Ανατολή επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα. Η εξέλιξη του ΚΚΕ είναι χα­ρακτηριστική απ’αυτή την άποψη. Η εγκατάλειψη του όρου του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δεν γίνεται σήμερα για την υ­πέρβαση μιας παράδοσης αυταρχισμού απέναντι στην κομματική βάση και ιδιαίτερα την εργατική, απέναντι σε κάθε επανα­στατικό χαρακτηριστικό αυτών των κομμάτων και για την αντα­πόκριση τους στη νέα δημοκρατική απαίτηση της εργατικής τά­ξης. Όπως αντίστοιχα η ρηχή προσκόλληση αυτών των κομμά­των στο παρελθόν στον όρο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν γινόταν για την υπεράσπιση των επανα­στατικών χαρακτηριστικών. Στην πραγματικότητα, στο παρελ­θόν η θεοποίηση του όρου του δημοκρατικού συγκεντρωτι­σμού ταυτιζόταν με την προώθηση των σχέσεων επιβολής και εξουσίας απέναντι στην προλεταριακή κομματική βάση, με την απόρριψη της οργανωμένης δημοκρατίας και της επαναστατι­κής φυσιογνωμίας και στρατηγικής, με την άρνηση του επανα­στατικού και δημοκρατικού πυρήνα του κόμματος νέου τύπου και με τον αποπροσανατολισμό της κομματικής βάσης.

Έτσι αντίστοιχα σήμερα η απόρριψη του όρου του δημοκρα­τικού συγκεντρωτισμού που επιχειρείται μέσω αντιθέσεων από την ηγεσία του ΚΚΕ, γίνεται με πρόσχημα την προώθηση του δημοκρατισμού σε μια εποχή που ουσιαστικά ο συγκεντρωτι­σμός αναπτύσσεται ποιοτικά στα πλαίσια των εντελώς αδιαφα­νών διαδικασιών του Συνασπισμού και των κάθε λογής μηχανι­σμών που ρυθμίζουν τις τύχες της επίσημης αριστεράς.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που η εργατική κομματική βάση του ΚΚΕ διαρκώς συρρικνώνεται και τα μέλη του κόμματος απο­ξενώνονται όλο και περισσότερο από την πολιτική και τη λήψη των αποφάσεων. Σε μια εποχή που ντε φάκτο προωθείται, παρ’ όλατα αντιθέτως λεγόμενα, η διάλυση των κομματικών οργα­νώσεων για να υποστηριχθούν, σαν κύριοι φορείς την πολιτι­κής δράσης της αριστεράς οι επιτροπές-«φαντάσματα» του Συ­νασπισμού. Αυτή την εποχή τμήμα της ηγεσίας του ΚΚΕ δίνει μια τυπική «δημοκρατική» παράσταση κάτω από τις τυμπανο­κρουσίες των ΜΜΕ για να εκτονώσει την καθολική δημοκρατι­κή απαίτηση της κομματικής βάσης, και παραπέρα να βάλει ορι­στικά στη ναφθαλίνη και το «επιστημονικό κεκτημένο» που πε­ριέχει ο επαναστατικός πυρήνας του κόμματος «νέου τύπου». Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια και χωρίς κόστος.

Άλλωστε η επιδίωξη της ηγεσίας του ΚΚΕ να αναπτυχθούν ενιαία οι οργανώσεις του ΣΥΝ και ταυτόχρονα αυτός να διατη­ρήσει το χαρακτήρα του σαν συνεργασία αυτοτελών πολιτικών δυνάμεων, επιβεβαιώνει την πλήρη υποβάθμιση του ρόλου των μελών του ΚΚΕ στα πλαίσια των επιτροπών του Συνασπισμού. Οι επιτροπές αυτές θα δρουν τελικά με βάση τις «ισότιμες» συνεννοήσεις των «αυτοτελών δυνάμεων» της κορυφής και όχι με βάση τις αρχές της πλειοψηφίας και τις δημοκρατικές διαδικα­σίες, που μετατρέπονται κυριολεκτικά σε νεκρό γράμμα.

Αυτή η ερμαφρόδιτη κατάσταση βολεύει σήμερα τις συνα­σπισμένες ηγεσίες του ΚΚΕ και της ΕΑΡ περισσότερο από την μετεξέλιξη των κομμάτων τους σε νέο ενιαίο φορέα, πράγμα που δεν είναι ώριμο και περιέχει μια σειρά κινδύνους έντονων κλυδωνισμών από τις πιέσεις της ταξικής πάλης και της κομμα­τικής βάσης.

8.15. Το ουσιαστικό ζήτημα

Για τις δυνάμεις της επαναστατικής ανανέωσης, το βασικό ζήτημα είναι να συζητηθούν επί της ουσίας οι αρχές και δομές συγκρότησης ενός κόμματος πραγματικά «νέου τύπου», που θα ανταποκρίνεται στο σύγχρονο επαναστατικό περιεχόμενο της πολιτικής και της στρατηγικής της εργατικής τάξης, στις ανάγ­κες και τις απαιτήσεις της εποχής μας. Οι αρχές αυτές θα πρέ­πει να συνδέονται:

α. Με τις προσπάθειες κατάκτησης του σύγχρονου εργατι­κού χαρακτήρα του νέου φορέα, με βάση τα πιο προωθημένα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης και τα νέα ποιοτικά στοι­χεία της εξέλιξης της.

β. Με τη συνολική ανάπτυξη των θεωρητικών επεξεργασιών της επαναστατικής θεωρίας της εποχής μας, στη βάση των επι­στημονικά επιβεβαιωμένων κατακτήσεων της μαρξιστικής λε­νινιστικής σκέψης.

γ. Με τις διαδικασίες διαμόρφωσης, τεκμηρίωσης και προώ­θησης στη ζωή μιας στρατηγικής και τακτικής με επαναστατικό περιεχόμενο, στις συγκεκριμένες συνθήκες της εθνικής και διεθνούς ζωής, με στόχο τη δημοκρατική αντικαπιταλιστική ε­πανάσταση και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό όλων των κοι­νωνικών σχέσεων.

δ. Με την ανάγκη «ενοποίησης» της εργατικής τάξης στο ε­πίπεδο του συνειδητού και ενιαίου πολιτικού ιδεολογικού αγώ­να για το σοσιαλισμό. Με την κατάκτηση από τη μεριά της του πρωτοποριακού ηγετικού ρόλου στους κοινωνικούς και πολιτι­κούς αγώνες με την ανάπτυξη των κοινωνικών πολιτικών συμ­μαχιών της στα πλαίσια των νέων κοινωνικών συνθηκών.

ε. Με την ανάγκη ενοποίησης όλων των πολιτικών, ιδεολογι­κών και οργανωτικών πλευρών της καθημερινής και γενικότε­ρης δράσης του νέου φορέα, την ανάπτυξη της εργατικής συλλογικότητας στις διαδικασίες παραγωγής ιδεολογικής-πολιτικής σκέψης και πράξης.

στ. Με την προσπάθεια κριτικής αξιοποίησης και υπέρβασης σε ανώτερο επίπεδο, με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες της εποχής μας. όλων των πλευρών της μαρξιστικής παράδο­σης, όσον αφορά τις αρχές και τις δομές συγκρότησης του επα­ναστατικού υποκειμένου, μαζί και των αρχών του δημοκρατι­κού συγκεντρωτισμού. Να ανασυστήσουμε το επιστημονικό κε­κτημένο της θεωρίας του Λένιν για το επαναστατικό κόμμα, να απορρίψουμε την αντεπαναστατική αντιδημοκρατική αυταρχι­κή εκδοχή που επέβαλαν οι κομματικές γραφειοκρατίες.

ζ. Με την προσπάθεια κυρίως να ανιχνεύσουμε, να δοκιμά­σουμε και να εφαρμόσουμε τους «νόμους» της οργανωμένης δημοκρατίας, στις γραμμές του επαναστατικού υποκειμένου της εποχής μας. Να αξιοποιήσουμε τα νέα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης, την ανάγκη και την απαίτηση της για την ε­φαρμογή της δημοκρατικής αρχής για την καθοριστική συμμε­τοχή και τον αποφασιστικό ρόλο της στη συγκρότηση της επα­ναστατικής της πρωτοπορίας. Για να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες και δυνατότητες της να βρίσκεται στο κέντρο των απο­φάσεων και να παράγει τις πολιτικέςκαι ιδεολογικές επεξεργα­σίες και πρακτικές.

η. Με τη διαμόρφωση συστήματος αντίρροπων πιέσεων στην τάση απόσπασης και αυτονόμησης της «ηγεσίας» από τη «βάση», της πρωτοπορίας από την τάξη και το μαζικό κίνημα.

8.16. Το οργανωτικό ζήτημα στη μεταβατική περίοδο

Σήμερα δεν υπάρχει μόνον κενό επεξεργασμένης πολιτικής και θεωρίας. Έχουμε και κενό επαναστατικού κόμματος. Αλλά το νέο κόμμα δεν θα κατασκευαστεί από τα πάνω με αυθαίρετο τρόπο και τεχνητές συγκολλήσεις, με παλιές ή βελτιωμένες συνταγές. Το νέο κόμμα θα είναι η οργανωτική κατάληξη της ανασύνταξης των δυνάμεων της επαναστατικής ανανέωσης του εργατικού κινήματος, με αυτοτέλεια και δυνατότητα δη­μιουργικής ανάπτυξης και διαλεκτικής, μη τεχνητής, αλληλεπί­δρασης όλων των ιστορικών του τάσεων, αυτών που διαμορφώ­θηκαν σε παλιότερες εποχές, αυτών που κυοφορούνται σήμερα στα πλαίσια της πρωτοφανούς κρίσης των παλιών κομμάτων, καθώς κι αυτών που θα γεννηθούν αύριο, θα είναι αποτέλεσμα των διαδικασιών της πολιτικής πάλης, της ανάπτυξης της θεω­ρίας και της διαμόρφωσης στρατηγικής για το σοσιαλιστικό με­τασχηματισμό, της σύγκλισης μέσα από την κοινή δράση και την πολιτικοϊδεολογική συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση ό­λων όσων ενδιαφέρονται για τη συγκρότηση του «νέου επανα­στατικού υποκειμένου». Ιδιαίτερα των αγωνιστών της βάσης του εργατικού και μαζικού κινήματος, όλων των αγωνιστών της βάσης της Αριστεράς, κάθε αριστερής δύναμης που ανιχνεύει τους δρόμους της επαναστατικής ανασυγκρότησης του εργατι­κού κινήματος. Οι δυνάμεις αυτές θα πρέπει να δρουν στα κοι­νωνικά κινήματα. Έτσι το νέο κόμμα θα μπορέσει να είναι η ορ­γανωμένη κοινωνική πρωτοπορία και όχι «αντιπρόσωπος» της εργατικής τάξης. Στην πορεία για να συγκροτηθεί ο νέος φορέ­ας, χρειάζεται βαθμιαία να κατακτώνται, να αναπτύσσονται, να εφαρμόζονται και να δοκιμάζονται οι σύγχρονες αρχές συγ­κρότησης ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου σε όλες τις δυνάμεις και οργανώσεις που επιδιώκουν ένα τέτοιο στόχο. Αυ­τή η διαδικασία θα ωριμάζει και θα επιβεβαιώνει τις θεωρητι­κές, πολιτικές και οργανωτικές επεξεργασίες, θα συμβάλλει στη συγκέντρωση των δυνάμεων του νέου φορέα, στην ευρύτε­ρη συζήτηση αυτών των αρχών.

Παράλληλα, υπάρχει η ανάγκη του συντονισμού της δρά­σης, του ελέγχου, της κριτικής και αυτοκριτικής, ώστε να απο­φεύγεται ο κίνδυνος της αμορφίας, της αναποτελεσματικότη­τας, της απογοήτευσης και της ιδιώτευσης, για να προωθείται ο συνδυασμός των πολιτικών, ιδεολογικών και οργανωτικών παρεμβάσεων. Όλα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη λει­τουργία του ΝΑΡ που, παρ’ όλες τις αδυναμίες του, μπορεί και πρέπει να παίξει αποφασιστικό ρόλο στη συγκέντρωση των δυ­νάμεων του νέου φορέα.

8.17. Εργατική εξουσία

Καθοριστικό ζήτημα, όπως έχει ήδη τονιστεί, αποτελεί το ζήτημα της κατάκτησης όλων των μοχλών του κράτους και της πολιτικής εξουσίας από τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντικαπιταλιστικής επανάστασης, από την εργατική τάξη.

Οι θεωρητικοί του νέου αριστερού ρεφορμισμού παρακάμ­πτουν σήμερα ακόμα πιο ανοιχτά αυτό το ζήτημα. Παρ’ όλη την ανάγκη επίδειξης πνεύματος σύγκλισης μ’ ένα σημαντικό τμή­μα της βάσης τους που αρνιέται την εξελικτική πορεία, ωστόσο μέσα απ’ τις περίτεχνες διατυπώσεις, κατοχυρώνουν πιο ανοι­χτά αυτή την φορά τον κοινοβουλευτικό εξελικτικό δρόμο. Αρ­νούνται, όπως τονίστηκε, όχι μόνο τον όρο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», αλλά το ουσιαστικό περιεχόμενο της ερ­γατικής εξουσίας του κράτους των εργατών και του επαναστα­τικού δρόμου μετάβασης στον σοσιαλισμό. Στην πραγματικό­τητα, επιχειρούν να μεταφέρουν την όποια συζήτηση στις γραμμές του ΚΚΕ απ’ το κεντρικό ζήτημα της πρότασης τους, για «προοδευτική εναλλακτική λύση» και προοδευτικό εκσυγ­χρονισμό μαζί με το ΠΑΣΟΚ, απ’ το βασικό πρόβλημα της πα­ραίτησης τους στην πραγματικότητα απ’ την επαναστατική σο­σιαλιστική προοπτική, στο επίπεδο της θεωρητικής γενικολο­γίας για τον όρο και το φραστικό σχήμα της εργατικής εξου­σίας. Δεν τολμούν να επιδείξουν, έστω, το θάρρος της γνώμης τους, κάποιο επιχείρημα για τα «νέα στοιχεία» του ρόλου του εθνικού κράτους, για την αλληλοδιαπλοκή του με τις υπερεθνι­κές ρυθμίσεις, για τα σύγχρονα χαρακτηριστικά διαμόρφωσης του επαναστατικού υποκειμένου που επιβάλλουν την ριζική τροποποίηση και άρνηση «της αρχής της επαναστατικής κατά­κτησης ολόκληρης της εξουσίας». Αντίθετα, παίζουν τους «κλέ­φτες κι αστυνόμους» με την κομματική τους βάση και την εργα­τική τάξη που τους ακολουθεί, εκτοξεύοντας προπετάσματα καπνού, μπροστά από μια αρκετά διάσπαρτη αλλά πολύ συγκε­κριμένη περιγραφή του εξελικτικού δρόμου των «διαρθρωτι­κών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων» προς το σοσιαλισμό, της εποχής του ’60.

Και, φυσικά, αυτή η τακτική επιβάλλεται και απ’ το γεγονός ότι μια επιστημονική προσέγγιση των νέων φαινομένων της ε­ποχής μας Κάθε άλλο παρά μπορεί να δικαιολογήσει την εγκα­τάλειψη αυτής της αρχής. Οι δυνάμεις της επαναστατικής ανα­νέωσης πρέπει να αντιμετωπίσουν καθαρά, χωρίς τα κόμπλεξ των απολογητών του νέου αριστερού ρεφορμισμού, και το ζή­τημα «του όρου» της δικτατορίας του προλεταριάτου. Σε ποιο επίπεδο εκφράζει για μια μακρόχρονη περίοδο το επαναστατι­κό περιεχόμενο της μαρξιστικής και λενινιστικής θεωρίας της μετάβασης στο σοσιαλισμό. Σε ποιο επίπεδο και με ποιους λει­τουργικούς τρόπους χρησιμοποιήθηκε απ’ τις ηγεσίες των γρα­φειοκρατικών καθεστώτων και κομμάτων για να «συσκοτίσει» ακριβώς το περιεχόμενο του κράτους των εργατών, της εργατι­κής εξουσίας και δημοκρατίας. Για να καλύψει τη σταδιακή με­τατροπή του εργατικού κράτους σε κράτος ενός ιδιόμορφου κοινωνικού συμβιβασμού γραφειοκρατικών και μη προλεταρια­κών δυνάμεων. Πως χρησιμοποιήθηκε ο όρος αυτός για να δι­καιολογήσει την αποξένωση της εργατικής τάξης απ’ την πολι­τική εξουσία και γενικότερα απ’ την πολιτική,για να παρεμποδί­σει την κυριαρχία της πάνω σ’ όλες τις συνθήκες ζωής της, για να «δικαιώσει» τις διαδικασίες του ωμού αυταρχισμού και των διώξεων απ’ τη μεριά της γραφειοκρατικής ηγεσίας. Και στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων των καπιταλιστικών χωρών, πως χρησιμοποιήθηκε από ένα σημείο και μετά, απ’ τη δεκαετία κιόλας του ’30, για να καλυφθεί ουσιαστικά η εγκατάλει­ψη του επαναστατικού δρόμου μετάβασης με τη γραφειοκρατι­κή, αυτάρεσκη, επιδεικτική, τυπολατρική αποθέωση αυτού του όρου στην αρχή και αργότερα στην πορεία με την απάλειψη του για την άρνηση του ουσιαστικού περιεχομένου της εργατι­κής εξουσίας.

Η χρησιμοποίηση στο παρελθόν τις περισσότερες φορές απ’ την ηγεσία του ΚΚΕ αυτού του όρου περιείχε όλα τα παρα­πάνω στοιχεία. Και, ταυτόχρονα, προωθούσε αντικειμενικά την εξαπάτηση, τον κατευνασμό και τον αποπροσανατολισμό της εργατικής του βάσης, και τη δικαιολόγηση του εσωκομματικού αυταρχισμού. Φτάνει να θυμηθεί κανείς σημαντικές προπολεμι­κές και μεταπολεμικές καμπές της ιστορίας του ΚΚΕ. Όσο απο­μακρυνόταν θεωρητικά και πρακτικά από το στόχο της μετάβα­σης στο σοσιαλισμό με την παρεμβολή των διάφορων ενδιάμε­σων σταδίων, τόσο «θεωρητικά» κόπτονταν υπέρ της τυπολα­τρικής χρήσης του όρου της δικτατορίας του προλεταριάτου. Το ίδιο συνέβη στην πρώτη περίοδο μετά τη διάσπαση του ’68. Μετά το 74, η τάση προσαρμογής στις συνθήκες της «νομιμότητας» και του νέου «εποικοδομητικού πολιτικού ρόλου» οδή­γησε στον ουσιαστικό παραμερισμό και του όρου. Και σήμερα ενταφιάζεται πλέον ανοιχτά, με αίσθημα άκρατης αυταρέσκειας γι’ αυτή την «τολμηρή καινοτομία», που έρχεται μετά 20 περίπου έτη απ’ την αντίστοιχη των περισσότερων δυτικοευ­ρωπαϊκών κομμάτων και ύστερα απ’ τη θεαματική κατάρρευση των «σοσιαλιστικών» χωρών. Στην πραγματικότητα, και ο σημε­ρινός ενταφιασμός του όρου δεν έχει να κάνει με την αντιμετώ­πιση της λειτουργικής φθοράς του στη συνείδηση των εργαζό­μενων εξαιτίας του περιεχομένου που του έδιναν οι γραφειο­κρατικές ηγεσίες, ούτε με κάποια διάθεση επαναπροσέγγισης του επαναστατικού δρόμου με βάση τα νέα δεδομένα. Αλλά έ­χει να κάνει κυρίως με τη στρατηγική εγκατάλειψη κάθε επανα­στατικής προοπτικής και τις μεθόδους αποπροσανατολισμού της κομματικής συζήτησης από το βασικό ζήτημα της πολιτι­κής, της στρατηγικής και της θεωρίας.

Οι δυνάμεις της επαναστατικής ανανέωσης πρέπει να ανα­πτύξουν τις επεξεργασίες τους πάνω στο ουσιαστικό ζήτημα της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό, στις νέες συν­θήκες του ιμπεριαλισμού και των υπερεθνικών ολοκληρώσεων. με την αξιοποίηση και παραπέρα ανάπτυξη του επιστημονικά επιβεβαιωμένου πυρήνα της μαρξιστικής λενινιστικής προσέγ­γισης για την εργατική εξουσία, για το κράτος των εργατών.

8.18. Για τον προλεταριακό διεθνισμό

Οι ενδοϊμπεριαλισπκές αντιθέσεις δεν εμπόδισαν την ύπαρ­ξη ενός «διεθνισμού» του ιμπεριαλισμού, προκειμένου να αντι­μετωπίσουν και να υποτάξουν ή να συντρίψουν το επαναστατι­κό κίνημα. Με τη σειρά του, ο προλεταριακός διεθνισμός ήταν έκφραση της κοινότητας των συμφερόντων της εργατικής τά­ξης και της μαχητικής αλληλεγγύης της.

Ο προλεταριακός διεθνισμός εκδηλώθηκε σε κρίσιμες πε­ριόδους της ιστορίας του εργατικού κινήματος. Βαθμιαία ωστό­σο εκφυλίστηκε στα πλαίσια της εθνικοκρατικής κατεύθυνσης της σοβιετικής πολιτικής σε διακρατικές σχέσεις αφενός, και σε νεκρές συναντήσεις και «ντοκουμέντα» των «αδελφών» κομ­μάτων. Η διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος και ο εκφυ­λισμός των ΚΚ συνέβαλαν στον εκφυλισμό του προλεταριακού διεθνισμού (φυσικά δεν θα παραγνωρίσουμε την κρατική βοή­θεια της Σ.Ε. στα επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου —Βιετνάμ, Κούβα, Νικαράγουα κ.λπ., στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.)

Ποια ήταν λοιπόν τα αποτελέσματα των «συναντήσεων» και των «ντοκουμέντων» των τελευταίων ετών; Σήμερα χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε το περιεχόμενο του προλεταριακού διεθνισμού και να εργαστούμε για την αναγέννηση του. Τα κύ­ρια πεδία στα οποία μπορεί να εκδηλωθεί σήμερα ο νέος διεθνι­σμός για το εργατικό μας κίνημα είναι η πάλη της εργατικής τάξης και των λαών της Ευρώπης εναντίον της κεφαλαιοκρατικής πολιτικοοικονομικής και στρατιωτικής ολοκλήρωσης, η αλ­ληλεγγύη με όσους αγωνίζονται εναντίον της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για τον επαναστατικό σοσιαλιστικό προσανατολισμό αυτών των κοινω­νιών, η αλληλεγγύη με τους αγωνιζόμενους λαούς του «Τρίτου Κόσμου», ο αγώνας εναντίον των εξοπλισμών και της οικολογι­κής καταστροφής του πλανήτη. Προϋποθέσεις για την αναγέν­νηση του προλεταριακού διεθνισμού: θεωρητική στρατηγική προσέγγιση των εθνικών και διεθνών καθηκόντων της επανα­στατικής πάλης στις σύγχρονες συνθήκες, ισοτιμία, δημόσια συνυπεύθυνη ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων, πρακτική με συγκεκριμένες μορφές αλληλεγγύης και όχι με διακηρύξεις. Και τέλος, από τους επιμέρους αγώνες στην προοπτική του σο­σιαλισμού. Από την κεφαλαιοκρατική βαρβαρότητα στην προο­πτική της αντικαπιταλιστικής σοσιαλιστικής επανάστασης στην κάθε χώρα και της εδραίωσης μιας διεθνούς σοσιαλιστι­κής βάσης, για την κυριαρχία του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

8.19. Για το ζήτημα «των όρων»

Με βάση όλα τα παραπάνω, η χρησιμοποίηση απ’ τις δυνά­μεις της επαναστατικής ανανέωσης, των όρων μαρξισμός-λενινισμός. δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, δικτατορία του προλεταριάτου, προλεταριακός διεθνισμός, μπορεί να αντιμε­τωπίζεται με το πνεύμα που αναλύθηκε διεξοδικά στα προη­γούμενα κεφάλαια. Δηλαδή επί της ουσίας του περιεχομένου τους, στα πλαίσια της εμβάθυνσης και κριτικής ανάπτυξης της επαναστατικής θεωρίας με βάση τις νέες συνθήκες. Χωρίς ρη­χή προσκόλληση στους τύπους, χωρίς υιοθέτηση του «γρα­φειοκρατικού» μη επαναστατικού περιεχομένου που αυτοί οι ό­ροι πήραν στο παρελθόν. Χωρίς την υποτίμηση της «λειτουργι­κής» φθοράς που έχουν υποστεί στη συνείδηση των εργαζομέ­νων εξαιτίας αυτού του περιεχομένου. Χωρίς βυζαντινολογίες που αποπροσανατολίζουν απ’ τα βασικά ζητήματα των πολιτι­κών, θεωρητικών και στρατηγικών επιλογών.

Αλλά, ταυτόχρονα, και χωρίς την υπερφίαλη απόρριψη αυ­τών των όρων κάτω απ’ την πίεση του παλιού και νέου «στιλ» της καπιταλιστικής μόδας. Χωρίς να ξεχνάμε ότι η επίθεση απέναντί τους γίνεται κυρίως απ’ τη σκοπιά της αμφισβήτησης του επιστημονικού κεκτημένου του περιεχομένου των αρχών που συμβολίζουν. Και, ιδιαίτερα, χωρίς να αποστασιοποιούμαστε απ’ το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια φάση που το βάθεμα της επαναστατικής θεωρίας βρίσκεται στα σπάργανα και οι ό­ποιες νέες επαναστατικές επεξεργασίες που θα επιβάλουν και τους τυχόν αναγκαίους νέους όρους δεν έχουν στοιχειωδώς δοκιμαστεί στη ζωή. Ας αναπτύξουμε λοιπόν την τόλμη, την α­ποφασιστικότητα μας και τη διάθεση βαθιών τομών και καινο­τομιών προς αυτή την τελευταία κυρίως κατεύθυνση.

8.20. Για ποιο σοσιαλισμό;

Ύστερα από την αποτυχία και την κατάρρευση των αυταρχι­κών συγκεντρωτικών καθεστώτων της Ανατολής, δεν μπορού­με να μιλάμε αόριστα για σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός κατά τον Μαρξ θα ήταν μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιρισμένων παρα­γωγών.

Πώς θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κοινωνία;

Με ποιο τρόπο το κόμμα και το κράτος θα γίνουν άχρηστοι θεσμοί στην πορεία για ενοποίηση της κοινωνίας;

Πώς θα αποφευχθεί η αυτονόμηση, η φετιχοποίηση, η μετα­τροπή τους σε καταπιεστικούς-εκμεταλλευτικούς μηχανι­σμούς; Πώς θα αποφευχθεί η ανάπτυξη της γραφειοκρατίας και η μετατροπή της σε ξένο σώμα από την κοινωνία;

Ο προβληματισμός που πρέπει να αναπτυχθεί με βάση την ως τώρα πείρα, πρέπει να αφορά: Την κοινωνικοποίηση — κι όχι την κρατικοποίηση — της γης και των βασικών μέσων παρα­γωγής. κι αυτό όχι με αυθαίρετα διατάγματα αλλά με τη συγκα­τάθεση των παραγωγών. Το διαχωρισμό του κόμματος από το κράτος. Την τάση για κατάργηση των επαγγελματικών στελε­χών. Την ουσιαστική και όχι μόνο καταστατική κατοχύρωση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Το πρόβλημα των αμοιβών — οι μισθοί των υπαλλήλων και των κομματικών στελεχών δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το μισθό ειδικευμένου εργάτη. Την απο­κέντρωση της παραγωγής και της διοίκησης — τη δημιουργία περιοχών με σχετική οικονομική και πολιτισμική αυτονομία. Τα σημερινά μέσα — πληροφορική κ.λπ. — επιτρέπουν τη διαλε­κτική σύζευξη αυτονομίας και κεντρικού σχεδιασμού. Την ύ­παρξη πολλών κομμάτων, εφόσον αυτά θα εκφράζουν κοινωνι­κές πραγματικότητες. Την κατάργηση της μυστικής και της ε­παγγελματικής αστυνομίας, καθώς και της επαγγελματικής «δικαιοσύνης». Συνολικά: Την επεξεργασία θεσμών και σχέσε­ων που θα εμποδίσουν τον εκφυλισμό της εργατικής δημοκρα­τίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου, σε δικτατορίες επί της εργατικής τάξης — και ευρύτερα της κοινωνίας.

8.21. Οι επαναστατικές δυνάμεις της εποχής μας

Στα χρόνια του δογματικού οπορτουνισμού, η εργατική τάξη αντιμετωπιζόταν στην ουσία υποτιμητικά. Η «μυθοποίηση της» χρησίμευε για την ποδηγέτηση της από ξένες σ’ αυτή κοινωνι­κές δυνάμεις, για την «αξιοποίηση» της σαν «στρατιάς» υλοποί­ησης των πολιτικών και στρατηγικών σχεδιασμών των μη επα­ναστατικών ηγεσιών. Η μικροαστική και αστική άρνηση αυτής της αντίληψης ήταν η άρνηση της επαναστατικότητας της ερ­γατικής τάξης. Αλλά ο Μαρξ δεν είχε θεοποιήσει την εργατική τάξη, όπως άλλωστε και ο Λένιν. Και σήμερα πρέπει να δούμε και να εξηγήσουμε με όχι απλουστευτικές θεωρίες τις αντιθέ­σεις στο εθνικό και διεθνές επίπεδο μέσα στην εργατική τάξη και τα φαινόμενα ενσωμάτωσης πλατιών τμημάτων της στην καπιταλιστική κοινωνία. Να αναγνωρίσουμε λοιπόν το φαινόμε­νο και να εΠιχειρήσουμε να το ερμηνεύσουμε. Και πέρα από την παραδοσιακή «ερμηνεία», που συχνά υποβάθμιζε τις κοινω­νικές αιτίες στο επίπεδο του οικονομισμού, να δούμε τους νέ­ους κοινωνικούς παράγοντες που συνέβαλαν στον εκφυλισμό του εργατικού κινήματος. Την ανάπτυξη του ΚΜΚ, τη δράση του ΠΠΜ, την αύξουσα αποξένωση, την καταστροφή των κοι­νωνικών σχέσεων, τη μοναξιά και το σπάσιμο της κοινωνικής αλληλεγγύης, το φόβο της απόλυσης και ταυτόχρονα τον αλλοτριωτικό ρόλο των μεγάλων μέσων μαζικής χειραγώγησης, το διαποτισμό της κοινωνίας από την ατομική ιδεολογία, συνο­λικά το ρόλο του εποικοδομήματος.

Τέλος, να αναλύσουμε το ρόλο του οικονομισμού, της απο­σύνδεσης των εργατικών διεκδικήσεων από την πολιτική, τις ιστορικά ξεπερασμένες μορφές πάλης, την έλλειψη στρατηγι­κής προοπτικής.

Παρ’ όλα αυτά, αντικειμενικά, η εργατική τάξη είναι η βασική επαναστατική δύναμη της κοινωνίας. Η διαπίστωση αυτή ενι­σχύεται απ’ τις νέες συνθήκες ανάπτυξης και απ’ τα νέα χαρα­κτηριστικά που αποκτά στη νέα φάση του καπιταλισμού. Το ε­ρώτημα λοιπόν είναι: Με ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αναγεννηθεί το εργατικό κίνημα; Η όξυνση των αντιθέσεων του αναπτυγμένου καπιταλισμού συμβάδισε μέχρι τώρα με την α­ποδιοργάνωση του εργατικού κινήματος. Πώς λοιπόν το αντι­κειμενικά δυνατό θα γίνει πραγματικότητα; Πώς δηλαδή η ό­ξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων θα οδηγήσει όχι στην υπο­ταγή και την παραίτηση, αλλά στην άνοδο του επαναστατικού κινήματος με πρωτοπορία την εργατική τάξη;

8.22. Να ανοιχτούμε στην κοινωνία

Στο ΚΚΕ κυριάρχησε χρόνια η ψυχολογία του πολιορκημέ­νου φρουρίου. Το φαινόμενο βέβαια δεν είναι ανεξήγητο — διώξεις, παρανομίες, δογματισμός κ.λπ. Αλλά ο μικροαστικός σεχταρισμός γεννούσε αναπόφευκτα το συμπλήρωμα του: την έλλειψη αυτοπεποίθησης και τις υποκλίσεις μπροστά στους α­στούς. Τώρα η ψυχολογία του πολιορκημένου φρουρίου ξεπερ­νιέται με το άνοιγμα χωρίς αρχές, με την πολιτική κορυφών, με την πολιτική των διαδρόμων, μέσα από τις διαδικασίες της ενσωμάτωσης.

Αλλά το άνοιγμα που έχει ανάγκη το κομμουνιστικό κίνημα αφορά στην αγωνιστική δράση των κομμουνιστών σε όλα τα πεδία της ταξικής πάλης και την κατάκτηση του πρωτοπορια­κού ρόλου της, όχι με επίκληση τίτλων, αλλά μέσα στην πράξη. Ένα τέτοιο άνοιγμα προϋποθέτει βέβαια συγκεκριμένους στό­χους, συγκεκριμένη στρατηγική και θεωρητική επάρκεια. Προϋποθέτει και ανάπτυξη της ενότητας θεωρίας και πράξης.

8.23. Ποιότητα και νόημα ζωής

Αντίθετα με τα φτωχά «οράματα» του οικονομισμού, ο σο­σιαλισμός δεν ταυτίζεται με την τεχνολογική πρόοδο, με την αύξηση της παραγωγικότητας και την κατάργηση της ανερ­γίας.

Ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι, πριν απ’ όλα, κοινωνικοποίη­ση των μέσων παραγωγής, ορθολογική οργάνωση της παρα­γωγής. εξάλειψη της ανεργίας και της φτώχειας, αλλά όχι μό­νον αυτά. Πρέπει ταυτόχρονα να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός συνόλου κοινωνικών σχέσεων που θα δημιουργήσουν μια νέα ποιότητα ζωής και θα δίνουν νόημα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι σχέσεις αυτές θα βασίζονται στην κοινή κα­τοχή των μέσων παραγωγής και στην κοινή προσπάθεια, ενώ ταυτόχρονα θα την υπερβαίνουν (το βασίλειο της ελευθερίας, κατά τον Μαρξ, αρχίζει έξω από το χώρο της καθαυτό υλικής παραγωγής). Ο σοσιαλισμός μπορεί να άρει τις δύο τουλάχι­στον από τις πηγές της αλλοτρίωσης καταργώντας την ιδιωτι­κή κατοχή των μέσων παραγωγής και οριακά το εμπόρευμα · χρήμα. Ταυτόχρονα, θα μειώνει τις αλλοτριωτικές συνέπειες του καταμερισμού της εργασίας, με τη μείωση του αναγκαίου χρόνου και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Ταυτόχρονα, θα τείνει να αποκαταστήσει την ενότητα ανθρώπου με τη φύση (το ανόργανο σώμα κατά το Μαρξ), την οποία καταστρέφει ο βιομηχανικός καπιταλισμός (η λύση του οικολογικού προβλή­ματος πρέπει να είναι βασικός στόχος κάθε μελλοντικής σοσια­λιστικής κοινωνίας). Επίσης, στα πλαίσια νέων μορφών συλλογικότητας και νέων κοινωνικών σχέσεων, το άτομο θα ενσωμα­τώνεται στην κοινωνία, η μοναξιά, η ανασφάλεια και το άγχος, γνωρίσματα των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών, θα μειώνονται και θα τείνουν στην εξαφάνιση. Τέλος, η κλειστή συνείδηση , που γεννάει η ταξική κοινωνία θα αντικαθίσταται όλο και περισ­σότερο από τη διαυγή κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων και των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση. Ο έλεγχος του ι­στορικού γίγνεσθαι προϋποθέτει την κατανόηση του. ενώ ταυ­τόχρονα συμβάλλει στην άρση της αποξένωσης και της κλει­στής συνείδησης. Συνολικά, για να είναι βιώσιμος ο μελλοντι­κός σοσιαλισμός, δεν πρέπει να αποδείξει την ανωτερότητα του μόνο στο χώρο της παραγωγής. Πρέπει ταυτόχρονα και προπαντός να αποτελέσει την ιστορική υπέρβαση της βιομηχα­νικής κοινωνίας, η οποία είναι πηγή αλλοτριώσεων πέρα και ταυτόχρονα από αυτές που γεννά η ταξική φύση της. Μόνο έτσι θα μπορέσει η μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία να δώσει επί­γειο περιεχόμενο στη ζωή των ανθρώπων και να τους απαλλά­ξει από τη γοητεία της υπέρβασης.

8.24. Μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει το ιστορικό γίγνεσθαι;

Τέλος, ένα μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει από τη σημερινή πραγματικότητα, είναι αν τελικά η ανθρωπότητα μπορεί να ε­λέγξει το κοινωνικό της γίγνεσθαι, ή αν θα κινείται πάντα κάτω από τυφλή αλληλεπίδραση της οικονομικής αναγκαιότητας και του τυχαίου. Πράγματι, σήμερα τίθεται βάσιμα το ερώτημα μή­πως η αποτυχία στην οικοδόμηση των πρώτων σοσιαλιστικών κοινωνιών, δεν είναι απλά αποτυχία των κομμουνιστών, αλλά ιστορική αποτυχία της ανθρωπότητας. Για τον απλοϊκό «μαρξι­σμό», υπάρχει μια ιστορική νομοτέλεια περίπου ταυτόσημη με τη φυσική: η σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις σχέσεις παραγωγής θα οδηγούσε στην προλεταριακή επανά­σταση. Για τον Μαρξ και τον Λένιν, ο σοσιαλισμός ήταν μια δυ­νατότητα, η κρίση των καπιταλιστικών κοινωνιών δεν οδηγεί αναπόδραστα στην επανάσταση.

Αν προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τον απλοϊκό ντετερμινι­σμό, «των σιδερένιων ή των ορειχάλκινων νόμων της ιστορίας», καθώς και τον αντίποδα του, τον αγνωστικισμό του θετικισμού, αν δούμε το σοσιαλισμό σαν δυνατότητα, τότε, ξεπερνώντας την υπνωτική αισιοδοξία του ιστορικού φαταλισμού, θα μπορέ­σουμε ίσως να συλλάβουμε τη σημασία του υποκειμενικού πα­ράγοντα για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινω­νίας. Και τότε θα συλλάβουμε ίσως καλύτερα τον αποφασιστι­κό ρόλο της θεωρίας, της οργάνωσης και της πολιτικής: την ενότητα θεωρίας και πράξης. Και τότε ίσως μπορέσουμε να α­νατρέψουμε την οικονομική αναγκαιότητα του καπιταλισμού, που ωθεί στην αυτοκρατορία των πολυεθνικών, στην οικονομι­κή ολοκλήρωση και στην ολοκλήρωση της αποξένωσης του αν­θρώπου από ό,τι θα μπορούσε να αποτελέσει τις πιο ουσιαστι­κές αξίες της ζωής.

Ο σοσιαλισμός είναι ένα στοίχημα. Αν κερδηθεί, θα αποδει­χθεί στην πράξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξειτο ιστορικότου γίγνεσθαι, να θεμελιώσει το βασίλειο της ελευθερίας πάνω στο βασίλειο της αναγκαιότητας και να υπερβεί τη ζωώδη εγωι­στική φάση της ατομικότητας. Ο άνθρωπος, ον βιολογικό και ταυτόχρονα κοινωνικό, ον εξαρτημένο, εύθραυστο και αντιφα­τικό, εγωιστικό και ταυτόχρονα αλτρουιστικό, ον εξαρτημένο και πεπερασμένο, βρίσκεται σήμερα σε μια κρίσιμη φάση της ιστορίας του: μπροστά στη δυνατότητα της απελευθέρωσης α­πό την τυφλή αναγκαιότητα, αλλά και μπροστά στη δυνατότητα νέων μορφών βαρβαρότητας ή και αυτοκαταστροφής.

Το κείμενο αυτό που δίνεται στη δημοσιότητα από τη Συντονι­στική Επιτροπή του Νέου Αριστερού Ρεύματος είναι μια πρόταση διαλόγου, μια προσπάθεια προσέγγισης και απάντησης από επα­ναστατική σκοπιά των μεγάλων ερωτημάτων που απασχολούν σή­μερα τους κομμουνιστές, τους αγωνιστές της Αριστεράς, και ευ­ρύτερα πιστεύουμε τους εργάτες και εργαζόμενους.

Μέσα σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η Επιτροπή, που συγκροτήθηκε γι’ αυτό το σκοπό, έδωσε το κείμενο που συνέταξε για συζήτηση στη Συντονιστική Επιτροπή. Στις συζητήσεις που έγιναν στη Συντονιστική Επιτροπή διατυπώθηκαν σοβαρές δια­φορετικές απόψεις. Ωστόσο, η Συντονιστική Επιτροπή αποφάσισε να δοθεί στη δημοσιότητα, ώστε η συζήτηση να μην περιοριστεί μόνο σ’ ένα μικρό κύκλο «ειδικών», αλλά να γίνει με τη συμμετοχή όλων των-δυνάμεων του ΝΑΡ. Και αυτό γιατί η πλειοψηφία των μελών της Σ.Ε. θεωρεί ότι το κείμενο αυτό ανταποκρίνεται στην ανάγκη για άνοιγμα της συζήτησης, στις γραμμές του ΝΑΡ, για τη διαμόρφωση της πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής φυ­σιογνωμίας του. Για ουσιαστική παρέμβαση στη συζήτηση που γί­νεται και στα ερωτήματα που απασχολούν τον κόσμο της Αριστε­ράς, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και τις εξελίξεις στο ΚΚΕ. Για άνοιγμα της συζήτησης με τους εργάτες, εργαζόμενους, διανοούμενους, νέους κ.λπ., που δέχονται τις συνέπειες της νεοσυντηρητικής επί­θεσης και παλεύουν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, αυτών που ενδιαφέρονται για την υπόθεση της επαναστατικής α­νανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος.

Φυσικά, είναι κατανοητό ότι σ’ αυτά τα μεγάλα ερωτήματα υ­πάρχουν και διαφορετικές προσεγγίσεις και απαντήσεις. Το κεί­μενο αυτό κάνει προσπάθεια να εκφράσει τις μέχρι τώρα κοινές απαντήσεις και προσεγγίσεις που έχει καταχτήσει το «Ρεύμα» στη μέχρι τώρα πορεία διαμόρφωσης του. Το πόσο το καταφέρνει θα το δείξει η πλούσια, πιστεύουμε, συζήτηση, που θα γίνει και στις Επιτροπές Πρωτοβουλίας και στη δημόσια συζήτηση από τα έντυ­πα του ΝΑΡ και με εσωοργανωτικά δελτία, αν χρειαστεί.

Είναι προφανές ότι μεγάλη προσφορά στην όλη συζήτηση θα είναι η δημοσίευση από το ΠΡΙΝ έγκαιρα των διαφορετικών από­ψεων, όχι μόνο σε επιμέρους ζητήματα, αλλά και στη συνολική κατεύθυνση του κειμένου, είτε ξεχωριστών συντρόφων είτε και ομάδας συντρόφων, είτε από την Σ.Ε. ή από τις Επιτροπές Πρωτο­βουλίας.

Θεωρούμε ότι μέσα από μια τέτοια διαδικασία συζήτησης, αντι­παράθεσης και σύνθεσης, θα είμαστε ώριμοι στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΝΑΡ —που η απόφαση της Σ.Ε. είναι να γίνει 22-23 Σεπτέμβρη— να πλουτίσουμε τη συλλογική μας σκέψη, να δώσουμε συλλογικά πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις στα ερωτή­ματα που βάζει η εποχή μας, να καταχτήσουμε μια κοινή ανώτερη βάση, στην κατεύθυνση της υλοποίησης των στόχων μας για τη συγκρότηση επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη της πάλης ενάντια στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση και την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, 1.6.1990

Advertisements

0 Responses to “2η Συνδιάσκεψη ΝΑΡ: Η Εισήγηση της Συντονιστικής Επιτροπής”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


2ο συνέδριο ΚΝΕ 3η Διεθνής 3ο συνέδριο ΚΝΕ 5ο συνέδριο ΚΝΕ 9ο συνέδριο ΚΚΕ 10ο συνέδριο ΚΚΕ 12ο συνέδριο ΚΚΕ 15ο συνέδριο ΚΚΕ Άρης Βελουχιώτης Αλλαγή Αριστερό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Β' Πανελλαδική Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Γκορμπατσόφ Γράψας ΔΑΠ-ΟΝΝΕΔ Δεκεμβριανά ΕΑΜ ΕΑΡ ΕΔΑ ΕΕ ΕΚΟΝ ΡΦ ΕΛΑΣ ΕΟΚ ΕΣΣΔ Εθνική Αντίσταση Ενιαίο Μέτωπο Πάλης ΚΚΕ ΚΚΕ εσ.-ΑΑ ΚΚΕ εσωτ. ΚΝΕ ΚΝΕ-ΝΑΡ Κοινό Πόρισμα Κομμουνιστική Διεθνής Κύρκος Κώστας Κάππος Μικρασιατική Καταστροφή Ν. Ζαχαριάδης ΝΑΡ ΝΑΤΟ ΝΔ Νέα Δημοκρατία Οικουμενική Οκτωβριανή Επανάσταση ΠΑΣΟΚ Πανσπουδαστική σ.κ. Περεστρόικα Πολυτεχνείο Πραγματική Αλλαγή Πόλεμος στον Κόλπο Ρήγας Φεραίος Σπύρος Χαλβατζής Στόχοι του Έθνους Συνασπισμός Τζανετάκης Φαράκος Φλωράκης Χούντα αντιδικτατορικός αγώνας αντιπολεμικό κίνημα αντισυναίνεση αντιφασιστική πάλη διάσπαση '89 εξωκοινοβουλευτική αριστερά εργατικό κίνημα ευρωκομμουνισμός θεωρία των σταδίων ιμπεριαλισμός καταλήψεις '90-'91 μ-λ ρεύμα μορατόριουμ νεολαιίστικο κίνημα νεοφιλελευθερισμός συνέδρια ΚΚΕ φοιτητικό κίνημα

Blog Stats

  • 31,214 hits

Γράψτε το e-mail σας για παίρνετε μήνυμα για τα νέα κείμενα που αναρτηθούν στο 21aristera.

Μαζί με 16 ακόμα followers


Αρέσει σε %d bloggers: