27
Αυγ.
19

Ν. Ζαχαριάδης: Δέκα χρόνια πάλης. Συμπεράσματα-διδάγματα-καθήκοντα

Μπροστά στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, ο γραμματέας του Ν. Ζαχαριάδης δημοσίευσε σε δυο συνέχειες (περιοδικό Νέος Κόσμος», τεύχη Αυγούστου και Σεπτέμβρη 1950) το άρθρο του «Δέκα χρόνια πάλης. Συμπεράσματα-διδάγματα-καθήκοντα». Το άρθρο που αποτέλεσε υλικό για τη συνδιάσκεψη και βάση για την εισήγηση είναι μια αποτίμηση της δράσης του ΚΚΕ στη δεκαετία του 1940, ένας απολογισμός του αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα: γιατί έχασε ο ηρωικός αγώνας από ένα κίνημα που είχε κερδίσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού; Πώς φτάσαμε στα Δεκεμβριανά; Γιατί υπογράφτηκαν οι συμφωνίες Λιβάνου-Καζέρτας αλλά και τη Βάρκιζας; Ήταν αναπόφευκτος ο Εμφύλιος; Ήταν προετοιμασμένος ο αγώνας του ΔΣΕ; Γιατί ο ΔΣΕ δεν είχε την απήχηση του ΕΑΜ; Πώς στάθηκαν δίπλα στον αγώνα του η ΕΣΣΔ και οι νέες Λαϊκές Δημοκρατίες; Ο αγώνας του ΔΣΕ ήταν δημοκρατικός στο χαρακτήρα του ή επαναστατικός, σοσιαλιστικός στη στόχευση; Ήταν πάλη για πιεστεί το αστικό καθεστώς να υποχωρεί από την τρομοκρατική επίθεση στον κόσμο του ΕΑΜ μετά τη Βάρκιζα ή πάλη για την εξουσία;

Ο Ν. Ζαχαριάδης θα προσπαθήσει να υπερασπιστεί τον αγώνα του ΔΣΕ και την ιδέα της επαναστατικής ρήξης και διεκδίκησης στην εξουσία, τόσο απέναντι στην κριτική που θεωρούσε ότι έπρεπε να αναζητηθεί μια ομαλή κοινοβουλευτική μετάβαση με το ΕΑΜ σε ρυθμιστικό ρόλο, όσο και σε αυτή που εκτιμούσε ότι δεν υπήρξε σαφής κατεύθυνση σύγκρουσης και έγκαιρη προετοιμασία. Σε αυτό το πνεύμα επιχειρεί να τοποθετηθεί και κυρίως να υπερασπιστεί την ηγεσία του ΚΚΕ από τις κριτικές κορυφαίων στελεχών. Ταυτίζει όμως την υπεράσπιση του αγώνα και αυτή των επιλογών της ηγεσίας γύρω από τον ίδιο, ενώ οι διαφωνίες και οι διαφοροποιήσεις υποβιβάζονται σε στοίχηση με στελέχη που είχαν τελικά αντικομματική στάση ή και πρόδωσαν τον αγώνα ή βρίσκονται σε λάθος οπορτουνιστική κατεύθυνση. Με απόλυτο τρόπο καταδικάζονται οι Άρης Βελουχιώτης, Γ. Σιάντος, Κ. Καραγιώργης, Μ. Βαφειάδης, αλλά και ο Μ. Παρτσαλίδης, αν και με πιο ήπιους τόνους. Πλευρές της κριτικής των δυο τελευταίων έδειξαν ότι θεωρούν βάσιμες και οι σοβιετικοί, γεγονός που έπαιξε ρόλο και στη διαφορετική μεταχείριση που είχαν.

Στο άρθρο ο Ν. Ζαχαριάδης συνδέει την προσήλωση στην επαναστατική επιλογή με την εκτίμηση ότι η τακτική του ΕΑΜ, που χρεώνεται στην ηγεσία υπό τον τότε γραμματέα του ΚΚΕ Γ. Σιάντο, ήταν λανθασμένη, ενώ η αντίστοιχη του ΔΣΕ σωστή, καθώς και με την εκτίμηση πως η κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει επαναστατική και μετά την ήττα του ΔΣΕ.

Τα μέλη του ηττημένου ΚΚΕ αναζητούσαν απαντήσεις και ευθύνες από μια ηγεσία που μέχρι την τελευταία μιλούσε για επικείμενη ήττα του μοναρχοφασισμού. Αναζητούσε και απαντήσεις για σειρά από επιλογές που θεωρήθηκαν λανθασμένες ή ολέθριες, ακόμα και μοιραίες για αγωνιστές που εξοντώθηκαν. Αυτά μέσα στην εξέλιξη του Εμφυλίου αφέθηκαν να απαντηθούν σε άλλη συγκυρία. Μετά την ήττα, με τον κόσμο του ΚΚΕ και της Αριστεράς κυνηγημένο, περιθωριοποιημένο, στις εξορίες και στις φυλακές, αλλά και στην πολιτική προσφυγιά στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες, η αναζήτηση απαντήσεων έγινε έντονη Τελικά βρέθηκε να συζητά σε βάση που η υπεράσπιση του ΚΚΕ ταυτιζόταν με τη στήριξη της ηγεσίας και την αναζήτηση των αιτίων της ήττας σε εξωτερικούς παράγοντες (συσχετισμός, ιμπεριαλιαστική επέμβαση, προδοσία του Τίτου), αλλά και στην υπονόμευση του αγώνα από στελέχη που διαφοροποιήθηκαν. Σε αυτά τα στοιχεία βρίσκονται οι βάσεις για μια σειρά από ρήξεις και διασπάσεις του ΚΚΕ και του κινήματος που συσπείρωσε γύρω στη δεκαετία του 1940.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο:

ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΛΗΣ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

ΜΕΡΟΣ Α’. Η ΒΑΣΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε να συγκαλέσει Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Πρέπει απ’ την πρώτη αρχή να τονιστεί η εξαιρετική σημασία που θα ‘χει για το ΚΚΕ και για όλο το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας η Συνδιάσκεψη αυτή.

Απ’ το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Οχτώβρη του 1945, το ΚΚΕ και το κίνημά μας πέρασαν ένα δύσκολο δρόμο, γιομάτο σκληρούς αγώνες. Η ένοπλη πάλη που διεξήγαγε ο λαός μας με το ΔΣΕ ενάντια στο μοναρχοφασισμό και την αμερικανοαγγλική επέμβαση στην πατρίδα μας κατέληξε στην προσωρινή υποχώρησή μας, στο σταμάτημα του ένοπλου αγώνα απ’ τις κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ, χωρίς να πετύχουμε την απελευθέρωση της Ελλάδας απ’ τον ξένο κατακτητή και τους ντόπιους προδότες λακέδες του.

Η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ θα ’χει να συνοψίσει, ν’ αποκρυσταλλώσει τα πορίσματα, τα διδάγματα, τα συμπεράσματα απ’ το σκληρό ένοπλο αγώνα, απ’ όλο τον αγώνα του λαού μας στο τετράχρονο 1946-1950, και να καθορίσει την παραπέρα πορεία για το κίνημά μας, τα καθήκοντα που σήμερα μπαίνουν μπροστά στο ΚΚΕ και σ’ ολόκληρο το λαϊκο-δημοκρατικό μας κίνημα.

Η Συνδιάσκεψη θα ’χει ν’ αποφασίσει κυριαρχικά πάνω στην πολιτική και στη δράση της ΚΕ του ΚΚΕ στο διάστημα αυτό, να κρίνει πάνω στη δουλειά του Κόμματος, να διατυπώσει τ’ αποτελέσματα της δουλειάς αυτής, να αξιολογήσει με βάση τα καινούργια δοσμένα και τη νέα πείρα τα καθοδηγητικά στελέχη του Κόμματος και να χαράξει την παραπέρα πορεία.

Πρόκειται να συμπερασματοποιήσουμε τα διδάγματα από μια πραγματικά ιστορική περίοδο ανάπτυξης του κινήματος στη χώρα μας, περίοδο που κατέληξε σε μια ήττα της επανάστασης, σε μια προσωρινή υποχώρηση. Πρόκειται να καθορίσουμε το χαρακτήρα και τις αιτίες της ήττας και της υποχώρησης. Να δούμε τα λάθη μας- τις ελλείψεις, την ανεπάρκεια που έδειξε το Κόμμα και πρώτ’ απ’ όλα η καθοδήγησή του, τα καθοδηγητικά του στελέχη. Να κατανείμουμε ευθύνες. Να εξετάσουμε τη γραμμή μας ύστερα απ’ την υποχώρηση, και την εκτίμηση της κατάστασης με τα καθήκοντα που καθόρισαν, ύστερα απ’ την υποχώρηση, η 6η και 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Να μελετήσουμε τι κάναμε ως τα σήμερα για την ανασύνταξη και ανασυγκρότηση των λαϊκο-δημοκρατικών δυνάμεων και τι παραπέρα πρέπει να γίνει στην ίδια κατεύθυνση ενόψει της γενικής πολιτικής κρίσης που περνά η μοναρχοφασιστική αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα και των λαϊκών αγώνων που ξεσπάν και που φουντώνουν μέσα σε συνθήκες που για χαρακτηριστικό γνώρισμά τους έχουν κυρίως τούτο: Πρωτοείδωτη εξαθλίωση, καταπίεση, πείνα για το λαό και επιταχυνόμενες πολεμικοστρατιωτικές προετοιμασίες που βάζουν πρώτη την Ελλάδα στην μπούκα των αμερικανικών κανονιών, που προετοιμάζουν για το λαό μας μια εξοντωτική σφαγή και για την Ελλάδα καταστρεπτική πραγματικά ερείπωση και ερήμωση.

Το βάρος που ’χει να σηκώσει η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ και οι ευθύνες που επωμίζεται είναι για το κίνημά μας πραγματικά εξαιρετικές. Πρόκειται να κλείσουμε ένα κεφάλαιο της ιστορίας του κινήματος μας και να το κλείσουμε έτσι, που ν’ αποτελέσει στέρεο βάθρο και γερή αφετηρία για την παραπέρα πορεία και προώθησή μας. Γι’ αυτό έχουμε να συνοψίσουμε κι όλα όσα είπαν η 5η και η 7η Ολομέλεια για την πολιτική και τη δράση μας στην πρώτη, τη χιτλεροφασιστική κατοχή, για το Δεκέμβρη και τη Βάρκιζα, για τη μεταβαρκιζιανή περίοδο και τον καινούργιο ένοπλο αγώνα ενάντια στην αμερικανοαγγλική επέμβαση και το μοναρχοφασισμό.

Όλα αυτά πρέπει να τα εξονυχίσουμε, να τα μελετήσουμε συστηματικά, βαθιά, επιστημονικά. Το Κόμμα και ιδιαίτερα η 5η και 7η Ολομέλεια κάναν μια σχετική προεργασία, ας την πούμε. Τώρα και η Συνδιάσκεψη πρέπει να βάλει τη σφραγίδα της. Έχουμε να μελετήσουμε τα σφάλματα, μεγάλα και μικρά, τις ελλείψεις, τις ανεπάρκειες, τις παραλείψεις και όλα τα αρνητικά που παρουσιάσαμε όλοι, και στην πρώτη γραμμή η καθοδήγηση του ΚΚΕ που φέρνει για όλα την πρώτη, την κύρια και βασική ευθύνη. Ταυτόχρονα, πρέπει σωστά να αξιολογήσουμε και τα θετικά αποτελέσματα απ’ την πολιτική και τη δράση του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ στα δέκα αυτά χρόνια στερεώθηκε σαν η πρώτη πολιτική δύναμη στη χώρα που κατάκτησε την εργατική τάξη, στερέωσε τη συμμαχία της με τη φτωχομεσαία αγροτιά, έσφιξε τους δεσμούς της με τους επαγγελματοβιοτέχνες και τα άλλα εργαζόμενα και προοδευτικά στρώματα στις πόλεις, συγκέντρωσε και οργάνωσε το λαό στο ΕΑΜ και δημιούργησε την αθάνατη, την εθνικοαπελευθερωτική και τη λαϊκο-δημοκρατική ΕΑΜική εποποιία. Το ΚΚΕ ανάδειξε στο διάστημα αυτό χιλιάδες στελέχη. Έφτιασε τον ΕΛΑΣ και δημιούργησε, γαλούχησε και άντρωσε το ΔΣΕ, το καμάρι και την ελπίδα του λαού. Είμαστε μεγάλο κόμμα των εργαζομένων ο φορέας της κοινωνικής απελευθέρωσης και αναδημιουργίας. Έχουμε μεγάλες ευθύνες απέναντι στο λαό μας και το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα. Και την αποστολή μας μπορούμε να την εκπληρώσουμε μόνο όταν ανοιχτά βλέπουμε, κριτικάρουμε, ξεριζώνουμε και διορθώνουμε τα λάθη μας. Ο Λένιν σχετικά μας διδάσκει:

«Η στάση ενός πολιτικού κόμματος μπροστά στα λάθη του είναι ένα απ’ τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση απ’ αυτό στην πράξη των υποχρεώσεών του απέναντι στην τάξη Του και στις εργαζόμενες μάζες. Ν’ αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αιτίες του, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να συζητάει προσεχτικά τα μέσα της διόρθωσης του λάθους, αυτό είναι το γνώρισμα του σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, αυτό θα πει αγωγή και διαπαιδαγώγηση της τάξης και έπειτα της μάζας.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 20, σελ. 201 .)*

Το ΚΚΕ δεν έκρυψε ποτέ τα λάθη του. Ούτε φοβήθηκε να τα κριτικάρει ανοιχτά και να τα διορθώσει. Το Κόμμα μας ακολούθησε πάντα τη σταλινική αρχή: «Δίχως να βλέπουμε και να βγάζουμε στη φόρα ανοιχτά και τίμια, όπως ταιριάζει στους μπολσεβίκους, τις ελλείψεις και τα λάθη στη δουλειά μας, κλείνουμε το δρόμο μας στα μπρος. Εμείς, όμως, θέλουμε να προχωράμε. Και ακριβώς γιατί θέλουμε να προχωράμε μπροστά, πρέπει να βάζουμε ένα απ’ τα σπουδαιότερα καθήκοντά μας, την τίμια και επαναστατική αυτοκριτική. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει κίνηση προς τα μπρος. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει ανάπτυξη.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 10, σελ. 331.)

Και πρέπει να το τονίσουμε εδώ ότι οι εχθροί μας μας φοβούνται περισσότερο όταν κάνουμε αυτοκριτική, όταν κριτικάρουμε ανοιχτά και διορθώνουμε τα λάθη μας. Γιατί ξέρουν, καταλαβαίνουν ότι ο κουκουές είναι πολύ πιο επικίνδυνος όταν κάνει αυτοκριτική, όταν βλέπει και διορθώνει ανοιχτά και τίμια τα λάθη του. Οι εχθροί μας προτιμούν τον «κομμουνιστή» που δεν αναγνωρίζει και δε βλέπει τα λάθη του -γιατί αυτό τους εξυπηρετεί- απ’ τον μπολσεβίκο που ανοιχτά και τίμια διορθώνει τα λάθη του. Ο Ραδιοσταθμός της Αθήνας στις 18 του Αυγούστου μετάδωσε μια ομιλία του διάδοχου του Σβωλόπουλου, του γνωστού προβοκάτορα της Ασφάλειας και τσανακογλείφτη τροτσκιστή, Παπακωνσταντίνου. Το υποκείμενο αυτό λυσσομανά και αφρίζει γιατί ο Ζαχαριάδης στο λόγο του στην 7η Ολομέλεια, που μετάδωσε και ο Σταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας», κάνει αυτοκριτική. Το λυσσομάνιασμα αυτού του προβοκάτορα είναι για μας αλάνθαστη ένδειξη ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο όταν κάνουμε αυτοκριτική. Γιατί ο Στάλιν μάς διδάσκει;

«Νομίζω, σύντροφοι, ότι η αυτοκριτική μάς χρειάζεται σαν αγέρας, σα νερό. Νομίζω πως δίχως αυτή, χωρίς αυτοκριτική, το Κόμμα μας δε θα μπορούσε να τραβά μπροστά, δε θα μπορούσε να αποκαλύπτει τις πληγές μας, δε θα μπορούσε να εκμηδενίζει τις ανεπάρκειές μας.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 11, σελ. 29)

Εμείς, λοιπόν, θα κάνουμε κριτική των λαθών μας, θα κάνουμε αυτοκριτική

«Δίχως αυτοκριτική δεν υπάρχει σωστή διαπαιδαγώγηση του Κόμματος, της τάξης, των μαζών. Δίχως σωστή διαπαιδαγώγηση του Κόμματος, της τάξης, των μαζών δεν υπάρχει μπολσεβικισμός.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 11, σελ. 121.)

Ετσι, σαν εξαγόμενο αυτής της εμπεριστατωμένης κριτικής και αυτοκριτικής εξέτασης της δράσης μας και των αποτελεσμάτων της πρέπει να προκύψει μια σωστή εκτίμηση και τοποθέτηση για τη γραμμή και τη δράση μας, για τα πρόσωπα και τα πράγματα. Και, πρώτ’ απ’ όλα, για τα πρόσωπα και τα έργα της καθοδήγησής του ΚΚΕ σα σύνολο, μα και για τα ξεχωριστά πρόσωπα, αφού αυτά φέρνουν και την πρωταρχική ευθύνη. Και αυτήν την εκτίμηση και τοποθέτηση πρέπει να την κάνει η Συνδιάσκεψη.

Η Συνδιάσκεψη έχει να εκπληρώσει και μια άλλη υπεύθυνη αποστολή. Στο διάστημα του καινούργιου ένοπλου αγώνα, στις κρίσιμες και δύσκολες καμπές του, είχαμε κυρίως από μια σειρά ανώτατα καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ που κατείχαν ανώτατες υπεύθυνες θέσεις στο ΔΣΕ και στην ΠΔΚ, όπως και στην κομματική ιεραρχία, μια σειρά από αντικομματικές οπορτουνιστικές εκδηλώσεις που έδειχναν την πανικόβληση μπροστά στις δυσκολίες του αγώνα και οδηγούσαν στη συνθηκολόγηση μπροστά στον εχθρό. Έτσι έχουμε το οπορτουνιστικό δίπλωμα-λύγισμα του Βαφειάδη (Μάρκος), που κατοπινά πήρε τη μορφή της πανικόβλητης συνθηκόλογης πλατφόρμας και της τροτσκιστικής φραξιονιστικής επίθεσης και υπονόμευσής του ενάντια στο Κόμμα και στην καθοδήγησή του. Είχαμε τις οπορτουνιστικές-ηττοπαθείς αντιλήψεις της στην Αθήνα στα 1947-1948 και τη συμφιλιωτική και, στην ουσία, ενθαρρυντική στάση που η σ. Χρύσα Χατζηβασιλείου κράτησε απέναντι στην οπορτουνιστική και φραξιονιστική εκδήλωση του Βαφειάδη, καθώς και το μακρόχρονο φραξιονιστικό κουτσομπολιό της με τον Καραγιώργη. Έχουμε πιο ύστερα, μετά την υποχώρησή μας, τη μικροαστική οπορτουνιστική θέση του σ. Μήτσου Παρτσαλίδη, που στην ουσία αποτελεί υποτροπή και αντιγραφή της πλατφόρμας του Βαφειάδη και που, σαστισμένος μπροστά στις δυσκολίες του κινήματος ύστερα απ’ την ήττα μας, ανάλαβε μια αντικομματική εκστρατεία «διάσωσης» του Κόμματος απ’ το χάος και την καταστροφή που γέννησε η φαντασία του, και γενικής αναθεώρησης της γραμμής του ΚΚΕ απ’ το 1931 και ’δώ. Πανικοβλημένος ο σ. Μήτσος Παρτσαλίδης διάλεξε έναν αντικομματικό, φραξιονιστικό δρόμο που δε βοηθά, μα αντίθετα γίνεται εμπόδιο στο να δει το Κόμμα και να διορθώσει τα λάθη και τις ελλείψεις του. Τελευταία έχουμε, σα συνέπεια και σα συνέχεια της εκδήλωσης του Παρτσαλίδη, το λυσσασμένο αντικομματικό αφηνίασμα του τυχοδιώκτη ψευτοδιανοούμενου Καραγιώργη (Γυφτοδήμου), που πήγε να εκμεταλλευτεί την κρίση που φαντάστηκε ότι ο Παρτσαλίδης θα δημιουργήσει στο Κόμμα με την αντικομματική στάση και πλατφόρμα του. Πήγε να το εκμεταλλευτεί αυτό ο Καραγιώργης, για να χτυπήσει το Κόμμα πισώπλατα, προδοτικά, χαφιέδικα. Τώρα είναι αποδειγμένο ότι ο Καραγιώργης πέρασε στην υπηρεσία των Αμερικανών και Άγγλων ιμπεριαλιστών. Τα στοιχεία που συγκεντρώνονται αφήνουν βάσιμα να διαφαίνεται ότι πρόκειται και για παλιό πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις και της αμερικανικής κατασκοπείας. Παρουσιάστηκε και ο Αποστόλου σε στενή συνεργασία με τον Καραγιώργη, με δική του φραξιονιστική πλατφόρμα. Έχουμε ακόμα μια σειρά από στελέχη-μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ που πνίγηκαν στον οπορτουνισμό και στο τέλος συνθηκολόγησαν μπροστά στον εχθρό και πρόδωσαν, όπως ο Μπλάνας, Γραμματέας της ΚΟΑ. Είτε που απότυχαν στη δουλειά τους και καθαιρέθηκαν απ’ την ΚΕ του ΚΚΕ, όπως έκανε η 5η Ολομέλεια για τους Βατουσιανό, Θανάση Χατζή, Φώκο Βέττα και Μιχάλη Τσάντη. Η ίδια Ολομέλεια διάγραψε επίσης από μέλος του ΚΚΕ, σα λιποτάχτη του αγώνα, τον Νίκο Ρουμελιώτη, αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

Η Συνδιάσκεψη πρέπει να ξεκαθαρίσει και αυτούς τους λογαριασμούς με τους συνθηκολόγους, τους οπορτουνιστές, τους φραξιονιστές και τους πράκτορες -όπως είναι ο Καραγιώργης- του ταξικού εχθρού. Το ξεκαθάρισμα των οπορτουνιστικών εκδηλώσεων, η διαφύλαξη και στερέωση της πολιτικής και οργανωτικής μονολιθικής ενότητας του ΚΚΕ, τα προβλήματα του ιδεολογικού μετώπου και της πάλης ενάντια στη διοχέτευση μέσα στο Κόμμα ιδεολογικού και πολιτικού λαθρεμπορίου, είναι απ’ τα κεντρικά ζητήματα που θα συγκεντρώσουν κι αυτά την προσοχή της Συνδιάσκεψης. Ο Στάλιν μάς διδάσκει:

«Μπορεί να φανεί πως οι μπολσεβίκοι αφιέρωσαν πάρα πολύ καιρό στην πάλη ενάντια στα οπορτουνιστικά στοιχεία μέσα στο Κόμμα, πως υπερτίμησαν τη σημασία τους. Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου σωστό. Δεν μπορεί ν’ ανέχεται κανένας τον οπορτουνισμό μέσα στις γραμμές του, όπως δεν μπορεί ν’ ανεχτεί μια πληγή σε γερό οργανισμό. Το Κόμμα είναι το ηγετικό τμήμα της εργατικής τάξης, το προχωρημένο της φρούριο, το μαχητικό της επιτελείο. Δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει να υπάρχουν λιγόπιστοι, οπορτουνιστές, ηττοπαθείς και προδότες μέσα στο επιτελείο της εργατικής τάξης. Όταν κάνεις αγώνα θανάτου ενάντια στην αστική τάξη και κρατάς μέσα στο ίδιο σου το επιτελείο, στο ίδιο σου το φρούριο ηττοπαθείς και προδότες, είναι σα να σε τουφεκάνε και κατά μέτωπο και από τα νώτα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως μια τέτοια πάλη μπορεί να τελειώσει μόνο με ήττα. Τα φρούρια κυριεύονται ευκολότερα από τα μέσα. Για να κερδίσουμε τη νίκη, πρέπει, πρώτ’ απ’ όλα, να ξεκαθαρίσουμε το Κόμμα της εργατικής τάξης, το ηγετικό της επιτελείο, το προχωρημένο της φρούριο από τους ηττοπαθείς, τους λιποτάχτες, τους απεργοσπάστες, τους προδότες.» (Ιστορία του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης (Μπολσεβίκων), ελληνική έκδοση, 1948, σελ. 402.)

«Όταν έχεις μέσα στις γραμμές σου ρεφορμιστές μενσεβίκους, δεν μπορεί να νικήσεις στην προλεταριακή επανάσταση, δεν μπορεί να την υπερασπίσεις Αυτό είναι μια αρχή ολοφάνερη.» (Λένιν.)

«Το Κόμμα δυναμώνει όσο ξεκαθαρίζεται από τα οπορτουνιστικά στοιχεία» (Στάλιν.)

Αυτή η μπολσεβίκικη πείρα είναι πολύτιμη και για το ΚΚΕ και για τη Συνδιάσκεψή μας.

Η περίπτωση του Καραγιώργη -που φυσικά δεν είναι η μοναδική, είναι όμως απ’ τις πιο χαρακτηριστικές «για να κυριευθεί το φρούριο από μέσα»- και οι συνθήκες της βαθιάς παρανομίας που δουλεύει το Κόμμα προωθούν στην πρώτη γραμμή και τα προβλήματα της επαγρύπνησης και της συνωμοτικότητας.

Το έργο της Συνδιάσκεψης θα ’ναι βασικό, πολύπλευρο και πολυσύνθετο. Η προετοιμασία της με τις τοπικές Συνδιασκέψεις και με την ανοιχτή συζήτηση των προβλημάτων του αγώνα πρέπει να οργανωθεί καλά.

Όμως, ένα πρέπει να ξεχωρίσουμε και να τονίσουμε, να υπογραμμίσουμε ιδιαίτερα:

Για ν’ ανταποκριθεί η Συνδιάσκεψη στην εξαιρετική πραγματικά αποστολή της, πρέπει τα προβλήματα που θα την απασχολήσουν να συζητηθούν πλατιά, λεύτερα, βαθιά απ’ όλο το Κόμμα και όσο αυτό είναι δυνατό για την παράνομη Οργάνωσή μας στην Ελλάδα.

Μια κατηγορία που εκτοξεύουν ενάντια στο ΚΚΕ όλοι οι νεοφώτιστοι σωτήρες, απ’ τον Βαφειάδη και τη Χατζηβασιλείου ως τον Παρτσαλίδη, τον Καραγιώργη και τον Αποστόλου, είναι ότι στο Κόμμα μας πνίγεται η φωνή των μελών του, στραπατσάρεται και διώκεται η κριτική, ότι λείπει η αυτοκριτική και ότι μέσα σ’ αυτό το καθεστώς επιπλέουν και αναδείχνονται στοιχεία ανίκανα, μα καταφερτζήδες.

Η Συνδιάσκεψη και όλος ο προσυνδιασκεψικός οργασμός θα ξεσκίσει και αυτήν τη μάσκα απ’ τους φωστήρες αυτούς που θέλουν να μπάσουν στο Κόμμα «καινά δαιμόνια» εγκαινιάζοντας αντιμπολσεβίκικες φραξιονιστικές μεθόδους στην εσωκομματική ζωή, που θέλουν να μετατρέψουν την κριτική και αυτοκριτική από βασικό όπλο ανάπτυξης του Κόμματος σε αντικομματική κριτική για τη διάλυση και αποσύνθεση του Κόμματος, ενώ οι ίδιοι δε γνώρισαν ποτέ την αυτοκριτική, και που αυτούς κυρίως διακρίνει η αρρώστια στρατοκρατικών μεθόδων καθοδήγησης.

Στην πορεία της προσυνδιασκεψικής προετοιμασίας και δουλειάς στις Οργανώσεις της βάσης, στις τοπικές Συνδιασκέψεις, στην ανοιχτή συζήτηση και τελικά στη Συνδιάσκεψη, πρέπει τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος, «μικρά» και «μεγάλα», να πουν λεύτερα, ανοιχτά-χωρίς να λογαριάζουν αξιώματα, θέση και οφίκια-τη γνώμη τους για πρόσωπα και πράγματα, για τα «μεγάλα» και «μικρά» στελέχη του Κόμματος, για την πολιτική του ΚΚΕ, της καθοδήγησης και των προσώπων της καθοδήγησής του, για τα λάθη και τις ευθύνες τους, μεγάλες και μικρές.

Όταν ένα μέλος είτε στέλεχος του Κόμματος έχει μια γνώμη για ένα στέλεχος είτε για στελέχη του Κόμματος, για την καθοδήγηση και την πολιτική της, για τα λάθη και τα στραβά της και τη γνώμη του αυτή δεν την λέει, φοβάται είτε διστάζει να την πει, τότε δεν εκπληρώνει μια θεμελιακή, πρωταρχική ιδιότητα του μέλους του Κόμματος. Αυτόν το δισταγμό και το φόβο πρέπει να τους σπάσουμε παντού όπου υπάρχουν και εκδηλώνονται. Τα μέλη του Κόμματος έχουν το καθήκον και την υποχρέωση, και όχι μόνο το δικαίωμα, να λένε λεύτερα και ανεπηρέαστα τη γνώμη τους για την πολιτική, τα πρόσωπα και τα πράγματα του Κόμματος. Να τι μας διδάσκει ο Στάλιν για τη σημασία της μαζικής συμμετοχής στο ξετρύπωμα και στο ξεπέρασμα των λαθών και των ελλείψεων στη δουλειά μας:

«Ένα πράγμα είναι όταν καμιά δεκαριά ή περισσότεροι καθοδηγητικοί σύντροφοι βλέπουν και σημειώνουν ανεπάρκειες στη δουλειά μας, ενώ οι εργατικές μάζες δε θέλουν είτε δεν μπορούν ούτε να δουν, ούτε να σημειώσουν τις ανεπάρκειες. Εδώ υπάρχουν όλες οι πιθανότητες ότι στα σίγουρα κάτι θα σου ξεφύγει, ότι δε θα τα παρατηρήσεις όλα. Άλλο πράγμα είναι όταν μαζί με τους δέκα ή και τους περισσότερους καθοδηγητικούς συντρόφους βλέπουν και σημειώνουν τις ανεπάρκειες στη δουλειά μας εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια εργάτες ξεσκεπάζοντας τα λάθη μας, παίρνοντας μέρος στο κοινό έργο της ανοικοδόμησης και καθορίζοντας τους δρόμους για τη βελτίωση της δουλειάς. Εδώ θα υπάρχει περισσότερη εγγύηση ότι δε θα λάβουν χώρα αναπάντεχα, ότι τα αρνητικά φαινόμενα θα σημειωθούν έγκαιρα και ότι έγκαιρα θα παρθούν μέτρα για την εξαφάνιση αυτών των φαινομένων.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 11, σελ. 35-36.)

Χωρίς, φυσικά, να κάνουμε μηχανική μεταφορά σε μας, στις συνθήκες της κομματικής δουλειάς μας, των πιο πάνω υποδείξεων του σ. Στάλιν, είναι αναμφισβήτητο ότι βασική, πρωταρχική σημασία και για το ΚΚΕ έχει η όσο χωράει πιο μαζική συμμετοχή των μελών μας στη δημιουργική κομματική δουλειά, στην κριτική και το διόρθωμα των λαθών και των ελλείψεών μας. Φυσικά έχουμε ακόμα γραφειοκράτες, χαλασμένα και εκφυλισμένα κομματικά στοιχεία που πνίγουν την κριτική και καταδιώκουν, καταπιέζουν όσους τολμάν να λένε τη γνώμη τους και να τους κριτικάρουν. Αυτήν τη γάγγραινα το Κόμμα την ξεριζώνει με κοφτερό μαχαίρι. Και τέτοια χαλασμένα, εκφυλισμένα και ύποπτα στοιχεία δεν έχουν θέση στο Κόμμα. Έτσι, η Συνδιάσκεψη και όλη η προσυνδιασκεψική προετοιμασία θα δώσει καινούργια προώθηση, καινούργιο αγέρα στη γερή, ζωογόνο κριτική απ’ τα κάτω, για να βγουν στη φόρα τα λάθη, τα στραβά, τα στραπάτσα, οι κατεργαραίοι, οι καταφερτζήδες.

Υγιής μπολσεβίκικη κομματική κριτική για πρόσωπα και πράγματα δίχως φόβο και δισταγμό, χωρίς να λογαριάζουμε τη θέση και το πόστο που κατέχει το στέλεχος, αυτό πρέπει να ’ναι το σύνθημα, ο αγέρας που πρέπει να φυσήσει σ’ όλη την προσυνδιασκεψική προετοιμασία και στη Συνδιάσκεψη, για να αεριστούν όλες οι γωνιές, να μπει παντού το κομματικό φως, να καθαριστούν η μούχλα, οι αράχνες και τα μικρόβια.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τα λάθη τους. Τα βγάζουν στη φόρα όσο μεγάλα και αν είναι, μπροστά στο Κόμμα, μπροστά στο λαό. Καθαρίζονται και διορθώνονται μπροστά τους, γίνονται πιο δυνατοί, πιο γεροί, για τους καινούργιους αγώνες, πιο αποφασιστικοί για τη νίκη. Αυτό θα γίνει και στη Συνδιάσκεψη.

Και απ’ τη Συνδιάσκεψη το ΚΚΕ θα βγει -αφού δει, αναλύσει, εξετάσει και διορθώσει λάθη, σφάλματα, στραπάτσα, αφού βάλει τον καθένα στη θέση του και χτυπήσει τον οπορτουνισμό, τη συνθηκολόγηση και τη σαπίλα όπου και αν υπάρχουν-, θα βγει πιο γερό, πιο δυνατό, πιο αντρειωμένο, πιο ώριμο και μεστωμένο, πιο σίγουρο για τη νίκη.

Και το άρθρο αυτό γράφεται ακριβώς σα συμβολή στην προσπάθεια της κριτικής μελέτης, ανάλυσης και εξέτασης της πολιτικής του ΚΚΕ, των σφαλμάτων της ηγεσίας του και των δικών μου ιδιαίτερα, των προσώπων και των πραγμάτων στο ΚΚΕ, των διδαγμάτων απ’ την ήττα μας, για να βοηθήσει και αυτό όσο μπορεί το ΚΚΕ ν’ ανταποκριθεί πιο αποτελεσματικά και καρποφόρα στα νέα του καθήκοντα, στην παραπέρα πορεία του προς τη νίκη, που τελικά μόνο δική μας θα ’ναι. Ο Λένιν λέει:

«Δεν είναι τόσο επικίνδυνη η ήττα, όσο επικίνδυνος είναι ο φόβος ν’ αναγνωρίσεις την ήττα σου, ο φόβος να βγάλεις από ’δώ όλα τα συμπεράσματα.»

Το ΚΚΕ, διδαγμένο και αντρειωμένο στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού, δε γνωρίζει τέτοιο φόβο.

Μπαίνω τώρα στο κύριο θέμα.

  1. Ο ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1940-1944

Το ΚΚΕ έχει καταλήξει στην εκτίμηση του του λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα του 1940-1944. Με επικεφαλής το ΕΑΜ, που είχε σαν κύρια καθοδηγητική και οργανώνουσα δύναμη το ΚΚΕ, ο λαός μας ξεσηκώθηκε και πάλεψε ηρωικά και αποφασιστικά ενάντια στο χιτλεροφασίστα κατακτητή. Όμως, πολιτικά το ΚΚΕ και η καθοδήγησή του δεν μπόρεσε να δώσει σωστή κατεύθυνση και προσανατολισμό στο παλλαϊκό ΕΑΜικό κίνημα. Σαν αποτέλεσμα της πολιτικής σύγχυσης που επικρατούσε στην καθοδήγηση του ΚΚΕ, το λαϊκοαπελευθερωτικό μας κίνημα και το ένοπλο τμήμα του λαού, ο ΕΛΑΣ, ουσιαστικά πολιτικά και στρατιωτικά υποτάχτηκαν στην αγγλική πολιτική στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο.

Τον κοινό συμμαχικό αγώνα ενάντια στο χιτλερικό φασισμό η καθοδήγηση του ΚΚΕ ουσιαστικά τον κατάλαβε σαν ανεπιφύλαχτη υποστήριξη όχι της κοινής συμμαχικής υπόθεσης, μα της αγγλικής πολιτικής και των αγγλικών ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων στη Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η σύνθεση και η πολιτική της ΠΕΕΑ, η οργάνωση, στελέχωση και ο πολιτικός προσανατολισμός του ΕΛΑΣ, η Συμφωνία του Λιβάνου, η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο αγγλικό στρατηγείο στη Μέση Ανατολή και, σαν κατακλείδα, η Συμφωνία της Καζέρτα δείχνουν ότι στην πράξη είχαμε υποταχθεί στην αγγλική πολιτική. Αυτό αποτέλεσε θεμελιακό, βασικό λάθος στην πολιτική μας στην περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στο χιτλεροφασίστα κατακτητή στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Το λάθος αυτό στέρησε το ΚΚΕ και το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημά μας απ’ την καθαρή επαναστατική προοπτική και το ξάνοιγμά του, ευνούχιζε τον ΕΛΑΣ σα στρατό της λαϊκής απελευθέρωσης και οδήγησε κατοπινά στην ήττα της λαϊκής επανάστασης στην Ελλάδα. Το συμπέρασμα πρέπει να ’ναι ότι στην Κατοχή παρουσιάσαμε βασικά, θεμελιακά λάθη στην πολιτική και οργανωτική γραμμή μας. Την ευθύνη για τα λάθη αυτά την φέρνει ακέραια η καθοδήγηση του ΚΚΕ.

  1. Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΚΑΙ Η ΒΑΡΚΙΖΑ

Η ήττα αυτή επήλθε το Δεκέμβρη του 1944, όταν ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός επενέβηκε ένοπλα για να παλινορθώσει το μοναρχοφασισμό στην Ελλάδα. Όταν ο χιτλερικός κατακτητής, κάτω απ’ τα χτυπήματα του Κόκκινου Στρατού, έφευγε απ’ τα Βαλκάνια και εκκένωσε και την Ελλάδα, ο ΕΛΑΣ, που τον είχε καταπόδι, ουσιαστικά κυριαρχούσε σ’ όλη τη χώρα, με εξαίρεση ίσως της Αθήνας. Ήταν η στιγμή που και ο λαός μας έπρεπε να δρέψει τους καρπούς της τετράχρονης ηρωικής αντίστασής του στο χιτλεροφασίστα κατακτητή, τους καρπούς της νίκης που οι λαοί με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, σα βασικό και αποφασιστικό παράγοντα, κατήγαγαν ενάντια στον Χίτλερ και τους συμμάχους του.

Το βασικό λάθος που εδώ έκανε η καθοδήγηση του ΚΚΕ είναι ότι δεν πρόβλεψε και δεν προετοιμάστηκε σαν Κόμμα και σαν κίνημα για ν’ αντιμετωπίσει την αγγλική εισβολή, που έπρεπε οπωσδήποτε να την περιμένουμε. Αγγλική εισβολή μπορούσε να μη γίνει μόνο στην περίπτωση που ο Τσόρτσιλ θα ’ξερε ότι θα ’βρίσκε καλά οργανωμένη παλλαϊκή αντίσταση, που θα ’ταν πολύ δύσκολο να την συντρίψει. Τέτοιο πράγμα όμως δεν υπήρχε. Αντίθετα, όλη η πολιτική μας στο διάστημα της πρώτης Κατοχής ουσιαστικά διευκόλυνε τα αγγλικά σχέδια και ο ΕΛΑΣ δεν ήταν προετοιμασμένος ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αποκρούσει μια αγγλική εισβολή. Η συμφωνία της Καζέρτα ουσιαστικά άνοιγε τις πόρτες της Ελλάδας στους Άγγλους. Πολύ χαρακτηριστικό, για το πώς η ηγεσία του ΚΚΕ έβλεπε τον αγγλικό παράγοντα και τη θέση του στην Ελλάδα, είναι η θέση που διατύπωσε ο σ. Παρτσαλίδης -όχι πια στα 1943 ή στα 1944, μα στα 1946- σε άρθρο του στο τεύχος της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης της 1ης του Οχτώβρη, με τον τίτλο «Τα πεντάχρονα του ΕΑΜ», Να τι έγραφε:

«Κανείς δε φανταζόταν πως μπορούσε ο ελληνικός λαός, που στάθηκε δίπλα στην Αγγλία σε μια πολύ δύσκολη στιγμή του πολέμου, θα βρισκότανε κάτω από στρατιωτική αγγλική κατοχή.»!!

Όταν τέτοιες αντιλήψεις είχαν ηγέτες του ΚΚΕ για τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, δεν είναι διόλου παράξενο ότι το Δεκέμβρη του 1944 μπροστά στην ένοπλη αγγλική επίθεση βρεθήκαμε πολιτικά, οργανωτικά, ιδεολογικά και στρατιωτικά απροετοίμαστοι. Και πρέπει εδώ να ειπωθεί και κάτι άλλο: Η φιλοαγγλική, ας την πούμε, νόθευση της πολιτικής του ΚΚΕ, με όλες τις τραγικές για το κίνημά μας συνέπειές της, άρχισε απ’ το 1937, όταν η τότε καθοδήγηση του ΚΚΕ, απ’ τους Παρτσαλίδη, Νεφελούδη, Σκλάβαινα και Σιάντο, εσφαλμένα τοποθέτησε την πρωτοκαθεδρική αγγλική θέση στην πολιτική και οικονομική ζωή της Ελλάδας σε δεύτερη μοίρα και έτσι άμβλυνε και ευνούχισε τον αγώνα που έπρεπε να κάνει ο λαός ενάντια στην αγγλική ιμπεριαλιστική πολιτική στη χώρα μας.

Το αποτέλεσμα όλης της εσφαλμένης απέναντι στον αγγλικό ιμπεριαλισμό πολιτικής μας είναι ότι πολιτικά-οργανωτικά-στρατιωτικά δεν ήμασταν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε την αγγλική επίθεση το Δεκέμβρη του 1944. Παρά την ηρωική πάλη του λαού στην Αθήνα και στον Πειραιά, όλος ο αγώνας ήταν μια πολιτικά απροετοίμαστη και στρατιωτικά πρόχειρη και σπασμωδική προσπάθεια που έφερε στην ήττα. Γεγονός που πρέπει να το μάθει σήμερα το Κόμμα, είναι ότι το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ δεν προείδε, δεν προετοίμασε, δεν οργάνωσε και δε διηύθυνε τη μάχη του Δεκέμβρη. Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ ανέχτηκε κατά τρόπο απαράδεχτο και ακατανόητο τη μονοπωλιακή διαχείριση του Δεκέμβρη απ’ τον Γ. Σιάντο. Ο Γ. Σιάντος κατάργησε αυθαίρετα, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, το Γ ενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ και ίδρυσε την ΚΕ του ΕΛΑΣ όπου έκανε αυτό που ήθελε. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γ. Σιάντος με προσωπική διαταγή του στις 17 του Δεκέμβρη 1944 άφησε και μπήκε, περνώντας μέσα απ’ τη διάταξή μας στην Κάζα όξω απ’ την Αθήνα, ανενόχλητο ένα σύνταγμα Άγγλων, που μπήκε έτσι στην Αθήνα και πήρε μέρος στις μάχες ενάντια στα τμήματά μας που πάλευαν ηρωικά. Στο ίδιο διάστημα και απ’ τη Θεσσαλονίκη φεύγαν ανενόχλητα αγγλικά στρατεύματα για την Αθήνα, ενώ οι κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν παίρναν μέρος στη μάχη κατά των Άγγλων. Αυτά όλα μόνο σαν προδοσία μπορούν να χαρακτηριστούν. Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ έμενε ξένο και αμέτοχο απ’ όλα αυτά, που ούτε και κατοπινά τα συζήτησε, ούτε καταδίκασε, όπως δε συζήτησε, ούτε καταδίκασε την άλλη προδοσία, τη Συμφωνία της Καζέρτα.

Τα βασικά πολιτικά λάθη σ’ όλη τη γραμμή του Κόμματος οδήγησαν, ύστερα απ’ την ήττα του Δεκέμβρη, στη Συμφωνία της Βάρκιζας που δεν αποτέλεσε έναν παραδεχτό, ύστερα απ’ τη στρατιωτική ήττα, συμβιβασμό, μα μια απαράδεχτη συνθηκολόγηση που άφηνε έκθετο το κίνημα στα χτυπήματα του εχθρού. Δε χωρά αμφιβολία ότι -ύστερα απ’ την ήττα το Δεκέμβρη στην Αθήνα και με την κατάσταση που υπήρχε στον ΕΛΑΣ, που δεν μπορούσε ν’ αναλάβει άμεσα τότε, δίχως μια ριζική αναδιοργάνωση και ανασύνταξη- έπρεπε να ’ρθουμε σε μια συμφωνία, σ’ ένα συμβιβασμό με τον εχθρό, συμβιβασμό παραδεχτό για ένα επαναστατικό κόμμα σαν το ΚΚΕ, συμβιβασμό που θα στηριζότανε στον τότε συσχετισμό δυνάμεων, τοπικά και διεθνώς. Αυτός ο συσχετισμός πίεζε τότε και τους Άγγλους να επιδιώκουν κι αυτοί μια συμφωνία. Αν δεν είχαν αυτήν την πίεση, αν μπορούσαν να μας συντρίψουν ολοκληρωτικά, θα το ’καναν χωρίς να περιμένουν ούτε στιγμή. Τι συμφωνία μπορούσαμε να υπογράψουμε; Μπορούσαμε να επιβάλουμε τους παρακάτω όρους: α) Να κρατήσουν οι αντάρτες ατομικά τα όπλα τους της αντίστασης, β) Να δοθεί γενική δίχως κανέναν περιορισμό αμνηστία για το Δεκέμβρη, γ) Ν’ αναγνωριστεί χωρίς επιφύλαξη όλη η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, δ) Ν’ αποχωρήσουν αμέσως οι αγγλικές δυνάμεις, μια και Γερμανός δεν υπήρχε πια στην Ελλάδα. Έτσι θα διορθωνόταν και το αίσχος της Καζέρτα. ε) Έπρεπε να ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για σύντομες εκλογές, που θα τις έκανε κυβέρνηση όπου θα συμμετείχε και το ΕΑΜ.

Μια τέτοια συμφωνία μπορούσαμε και έπρεπε να υπογράψουμε, γιατί μας χρειαζότανε για την ανασύνταξη των δυνάμεών μας ύστερα απ’ την ήττα μας το Δεκέμβρη. Αντί όμως για συμφωνία, εμείς κάναμε συνθηκολόγηση. Και αυτού βρίσκεται το βαρύ μας σφάλμα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αντιπρόσωποι του ΠΓ της ΚΕ, Σιάντος και Παρτσαλίδης, που υπόγραψαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, παραβίασαν τον όρο για τη γενική αμνηστία που είχε βάλει το ΠΓ. Όμως το ΠΓ της ΚΕ ούτε και τη φορά αυτή καταδίκασε ανοιχτά την παραβίαση αυτή και επικύρωσε τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Έτσι η Βάρκιζα, επισφράγιση της λαθεμένης πολιτικής μας στο διάστημα της πρώτης Κατοχής, αποτέλεσε κι αυτή βασικό πολιτικό σφάλμα. Κατά συνέπεια, είναι εσφαλμένη και η εκτίμηση που έδωσε για τη Βάρκιζα η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, κάνοντας μια κριτική εξέταση της δράσης και της γραμμής του ΚΚΕ απ’ τη Βάρκιζα και ’δώ, έδωσε εκτίμηση και ανάλυση και του σφάλματός μας στη Βάρκιζα. Σημαίνει μήπως αυτό ότι οι τυχοδιώκτες και οι προβοκάτορες Κλάρας (Μιζέριας), Πετσόπουλος και Σία που χτύπησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας είχαν δίκιο; Γεγονός είναι ότι αυτοί χτυπούσαν τη Βάρκιζα γιατί θέλαν να σπρώξουν το ΚΚΕ σε καταστροφή και σε εξοντωτικό χτύπημα, όπως είναι και γεγονός ότι εκμεταλλεύτηκαν το λάθος αυτό όχι για να βοηθήσουν, μα για να χτυπήσουν το ΚΚΕ. Το γεγονός και μόνο ότι ο Πετσόπουλος έμεινε έξω απ’ τον ηρωικό αγώνα του ΔΣΕ και ότι η Ασφάλεια τον άφηνε ανενόχλητο, τον υπερεπαναστάτη αυτόν και την παρέα του, τον ξεσκεπάζει οριστικά σαν πράκτορα του εχθρού.

  1. Η ΜΕΤΑΒΑΡΚΙΖΙΑΝΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Η αγγλική ένοπλη επέμβαση και η παλινόρθωση του μοναρχοφασισμού, χωρίς να λύσει κανένα απ’ τα βασικά προβλήματα του τόπου και του λαού, εγκαινίασε καινούργια περίοδο εσωτερικών ανωμαλιών και όξυνση της εσωτερικής κατάστασης. Εγγλέζοι και μοναρχοφασίστες ήθελαν να στηριχτούν στη Βάρκιζα για να ολοκληρώσουν τη συντριβή των λαϊκο-δημοκρατικών δυνάμεων και τη δική τους επικράτηση. Για το λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν μια ανάπαυλα, μια δυνατότητα για μια ανασύνταξη και ανασυγκρότηση των λαϊκο-δημοκρατικών δυνάμεων ενόψει της καινούργιας αποφασιστικής αντιπαράθεσης που επερχόταν αναπόφευκτα. Αυτήν την ερμηνεία έδωσε το Κόμμα στη Συμφωνία της Βάρκιζας στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούνης του 1945) και στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Οχτώβρης του 1945). Το γεγονός όμως ότι η Βάρκιζα, κυρίως με την παράδοση των όπλων και την υποχώρησή μας στο ζήτημα της γενικής, δίχως όρους, αμνηστίας, σήμαινε έναν αφοπλισμό για το κίνημά μας και αποτέλεσε στην ουσία μια δίχως όρους συνθηκολόγηση -πράγμα που δεν ανταποκρινόταν σ’ αυτά που, με τις δυνάμεις που διαθέταμε, μπορούσαμε να πετύχουμε τότε με μια συμφωνία- αποτέλεσε σοβαρό εμπόδιο για μια γρήγορη πολιτική και οργανωτική ανασύνταξη των δυνάμεων, γιατί έσπειρε σε πολλά στρώματα που μας ακολουθούσαν την απογοήτευση, την αποθάρρυνση, την απαισιοδοξία, κλόνισε σ’ ένα σοβαρό βαθμό την εμπιστοσύνη των πλατιών μαζών στην ηγεσία του ΚΚΕ. Πολύ περισσότερο, που ο λαός διαισθανότανε ότι κυρίως από λάθη δικά μας χάσαμε τη νίκη του Δεκέμβρη του 1944.

Αυτό το γεγονός έκανε πιο δύσκολη την πορεία της ανασύνταξης και της ανασυγκρότησης των δυνάμεών μας, γιατί μέσα στη ζωή έπρεπε η ηγεσία του Κόμματος να ξανακερδίσει την κλονισμένη λαϊκή εμπιστοσύνη όπως και μέσα στη ζωή, με την ίδια του την πείρα, ο λαός, καθοδηγούμενος σωστά απ’ το ΚΚΕ σ’ όλη τη μεταβαρκιζιανή περίοδο, έπρεπε να πειστεί ότι η αγγλική κατοχή και ο μοναρχοφασισμός δεν άφηναν και δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν περιθώρια για τη λαϊκή ύπαρξη, για τη λαϊκή ανασυγκρότηση της χώρας και έτσι ο λαός, αν ήθελε να ζήσει, θα ’πρεπε το δικαίωμα αυτό να το αποσπάσει με τα όπλα.

Όλη η μεταβαρκιζιανή πολιτική του ΚΚΕ μπορεί να συνοψιστεί στα παρακάτω; Να ξεσκεπαστεί όλη η ουσία της πολιτικής που οι Άγγλοι και κατοπινά οι Αμερικανοί εφάρμοζαν στην Ελλάδα και που σημαίνει: Υποδούλωση, αποικιοποίηση, εξανδραποδισμός και σφαγή-πόλεμος. Να αποδειχτεί μέσα στη ζωή, στην καθημερινή πράξη και πείρα των μαζών ότι ο μοναρχοφασισμός σ’ όλες τις αποχρώσεις του υπηρετούσε απόλυτα, δουλικά στην αγγλοαμερικανική πολιτική, ότι με τη βοήθεια και με την υποστήριξη Άγγλων και Αμερικανών ο μοναρχοφασισμός εφάρμοζε πολιτική εμφύλιου πολέμου και λαϊκού αφανισμού. Να πεισθεί ο λαός, με την ίδια του την καθημερινή και σκληρή πείρα, ότι μόνο με την αδιάκοπη, ακούραστη πάλη του μπορούσε ν’ αποκρούσει τη μοναρχο-φασιστική επίθεση, ότι μέσα στην πάλη αυτή έπρεπε να ανασυγκροτήσει και ανασυντάξει τις δυνάμεις του για την αποφασιστική σύγκρουση και αντιπαράθεση που η πολιτική των Αμερικανοάγγλων και του μοναρχοφασισμού την έκανε αναπότρεπτη. Ακόμα ο λαός μέσα στην πάλη αυτή έπρεπε να πεισθεί ότι το ΚΚΕ και όλη η άλλη ηγεσία του λαϊκο-δημοκρατικού κινήματος, διδαγμένη απ’ τα λάθη της πρώτης Κατοχής, διορθώνει την πολιτική της και ότι τραβούσαμε αποφασιστικά για την αναπότρεπτη σύγκρουση που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να καταλήξει σε καινούργια Βάρκιζα. Τέλος ο λαός, διδαγμένος απ’ το παράδειγμα της γοργής ανασυγκρότησης και ανοικοδόμησης που γινότανε στις γύρω του βαλκανικές χώρες που βρήκαν τη λευτεριά τους χάρη στη νίκη του σοβιετικού στρατού, θα ’βλεπε και θα πειθότανε ότι το μόνο αποτέλεσμα απ’ την καινούργια σύγκρουση θα ’πρεπε να ’ναι να μπει και η Ελλάδα στο δρόμο της λαϊκο-δημοκρατικής αναγέννησης. Ταυτόχρονα, η ηγεσία του ΚΚΕ επιδίωκε σ’ όλη της την πολιτική δράση να εξασφαλίσει τα παρακάτω:

Πρώτο: Την ενότητα στο λαϊκο-δημοκρατικό ΕΑΜικό κίνημα και να επεκτείνει ακόμα πιο πολύ τη συσπείρωση των λαϊκών δυνάμεων και πέρα απ’ τα ΕΑΜικά πλαίσια με την πολιτική της συμφιλίωσης.

Δεύτερο: Τη διαρκή, συγκεκριμένη, καθημερινή διαφώτιση του λαού, με τη χρησιμοποίηση όλων των δυνατοτήτων που πρόσφερε η μεταβαρκιζιανή πραγματικότητα, για να πεισθούν οι πιο πλατιές μάζες με την ίδια τους την πείρα ότι -παρά τις διαρκείς υποχωρήσεις και προτάσεις που έκανε το λαϊκο-δημοκρατικό στρατόπεδο για να εξασφαλιστεί η ομαλή εσωτερική δημοκρατική εξέλιξη, για να εξασφαλιστούν και οι ελάχιστες δυνατότητες, για μια λεύτερη πορεία προς την ανεπηρέαστη και κυριαρχική εκδήλωση της λαϊκής θέλησης- οι Αγγλοαμερικανοί και ο μοναρχοφασισμός, ακριβώς επειδή φοβόντουσαν τη λεύτερη έκφραση της λαϊκής θέλησης, έσπρωχναν τη χώρα και το λαό στον εμφύλιο πόλεμο, για να συντρίψουν με τη βία τη λαϊκή αντίσταση και να επιβάλουν με τα όπλα τη δική τους πολιτική αποικιοποίησης, υποδούλωσης και πολεμικών τυχοδιωκτισμών.

Τρίτο: Την ακούραστη οργάνωση και καθοδήγηση της καθημερινής πάλης των μαζών για τις οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις του λαού και την αντιπαράθεση της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας στη δολοφονική τρομοκρατία που ο μοναρχοφασισμός εφάρμοζε σ’ όλη τη χώρα ενάντια στο λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας.

Σαν αποτέλεσμα όλης αυτής της πολιτικής, που για κέντρο της τότε είχε α) τη λαϊκή συμφιλίωση πάνω στη βάση της πάλης γύρω απ’ τα μερικά, τα καθημερινά ζητήματα του λαού και πάνω στα βασικά προβλήματα της χώρας και β) την ειρήνευση της χώρας με την εξασφάλιση της ομαλής πορείας προς τη λεύτερη, κυρίαρχη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, σαν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής έπρεπε να εξασφαλιστεί, να πραγματοποιηθεί η αγωνιστική κινητοποίηση και ενότητα του λαού. Όλο το βάρος της λαϊκής πίεσης έπρεπε να πέφτει στον εξαναγκασμό του εχθρού, δηλαδή της αγγλικής κατοχής και του μοναρχοφασισμού, να δεχτούν την ειρηνική εσωτερική πορεία προς τη λεύτερη, κυριαρχική εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, με την ταυτόχρονη μαζική αντιμετώπιση της επιδίωξης του εχθρού -Άγγλων και μοναρχοφασιστών- να επιβληθούν με τη δολοφονική τρομοκρατία και το μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο που εφάρμοζαν ενάντια στο λαϊκό κίνημα. Η μαζική αυτή αντιμετώπιση θα ’χε σα μαχητικό τμήμα της τη μαζική λαϊκή αυτοάμυνα. Και εφόσον η αγγλική πολιτική και ο μοναρχοφασισμός θα απόκλειαν την ειρηνική εσωτερική εξέλιξη γιατί την φοβόντουσαν, τότε μέσα στη ζωή, μέσα απ’ τους αγώνες ο λαός θα πειθότανε – και σ’ αυτό θα βοηθούσε και η προοδευτική ανάπτυξη της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας- ότι όχι μόνο ο εχθρός αποκλείει την ομαλή εσωτερική εξέλιξη, ότι όχι μόνο ο εχθρός αποκλείει κάθε ομαλή δυνατότητα και θέλει να επιβληθεί μόνο με τη βία και το αίμα γιατί έβλεπε ότι ο λαός θα τόνε μαύριζε, ο λαός θα πειθότανε ότι όχι μόνο πρέπει ν’ αποκρούσει με τα ίδια μέσα τον εχθρό, μα και ότι έχει τη δύναμη, με βάση την πείρα της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας, ν’ αντιπαραταχτεί νικηφόρα στον εχθρό.

Αυτό είναι το βασικό νόημα της πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, όπως εκφράστηκε και διατυπώθηκε στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Βασικό συστατικό μέρος της πολιτικής αυτής ήταν:

α) Το ξεσκέπασμα της ιμπεριαλιστικής, αποικιακής, υποδουλωτικής ουσίας της αγγλικής και αμερικάνικης, κατοπινά, πολιτικής στην Ελλάδα, που ήθελε τη χώρα μας και την οργάνωνε σα στρατηγικό πολεμικο-στρατιωτικό προγεφύρωμα του ιμπεριαλισμού ενάντια στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας και τη Σοβιετική Ένωση. Το ξεσκέπασμα της αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα τοπικά και διεθνώς απόβλεπε και στο να παρεμποδίσει μια νέα άμεση, όπως το Δεκέμβρη του 1944, ένοπλη επέμβαση υπέρ του μοναρχοφασισμού όταν ο λαός θα τον αντιμετώπιζε αποφασιστικά, προχωρώντας προοδευτικά, για να πείθεται με την ίδια του πείρα απ’ τους μαζικούς οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες, σε συνδυασμό με τη μαζική λαϊκή αυτοάμυνα και διαμέσου της ένοπλης αντίστασης των καταδιωκόμενων αγωνιστών που τους σκότωναν όπου τους βρίσκαν, ως την ανοιχτή, οργανωμένη πάλη με τα όπλα.

β) Ξεσκεπάζοντας την αγγλική πολιτική και αντιμετωπίζοντας, με τη λαϊκή αυτοάμυνα, τη μοναρχοφασιστική δολοφονική τρομοκρατία, συγκεντρώναμε τα πυρά της πολιτικής μας δράσης και της διαφώτισης του λαού ενάντια στις παρατάξεις και τα κόμματα του ψευτοδημοκρατικού Κέντρου που με την απατηλή δημαγωγία του απόβλεπε στο να υποσκάφτει τη λαϊκή αγωνιστική ενότητα και ενίσχυε την αγγλική κατοχή και το μοναρχοφασισμό. Και όταν δίναμε προσωρινή ανοχή στον Σοφούλη και όταν καλούσαμε τον Πλαστήρα να ηγηθεί της λαϊκής πάλης ενάντια στο μοναρχοφασισμό και σ’ όλες τις άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ξεσκεπάζαμε το «Κέντρο» πάνω στην ίδια του τη δημαγωγία και το απομονώναμε απ’ τις μάζες. Η ίδια ταχτική περιλάβαινε και το διασπαστικό ΣΚΕΛΔ.

Ταυτόχρονα, από τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ άρχισε και με το 7ο Συνέδριο συνεχίστηκε η προσπάθεια για την εξυγίανση του ΚΚΕ, για την επάνοδο στις γερές μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές που είχαν ξεχαστεί ή παραμεληθεί απ’ την πρώτη Κατοχή κι εδώ, πράγμα που παρεξέκλινε το Κόμμα απ’ το σωστό δρόμο, το εμπόδιζε ν’ ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην επαναστατική αποστολή του. Το Κόμμα άρχισε ν’ ανασυγκροτείται και να οικοδομείται πάνω στις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ξεδιπλώθηκε η εσωκομματική δημοκρατία, καλλιεργήθηκε η κριτική και αυτοκριτική, χτυπήθηκε η κομματική γραφειοκρατία και η απόσπαση των καθοδηγήσεων απ’ τη βάση. Προσέχτηκε η κοινωνική σύνθεση του Κόμματος. Καλλιεργήθηκε η μπολσεβίκικη κομματικότητα και η ευθύνη του μέλους του ΚΚΕ σαν υπευθύνου για το Κόμμα, σαν αφεντικού μέσα στο Κόμμα.

Όλη αυτή η συστηματική οργανωτική, πολιτική, ιδεολογική εντατική δουλειά απόβλεπε στο ν’ αποκαταστήσει τη μαρξιστική-λενινιστική καθαρότητα στον ιδεολογικό τομέα, το επαναστατικό πνεύμα και νόημα στην πολιτική μας, την μπολσεβίκικη οργανωτική ενότητα και μονολιθικότητα. Το ΚΚΕ πήγαινε να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των μαζών όχι μόνο στην ορθότητα της πολιτικής του γραμμής, μα και στη συνέπεια της επαναστατικής του πράξης, πήγαινε να εξαλείψει τις συνέπειες αποθάρρυνσης και απογοήτευσης που είχε δημιουργήσει μέσα σε πλατιά στρώματα η ήττα της επανάστασης και η συνθηκολόγηση της Βάρκιζας.

Το ΚΚΕ σ’ όλη τη μεταβαρκιζιανή περίοδο, ενόψει της πολιτικής του μονόπλευρου εμφύλιου πολέμου που οι Άγγλοι κατακτητές και οι μοναρχοφασίστες εφάρμοζαν στην Ελλάδα, έπαιρνε σειρά από μέτρα για την οργανωτικοτεχνική προετοιμασία του για την επερχόμενη νέα ένοπλη αντιπαράθεση.

Στην ίδια περίοδο, το Κόμμα είχε ν’ αντιμετωπίσει όχι μόνο τη λυσσασμένη προσπάθεια των Άγγλων και της Ασφάλειας για να το υπονομεύσουν απ’ τα μέσα, να το υποσκάψουν -εκμεταλλευόμενοι τα λάθη της Κατοχής και της Βάρκιζας- με την επίθεση που οργάνωσαν ενάντια στο Κόμμα με τις ομάδες του Μιζέρια (Κλάρα) και του Πετσόπουλου, μα έπρεπε και να ερευνήσει και να ξεκαθαρίσει αν τα θεμελιακά λάθη της Κατοχής, αν η Καζέρτα που ισοδυναμούσε με προδοσία, αν η ήττα μας στο Δεκέμβρη και η συνθηκολόγηση στη Βάρκιζα ήταν έργο πρακτόρων του εχθρού μέσα στην καθοδήγηση του Κόμματος. Και η έρευνα και το ξεκαθάρισμα αυτό έπρεπε να γίνεται προσεχτικά για να μην απειληθεί η ενότητα του Κόμματος. Η προσεχτική πάλι αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες, γιατί ταυτόχρονα η όλη προετοιμασία του ΚΚΕ για τον καινούργιο ένοπλο αγώνα έπρεπε να γίνεται με πολλή προσοχή, παίρνοντας υπόψη την έρευνα για τα λάθη και τις ευθύνες της Κατοχής που αναφέραμε πιο πάνω.

Προχωρώντας, μετά τη Βάρκιζα, πάνω στην κατεύθυνση και στη γραμμή που αναπτύξαμε πιο πάνω, το Κόμμα στην περίοδο αυτή παρουσίασε πολλές ελλείψεις και αδυναμίες στην εφαρμογή της πολιτικής του γραμμής και έκανε και ορισμένα σοβαρά λάθη που επέδρασαν αρνητικά στην όλη πορεία και ανάπτυξη του κινήματος μας στη μεταβαρκιζιανή περίοδο. Τα λάθη αυτά τα είδε, τα αναγνώρισε και τα κριτικάρισε ανοιχτά η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ.

Θα σταθώ και ’δώ στα κυριότερα απ’ αυτά, κυρίως σε ’κείνα που βαρύνουν πρώτ’ απ’ όλα και κυρίως εμένα προσωπικά:

Πρώτο: Στα 1945, ύστερα απ’ τη Βάρκιζα, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την ενότητα μέσα στο ΕΑΜικό στρατόπεδο κάναμε ένα σοβαρό, θεμελιακό αρχικό λάθος (λάθος αρχής). Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στην 1η του Ιούνη του 1945 με απόφασή του δήλωσε ότι, αν η δημοκρατική πλειοψηφία αποφάσιζε εισβολή του ελληνικού στρατού στη Βόρεια Ήπειρο, το ΚΚΕ θα διατύπωνε τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχούσε. Δηλαδή θα έπαιρνε θέση υπέρ της κατάληψης της Βόρειας Ηπείρου. Αυτό είναι το τερατώδικο λάθος. Αποτέλεσε συνέχεια και προέκταση της εθνικιστικής κληρονομιάς απ’ την πρώτη Κατοχή. Και στην ουσία εκφράζει την υποχώρηση, υποχώρηση απαράδεχτη για ένα ΚΚ μπροστά στην πίεση του αστικού εθνικισμού, των μικροαστών συνοδοιπόρων μας, μπροστά στην πίεση του ταξικού εχθρού. Με τη θέση μας εκείνη εμείς ουσιαστικά υποβοηθούσαμε την κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου που τότε σχεδίαζε και οργάνωνε ο μοναρχοφασισμός κάτω απ’ την καθοδήγηση των Εγγλέζων, σαν απαρχή για την κατάληψη ολόκληρης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας. Με τη θέση μας εκείνη εμείς βοηθούσαμε το μοναρχοφασισμό να εξαπατήσει το λαό, να αποσπάσει την προσοχή του προς τις εξωτερικές τυχοδιωκτικές περιπέτειες, τόνε βοηθούσαμε να προχωρήσει κάτω από καλύτερες προϋποθέσεις στην εξοντωτική ενάντια στο λαϊκό κίνημα εσωτερική πολιτική του. Δεν κινητοποιούσαμε, μα αφοπλίζαμε την παράταξή μας μπροστά στην επερχόμενη καινούργια ένοπλη σύγκρουση. Νομίζοντας ότι προφυλάσσουμε τη λαϊκή, την ΕΑΜική ενότητα, υποχωρώντας μπροστά στην εθνικιστική πίεση των συνοδοιπόρων μας, ουσιαστικά εξασθενίζαμε, υποσκάπταμε την ενότητα αυτή γιατί εμείς οι ίδιοι προσφέραμε βάση, ανοίγαμε χαραμάδα για την εχθρική επιρροή μέσα στις ίδιες μας τις γραμμές. Είναι φανερό ότι, αν οι σύμμαχοί μας επέμεναν να πάρουμε θέση υπέρ της κατάληψης της Βόρειας Ηπείρου και δεν κατορθώναμε να τους μεταπείσουμε, θα ’πρεπε να φτάσουμε ως τη διάσπαση του ΕΑΜ και να μην κάνουμε το τερατώδικο αυτό λάθος.

Γεγονός είναι ότι το Κόμμα μας και ανοιχτά και ουσιαστικά, με όλη του την πολιτική και δράση διόρθωσε και ξέπλυνε γρήγορα το αίσχος εκείνο και με το ότι το φθινόπωρο του 1945, ξεσκεπάζοντας τις άμεσες αγγλομοναρχοφασιστικές προετοιμασίες για εισβολή στην Αλβανία, ουσιαστικά ματαίωσε την απόπειρα για κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου. Όμως το λάθος έγινε και πάνω στο λάθος αυτό πρέπει να διαπαιδαγωγήσουμε ολόκληρο το Κόμμα. Το ως το τέλος ξεπέρασμα του λάθους αυτού, που αποτέλεσε συνέχεια και επίδραση απ’ την αρνητική, τη σοβινιστική πλευρά της ένδοξης ΕΑΜικής κληρονομιάς, είναι σήμερα τόσο πιο αναγκαίο γιατί και μέσα στις γραμμές μας και μέσα στην παράταξή μας, στους συμμάχους και συνοδοιπόρους έχουμε εθνικιστικές αναβιώσεις και υποτροπές που σπέρνουν τη σύγχυση, εξασθενούντο λαϊκο-δημοκρατικό στρατόπεδο και βοηθούν τον εχθρό. Τις τέτοιες εκδηλώσεις, όπως, λ.χ., η παρουσίαση στη Βουλή απ’ το στρατηγό Νεόκοσμο Γρηγοριάδη σαν τίτλο τιμής του ότι στα 1918 πολέμησε σα μισθοφόρος του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού στην Ουκρανία ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία, πρέπει να τις αποκηρύξουμε, να τις καταγγείλουμε στο λαό και να τις καταδικάσουμε αποφασιστικά. Όταν ο στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης παρουσιάζεται με τέτοιους τίτλους και με τέτοια θέση, τότε είναι εχθρός της δημοκρατίας, εχθρός της Ελλάδας και εχθρός του λαού. Με τέτοιους το ΚΚΕ δεν μπορεί να συνεργαστεί. Αύριο ο στρατηγός Γρηγοριάδης, σα μισθοφόρος των Αμερικανών τώρα, ίσως θελήσει να δρέψει νέους παρόμοιους ατιμωτικούς τίτλους στον πόλεμο που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ετοιμάζει ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Πρέπει όμως εδώ να πούμε ότι και μεις με τις υποχωρήσεις μας και τον επηρεασμό μας απ’ την εθνικιστική πίεση δε βοηθούσαμε τους συμμάχους μας να στέκονται στο σωστό δρόμο. Να και ένα άλλο σχετικό παράδειγμα που δεν είναι λιγότερο εξωφρενικό και τερατώδικο απ’ το λάθος στο Βορειοηπειρωτικό: Να τι ιδέες αναπτύσσει ο σ. Παρτσαλίδης στο ίδιο άρθρο του για τα «Πεντάχρονα του ΕΑΜ» που ανάφερα πιο πάνω:

«Δε θα ’τανε καλύτερα να μας αδειάζανε τη γωνιά οι Άγγλοι για να μη δημιουργούμε παρεξηγήσεις; Μήπως η Ελλάδα, αν, χωρίς να δώσει αφορμή, δεχτεί επίθεση (εννοεί τη Βουλγαρία, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία που είχαν λαϊκά καθεστώτα. Ν. Ζ.), ευκολότερη και αποτελεσματικότερη δε θα ’ναι η υπεράσπισή της;»

«Σε μια τέτοια περίπτωση και οι κομμουνιστές, και να θέλουν να βλάψουν την Ελλάδα, δε θα μπορούν να το κάνουν γιατί τότε κανείς δε θα τους ακούσει»

«Μήπως ο μοναρχοφασισμός στην εξουσία, γνωστός στην ιστορία με την παράδοση οχυρών και ολόκληρων σωμάτων στρατού στους Γερμανοβουλγάρους, ανοίγει την όρεξη πάλι των γειτόνων μας (που είναι τώρα λαϊκά καθεστώτα. Ν. Ζ.) κατά της Ελλάδας;»

«Μήπως ένας στρατός σαν το δικό μας (με το δικό μας εννοεί το μοναρχο- φασιστικό στρατό, τη στιγμή που ο ΔΣΕ δρούσε κιόλας στα βουνά. Ν. Ζ.), που κάθε άλλο παρά αξιόμαχος μπορεί να θεωρηθεί…, ενθαρρύνει τις κατακτητικές εναντίον της Ελλάδας βλέψεις;»

Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο το ότι στο ΕΑΜ είχαμε τέτοια εθνικιστική θολούρα και τόσο μεγαλοελλαδίτικο σοβινισμό αφού ο κύριος εκπρόσωπος του ΚΚΕ στο ΕΑΜ ήταν φορέας τέτοιων απόψεων, που πρέπει να το πούμε εδώ ότι βρισκόντουσαν και τότε σε διάσταση με την κομματική πολιτική και γραμμή.

Έτσι είναι πεντακάθαρο ότι το ξεπέρασμα, η υπερνίκηση και η καταπολέμηση των εθνικιστικών παρεκκλίσεων, του πνεύματος και της επίδρασης του αστικού εθνικισμού είναι βασική προϋπόθεση για την επαναστατική συσπείρωση των λαϊκο-δημοκρατικών δυνάμεων, για την αποφασιστική και νικηφόρα αντιπαράθεση με τον ταξικό εχθρό.

Δεύτερο: Ένα άλλο σοβαρό λάθος, ταχτικής αυτό, στη μεταβαρκιζιανή περίοδο ήταν η αποχή μας απ’ τις εκλογές της 31 του Μάρτη 1946. Αποφασίζοντας την αποχή πιστεύαμε ότι αφαιρούμε απ’ τους Εγγλέζους το προσωπείο και τη δυνατότητα -μια και όλες οι προετοιμασίες που έκαναν έπειθαν ότι τις εκλογές οπωσδήποτε θα τις πάρουν- να παρουσιάσουν την Ελλάδα σαν τακτοποιημένη και ειρηνεμένη δυτικοευρωπαϊκά χώρα ύστερα από λαϊκή, κοινοβουλευτική ετυμηγορία. Πιστεύαμε ότι, αν παίρναμε μέρος στις εκλογές, θα καλλιεργούσαμε τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες στις μάζες τη στιγμή που ξέραμε ότι οι Άγγλοι και οι μοναρχοφασίστες θα χρησιμοποιούσαν τα εκλογικά αποτελέσματα για να δυναμώσουν την τρομοκρατική επίθεση ενάντια στο λαό. Πιστεύαμε ότι με την αποχή αφαιρούμε αυτήν τη δυνατότητα απ’ τον εχθρό και προετοιμάζουμε καλύτερα το λαό για τη νέα ένοπλη αντιπαράθεση.

Το λάθος μας αυτό είχε τις ρίζες του στην οπορτουνιστική αντίληψη ότι μέσα στις συνθήκες της αγγλικής κατοχής και της κυριαρχίας της πλουτοκρατίας θα ’ταν δυνατή μια κοινοβουλευτική υπέρ του λαού λύση για το εσωτερικό μας πρόβλημα. Εμείς κηρύξαμε αποχή γιατί οι Άγγλοι απόκλειαν τη δυνατότητα αυτή. Ενώ αν παίρναμε μέρος στις εκλογές χωρίς τις αυταπάτες αυτές και χρησιμοποιούσαμε τις πρόσθετες δυνατότητες που θα μας πρόσφερε το κοινοβουλευτικό βήμα και η δράση των βουλευτών μας για να ξεσκεπάσουμε πιο πολύ τους Άγγλους και το μοναρχοφασισμό, για να απομονώσουμε πιο αποτελεσματικά το δημοκρατικό «Κέντρο», για να ξεριζώσουμε μέσα απ’ τη ζωή και τη δράση της Βουλής -με την αναπόφευκτη χρεοκοπία της- τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες απ’ τα πιο πλατιά λαϊκά στρώματα, θα ’χαμε πιο αποτελεσματική και ολόπλευρη προετοιμασία για το νέο ένοπλο αγώνα. Η αποχή από τις εκλογές είχε αναμφισβήτητα αρνητικά αποτελέσματα και επίδραση στην όλη δουλειά και προετοιμασία μας και γι’ αυτό ήταν ένα σοβαρό λάθος. Η αναγνώριση και το ξεσκέπασμα αυτού του λάθους έχει σήμερα άμεση πολιτική σημασία και, ειδικά στις συνθήκες τώρα της βαθιάς παρανομίας που δουλεύει το Κόμμα μας, είναι ένα δίδαγμα για το πώς πρέπει να χρησιμοποιούμε για τη διαφώτιση και οργάνωση του λαού, για την οργάνωση και καθοδήγηση των αγώνων του, όλες τις νόμιμες δυνατότητες.

Αναγνωρίζοντας και καταδικάζοντας το λάθος της αποχής, πρέπει να αποκρούσουμε την προσπάθεια που κάνει ο σ. Παρτσαλίδης να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυτό για αντικομματικό λαθρεμπόριο. Πάει, πρώτα, από λάθος ταχτικής να το αναγάγει σε βασικό, θεμελιακό λάθος. Δεύτερο, να εξογκώσει την επίδρασή του στην εξέλιξη του αγώνα μας και να πει ακόμα ότι το λάθος αυτό μας έσπρωξε να επιταχύνουμε τον ένοπλο αγώνα. Κάνει έτσι μια σκόπιμη διαστρέβλωση, γιατί η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το Φλεβάρη του 1946, καταλήγοντας στην απόφαση για τη νέα ένοπλη πάλη, στηρίχτηκε αποκλειστικά σχεδόν στην ανάλυση και μελέτη των αντικειμενικών δοσμένων για το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων εσωτερικά και για τη διεθνή και βαλκανική κατάσταση διεθνώς. Πιο λεπτομερής ανάλυση για το σημείο αυτό γίνεται στο επόμενο κεφάλαιο «Ο καινούργιος ένοπλος αγώνας». Εδώ μπορεί να ειπωθεί ότι στην εποχή της 2ης Ολομέλειας ο συσχετισμός των δυνάμεων στην εργατική τάξη και τα συνδικάτα, στους ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους και τις οργανώσεις τους, στους επαγγελματοβιοτέχνες, στη φτωχομεσαία αγροτιά, στους πρόσφυγες και γενικά τη φτωχολογιά των πόλεων ήταν τέτοιος που καθαρά έδειχνε ότι η πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού είναι με το μέρος μας. Δίνοντας, μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση, τόση σημασία στην αποχή απ’ τις εκλογές, ο σ. Παρτσαλίδης αποκαλύπτει μόνο τις νομιμόφρονες δικές του κλίσεις και προτιμήσεις που αναμφισβήτητα είχε και εκδήλωνε.

Η αποχή απ’ τις εκλογές ήταν επεισοδιακό γεγονός δευτερεύουσας σημασίας. Ο Παρτσαλίδης θέλει να παρουσιάσει τα πράγματα έτσι που να βγαίνει ότι η αποχή απ’ τις εκλογές ήταν προκαθορισμένη και αμετάβλητη, εξαρχής παρμένη απόφαση του ΠΓ. Ούτε αυτό είναι σωστό. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ζητούσαν τις εκλογές και απόφαση είχαν να πάρουν μέρος στις εκλογές κάτω από ελάχιστες προϋποθέσεις ελευθερίας. Γι’ αυτές τις προϋποθέσεις πάλευαν μαζικά και μέχρι την τελευταία στιγμή ζητούσαν αναβολή των εκλογών.

Ο σ. Παρτσαλίδης παριστάνει τον εαυτό του σαν άνθρωπο που τσακίστηκε για να μη γίνει το λάθος της αποχής. Ούτε αυτό είναι σωστό. Εμείς, παλεύοντας για λεύτερες εκλογές από πολλούς μήνες πριν διενεργηθούν, σαμποτάραμε την ψεύτικη αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων και ζητούσαμε εγγυημένη αναθεώρηση. Ο σ. Παρτσαλίδης ποτέ δεν είχε αντίρρηση γι’ αυτήν την ταχτική που προκαθόριζε αποχή αν δε γινόταν σωστή αναθεώρηση, μια και δεν αφήσαμε να εγγραφούν στους καταλόγους πολλές δεκάδες χιλιάδες οπαδών μας, αν όχι περισσότερους. Όταν ο σ. Παρτσαλίδης γύρισε με την ΕΑΜική αντιπροσωπία απ’ το εξωτερικό λίγες μέρες ύστερα απ’ τη 2η Ολομέλεια και ζήτησε να αναθεωρηθεί η γραμμή που καθόριζε και η Ολομέλεια για τις εκλογές, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ πήρε μια απόφαση που ήταν η μόνη σωστή για τις μέρες εκείνες. Βρισκόμασταν στις παραμονές των εκλογών. Εμείς είχαμε σαμποτάρει την αναθεώρηση των καταλόγων. Υπέρ της αποχής ήταν όλη η δημοκρατική Αριστερά και ένα μεγάλο μέρος του «Κέντρου». Η απόφαση αυτή έλεγε: Να πάρουμε μέρος στις εκλογές με ένα μονάχα υποψήφιο κατά εκλογική περιφέρεια. Έτσι και όλους τους ψήφους μας θα εξασφαλίζαμε και θα ‘χαμέ έτσι και ένα γενικό κριτήριο- και 40-45 βουλευτές θα βγάζαμε- και τη νομιμότητα των εκλογών δε θ’ αναγνωρίζαμε. Επαναλαμβάνω, για τη στιγμή εκείνη η απόφαση αυτή του ΠΓ ήταν η μόνη πολιτικά σωστή στις ελληνικές συνθήκες. Η απόφαση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε γιατί ο σ. Παρτσαλίδης, σα ΓΓ του ΕΑΜ, δεν μπόρεσε την απόφαση αυτή να την περάσει στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, γιατί, κυρίως, δεν ήταν σε θέση να συμβιβάσει τις εκλογικές φιλοδοξίες των διαφόρων κομμάτων του ΕΑΜ. Το ΚΚΕ τέτοιες φιλοδοξίες δεν είχε.

Έτσι έχουν ορισμένες λεπτομέρειες του λάθους της αποχής. Και για να τελειώνουμε με το ζήτημα αυτό: Ο τυχοδιώκτης Καραγιώργης ισχυρίστηκε ότι στις εκλογές του 1946 θα μπορούσαμε να πάρουμε και την πλειοψηφία ακόμα, αφού στα 1950 είχαμε τόση επιτυχία στις πόλεις. Ο υπολογισμός αυτός είναι το λιγότερο κομπογιαννίτικος. Τότε Άγγλοι και Αντίδραση ετοίμαζαν μεγαλειώδη καλπιά γιατί μας φοβόντουσαν και εκλογικά, αφού ξέραν ότι με λίγο λεύτερες εκλογές θα ερχόμασταν καβάλα. Μην ξεχνάμε ότι οι περίφημοι παρατηρητές του ΟΗΕ μας δώσαν σαν «αποχή» μόνο 9,3 % απ’ το σύνολο των ψήφων. Αυτό είναι ένα μέτρο της καλπιάς. Στις εκλογές του 1950 η Αντίδραση, ύστερα απ’ το «θρίαμβο» στο Βίτσι-Γράμμο, πήγαινε λίγο ξένοιαστη. Και ο λαός την ξάφνιασε. Όμως ξάφνιασε όχι λίγους και απ’ το δικό μας κόσμο. Μην ξεχνάμε ακόμα ότι το τετράχρονο και ο «θρίαμβος» του μοναρχοφασισμού μαζί με την αμερικανοκρατία άνοιξε τα μάτια και σε πολλούς που στα 1946 ακόμα δε βλέπαν.

Τρίτο: Σοβαρό λάθος στη δουλειά της καθοδήγησης του Κόμματος στη μεταβαρκιζιανή περίοδο είναι το ότι δεν προετοίμασε πιο μελετημένα, συστηματικά, ολόπλευρα οργανωτικά, τεχνικά -και απ’ την πλευρά της προετοιμασίας των πόλεων, της τοποθέτησης των κατάλληλων στελεχών-το νέο ένοπλο αγώνα, υπερνικώντας και τις δυσκολίες που αναμφισβήτητα δημιουργούσε η παρουσία του Γ, Σιάντου στο ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Αυτό είχε σοβαρή αρνητική επίδραση στην όλη κατοπινή εξέλιξη του αγώνα αυτού. Φυσικά πολλές παραλείψεις -όπως η αποστολή που δώσαμε στις πόλεις που ήταν ταυτόσημη με την αποστολή που είχαν στην πρώτη Κατοχή, ενώ τώρα οι συνθήκες ήταν διαφορετικές-τις είδαμε κατοπινά στην πορεία του αγώνα. Όμως τα συμπεράσματα που πρέπει να βγάλουμε σήμερα απ’ την κριτική εξέταση και ανάλυση των λαθών μας θα μας χρειαστούν και τώρα, μα και για τους επερχόμενους αποφασιστικούς αγώνες.

Μιλώντας εδώ για τα λάθη και τις ελλείψεις που παρουσιάσαμε στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, πρέπει να σταθώ και σ’ ένα άλλο ζήτημα που στην 7η Ολομέλεια το έπιασε ο σ. Παρτσαλίδης για να κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη ότι εφαρμόζει αντισοβιετική γραμμή και ακολουθεί το δρόμο του Τίτο. Πρόκειται για το παρακάτω: Στην εισήγησή μου στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούνης του 1945) υπάρχουν τα εξής δύο σημεία:

Πρώτον: «Εφόσον υπάρχει αγγλική αυτοκρατορία, θα υπάρχει η αρτηρία αυτή (η μεσογειακή συγκοινωνιακή αρτηρία. Ν. Ζ.) και η Αγγλία θα κάνει όσα περνάν απ’ τα χέρια της για να την κρατά… Γιατί αυτή αποτελεί τη στήλη για το παγκόσμιο οικοδόμημά της. Πάνω στον ένα σπόνδυλο καθόμαστε εμείς. Αν της τον αφαιρέσουμε, γκρεμίζεται όλο το οικοδόμημα.»

Το δεύτερο σημείο είναι τούτο ’δώ:

«Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα, όπως διαμορφώθηκε η κατάσταση και η θέση της Ελλάδας σ’ αυτή, μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ότι μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική από μέρους του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ θα πρεπε να κινηθεί ανάμεσα σε δύο κύριους πόλους: Τον ευρωπαϊκό-βαλκανικό με κέντρο τη Σοβιετική Ρωσία και το μεσογειακό με κέντρο την Αγγλία. Σωστή εξωτερική πολιτική θα ’τανε ’κείνη που θ’ αποτελούσε έναν ελληνικό άξονα που θα σύνδεε αυτούς τους δύο πόλους. Και αυτό, από την πλευρά πάντα που εν- διέφερε τα ελληνικά συμφέροντα, διατηρώντας ένα είδος ισορροπίας ανάμεσα τους, με την κεντρική πάντα σκέψη ότι το στήριγμα στον προς Βορρά πόλο θα ’πρεπε να αποσκοπεί στο να αντισταθμίζει και να αμβλύνει τις αιχμές που κρατά στην Ελλάδα ο νότιος. Θα ’ταν σαν ένα αντίρροπο για να λύνονται και να κανονίζονται προς το συμφέρον του λαού πολλά από τα κοινωνικά κυρίως προβλήματα -στην πρώτη γραμμή αυτά που σχετίζονται με τα εξωτερικά μας χρέη, το διεθνή οικονομικό έλεγχο, τ’ αποικιακά προνόμια που ’χαν εγγλέζικες εταιρίες στην Ελλάδα και άλλα παρόμοια που βαραίνουν τις αγγλοελληνικές σχέσεις. Αυτά από τη μια μεριά. Και από την άλλη, για να στερεώνονται οι θέσεις και τα σύνορά μας προς Βορρά. Μια τέτοια πολιτική θα πατούσε στέρεα στο έδαφος της ελληνικής πραγματικότητας και ήτανε και είναι σωστή.»

Αυτά είναι τα δύο κομμάτια, παρμένα και τα δύο απ’ το βιβλίο Δέκα χρόνια αγώνες. 1935-1945(έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1945, σελ. 273.) Στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Μάης 1950) ο σ. Παρτσαλίδης στηρίχθηκε στα δύο αυτά μέρη και αλλού μασημένα και δισταχτικά και αλλού πιο καθαρά-ποτέ όμως με θάρρος και σαφήνεια- ανάπτυξε τους δύο παρακάτω ισχυρισμούς του:

Πρώτο: Ο Ζαχαριάδης ουσιαστικά θεωρητικά πάει να θεμελιώσει τη θέση ότι στην Ελλάδα δεν μπορεί να νικήσει η λαϊκή επανάσταση γιατί γι’ αυτό πρέπει να γκρεμιστεί ολόκληρη η Βρετανική Αυτοκρατορία, πράγμα που εμείς μόνοι δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε. Κατά συνέπεια, η λαϊκή επανάσταση στην Ελλάδα δεν μπορεί να νικήσει μόνη της. Τότε, προσθέτει ο Παρτσαλίδης, γιατί διαγράψατε στην 5η Ολομέλεια τον Βαφειάδη για συνθηκολόγο και οπορτουνιστή, αφού και ο Ζαχαριάδης ουσιαστικά λέει το ίδιο;

Δεύτερο: Με την άλλη θέση του για τους δύο πόλους, ο Ζαχαριάδης κηρύττει μια ισότιμη ελληνική εξωτερική πολιτική για το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, και απέναντι στην ΕΣΣΔ και απέναντι στην Αγγλία. Με μια τέτοια θέση, ο Ζαχαριάδης μπορούσε να στηριχτεί στην Αγγλία κατά της ΕΣΣΔ. Κάτι τέτοιο έκανε και κάνει και ο Τίτο.

Στην πλατφόρμα που ο Παρτσαλίδης ανάπτυξε και υποστήριξε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ είναι, ανάμεσα στ’ άλλα, και τα δύο πιο πάνω σημεία.

Δίνω παρακάτω το κομμάτι απ’ το κλείσιμό μου στην 7η Ολομέλεια, που αναφέρεται στα δύο πιο πάνω ζητήματα (παραθέτω απ’ τα πρακτικά της Ολομέλειας):

«Στην προσπάθειά του για αναθεώρηση της γραμμής του Κόμματος, ο Παρτσαλίδης πήγε να στηριχθεί στη θεωρία των δύο πόλων και του σπονδύλου. Μια και, για να ελευθερώσουμε την Ελλάδα, πρέπει να συντρίψουμε ολόκληρη τη Βρετανική Αυτοκρατορία και αυτό εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι μόνοι μας δεν μπορούμε ν’ απελευθερωθούμε.

Έτσι, λέει ο Παρτσαλίδης, αποκρυσταλλώνεται το βασικό συμπέρασμα της θεωρίας των δύο πόλων. Και συνεχίζει: Αυτό πάνω-κάτω έλεγε και ο Βαφειάδης, ότι, δηλαδή, χωρίς εξωτερική ένοπλη βοήθεια δεν μπορούμε να νικήσουμε το μοναρχοφασισμό. Κατά συνέπεια, τι τον καταδικάζετε; Είναι, λέει, το ίδιο η άρνηση της δυνατότητας της νίκης της επανάστασης στην Ελλάδα χωρίς ξένη στρατιωτική επέμβαση και η θέση του Ζαχαριάδη στη 12η Ολομέλεια, μια και έχουμε ν’ ανατρέψουμε ολόκληρη τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Παρά το γεγονός ότι η θέση μου στη 12η Ολομέλεια δεν είναι καθαρή και προκαλεί συγχύσεις, η γνώμη μου είναι ότι το συμπέρασμα του Παρτσαλίδη βασικά είναι λαθεμένο και αυθαίρετο. Πρώτ’ απ’ όλα, διαστρεβλώνει τα κείμενα. Και μετά, πάνω στη διαστρέβλωση αυτή χτίζει τη “θεωρία” του. Θα προσπαθήσω να σας το αποδείξω. Γράφει ότι ο Ζαχαριάδης με την εισήγησή του στη 12η Ολομέλεια βάζει τη θέση “πως η Ελλάδα για την περιφρούρησή της από τα νότια θα στηριχθεί στην ΕΣΣΔ και τις Λαϊκές Δημοκρατίες και για την περιφρούρησή της από τα βόρεια στην Αγγλία”. Αυτή είναι η διατύπωση του Παρτσαλίδη. Έτσι, κατά τον Παρτσαλίδη, αυτήν τη γενική εξωτερική πολιτική για το ΚΚΕ καθορίζει ο Ζαχαριάδης στη 12η Ολομέλεια. Και έτσι βρίσκει ολοκλήρωση ότι, όπως ο Ζαχαριάδης αντιπαραθέτει το ΚΚΕ στο ΚΚΣΕ (μπ.), έτσι αντιπαραθέτει και την Ελλάδα στη Σοβιετική Ένωση. Βασικό, θεμελιακό και αυτό το ζήτημα. Και πρώτ’ απ’ όλα μια παρατήρηση ήθελα να κάνω: Ένδειξη ελάχιστου σεβασμού θα ’ταν η υποχρέωση να παραθέσει τα κείμενα και, εφόσον δεν τα είχε, να διευκρινίσει ότι παραθέτει από μνήμη. (Ο Παρτσαλίδης διακόπτει και λέει ότι αυτό ήταν φανερό.) Δεν είναι καθόλου φανερό, σύντροφε. Λες ότι ο Ζαχαριάδης είπε αυτό και δεν ξεκαθαρίζεις ότι δεν είσαι βέβαιος αν το θυμάσαι καλά. Έτσι κάνει όποιος συζητά και ερευνά καλόπιστα. Αυτήν τη στοιχειώδικη υποχρέωση έχει όποιος δεν παρασέρνεται απ’ το φανατισμό του.

Εγώ τώρα θα σας διαβάσω το αυθεντικό κείμενο απ’ την εισήγησή μου στη 12η Ολομέλεια. Να τι λέει: Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα, όπως διαμορφώθηκε η κατάσταση και η θέση της Ελλάδας σ’ αυτή, μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ότι μια ρεαλιστική εξωτερική πολιτική από μέρους του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ θα ’πρεπε να κινηθεί ανάμεσα σε δύο κύριους πόλους: Τον ευρωπαϊκό-βαλκανικό με κέντρο τη Σοβιετική Ρωσία, και το μεσογειακό με κέντρο την Αγγλία. Σωστή εξωτερική πολιτική θα ’τανε ’κείνη που θ’ αποτελούσε έναν ελληνικό άξονα που θα σύνδεε αυτούς τους δύο πόλους. Και αυτό πάντα απ’ την πλευρά που ενδιέφερε τα ελληνικά συμφέροντα, διατηρώντας ένα είδος ισορροπίας ανάμεσά τους, με την κεντρική πάντα σκέψη ότι το στήριγμα στον προς Βορρά πόλο θα ’πρεπε ν’ αποσκοπεί στο να αντισταθμίζει και να αμβλύνει τις αιχμές που κρατά στην Ελλάδα ο νότιος. Θα ’ταν σαν ένα αντίρροπο για να λύνονται και να κανονίζονται προς το συμφέρον του λαού πολλά από τα κοινωνικά κυρίως προβλήματα -στην πρώτη γραμμή αυτά που σχετίζονται με τα εξωτερικά μας χρέη, το διεθνή οικονομικό έλεγχο, τα αποικιακά προνόμια που ’χαν οι εγγλέζικες εταιρίες στην Ελλάδα και άλλα παρόμοια που βαραίνουν τις αγγλοελληνικές σχέσεις. Αυτό από τη μια μεριά. Και από την άλλη, για να στεριώνονται οι θέσεις και τα σύνορά μας προς Βορρά. Μια τέτοια πολιτική θα πατούσε στέρεα στο έδαφος της ελληνικής πραγματικότητας και είναι πραγματοποιήσιμη.” Αυτό λέει το κείμενο. Ότι υπάρχει κάποια σύγχυση εδώ μέσα δεν υπάρχει αμφιβολία καμιά. Πρέπει ακόμα να επαναλάβω εδώ ότι για λόγους της στιγμής (δεν είχε τελειώσει ακόμα ο πόλεμος) και για λόγους ΕΑΜικούς, η εισήγησή μου στη 12η Ολομέλεια δε δημοσιεύτηκε όπως ειπώθηκε. Ειδικά στο κεφάλαιο για την Αγγλία η θέση ήταν καθαρή. Απ’ την επιδίωξη μετά να μη δημοσιευτούν όλα αυτά όπως ειπώθηκαν, εξηγείται ως ένα σημείο και η κάποια σύγχυση στο κείμενο που δημοσιεύτηκε. Το συμπέρασμα, όμως, που θέλει να βγάλει ο Παρτσαλίδης απ’ αυτό είναι αναποδογύρισμα, είναι τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά και προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, που ξεκινά απ’ τη διαστρέβλωση της θέσης όπως δόθηκε στο γράμμα του.

Πρώτα-πρώτα καθαρό είναι ότι μιλά για την ΠΕΕΑ και το ΕΑΜ και την πολιτική εκείνης της εποχής, “μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου”. Τι κάναμε εμείς εκείνη την εποχή; Όχι μόνο αγνοούσαμε ολότελα τον προς Βορρά πόλο, αλλά ήμασταν απόλυτα δεμένοι και σερνόμασταν από τη μύτη από τον προς Νότο πόλο. Ήμασταν υποταγμένοι απόλυτα σ’ αυτόν. Η προσπάθεια στη 12η Ολομέλεια γίνεται για τη δημιουργία μιας αντιπαράθεσης και αποξένωσης της Αγγλίας με τη δημιουργία στην πολιτική μας ενός άλλου πόλου. Εμείς είχαμε υποταγεί στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Εξυπηρετούσαμε μόνο τους Άγγλους για την Αφρική, όπου είχαν μεγάλες σφίξεις. Όλο αυτούς εξυπηρετούσαμε. Και δεν καταλαβαίναμε ότι έτσι όχι μόνο υποβοηθούσαμε τους σκοπούς του Τσόρτσιλ που ήθελε να κάνει απόβαση όχι στη Γαλλία, μα στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, μα προετοιμάζαμε έτσι κατά τον πιο αρνητικό για μας τρόπο και τη σύγκρουση με την Αγγλία, το Δεκέμβρη του 1944.»

Κάνω εδώ μια διακοπή από την παράθεση για ν’ αναφέρω ότι το σύνθημα που ουσιαστικά κυριαρχούσε τότε στην καθοδήγηση του ΚΚΕ ήταν τούτο: «Με τους Άγγλους δεν μπορούμε, ούτε και πρέπει να πολεμήσουμε». Συνεχίζω την παράθεση απ’ την 7η Ολομέλεια:

«Στη 12η Ολομέλεια έκανα προσπάθεια να θεμελιώσω για το ΚΚΕ μια λαϊκή, αντιαγγλική πολιτική, που δεν την είχε όχι μόνο στο διάστημα της χιτλερικής κατοχής, μα ούτε και μέσα στο Δεκέμβρη, ούτε και μετά τη Βάρκιζα. Η νοθευση της επιβεβλημένης για το ΚΚΕ αντιαγγλικής, αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής είχε αρχίσει απ’ τα 1937. Στη 12η Ολομέλεια έγινε προσπάθεια να θεμελιωθεί πάλι η αντιαγγλική πολιτική. Στη 12η Ολομέλεια μπήκε η αρχή. Και παρά τις σχετικές συγχύσεις, ούτε ο Παρτσαλίδης μπορεί ν’ αρνιέται τώρα ότι η αρχή βασικά ήταν σωστή και άνοιξε το δρόμο για τη γρήγορη ολοκλήρωση της αντιιμπεριαλιστικής, αντιαγγλικής τότε κυρίως πολιτικής μας.

Μην ξεχνάμε ακόμη ότι στην τέτοια θεμελίωση της μεσογειακής πολιτικής μας κυριαρχούσε το γεγονός ότι στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου η συμμαχία της ΕΣΣΔ με την Αγγλία και την Αμερική καθορίζει και αυτή το χαρακτήρα ολόκληρου αυτού του πολέμου.

Μην ξεχνάμε ακόμα και τούτο το γεγονός: Ότι, μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, προς Βορρά είχαμε τη φασιστική Βουλγαρία που είχε καταλάβει τη Βόρεια Ελλάδα και που ενάντιά της εμείς κάναμε πόλεμο. Πώς ξεφεύγει τώρα απ’ αυτήν την πραγματικότητα ο Παρτσαλίδης και με τέτοια διαστρέβλωση να βάζει ότι η εξωτερική πολιτική του Ζαχαριάδη είναι να στηρίζεται στο Νότο στην Αγγλία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση; Ο σ. Παρτσαλίδης γενικεύει τη θέση σα γενική θέση του ΚΚΕ, ενώ εκεί αναφέρεται μόνο το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ. Και ενώ κάνει τέτοια παραποίηση, ξεχνά να πει ότι αν δεν αγνοούσαμε τότε τη Σοβιετική Ένωση, ότι αν είχαμε εμείς τότε επαφή με τη Σοβιετική Ένωση και δεν πουλούσαμε την ΠΕΕΑ στους Εγγλέζους, θα σώζαμε τότε την Ελλάδα.

Παρασιωπά το γεγονός ότι τότε ήμασταν απόλυτα δεμένοι στον αγγλικό πόλο και βγάζει το συμπέρασμα ότι ο Ζαχαριάδης στρέφει την Ελλάδα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και ότι έτσι θα στηριχτεί η Ελλάδα στους ιμπεριαλιστές ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, αυτό, δηλαδή, που θέλουν και κάνουν σήμερα οι Αμερικανοί. Τι κάνουν οι Αμερικανοί; Ακριβώς στρέφουν την Ελλάδα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Αυτά τα συμπεράσματα βγαίνουν στη λογική τους συνέπεια απ’ τις γνώμες του Παρτσαλίδη.

Στο σημείο που εξετάζεται τώρα πρέπει να ’χουμε υπόψη μας και τούτο το στοιχείο: Τη συγκεκριμένη τότε -τον Ιούνη του 1945- κατάσταση. Κάνει σοβαρό λάθος ο Παρτσαλίδης όταν, εξετάζοντας ένα ντοκουμέντο, κάνει αφαίρεση απ’ τη συγκεκριμένη τότε στιγμή.

Τι κατάσταση είχαμε τότε; Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Στη Γαλλία, στην Ιταλία κλπ. είχαμε κυβερνήσεις με συμμετοχή των κομμουνιστών. Υπήρχε ακόμα η συμμαχία, ο αντιφασιστικός συνασπισμός. Μέσα σ’ αυτές τις διεθνείς συνθήκες, στην Ελλάδα εμείς κάναμε αυτήν την προσπάθεια. Η βασική προσπάθεια ήτανε να τεθεί στο ΚΚΕ και στο λαό όλο το πρόβλημα της Αγγλίας ξανά και ν’ αρχίσουμε ξανά τον αγώνα ενάντια στην Αγγλία. Να ξεσκεπαστεί στο λαό η Αγγλία, ν’ αποδειχτεί ότι, ενώ εμείς κάνουμε όλα για να πετύχουμε μια ισότιμη δημοκρατική συνεννόηση μαζί της, που το έβαζε και η Γιάλτα και όλος ο κόσμος τότε, η Αγγλία εφάρμοζε καθεστώς στρατιωτικής κατοχής στην Ελλάδα και έσπρωχνε τα πράγματα προς τον εμφύλιο πόλεμο. Εξαιρετική ήταν και η διεθνής σημασία του τέτοιου ξεσκεπάσματος της αγγλοσαξονικής πολιτικής τότε. Λαθεμένη δεν ήταν η τέτοια προσπάθεια, παρ’ όλες τις συγχύσεις που μπορεί να είχαμε -θέλαμε τότε να μπούμε και μεις με το ΕΑΜ στην κυβέρνηση. Θέλαμε να εφαρμοστεί η Γιάλτα στην Ελλάδα, που σαμποτάριζε η Αγγλία. Ξεσκεπάζαμε έτσι αδιάκοπα την Αγγλία. Την ξεσκεπάζαμε βήμα προς βήμα. Καθημερινά και ακούραστα. Και σ’ αυτό πετύχαμε. Αυτό ήταν το νόημα της πολιτικής μας τότε. Και στην πολιτική αυτή βασικά πετύχαμε γιατί και το λαό τον κερδίσαμε ενάντια στην Αγγλία και την ξεσκεπάσαμε σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό δεν το βλέπει ο Παρτσαλίδης. Όμως δεν μπορούμε από μια ασάφεια να πιανόμαστε, να διαστρεβλώνουμε κείμενα, να παραβιάζουμε γεγονότα και να φτάνουμε σε εξωφρενικά συμπεράσματα όταν μια συγχυσμένη, το πολύ, θέση την παρουσιάζουμε σα γενική γραμμή. Δεν είναι τρόπος κομματικής συζήτησης αυτός.

Έρχομαι στο σπόνδυλο. Η θέση μου λέει ότι, αν αφαιρέσουμε εμείς το σπόνδυλο που πάνω του καθόμαστε, τότε γκρεμίζεται όλο το οικοδόμημα. Τι έχουμε εδώ; Μια υπερβολή, μια υπερβολή στην έκφραση, στη διατύπωση, που πάει να οξύνει την προσοχή μας, το πρόβλημα. Ότι εμείς με την Αγγλία θα ’χουμε σοβαρά μπλεξίματα, όπως είχαμε και το Δεκέμβρη. Και ότι θα πρέπει να ’μαστέ έτοιμοι γι’ αυτό το πράγμα. Βγαίνει μήπως από ’δώ το συμπέρασμα ότι, για ν’ απελευθερώσουμε την Ελλάδα, πρέπει να πάμε να καταλάβουμε τις Ινδίες; Να κηρύξουμε τον πόλεμο στον Καναδά; Και να κάνουμε απόβαση στην Αυστραλία; Τραβηγμένο από τα μαλλιά το συμπέρασμα αυτό, που γίνεται από μια προσπάθεια τόσο να μεγαλοποιηθεί το ζήτημα, ώστε να μας τρομάξει και να μας κόψει την όρεξη να κάνουμε τον αγώνα ενάντια στην Αγγλία. Αντικειμενικά, το πολιτικό συμπέρασμα απ’ αυτήν τη διαστρέβλωση του σ. Παρτσαλίδη μόνο αυτό μπορεί να είναι. Κάναμε εμείς τον πόλεμο; Τον κάναμε. Είχαμε να κάνουμε και με τους Εγγλέζους; Είχαμε. Της κηρύξαμε τον πόλεμο της Αγγλίας; Όχι. Αυτή όμως μας πολέμησε; Μας πολέμησε όσο μπορούσε. Ποιον, λοιπόν, δικαίωσε η ζωή;

Ήταν μια υπερβολή, φυσικά, η διατύπωση με το σπόνδυλο. Τονιζότανε, όμως, έτσι, γιατί απόβλεπε στο να αποφύγουμε το θανάσιμο λάθος που ήτανε η μη προετοιμασία μας για την αντιπαράθεση με την Αγγλία, αυτή που 150 χρόνια κάθεται στο σβέρκο μας, λάθος που κάναμε στην Κατοχή και στο Δεκέμβρη. Εδώ πρέπει να ξαναειπωθεί ότι η διαστρέβλωση αυτή στην κομματική γραμμή απέναντι στην Αγγλία, που είναι η «πατροπαράδοτη» πολιτική στο Κόμμα μας και που θεμελιώθηκε θεωρητικά οριστικά με την 6η Ολομέλεια το 1934, έγινε το 1937 από την τότε καθοδήγηση του Κόμματος. Έγινε με ’κείνη τη θέση ότι δεν είναι η Αγγλία, αλλά ο Χίτλερ, η Γερμανία η κυριαρχούσα πολιτική στην Ελλάδα. Δε βλέπαμε τότε ότι η Αγγλία με τον Μεταξά φασιστικοποιούσε την Ελλάδα και μας έσπρωχνε στην αγκαλιά του Χίτλερ τόσο όσο αυτό εξυπηρετούσε τα γενικότερα αντισοβιετικά σχέδιά της και ότι, παρ’ όλη τη γερμανική τότε οικονομική διείσδυση στην Ελλάδα, τα βασικά κλειδιά στην οικονομία και στην πολιτική της χώρας τα κρατούσε πάντα η Αγγλία. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο ότι αμβλύναμε την αντιαγγλική αιχμή στην πολιτική μας, μα και ότι η στάση μας εκείνη υποβοηθούσε τη φιλοαγγλική πολιτική που υπόθαλπε όλη η μπουρζουαζία, που αναπτύχθηκε κατοπινά στο ότι με τη βοήθεια δήθεν που μας έδωσε το 1940 η Αγγλία κατά της Ιταλίας τα βγάλαμε πέρα ενάντια στον Μουσολίνι και ολοκληρώθηκε στη χιτλερική κατοχή με ’κείνη την και από μέρους μας υποταγή στην εγγλέζικη πολιτική. Η αλλαγή στο 1937 έγινε στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ. Το διάβασα αυτό στην Κέρκυρα και είπα στους συντρόφους της καθοδήγησης, όταν τους πιάσαν και τους φέραν εκεί, ότι αυτό το πράγμα δεν είναι σωστό. Ένα απ’ τα προβλήματα που συζητήθηκαν στην Κέρκυρα ήταν κι αυτό. «αι η ζωή απόδειξε ότι η αλλαγή εκείνη ήταν λάθος, γιατί στο τέλος είδαμε ότι στην αποφασιστική στιγμή και ο χιτλερικός Μεταξάς πήγε με την Αγγλία και πολέμησε, όπου πολέμησε φυσικά, τον Άξονα και μεις υποταχτήκαμε σχεδόν χωρίς όρους στους Άγγλους.

Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα των δυνατοτήτων της επανάστασης στην Ελλάδα στο νέο ξεκίνημά μας στα 1946. Εδώ κανένας δεν κομίζει γλαύκα. Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στα 1934, καθορίζοντας το χαρακτήρα και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης στην Ελλάδα, λέει ότι η Ελλάδα ανήκει στις «χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού…, με υπάρχοντα σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία, με ορισμένο κατώτερο όριο (μίνιμουμ) υλικών προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση, με όχι τελειωμένο ακόμα τον αστικοδημο- κρατικό μετασχηματισμό”. Και τονίζει ότι “η ιδιομορφία της Ελλάδας (σχετικά με τον τύπο των χωρών που ανήκει) συνίσταται στη σημαντική της εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο και στη συνδυασμένη μ’ αυτήν μονομερή ανάπτυξη της βιομηχανίας, γενικά των παραγωγικών της δυνάμεων”. Καθαρά, σύντροφοι: Η Ελλάδα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, έχει ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, έχει όμως μια βασική ιδιομορφία σε σχέση με τις χώρες της ίδιας κατηγορίας: Τη σημαντική ξένη εξάρτηση, που σήμαινε τότε κυρίως Αγγλία και αντιπαράθεση, τραβήγματα με την Αγγλία. Αυτό είναι καθαρό. Εδώ επάνω βασίζεται κατά πρώτο λόγο όλη η θεωρία της επανάστασης και των δυνατοτήτων της στην Ελλάδα. Φυσικά, στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά τον Οχτώβρη υπάρχει ο αποφασιστικός νέος διεθνής παράγοντας, η Σοβιετική Ένωση, που η σημασία του αύξησε τεράστια ύστερα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε στο αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο προστέθηκαν και οι χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Αυτά τα γεγονότα άλλαξαν σοβαρά το διεθνή παράγοντα υπέρ ημών, εξασθένησαν γενικά σοβαρά την Αγγλία. Ακόμα τώρα μπορούμε να πούμε ότι με τη γειτονία χωρών όπου ανοικοδομείται ο σοσιαλισμός και με τη βοήθειά τους, όπως και με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης, εμείς, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορούμε ν’ αποφύγουμε και το ξεχωριστό στάδιο όπως έμπαινε στην 6η Ολομέλεια, του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού. Με τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και των Λαϊκών Δημοκρατιών σήμερα εμείς μπορούμε “πιο εύκολα” να λύσουμε το πρόβλημα της εξωτερικής εξάρτησης, πιο αποφασιστικά να το αντιμετωπίσουμε και μετά στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση να κάνουμε άλματα. Όπως κάνουν τώρα οι Λαϊκές Δημοκρατίες με τη βοήθεια

της Σοβιετικής Ένωσης. Όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας, με τη βοη. θεια πάλι της Σοβιετικής Ένωσης, αποφεύγει το καπιταλιστικά στάδιο ανάπτυξης, το παρακάμπτει και περνάει από την καθυστερημένη οικονομία της στο σοσιαλισμό. Ώστε γενικά η διεθνής κατάσταση άλλαξε και αλλάζει ευνοϊκά για μας Αν όμως η Αγγλία αδυνάτισε, στο σβέρκο μας τώρα κάθισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής. Και στο κομμάτι αυτό που λέγεται Ελλάδα, οι δυσκολίες για το ΚΚΕ και το επαναστατικό κίνημα, κυρίως απ’ την ξενική ιμπεριαλιστική επέμβαση, παραμένουν εξαιρετικά σοβαρές. Η υπερνίκηση αυτού του παράγοντα παραμένει ένα απ’ τα πιο μεγάλα προβλήματα της επανάστασης στην Ελλάδα, γιατί η παρεμβολή του αλλάζει το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων σε βάρος μας, κάνει την πορεία της πιο βασανιστική και τον παράγοντα της διε-θνούς αλληλεγγύης για μας, της συμπαράστασης στον αγώνα μας, πιο αναγκαίο.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, που πρέπει να καταλήξουμε απ’ τα πιο πάνω είναι τούτο: Ο λαός της Ελλάδας έχει όλες τις δυνατότητες να ανατρέψει την ντόπια αστοτσιφλικάδικη Αντίδραση- στην εξουδετέρωση, όμως, της ξένης ιμπεριαλιστικής επέμβασης που στηρίζει την ντόπια Αντίδραση, χρειάζεται αναπότρεπτα τη διεθνή συμπαράσταση αλληλεγγύης. Ύστερα απ’ τη διαπίστωση αυτή, ας έρθουμε συγκεκριμένα στο καινούργιο μας ξεκίνημα.

Ποια ήταν η κατάσταση το 1946; Πρώτ’ απ’ όλα, εσωτερικά. Σ’ αυτό διαφωνία δεν εκδηλώθηκε. Συμφωνούμε όλοι ότι αντικειμενικά ήταν ώριμη, ότι εμείς έπρεπε να πάρουμε τα όπλα να πολεμήσουμε. Ένα αυτό. Έπρεπε, όμως, σύντροφοι, να εξετάσουμε και τους εξωτερικούς παράγοντες. Τι είχαμε εδώ; Λαϊκές Δημοκρατίες στις πλάτες μας. Όμως θ’ αρχίζαμε τον αγώνα υπό αγγλική κατοχή. Κατά συνέπεια, έπρεπε να υπολογίσουμε τον παράγοντα ότι δε θα πρέπει να προκαλέσουμε τους Εγγλέζους να επέμβουν αμέσως. Θα ’πρεπε η πολιτική μας να ’ναι τέτοια, ώστε φαινομενικά να είναι αμυντική με ξεσκέπασμα της Αντίδρασης, της επίθεσης της πλουτοκρατίας, των δολοφονιών, των εχθρών του λαού, με ξεσκέπασμα της αγγλικής πολιτικής που ήταν η κύρια αιτία για την τότε κακοδαιμονία μας.

Η προσπάθεια εδώ στρεφότανε στην όσο το μπορετό απομόνωση του αγγλικού παράγοντα από τα ελληνικά προβλήματα για τη δημιουργία δυνατοτήτων άμεσης ένοπλης παρεμβολής του, και προσεχτικό στήριγμα στις Λαϊκές Δημοκρατίες για ν’ αρχίσουμε χτύπημα της εσωτερικής Αντίδρασης. Αυτό είχε το εξής μειονέκτημα, ότι εμείς δε θα ’πρεπε ν’ αρχίσουμε με γενική εξέγερση στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη κλπ., γιατί αυτό αμέσως θα προκαλούσε την ένοπλη επέμβαση των Άγγλων, μα να προχωρήσουμε προσεχτικά με επιδιώξεις απομόνωσης αυτού του παράγοντα.

Αυτό πάνω-κάτω κάναμε. Και στηριχτήκαμε απ’ το Βορρά κυρίως στη Γιου- γκοσλαβία.

Κάτω απ’ αυτές τις εσωτερικές, βαλκανικές και διεθνείς συνθήκες αρχίσαμε στα 1946 τον καινούργιο ένοπλο αγώνα. Η εσωτερική κατάσταση ήταν ώριμη. Χωρίς όμως να εξασφαλίσουμε τα νώτα μας τότε, δεν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε. Και στις συνθήκες του 1946 εξασφάλιση νώτων σήμαινε, πρώτ’ απ’ όλα και κυρίως, Γιουγκοσλαβία ευνοϊκά για μας διατεθειμένη.

Μιλώντας για τη σημασία που είχε ο γιουγκοσλαβικός παράγοντας για μας, δε θα πρέπει να ξεχνάμε και τούτο: Η κλίκα του Τίτο χρόνια ολόκληρα μας έκανε έναν ύπουλο υπονομευτικό πόλεμο, κυρίως ανάμεσα στο σλαβομακεδονικό πληθυσμό. Συνεννόηση με τους Γιουγκοσλάβους τότε σήμαινε και το ότι ο πόλεμος αυτός θα σταματήσει και ότι οι Σλαβομακεδόνες θα παλέψουν μαζί μας. Πραγματικά, στη συμφωνία που κάναμε με τον Τίτο πιάστηκε κι αυτό το σημείο. Έτσι, φαινομενικά, όπως δείξαν τα κατοπινά γεγονότα, η κλίκα του Τίτο από το 1946 σταμάτησε την επίθεση και το διασπαστικό της έργο ενάντια στο ΚΚΕ, ενώ η συμμετοχή του σλαβομακεδονικού λαού στον ένοπλο αγώνα, με εξαίρεση φυσικά εκείνων που ο Τίτο και ο Κολισέφσκι κρατούσαν στα Σκόπια, ήταν πραγματικά παλλαϊκή.

Όλα αυτά δείχνουν ότι, δίχως εξασφαλισμένη τη Γ ιουγκοσλαβία ευνοϊκά σε μας, εμείς στα 1946 δε θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε έτσι όπως αρχίσαμε, γιατί αλλιώς θα κάναμε τυχοδιωκτισμό. Μα αυτό δείχνει ακόμα τι αποφασιστική επίδραση είχε για τις συγκεκριμένες συνθήκες του 1949 το ανοιχτό πέρασμα της συμμορίας του Βελιγραδιού με το μέρος των Αμερικανοάγγλων ιμπεριαλιστών πάνω στη μάχη στο Γράμμο-Βίτσι στα 1949 και στην έκβασή της. Ο Παπάγος ομολόγησε ανοιχτά ότι η στάση της Γιουγκοσλαβίας βοήθησε το μοναρχοφασιστικό στρατό στη νίκη του ενάντια στο ΔΣΕ. Και οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές υπολόγισαν τη βοήθεια αυτή σαν ισοδύναμη μ’ αυτήν που οι μοναρχοφασίστες πήραν απ’ τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές. Αυτή τη σημασία είχε στις συγκεκριμένες συνθήκες του 1946 και μετά, φυσικά, για μας ο γιουγκοσλαβικός παράγοντας.

Ο Παρτσαλίδης δε συμφωνεί με την τέτοια εκτίμηση του γιουγκοσλαβικού παράγοντα ειδικά και του εξωτερικού παράγοντα γενικότερα, σε σχέση με τις επαναστατικές δυνατότητες στην Ελλάδα. Λέει ότι υπερεκτιμάμε τον παράγοντα αυτό και ότι και ο Βαφειάδης δεν υποστήριζε τίποτα το διαφορετικό, όταν έβαζε σαν προϋπόθεση για τη νίκη του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ την ένοπλη εξωτερική βοήθεια».

Εδώ κάνω πάλι μια διακοπή απ’ την παράθεση. Για να διευκρινίσω τούτο ’δώ: Ο Παρτσαλίδης τώρα δε συμφωνεί με την τέτοια εκτίμηση του γιουγκοσλαβικού παράγοντα. Πέρσι, αμέσως μετά την υποχώρησή μας, να πώς έβαζε το ζήτημα αυτό στο άρθρο του «Τα οχτάχρονα του ΕΑΜ», που δημοσιεύτηκε στο τεύχος αριθ. 9, Σεπτέμβρης του 1949, του Δημοκρατικού Στρατού. Να τι έγραφε εκεί ο Παρτσαλίδης:

«Είναι φανερό πως ό,τι πέτυχε φέτος η αμερικανοκρατία στην Ελλάδα το χρωστάει όχι στις ανύπαρκτες οργανικές δυνάμεις του μοναρχοφασισμού, αλλά στην αναπάντεχη ενίσχυση που είχε με την επαίσχυντη προδοσία του Τίτο»

Όπως βλέπετε, ο Παρτσαλίδης προχωρούσε τότε πιο μακριά απ’ όλους, για. τί αναφέρει σαν παράγοντα της ήττας μόνο την προδοσία του Τίτο. Και εκείνο το περίφημο ότι για τους Αμερικανούς ήταν αναπάντεχη η προδοσία του Τίτο (!) δείχνει τι θολούρα και σύγχυση είχε στο μυαλό του ο Παρτσαλίδης.

Συνεχίζω την παράθεση:

«Όμως ο Παρτσαλίδης ξεχνά ορισμένα απλά πράγματα. Πρώτο, ότι στα 1944 ο ΕΛΑΣ είχε όλη την Ελλάδα στα χέρια του και μόνο η ένοπλη αγγλική επέμβαση έσωσε τότε την πλουτοκρατία της Ελλάδας. Αν χάσαμε τότε την επανάσταση, είναι γιατί αγνοούσαμε ακριβώς τον εξωτερικό παράγοντα- που υπήρχαν οι δυνατότητες στα 1944 να τον αντιμετωπίσουμε κι αυτόν νικηφόρα, αν προετοιμαζόμασταν γι’ αυτό έγκαιρα.

Δεύτερο: Ξεχνά ότι μια απ’ τις κύριες αιτίες για την ήττα του ΕΛΑΣ απ’ τους Αγγλους στα 1944 είναι και το γεγονός ότι τότε μας έλειψε η διεθνής βοήθεια, ότι τότε, στις συνθήκες ακόμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, βρεθήκαμε σχεδόν απομονωμένοι στην πάλη μας ενάντια στους Άγγλους που φέρναν στην Ελλάδα ενάντια στον ΕΛΑΣ μεραρχίες, θωρακισμένα και αεροπλάνα απ’ την Ιταλία και χρησιμοποίησαν και το στόλο τους- ότι τότε ο Τίτο όχι μόνο αρνήθηκε να μας βοηθήσει, όχι μόνο αρνήθηκε να δεχτεί τμήμα του ΕΛΑΣ που υποχωρούσαν, μα και ήταν έτοιμος με τον Βουκμάνοβιτς (Τέμπο) να καταλάβει και τη Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, σε περίπτωση που ο ΕΛΑΣ θα τα ’βγάζε πέρα με τους Άγγλους, γιατί και ο ίδιος δεν ήθελε μια λαϊκο-δημοκρατική Ελλάδα στα νώτα του, μα και οι Εγγλέζοι προτιμούσαν τη Θεσσαλονίκη να την κρατά ο Τίτο παρά ο ΕΛΑΣ.

Τρίτο: Ξεχνά ότι όσο μεγάλωνε η αμερικανοαγγλική βοήθεια προς το μο- ναρχοφασισμό τόσο και ο ΔΣΕ είχε μεγαλύτερη ανάγκη απ’ την αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση του παγκόσμιου αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.

Τέταρτο: Ξεχνά ότι η απελευθέρωση των Λαϊκών Δημοκρατιών είναι έργο του σοβιετικού στρατού που νίκησε το χιτλερισμό, ότι χωρίς τη βοήθεια αυτή η απελευθέρωση των Λαϊκών Δημοκρατιών στις συγκεκριμένες συνθήκες του 1944-1945 θα ’ταν εκατό φορές πιο δύσκολη, ότι, μια και ο σοβιετικός στρατός δεν μπήκε στην Ελλάδα, εμείς έπρεπε να καταβάλουμε γιγαντιαία προσπάθεια για να τα βγάλουμε πέρα με τους Άγγλους και ότι για μια τέτοια προσπάθεια εμείς δεν ήμασταν προετοιμασμένοι, ακριβώς γιατί αγνοήσαμε τον εξωτερικό παράγοντα.

Πέμπτο: Δεν καταλαβαίνει ότι στα 1948-1949 με την προδοσία του Τίτο άλλαξε για μας ο συσχετισμός των δυνάμεων, ότι στα 1948 εξαιτίας της προδοσίας αυτής κοντεύαμε να χάσουμε τότε ακόμη τη μάχη στο Γράμμο-Βίτσί’ ότι το γεγονός ότι ο μοναρχσφασισμός ύστερα απ’ την ήττα στη μάχη του 1948 περνούσε βαθιά ολόπλευρη κρίση ανάγκασε πια τον Τίτο να βοηθήσει και ανοιχτά τους μοναρχοφασίστες στη μάχη του 1949 και ότι αυτό το πράγμα έγινε το καθοριστικό για την έκβαση της μάχης αυτής, μια και εμείς δεν μπορέσαμε έγκαιρα να λύσουμε τα δύο κεντρικά, από στρατιωτική άποψη, προβλήματα του καινούργιου ένοπλου αγώνα: Το ζήτημα των εφεδρειών και το πρόβλημα του ανεφοδιασμού των τμημάτων μας του ΚΓΑΝΕ, οπότε και θα μπορούσαμε πιο αποτελεσματικά να αντεπεξέλθουμε στις συνέπειες που είχε για το κίνημά μας η προδοσία του Τίτο. Δεν αναφέρω εδώ το γεγονός ότι αφήσαμε ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που είχαμε στα 1947, όταν ο μοναρχσφασισμός ήταν ακόμη ανέτοιμος, γιατί και ‘δώ είχε σοβαρή αρνητική επίδραση το σαμποτάζ που τότε μας έκανε ο Τίτο.

Έκτο: Ξεχνά ότι δίχως την προδοσία του Τίτο ο μοναρχοφασισμός ούτε στα 1949, ούτε και μετά θα μπορούσε να πετύχει το αποτέλεσμα που πέτυχε στο Βί- τσι-Γράμμο στα 1949. Τι συμπέρασμα πρέπει να βγάλουμε απ’ τα πιο πάνω; Ότι η άγνοια του ρόλου του εξωτερικού παράγοντα -και απ’ τη θετική και απ’ την αρνητική πλευρά- όταν καθορίζονταν οι επαναστατικές δυνατότητες και γενικά και συγκεκριμένα σε μας, αποτελεί παιχνίδι με την επανάσταση, αποτελεί τυχοδιωκτισμό. Και με τις συγκεκριμένες ελληνικές συνθήκες το 1946, ο παράγοντας Γιουγκοσλαβία ήταν απ’ την πλευρά των εξωτερικών δοσμένων αποφασιστικός. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την περίπτωση Βαφειάδη που επικαλείται ο Παρτσαλίδης, γιατί ο Βαφειάδης, όταν είδε τα σκούρα, έκανε άλλο τυχοδιωκτισμό και ζητούσε να ’ρθουν φιλικοί στρατοί να μας απελευθερώσουν. Αν ο Παρτσαλίδης δεν τα καταλάβει όλα αυτά, τότε δεν θα καταλάβει και γιατί η υποχώρησή μας στα 1949 ήταν σωστή πολιτική, ενώ η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στα 1945 ήταν βασικό πολιτικό σφάλμα.

Και αν χρειαστεί να ξαναρχίσουμε, ρωτά ο Παρτσαλίδης; Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι τέτοια, που η δυνατότητα αυτή δεν αποκλείεται διόλου. Μα αν χρειαστεί να ξαναρχίσουμε, θα ζυγίσουμε πάλι προσεχτικά όλα τα υπέρ και τα κατά και θα πάρουμε συγκεκριμένη απόφαση, υπολογίζοντας σωστά τη συγκεκριμένη εσωτερική, βαλκανική, μεσογειακή και διεθνή κατάσταση, έχοντας φυσικά και την πείρα τόσο του 1941 -1945 όσο και του 1946-1949.

Η πολιτική δεν είναι μαθηματικό πρόβλημα και δε λύνεται με μηχανικές συγκρίσεις και παραλληλισμούς. Είναι η ίδια η ζωή και η πάλη και θέλει κάθε φορά ζωντανό συγκεκριμένο χειρισμό. Και για να τελειώνουμε με το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να τονιστεί και τούτο ’δώ: Τι σημασία έχει για τους Αγγλοαμερικα- νούς η Ελλάδα; Είναι ένα στρατηγικό κλειδί που το προσέχουν πολύ. Όταν ο σοβιετικός στρατός έφτασε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, οι Τσόρτσιλ και Ίντεν πήγαν στη Μόσχα για να εμποδίσουν την παραπέρα προώθησή του. Για τη Γ ιουγκοσλαβία δε δείξαν το ίδιο ενδιαφέρον και για το λόγο ότι από τότε τον Τίτο τον είχαν μαζί τους. Το Δεκέμβρη του 1944 ο Τσόρτσιλ ήταν στην Αθήνα και με τη Συμφωνία της Βάρκιζας ξανάρθε. Απ’ το 1944 ως τις αρχές του 1950 στην Ελλάδα υπήρχε αγγλικός στρατός κατοχής. Και τώρα υπάρχουν στρατιωτικοί, αστυνομικοί και άλλες ειδικές αγγλικές αποστολές. Όταν απότυχε η αγγλική πολιτική στην Ελλάδα και η Αγγλία δεν μπορούσε άλλο να βαστάξει το φορτίο των στρατιωτικών και οικονομικών βαρών στην Ελλάδα, παραχώρησε τη θέση της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αγγλοι και Αμερικανοί αξιωματικοί αναδιοργάνωσαν και διεύθυναν μέχρι και τάγμα το μοναρχοφασιστικό στρατό ενάντια στο ΔΣΕ. Αμερικανοί αεροπόροι έπαιρναν άμεσο μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν στην Ελλάδα πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια στον αγώνα τους ενάντιά μας, ποσό που σε αναλογία αφήνει πολύ πίσω του οποιαδήποτε άλλα σχετικά έξοδα σε άλλες χώρες. Ο αμερικανικός και εγγλέζικος στόλος βρίσκονται πάντοτε στα ελληνικά νερά. Στη χώρα μας οι Αμερικανοί δημιούργησαν μεγάλη αεροπορική βάση με δεκάδες αεροδρόμια, συγχρόνισαν τα λιμάνια για στρατιωτικοπολεμικούς σκοπούς, κάλυψαν τη χώρα με αυτοκινητόδρομους και αναδιοργάνωσαν το σιδηροδρομικό δίκτυο, υποταγμένα κι αυτά στα πολεμικά τους σχέδια.

Ακόμα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα οι Αγγλοαμερικανοί ιμπεριαλιστές άρχισαν την ένοπλη επέμβασή τους πολλούς μήνες πριν τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πράγμα που δεν έκαναν σε καμιά άλλη γωνιά της Γης.

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι Αμερικανοάγγλοι ιμπεριαλιστές θέλουν να είναι γερά γαντζωμένοι στο κομμάτι αυτό της Γ ης, γιατί το θέλουν πρώτ’ απ’ όλα σαν πολεμική βάση και ορμητήριο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Η δημιουργία του άξονα Αθήνα-Βελιγράδι κάνει την απειλή αυτή πιο άμεση, ιδιαίτερα ενάντια στην Αλβανία, μα και στη Βουλγαρία. Όλα αυτά δείχνουν πόσο δύσκολη, μα και πόσο τιμητική είναι η αποστολή μας. Και δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι το ΚΚΕ και ο λαός μας, δίπλα σ’ όλους τους λαούς της Γ ης που παλεύουν για την ειρήνη, για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό, θα κάνουν το καθήκον τους και θα χαλάσουν τα αμερικανοαγγλικά σχέδια στη γωνιά αυτή της Γης.»

Έτσι έχει το ζήτημα των δύο πόλων και των σπονδύλων. Η περίπτωση διδάσκει ότι α) πρέπει πάντα να προσέχουμε τις διατυπώσεις μας για να μην προ- καλούμε με ασάφειες πολιτική σύγχυση και μπέρδεμα και β) ότι πρέπει να ξεσκεπάζουμε αμείλιχτα κάθε φραξιονιστική διαστρέβλωση για αντικομματική χρησιμοποίηση των τέτοιων ασαφειών και συγχύσεων.

Έτσι στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, ενώ το ΚΚΕ και η καθοδήγησή του βασικά χάραξαν και ακολουθούσαν σωστή πολιτική γραμμή και σωστή δράση, όμως παρουσίασαν και σειρά από σοβαρά λάθη και ελλείψεις που επέδρασαν αρνητικά στην κατοπινή εξέλιξη των γεγονότων. Η εξονύχιση και βαθιά μελέτη, η κριτική ανάλυση και αυτοκριτική ανασκόπηση των λαθών αυτών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να τα διορθώσουμε, να τ’ αποφύγουμε στο μέλλον, για να γίνουμε καλύτεροι στην οργάνωση και καθοδήγηση των σημερινών και αυριανών μικρών και μεγάλων αγώνων.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, πρέπει να αναγνωρίσω και να τονίσω εδώ ότι, όταν γύρισα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, έπρεπε, παίρνοντας πάντα υπόψη την εσωκομματική κατάσταση που ανάφερα πιο πάνω, πιο έγκαιρα, αποφασιστικά, όχι μόνο σιωπηρά, μα και ανοιχτά να μιλήσω για τα θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής και του Δεκέμβρη και της Βάρκιζας και για τις ευθύνες των προσώπων της ηγεσίας του ΚΚΕ για τα λάθη αυτά.

Μια τέτοια ανοιχτή κριτική θα βοηθούσε το Κόμμα πιο έγκαιρα, αποτελεσματικά, αποφασιστικά και ολόπλευρα να ξεπεράσει και να διορθώσει τα λάθη εκείνα και να βαδίσει πιο στέρεα πάνω στην καινούργια γραμμή που χάραξε η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούνης του 1945) και το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Οχτώβρης του 1945) προς την ολόπλευρη προετοιμασία για τον καινούργιο ένοπλο αγώνα, μια και Άγγλοι και μοναρχοφασίστες απόκλειαν οποιαδήποτε ειρηνική, δημοκρατική λύση για το ελληνικό εσωτερικό πρόβλημα.

  1. ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΕΝΟΠΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 1946-1949

Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ συνήλθε ακριβώς στον ένα χρόνο απ’ τη μέρα που υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Η τέτοια σύμπτωση δεν ήταν τυχαία. Γιατί ουσιαστικά η 2η Ολομέλεια διόρθωσε το στραπάτσο της Βάρκιζας. Ο ένας χρόνος που πέρασε έδειξε καθαρά ότι Άγγλοι και μοναρχοφασίστες χρησιμοποίησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας για μια γοργή ανασύνταξη των δυνάμεων της Αντίδρασης, για τη στερέωση της θέσης τους, για την εφαρμογή της πιο ωμής δολοφονικής τρομοκρατίας ενάντια στο λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα, για την ολοκληρωτική, φασιστική επικράτησή τους. Όλο και πιο καθαρά ξεσκεπαζότανε ότι Άγγλοι και μοναρχοφασίστες απόκλειαν ακόμα και μια λίγο-πολύ ομαλή εσωτερική εξέλιξη γιατί την φοβόντουσαν, ότι σπρώχναν τα πράγματα προς τον εμφύλιο πόλεμο που μονόπλευρα κιόλας τον εφάρμοζαν ενάντια στο λαϊκό κίνημα, ότι θέλαν να μας φέρουν στην ένοπλη αντιπαράθεση όσο χωρά πιο σμπαραλιασμένους.

Στη 2η Ολομέλεια εκδηλώθηκαν από μεμονωμένους συντρόφους δύο διαφορετικές απόψεις. Ορισμένοι υποστήριξαν να ακολουθήσουμε μόνο το δρόμο της εσωτερικής ειρήνευσης, δηλαδή ουσιαστικά τη συνέχιση και ολοκλήρωση της πολιτικής της συνθηκολόγησης που έκφρασε η Βάρκιζα. Οι σύντροφοι αυτοί στην ουσία πρότειναν υποταγή. Άλλοι πάλι εκφράστηκαν αποκλειστικά για το άμεσο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα. Αυτοί ουσιαστικά έσπρωχναν το Κόμμα στο πραξικόπημα, στην απόσπαση και την απομόνωσή του απ’ τις μάζες, από το λαό, πράγμα που θα καταδίκαζε στην αποτυχία κάθε ένοπλη προσπάθειά μας.

Η Ολομέλεια, παρά το γεγονός ότι έκανε και αυτή, ενέκρινε και αυτή το σεχταριστικό λάθος καθορίζοντας γραμμή αποχής απ’ τις εκλογές, απόκρουσε και τις δύο πιο πάνω μονόπλευρες τάσεις και αποφάσισε τη συνέχιση της πολιτικής μας για τη λαϊκή ενότητα και συμφιλίωση, αποφάσισε να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες για να εξασφαλιστεί μια ομαλή εσωτερική εξέλιξη. Μπροστά όμως στην τρομοκρατική αδιαλλαξία των Άγγλων και του μοναρχοφασισμού, κατάληξε και σε συγκεκριμένες αποφάσεις για την επίσπευση και ολοκλήρωση της οργανωτικοτεχνικής στρατιωτικής προετοιμασίας, για το προοδευτικό δυνάμωμα και ενίσχυση της ένοπλης αντίστασης του λαού. Στο διάστημα των εργασιών της Ολομέλειας, συνήλθε και ειδική σύσκεψη των στρατιωτικών στελεχών του ΚΚΕ που ασχολήθηκε πιο συγκεκριμένα με το ζήτημα αυτό.

Πού στηρίχθηκε η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ όταν ουσιαστικά αποφάσιζε να αρχίσει ο καινούργιος ένοπλος αγώνας; Η Ολομέλεια έδωσε μια αντικειμενική ανάλυση για την κατάσταση εσωτερικά και σε διεθνή κλίμακα. Η μελέτη και εξέταση για το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων στη χώρα, με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία που είχε η Ολομέλεια στη διάθεσή της, έδειχνε ότι στα εργατικά και υπαλληλικά συνδικάτα ο ΕΡΓΑΣ συγκέντρωσε πάνω από τα 90% των ψήφων. Όλες οι εργατικές και υπαλληλικές οικονομικές και πολιτικές απεργίες, όλες οι μαζικές εργατικές και υπαλληλικές κινητοποιήσεις οργανώνονταν και καθοδηγούνταν απ’ τους κομμουνιστές. Ο ρεφορμισμός σα λίγο-λίγο μαζικό φαινόμενο είχε εκμηδενιστεί απ’ το εργατικό κίνημα. Στους δημόσιους υπαλλήλους η επιρροή μας ήταν επίσης αποφασιστική. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι οργανώσεις τους βρίσκονταν κάτω απ’ τη δική μας επιρροή. Στους επαγγελματίες και βιοτέχνες κατακτούσαμε τη μια οργάνωση ύστερα από την άλλη. Οι μικροαστικές μάζες στις πόλεις βρίσκονταν στην πλειοψηφία τους κάτω απ’ τη δική μας επιρροή και αυτό βρήκε την έκφρασή του και στο γεγονός ότι στο Πανελλαδικό Συνέδριό τους πέτυχε την πλειοψηφία το ψηφοδέλτιο που υποστηρίζαμε εμείς. Το γεγονός αυτό, μέσα στις συνθήκες που είχαμε αγγλική κατοχή και ξεφάντωνε η μεταβαρκιζιανή μοναρχοφασιστική τρομοκρατία, είναι αδιάψευστος δείχτης που έδειχνε προς τα πού κλίνει η μεγάλη πλειοψηφία του λαού.

Στο χωριό, οι εκλογές που γινόντουσαν τότε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, μέσα σε συνθήκες τρομοκρατικής κυριαρχίας των συμμοριών, του μοναρχοφασισμού, της εθνοφυλακής κλπ., έδειχναν ότι σαρώνουμε την Αντίδραση. Χαρακτηριστικό κι αυτό, γιατί στους συνεταιρισμούς η βασική μάζα ήταν η μεσαία αγροτιά και τα κλειδιά τα κρατούσαν αυτού πάντα οι πλουσιοχωριάτες που οργάνωναν και τις μοναρχοφασιστικές συμμορίες.

Στους πρόσφυγες είχαμε εκτοπίσει αποφασιστικά το βενιζελισμό. Οι πρόσφυγες είχαν προωθηθεί σαν ένα απ’ τα πιο πρωτοπόρα και προοδευτικά στρώματα του πληθυσμού.

Στους Σλαβομακεδόνες, παρά τη χαφιέδικη δράση των τιτικών και τότε όπως και πριν, κατείχαμε αναμφισβήτητα την πλειοψηφία.

Στο μοναρχοφασιστικό στρατό, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές από τους κληρωτούς και των χωριών ακόμα απόκλειαν σαν ανεπιθύμητους και άρρωστους μέχρι 80%, είχαμε μεγάλη επιρροή.

Η ΕΠΟΝ ήταν η οργάνωση που επηρέαζε αναμφισβήτητα τη μεγάλη πλειοψηφία τόσο της εργαζόμενης νεολαίας στη χώρα μας όσο και τους μαθητές και φοιτητές.

Στο ΣΕΓΑΣ, το ανώτατο όργανο των αθλητικών και γυμναστικών οργανώσεων της χώρας, είχαμε κατακτήσει την ηγεσία.

Στέριες θέσεις είχαμε στις οργανώσεις διανοουμένων, ελεύθερων επαγγελμάτων και στους μικροεμπόρους και τους εμπόρους ακόμα.

Αυτήν την εικόνα για το συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στη χώρα μάς έδινε η αντικειμενική, η επιστημονική μελέτη των συγκεκριμένων στοιχείων.

Διαθέταμε ακόμα τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, τις οργανώσεις των αγωνιστών του ΕΛΑΣ, το Σώμα των αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Εκατόν είκοσι χιλιάδες μαχητές του ΕΛΑΣ, που φυσικά με τη Βάρκιζα είχε αφοπλιστεί και διαλυθεί, παρέμειναν αναμφισβήτητα μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη.

Εσωτερικά ο μοναρχοφασισμός βρισκότανε σε κατάσταση φαγωμάρας και βαθιάς κρίσης και για να κρατηθεί στηριζότανε στις αγγλικές λόγχες και στο μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο που εφάρμοζε σε βάρος μας. Στην Ελλάδα είχαμε αγγλική στρατιωτική κατοχή και αυτόν τον αρνητικό για την επανάστασή μας παράγοντα η πολιτική ηγεσία έπρεπε να τον μελετά και να τον σταθμίζει σωστά, αποβλέποντας διαρκώς στην πολιτική απομόνωση του παράγοντα αυτού.

Διεθνώς η κατάσταση εξελισσότανε πολύ πιο ευνοϊκά για μας απ’ ό,τι το Δεκέμβρη του 1944, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια όπου στεριωνόταν και αναπτυσσόταν σταθερό το λαϊκο-δημοκρατικό καθεστώς.

Σ’ αυτά τα δοσμένα στηρίχθηκε η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καταλήγοντας στην απόφασή της για το νέο ένοπλο αγώνα.

Η απόφαση αυτή ήταν αναμφισβήτητα σωστή. Η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν άμεσα επαναστατική. Και η μοναδική σωστή απόφαση ήταν αυτή που κατέληξε η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ, με βάση την απόφαση της 2ης Ολομέλειας και παίρνοντας υπόψη την παρουσία των αγγλικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, αποφάσισε την προοδευτική έναρξη και ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα, σε συνδυασμό πάντα με την πολιτική δουλειά και τη μαζική πάλη για τη συμφιλίωση και για την ειρηνική εσωτερική δημοκρατική εξέλιξη.

(Μια παρένθεση: Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η παρουσία του Γ. Σιάντου -που τον βάρυναν σοβαρά στοιχεία απ’ την Κατοχή κυρίως, μα και από πριν- αποτελούσε ένα σοβαρό εμπόδιο τότε στην όλη δουλειά του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ ο Σιάντος δεν ήξερε τα συγκεκριμένα κάθε φορά μέτρα του ΠΓ ή της Γραμματείας του στον τομέα της στρατιωτικής προετοιμασίας και της ένοπλης πάλης. Αυτός όμως διηύθυνε τη στρατιωτική δουλειά του ΕΑΜ, τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ. Έτσι πάρθηκε απόφαση να πάν’ οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ εξορία, γιατί αυτούς τους έβλεπε ο Σιάντος και τυπικά δεν υπήρχε απόφαση του ΠΓ να βγουν οι αξιωματικοί στο βουνό. Όταν ένας απ’ τους αξιωματικούς αυτούς ήρθε σε ’μένα και με ρώτησε σχετικά, εγώ του απάντησα ότι η απόφαση είναι να παρουσιαστούν, μα ότι, αν εγώ ήμουνα στη θέση του, θα προτιμούσα το βουνό. Αυτός πήγε και το είπε αυτό στον Σιάντο και πήγε και εξορία. Κλείνει η παρένθεση.)

Έτσι αποφασίστηκε η οργάνωση και έναρξη του ένοπλου αγώνα μας.

Παρά το γεγονός ότι η κύρια προσπάθεια της 2ης Ολομέλειας συγκεντρώθηκε στην εξασφάλιση μιας ειρηνικής εσωτερικής εξέλιξης, όμως με την Ολομέλεια αυτή άρχισε η προοδευτική μετατόπιση του κέντρου βάρους της όλης δουλειάς μας προς τον τομέα της ένοπλης αντιπαράθεσης, που γινότανε όλο και περισσότερο αναπόφευκτη. Ένας μήνας διακυβέρνησης, ύστερα απ’ τις εκλογές, από Λαϊκό Κόμμα έδειξε ότι η γραμμή που έβαλε η 2η Ολομέλεια ήταν σωστή. Στο μήνα αυτό είχαμε 116 δολοφονίες λαϊκών αγωνιστών. Τα μπλόκα παίρναν κιόλας χιτλερική έκταση. Δούλευαν οι επιτροπές ασφάλειας με γοργό ρυθμό. Τι ήταν αυτό αν όχι μονόπλευρη σφαγή σε βάρος του λαού; Ο λαός υποχρεωνότανε να αμυνθεί. Προοδευτικά δυνάμωνε η ένοπλη λαϊκή αντίσταση απ’ τις ομάδες των καταδιωκόμενων λαϊκών αγωνιστών. Τον Οχτώβρη του 1946 ιδρύθηκε το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ και στα 1947 το Σεπτέμβρη, ύστερα απ’ την κατηγορηματική προειδοποίηση της 27 του Ιούνη 1947 στο Στρασβούργο, η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε την ολοκληρωτική πολεμική προσπάθεια και καθόρισε τις βασικές πολιτικοστρατιωτικές και στρατηγικές κατευθύνσεις και επιδιώξεις του καινούργιου ένοπλου αγώνα. Να τι λέει σχετικά η απόφαση της 3ης Ολομέλειας:

«2. Χωρίς να εξασθενίσει η επίμονη προσπάθεια του ΚΚΕ, ολόκληρου του ΕΑΜ και των άλλων κομμάτων της δημοκρατικής Αριστερός για τη συμφιλίωση και για ένα δημοκρατικό συμβιβασμό που θα έφερνε τη χώρα σε ελεύθερες εκλογές, η Ολομέλεια αποφασίζει όπως το κέντρο του βάρους για όλη την κομματική δουλειά μετατοπισθεί αποφασιστικά στο στρατιωτικοπολεμικό τομέα…»

Παράλληλα, η Ολομέλεια άνοιξε μέτωπο ενάντια στην οπορτουνιστική διαστρέβλωση της κομματικής γραμμής:

«3. Η Ολομέλεια εφιστά την προσοχή όλου του Κόμματος στους οπορτουνιστικούς δισταγμούς και τις ταλαντεύσεις που εκδηλώθηκαν και σε ηγετικά κομματικά στελέχη, σχετικά με τη συνέπεια και την αποφασιστικότητα που χρειαζότανε για να δοθεί ολοκληρωτικά το Κόμμα στην καθοδήγηση και ανάπτυξη της νέας αντίστασης του λαού μας, ενάντια στη νέα αμερικανική και αγγλική κατοχή.»

Τα προβλήματα που έβαλε η 3η Ολομέλεια βρήκαν την παραπέρα ανάπτυξη και ολοκλήρωσή τους στις 15 του Γενάρη 1948 στη σύσκεψη των κομματικών -πολιτικών και στρατιωτικών- στελεχών του ΔΣΕ. Η σύσκεψη αυτή, όπου πήραν μέρος και όλα σχεδόν τα ταχτικά και αναπληρωματικά μέλη της ΚΕ που βρίσκονταν στο βουνό, ανασκόπησε την πολιτική κατάσταση και τα προβλήματά της, μελέτησε και κατάληξε στα βασικά ζητήματα της οργάνωσης, της στρατηγικής και της ταχτικής του ΔΣΕ, εξετάζοντας κριτικά τόσο την ως τα τότε επίδοσή του όσο και τα λάθη, τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειές του. Το σύνθημα που από τότε κυριάρχησε σ’ όλο τον ένοπλο αγώνα μας είναι: «Όλοι στ’ άρματα! Όλα για τη Νίκη!» Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στη σύσκεψη αυτή παρουσιάστηκε και η πρώτη σοβαρή σύγκρουση ανάμεσα στον Βαφειάδη (Μάρκος) και την ΚΕ του ΚΚΕ, απ’ αφορμή κυρίως την κριτική της μάχης στην Κόνιτσα (Δεκέμβρης 1947) και της στάσης του Βαφειάδη σ’ αυτήν. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί εδώ ότι διαφωνίες με τον Βαφειάδη παρουσιάστηκαν και στην 3η Ολομέλεια, όπου ο Βαφειάδης αντέδρασε έντονα και κατοπινά αντέδρασε και με έργα στην αντικατάσταση ορισμένων ανωτάτων στελεχών του ΔΣΕ που είχαν αποτύχει- καθώς και ύστερα απ’ την 3η Ολομέλεια, απ’ αφορμή ένα σχέδιο απόφασης της ΚΕ του ΚΚΕ στις 2 του Δεκέμβρη 1947 που διαπίστωνε ότι η στρατιωτική ηγεσία του ΔΣΕ (πρώτος υπεύθυνος ο Βαφειάδης) προσανατόλισε βασικά λαθεμένα την 3η Ολομέλεια σχετικά με το ζήτημα της συγκέντρωσης των εφεδρειών του ΔΣΕ, πράγμα που είχε σοβαρή, εξαιρετικά αρνητική επίδραση όχι μόνο στην άμεση πραγματοποίηση των μερικών στρατηγικών επιδιώξεων του ΔΣΕ, όσο και σ’ όλο τον κατοπινό ένοπλο αγώνα. Με επίμονη απαίτηση του Βαφειάδη το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ έκανε τότε το λάθος να υποχωρήσει στην απαίτηση αυτή του Βαφειάδη και να ρίξει τις ευθύνες για την καθυστέρηση στην πραγματοποίηση του πλάνου για τις εφεδρείες στα περιφερειακά Αρχηγεία, που φέρναν βέβαια και αυτά ευθύνη, όχι όμως τη βασική. Η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 15.11.1948 για τον Βαφειάδη (απόφαση που δημοσιεύεται κι αυτή στο τεύχος αυτό του Νέου Κόσμου) στο 12ο σημείο της αναφέρεται πιο συγκεκριμένα και στο ζήτημα αυτό. Να τι λέει:

«Η 3η Ολομέλεια είχε ορισμένες επιφυλάξεις όταν έλεγε ότι “αποδέχεται, βασικά, την έκθεση της στρατιωτικοπολιτικής ηγεσίας του ΔΣΕ”, γιατί δεν μπορούσε να ελέγξει άμεσα τα στοιχεία που παρουσίασε ο Μ. Βαφειάδης. Στις 2 του Δεκέμβρη 1947 το ΠΓ συζήτησε την έκθεση της τριμελούς επιτροπής. Εκεί δια πιστώθηκε ότι καθυστερεί η πραγματοποίηση του σχεδίου της στρατιωτικοπολιτικής ηγεσίας του ΔΣΕ που παρουσίασε ο Βαφειάδηςστην3η Ολομέλεια και που η Ολομέλεια “αποδέχτηκε βασικά” και ότι το σχέδιο αυτό “στηριζότανε σε εσφαλμένα δεδομένα”. Αυτή η εκτίμηση μπήκε στο Σχέδιο Απόφασης του ΠΓ. Μα ύστερα από επιμονή του Βαφειάδη βγήκε, γιατί αυτό τον αφορούσε προσωπικά.»

Αυτό είναι το κομμάτι απ’ την απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 15.11.1948 για τον Μ. Βαφειάδη.

Το Δεκέμβρη του 1947 είχε σχηματιστεί η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση. Η σχετική άποψη, που και πριν είχε διατυπώσει το ΠΓ, εγκρίθηκε απ’ την 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Η ένοπλη αντίσταση του λαού πήρε τη μορφή της πάλης για την απελευθέρωση της Ελλάδας απ’ την ξενική κατοχή, την αμερικανοαγγλική κατοχή -γιατί οι Αμερικανοί είχαν αρχίσει ν’ ανακατεύονται δραστήρια στον εσωτερικό μας αγώνα-, απ’ το μοναρχοφασισμό.

Οι διεθνείς συνθήκες ήταν τώρα πολύ ευνοϊκές για το κίνημά μας απ’ ό,τι το Δεκέμβρη του 1944. Οι δυνάμεις της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση παρουσίαζαν μια γοργή ανάπτυξη. Οι δημοκρατικές δυνάμεις σ’ όλο τον κόσμο βρίσκονταν σε ανάπτυξη και πολιτική δραστηριοποίηση. Στα βαλκανικά νώτα μας στηριζόμασταν στα καινούργια λαϊκο-δημοκρατικά καθεστώτα. Ο αγώνας μας έβρισκε μια σταθερή ηθική αλληλεγγύη, κατανόηση και συμπαράσταση σ’ ολόκληρη την προοδευτική ανθρωπότητα.

Αυτή η παγκόσμια αλληλεγγύη μάς βοηθούσε να πετύχουμε ένα σοβαρό αποτέλεσμα: Να αποφύγουμε, να ματαιώσουμε μια επανάληψη της ένοπλης πολεμικής επέμβασης των αγγλικών δυνάμεων κατοχής στην καινούργια ένοπλη εσωτερική αντιπαράθεση, πράγμα που κάτω από άλλες διεθνείς συνθήκες έγινε το Δεκέμβρη του 1944. Φυσικά, η παρουσία του αγγλικού στρατού στην Ελλάδα αποτελούσε μια σοβαρή δυσκολία για μας και ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα για το μοναρχοφασισμό, γιατί μας στερούσε απ’ τα αναμφισβήτητα κέρδη που θα ’χαμε από μια γενική ένοπλη εκδήλωση και στις πόλεις, οπότε γρήγορα θα ανατρέπαμε το συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος μας. Αν ενεργούσαμε έτσι, θα προκαλούσε χωρίς αμφιβολία μια ενεργό πολεμική επέμβαση των αγγλικών ένοπλων δυνάμεων, πράγμα που θα επιδρούσε άμεσα και αρνητικά στην πορεία της ένοπλης εξέγερσης, γιατί στις δυνάμεις αυτές και γενικότερα στη νέα σύγκρουση με την Αγγλία-που θα ’μασταν υποχρεωμένοι να την σηκώσουμε μόνοι μας- δε θα ’χαμε ν’ αντιπαραθέσουμε, τουλάχιστον στους 3-4 πρώτους μήνες, ούτε ετοιμοπόλεμες δυνάμεις, ούτε στοιχειώδικο πολεμικό εξοπλισμό, ούτε στοιχειώδικο πολεμικό ανεφοδιασμό. Αυτοί οι 3-4 μήνες ίσως θα κρίναν βασικά την τύχη του ένοπλου αγώνα. ΕΛΑΣ δεν υπήρχε. Τον οπλισμό του σ’ ένα σημαντικό μέρος τον είχαμε παραδώσει με τη Βάρκιζα και σε ένα άλλο του σημαντικό μέρος ο οπλισμός αυτός είχε αχρηστευθεί ή ανακαλυφθεί. Αυτή η σοβαρή δυσκολία ήταν υποχρεωτική. Έπρεπε να αποφύγουμε την πολεμική σύγκρουση με τους Άγγλους. Και μέσα σε μια δύσκολη, βασανιστική, επίμονη προσπάθεια που προοδευτικά θα δυνάμωνε και θα ξάπλωνε, έπρεπε να συνενώσουμε σε μια ενιαία στρατιωτική δύναμη τις σκόρπιες ομάδες των αγωνιστών, να τις συγκροτήσουμε και να τις πειθαρχήσουμε στρατιωτικά, να τους δώσουμε καθαρό πολιτικό λαϊκο-δημοκρατικό σκοπό και προσανατολισμό, ξεκαθαρισμένη στρατηγική, επαναστατική ταχτική, να τις οπλίσουμε, να τις εφοδιάσουμε και, μέσα απ’ τις μεγάλες δυσκολίες και την αδιάκοπη πολεμική επίδοση, να τις δημιουργήσουμε σ’ έναν πραγματικό λαϊκό, επαναστατικό στρατό, στο ΔΣΕ, που θα ’πρεπε να ’ναι απαλλαγμένος -και αυτό ήταν απ’ τα πιο δύσκολα- απ’ την κακή, την αρνητική, απ’ την απαράδεχτη για έναν τέτοιο στρατό παράδοση και κληρονομιά του ΕΛΑΣ, που φορείς της -πολλές φορές στενοκέφαλοι, πεισματάρηδες και αδιόρθωτοι φορείς της- ήταν σχεδόν όλα τα πρώην στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη του ΕΛΑΣ, αυτά που, στην αρχή τουλάχιστον, στελέχωσαν ολοκληρωτικά και το ΔΣΕ. Έπρεπε να φτιάσουμε έναν καινούργιο στρατό.

Μιλώντας εδώ για τις διεθνείς και ιδιαίτερα για τις βαλκανικές συνθήκες που μέσα τους ξεδιπλώθηκε ο καινούργιος ένοπλος αγώνας μας και ανασκοπώντας τη σχεδόν τετράχρονη πορεία του, πρέπει τώρα να ξεκαθαρίσουμε, να διαπιστώσουμε, εκ των υστέρων φυσικά, ότι σχετικά με τη Γιουγκοσλαβία, τον κύριο και αποφασιστικό παράγοντα στα νώτα μας, στηριχθήκαμε στην αρχή σε ολότελα εσφαλμένες προϋποθέσεις, γιατί η συμμορία του Τίτο, που μας υπονόμευε και μας υπόσκαπτε τουλάχιστον από το 1943, αν όχι και πιο μπροστά, στο νέο ένοπλο αγώνα μας μας πρόδινε ολοκληρωτικά απ’ την πρώτη στιγμή, παρά το ότι στα λόγια μάς έταζε λαγούς με πετραχήλια. Σε συνεννόηση με τους Αγγλοαμερικανούς ιμπεριαλιστές και σαν όργανό τους και σύμμαχος του μοναρχοφασισμού, επιδίωκε τη συντριβή των δημοκρατικών δυνάμεων στην Ελ-λάδα, για να ’χει εξασφαλισμένα τα νώτα της. Κι έκανε όλα όσα περνούσαν απ’ το χέρι της για να πετύχει τη συντριβή αυτή. Έχοντας κάθε φορά για ταμπούρι και τη βαλκανική επιτροπή του ΟΗΕ, που και για προκάλυψη του Τίτο την στείλαν οι Αμερικανοάγγλοι στα Βαλκάνια, η σπείρα του Βελιγραδιού μας κορόιδευε, μας απατούσε, μας έσπρωχνε σε περιπέτειες, μας πρόδινε εξαρχής.

Μιλώντας εδώ για την προδοσία του Τίτο, πρέπει να υπογραμμίσουμε την ξεχωριστή αρνητική επίδραση που είχε ως το τέλος στην εξέλιξη του νέου ένοπλου αγώνα μας.

Ανασκοπώντας σήμερα τον ένοπλο αγώνα μας στα 1946-1949 και συνοψίζοντας τα μαθήματα και τα διδάγματά του, μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω συμπεράσματα:

  1. Βασικά η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, στην περίοδο που εξετάζουμε, ήταν σωστή παρά το σοβαρό λάθος της αποχής απ’ τις εκλογές και το λάθος για το Βορειοηπειρωτικό, που, το τελευταίο αυτό, το Κόμμα μας μπόρεσε να το διορθώσει έγκαιρα. Παρά τις σοβαρές δυσκολίες που πρόβαλε στο ΚΚΕ το καθεστώς της αγγλικής κατοχής, το Κόμμα μας σωστά, βασικά, αντιμετώπισε τα προ- βλήματα της πολιτικής του δράσης στο διάστημα αυτό.
  2. Το Κόμμα μας βασικά σωστά καθόρισε τις πολιτικές κατευθύνσεις και επιδιώξεις στη νέα ένοπλη πάλη, με βασικό σκοπό την απελευθέρωση της χώρας και την εγκαθίδρυση της λαϊκής δημοκρατίας στην Ελλάδα. Δημιούργησε την ΠΔΚ και το στρατιωτικό όργανο για την πραγματοποίηση της γραμμής του, το ΔΣΕ, σα λαϊκό απελευθερωτικό στρατό με ενιαία πολιτικοστρατιωτική διοίκηση.
  3. Η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ βασικά σωστά επεξεργάστηκε τα προβλήματα της στρατηγικής του ΚΚΕ και έβαλε το ζήτημα της δημιουργίας των στρατηγικών εφεδρειών του ΔΣΕ στο κέντρο της προσοχής και της προσπάθειας του ΚΚΕ σα βασικό πρόβλημα που απ’ τη λύση του εξαρτιότανε η πραγματοποίηση των στρατηγικών σκοπών του ΔΣΕ.
  4. Βασικά σωστά η σύσκεψη του Γενάρη του 1948 επεξεργάστηκε και έλυσε τα προβλήματα της πολιτικής και οργανωτικής συγκρότησης και διάρθρωσης του ΔΣΕ σα λαϊκο-επαναστατικού στρατού, ξεριζώνοντας τις αρνητικές επιδράσεις και παραδόσεις του ΕΛΑΣ.
  5. Επιδιώκοντας τη δημιουργία και διατήρηση -όχι όμως στατικά, μα κινητικά- ενός πολιτικά και στρατιωτικά απαραίτητου στρατηγικού χώρου με τάση την προοδευτική διεύρυνσή του ανάλογα με τον κάθε φορά συγκεκριμένο συσχετισμό στις αντίπαλες δυνάμεις, ο ΔΣΕ, σ’ όλο το διάστημα της δράσης του, βασικά εφάρμοσε μια ευλύγιστη παρτιζάνικη-αντάρτικη ταχτική, επιδιώκοντας με τη δράση του αυτή στη Δυτική Μακεδονία, Πελοπόννησο, Νότια Ελλάδα, Ήπειρο, Κεντρική-Ανατολική Μακεδονία, στη Θράκη και στα νησιά να αναπτύσσει και να διατηρεί μαχητικές εστίες αδιάκοπης απασχόλησης, αγκίστρωσης, φθοράς του εχθρού, σα βασικό συντελεστή για την προώθηση και πραγματοποίηση των στρατιωτικών επιδιώξεών του.
  6. Το Κόμμα κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να λύσει το βασικό στρατηγικό πρόβλημα του εφοδιασμού των τμημάτων του ΚΓΑΝΕ, πράγμα που θα κρατούσε τον εχθρό σε διαρκή απειλή απ’ τα νώτα, στις προσπάθειές του να πετύχει στρατηγική λύση στη Βόρεια Πίνδο, και βασικά θα ματαίωνε τις προσπάθειές του αυτές.

Τα βασικά λάθη και ελλείψεις που έχουμε να παρουσιάσουμε στο διάστημα αυτό μπορούμε να τα συνοψίσουμε με τα παρακάτω:

  1. Βασικά η οργανωτική-τεχνική προετοιμασία μας αποδείχθηκε ανεπαρκής. Ιδιαίτερα δεν μπορέσαμε απ’ την αρχή να δώσουμε σωστή αποστολή στις πόλεις διατηρώντας σ’ αυτές μικρές, μα ζωντανές, μαχητικές, οργανωτικο-τεχνικά και συνωμοτικά καλά προετοιμασμένες Κομματικές Οργανώσεις και στέλνοντας στο ΔΣΕ χιλιάδες πολλές κομμουνιστές και οπαδούς μας απ’ τις πόλεις. Στις Κομματικές Οργανώσεις μας των πόλεων -κυρίως απ’ τα ανώτατα και καθοδηγητικά στελέχη και πρώτ’ απ’ όλα στην Αθήνα όπου ο Γραμματέας της, Μπλάνας, ουσιαστικά πρόδωσε- είχαμε σοβαρές οπορτουνιστικές, ηττοπαθείς και συνθηκόλογες εκδηλώσεις που ενισχύονταν και απ’ το Κλιμάκιο της Αθήνας του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που και ανοιχτά, με τη «Διακήρυξή» του που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 29 του Ιούλη 1947, έδινε οπορτουνιστική γραμμή. Αυτός ο οπορτουνισμός, που τον είχε κιόλας επισημάνει η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Σεπτέμβρης 1947), έστεκε εμπόδιο στην εφαρμογή της κομματικής γραμμής. Ούτε η ΚΟΘ, η ΚΟΠ και οι άλλες μας Οργανώσεις απ’ τις πόλεις μπόρεσαν ν’ ανταποκριθούν στην αποστολή τους στις συνθήκες του νέου ένοπλου αγώνα.
  2. Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ δεν μπόρεσε έγκαιρα να μεταφέρει το κέντρο της δουλειάς του απ’ την Αθήνα στη Λεύτερη Ελλάδα και να στελεχώσει την ηγεσία του ΔΣΕ με ανώτατα δοκιμασμένα κομματικά στελέχη. Στο σημείο αυτό, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ δεν μπόρεσε αποφασιστικά να υπερνικήσει τη σαμποταριστική κωλυσιεργία που στο ζήτημα αυτό εξάσκησε ο Γ. Σιάντος. Το ζήτημα αυτό έχει σχέση και με την έρευνα γύρω απ’ τα θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής, που βρίσκεται ακόμα υπό εξέταση και τα συμπεράσματά της θα γνωστούν, όταν συμπληρωθούν, στο Κόμμα και στο λαό.
  3. Βασικό λάθος, που έχει σχέση με την πιο πάνω κωλυσιεργία, ήταν η τοποθέτηση του Μάρκου Βαφειάδη στην ηγεσία του ΔΣΕ. Ο Βαφειάδης δεν πίστεψε ποτέ στη νίκη του ΔΣΕ και δεν ξέφυγε απ’ τα πλαίσια της κατσαπλιάδικης κατανόησης του καινούργιου ένοπλου αγώνα και της τέτοιας αντιμετώπισης των προβλημάτων του. Του ’λειψε η καθαρή πολιτική και στρατηγική σκέψη για το νέο αγώνα. Δεν κατάλαβε ποτέ την ανάγκη να συγκροτηθεί ο ΔΣΕ σε λαϊκό απελευθερωτικό στρατό. Τον κρατούσε τσιφλίκι δικό του και των ανθρώπων που συγκέντρωνε γύρω του και τον αντιπαράθετε στο Κόμμα καταδιώκοντας τα στελέχη που το Κόμμα έστελνε στο ΔΣΕ. Ο Βαφειάδης ήταν στο ΔΣΕ ο κύριος εκπρόσωπος, φορέας και σημαιοφόρος της κακής, της αρνητικής και της απαράδεχτης για λαϊκο-επαναστατικό στρατό παράδοσης και κληρονομιάς του ΕΛΑΣ. Ο Βαφειάδης ποτέ δε συνέλαβε και δεν κατάλαβε το πρόβλημα των εφεδρειών του ΔΣΕ και εξαπάτησε το Κόμμα στο ζήτημα αυτό. Μεταβλήθηκε σ’ ένα σατράπη που δεν ανεχόταν έλεγχο και κριτική, ούτε απ’ την ηγεσία του ΚΚΕ. Και όταν στο κορύφωμα της μάχης στο Γράμμο στα 1948 λύγισε και έσπασε, για να δικαιολογηθεί σκάρωσε μια συνθηκόλογη και πανικόβλητη τροτσκιστική-οπορτουνιστική πλατφόρμα, που η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καταδίκασε ομόφωνα. Ο ίδιος ο Βαφειάδης στην 5η Ολομέλεια δήλωσε «τα ψωμιά μου στο Κόμμα τα ’φαγα».
  4. Το Κόμμα μας δεν μπόρεσε έγκαιρα να λύσει το βασικό πρόβλημα των εφεδρειών του ΔΣΕ κυρίως στα 1947 που οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, όταν ο μοναρχοφασισμός δεν είχε ακόμα αδειάσει τα χωριά. Η παρουσία του Βαφειάδη στην ηγεσία του ΔΣΕ επέδρασε αρνητικά και στο ζήτημα αυτό. Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ φέρνει ακέραια την ευθύνη για την καθυστέρηση στον αποφασιστικό αυτόν τομέα. Στα 1947 χάσαμε τις μάχες στο Μέτσοβο-Γρεβενά-Κόνιτσα και δεν εκμεταλλευτήκαμε την αποτυχία της εκστρατείας του εχθρού τον ίδιο χρόνο. Οι αποτυχίες μας αυτές έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση που υπήρχε στο Γ ενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ.
  5. Εξαιρετική σημασία για την επιτυχία της αποστολής του ΔΣΕ είχε και το πρόβλημα για τον έγκαιρο και επαρκή εφοδιασμό του ΚΓΑΝΕ. Το Κόμμα δεν μπόρεσε να λύσει ικανοποιητικά και το πρόβλημα αυτό. Η παρουσία του Καραγιώργη στη διοίκηση του Κλιμακίου συνετέλεσε στο να πάρει το πρόβλημα αυτό ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα και να πάθουμε στο ΚΓΑΝΕ μεγάλες απώλειες σε έμψυχο υλικό.
  6. Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ δεν μπόρεσε έγκαιρα και ικανοποιητικά να ξεκαθαρίσει την άσχημη κατάσταση που για πολύ χρόνο υπήρχε σε ορισμένες μονάδες και περιοχές, κυρίως στο ΚΓΑΝΕ και στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη.

Αυτά είναι τα βασικά λάθη μας και οι κύριες ελλείψεις στο διάστημα του καινούργιου ένοπλου αγώνα. Υπάρχουν, βέβαια, πολλά άλλα λάθη, στραπάτσα, ανεπάρκειες, ελλείψεις, αυθαιρεσίες, παρεκκλίσεις, παραβιάσεις και παραβάσεις… Άλλες μεγάλες και άλλες μικρές. Το Κόμμα πρέπει να τα ξεκαθαρίσει όλα με μια βαθιά εξονυχιστική εξέταση και κριτική έρευνα, χωρίς να λογαριάσει πόστα και πρόσωπα. Ιδιαίτερα προσεχτικά πρέπει να μελετηθούν τα προβλήματα της ταχτικής του ΔΣΕ. Παρά το ότι η ταχτική του ΔΣΕ βασικά ήταν σωστή, όμως η ταχτική αυτή συχνά στραπατσαρίστηκε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, απ’ το Κλιμάκιο, και αλλού. Ξεχωριστά πρέπει να μελετηθούν τέτοιες μάχες όπως της Φλώρινας, που είχαν μεγάλη σημασία για τον αγώνα μας και όπου παρουσιάσαμε αποτυχία.

Απ’ αυτήν τη βαθιά κριτική και αυτοκριτική εξέταση όλης της δράσης του, το ΚΚΕ, τα στελέχη, τα μέλη του, ολόκληρο το κίνημά μας, πρέπει να βγουν πιο ατσαλωμένα, συσπειρωμένα, ενωμένα, πιο ικανά και ετοιμοπόλεμα για τις καινούργιες σκληρές δοκιμασίες, για τους νέους αγώνες που ξεσπούν και φουντώνουν, που ωριμάζουν πιο μεγάλοι και αποφασιστικοί.

Η συμβολή της Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να ’ναι αποφασιστική.

  1. Η ΗΤΤΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΒΙΤΣΙ-ΓΡΑΜΜΟ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ

Ο ΔΣΕ, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, τη σοβαρή καθυστέρηση που παρουσίαζε στη λύση του προβλήματος των εφεδρειών του και παρά το γεγονός ότι δεν εξασφάλισε ένα μόνιμο και επαρκή εφοδιασμό για τα τμήματά του του ΚΓΑΝΕ -εφοδιασμός που ιδιαίτερα για την Πελοπόννησο και τα νησιά ήταν ανύπαρκτος-, σε μια ανώτερη ηρωική προσπάθεια στη μάχη του Γράμμου-Βίτσι στα 1948 που κράτησε πάνω από 3 μήνες, ανάτρεψε τη στρατηγική προσπάθεια του εχθρού. Ο εχθρός με την «Κορωνίδα» του επιδίωκε τότε ένα τελικό αποτέλεσμα.

Ο ΔΣΕ, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης εφεδρειών, δεν μπόρεσε ούτε αυτός να εκμεταλλευτεί στρατηγικά την ήττα του εχθρού στο Γράμμο-Βίτσι στα 1948. Όμως η αποτυχία αυτή η πολεμική της Αντίδρασης όξυνε όλες τις αντιθέσεις της και την έφερε σε μια βαθιά πολιτική, στρατιωτική και ηθική κρίση. Στα τέλη του 1948 και στις αρχές του 1949 ο μοναρχοφασισμός έφτασε στο σημείο της κάμψης. Αυτήν την κατάσταση και τις δυνατότητες που περίκλειε έκφρασε η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Γενάρη του 1949, όταν, καταφέροντας αποφασιστικό χτύπημα τόσο ενάντια στην πανικόβλητη, συνθηκόλογη, τροτσκιστική, οπορτουνιστική εκδήλωση του Μάρκου Βαφειάδη όσο και ενάντια στη συμβιβαστική-συμφιλιωτική στάση που πήρε απέναντι του η σ. Χρύσα Χατζηβασιλείου, κάλεσε το Κόμμα και το λαό σε μια αποφασιστική υπερένταση και προσπάθεια για να κάνουμε το 1949 χρόνο της καμπής, υπό τον όρο ότι όλοι θα κάναμε στο ακέραιο το καθήκον μας. Η 5η Ολομέλεια διέγραψε τον Βαφειάδη απ’ το ΚΚΕ και έβγαλε τη σ. Χατζηβασιλείου απ’ το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Αχίλλειος πτέρνα για το ΔΣΕ παρέμεινε και για το 1949 το πρόβλημα των εφεδρειών του. Ακόμα και το ΚΓΑΝΕ -κυρίως γιατί δεν ήμασταν σε θέση να εξασφαλίσουμε τον εφοδιασμό του, μα και εξαιτίας της διαλυτικής, αποσυνθετικής επίδρασης που είχε γι’ αυτό η παρουσία στη θέση του διοικητή του θρασύδειλου και ξεσκεπασμένου τώρα προδότη Καραγιώργη- δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην επιχειρησιακή αποστολή που είχε μέσα στο γενικό σχέδιο του Γ ενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ για το 1949.

Ενώ εμείς δεν ήμασταν σε θέση να εκμεταλλευτούμε τη βαθιά κρίση που περνούσε ο εχθρός ύστερα απ’ τη στρατηγική αποτυχία του στα 1948 και ακριβώς εξαιτίας, κυρίως, της αδυναμίας μας αυτής, η αμερικανοκρατία και ο μοναρχοφασισμός παίρναν σύντονα και ενεργητικά μέτρα για ν’ αντιμετωπίσουν την αποσυνθετική ηθική κρίση που περνούσε ο στρατός τους. Τον καιρό που ο εχθρός κατέβαλλε μια εξαιρετική προσπάθεια για να υπερνικήσει τις δυσκολίες του και να προετοιμαστεί για την αποφασιστική αντιπαράθεση του 1949, ενώ αύξανε ολοένα και συμπληρωνότανε η ολόπλευρη αμερικανική και αγγλική στρατιωτικοπολεμική βοήθεια προς το μοναρχοφασισμό -βοήθεια που, όπως αποδείχτηκε αδιάψευστα στο Καρπενήσι, έφτασε ως τη συμμετοχή της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις-, τον καιρό αυτό ολοκληρώθηκε και το ανοιχτό πέρασμα της συμμορίας του Τίτο στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, ολοκληρώθηκε η προδοσία της προς το λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα της χώρας μας. Η προδοσία αυτή πρόσφερε στο μοναρχοφασισμό ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα και στο πεδίο του βαλκανικού συσχετισμού των δυνάμεων σε σχέση με τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Ανέτρεψε επίσης τις βαλκανικές προϋποθέσεις που και πάνω τους υπολόγισε και στηρίχτηκε το νέο ένοπλο ξεκίνημά μας. Και έφτασε στο κατακόρυφό της με το πισώπλατο χτύπημα που η σπείρα του Βελιγραδιού κατάφερε ενάντια στο Κόμμα μας, στο διάστημα της μάχης του 1949, στο Καϊμακτσαλάν και στο Βίτσι.

Χάσαμε τη μάχη στο Βίτσι-Γράμμο στα 1949. Βασική αιτία είναι το γεγονός ότι δε λύσαμε α) το πρόβλημα των εφεδρειών του ΔΣΕ και β) το πρόβλημα του ανεφοδιασμού του ΚΓΑΝΕ για να μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στην αποστολή που του δίναμε: Να αγκιστρώσει, να δεσμεύσει, να φθείρει και να εξαντλήσει στο χώρο του τόσες δυνάμεις του εχθρού, ώστε οι κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ στη Βόρεια Πίνδο να μπορέσουν ν’ ανατρέψουν τη στρατηγική επιδίωξη του εχθρού και να περάσουν στη στρατηγική αντεπίθεση.

Το ανοιχτό όμως πέρασμα της συμμορίας του Τίτο με το μέρος των ιμπεριαλιστών, η ανοιχτή προδοσία του απέναντι στο λαό μας επέτρεψαν στο μοναρχοφασισμό με τη νίκη του στο Βίτσι-Γράμμο να πετύχει και ένα οριστικό, αν και πρόσκαιρο αποτέλεσμα. Χωρίς την προδοσία του Τίτο ο μοναρχοφασισμός, και αν μας εκτόπιζε προσωρινά απ’ το Βίτσι και το Γράμμο, δε θα μπορούσε ποτέ να πετύχει αποχώρηση απ’ την Ελλάδα των κύριων δυνάμεων του ΔΣΕ. Απ’ αυτήν την άποψη, για την έκβαση της μάχης στο Βίτσι-Γράμμο στα 1949 η προδοσία του Τίτο είχε αποφασιστική επίδραση, γιατί επέτρεψε στο μοναρχοφασισμό όχι μόνο ν’ αναπτερωθεί και να υπερνικήσει τη βαθιά κρίση που πέρασε στα τέλη του 1948, αρχές 1949, μα και να πετύχει οριστικό αποτέλεσμα για το 1949, ενώ παράλληλα η προδοσία αυτή δεν άφηνε σε μας περιθώριο χρόνου ν’ αντέξουμε στις δυσκολίες του 1949 -οπότε θα ’χαμε μια ακόμα πιο βαθιά και έντονη υποτροπή στη μοναρχοφασιστική κρίση- και να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες και την ανεπάρκεια που παρουσιάσαμε κυρίως στο πρόβλημα των εφεδρειών του ΔΣΕ και του ανεφοδιασμού των τμημάτων μας στο ΚΓ ΑΝΕ.

Μέσα στις συνθήκες αυτές το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που σ’ όλο το διάστημα του νέου ένοπλου αγώνα όχι μόνο δεν απόκρουσε, μα και επιδίωξε επίμονα ένα δημοκρατικό συμβιβασμό και ειρήνευση της Ελλάδας μέσα στα πλαίσια του ΟΗΕ και με βάση τις γνωστές προτάσεις που εκ μέρους της σοβιετικής κυβέρνησης έκανε ο Γκρομίκο, αποφάσισε να αναστείλει τον ένοπλο αγώνα και να αποσύρει τις κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ, μια και έγινε φανερό, ύστερα απ’ την ήττα μας στο Βίτσι-Γράμμο, ότι ο ΔΣΕ δεν μπορούσε να πετύχει ένα μερικό ή γενικό αποτέλεσμα στην προσπάθειά του για την απελευθέρωση της Ελλάδας σε λίγο ή πολύ σύντομο διάστημα. Αντιρρήσεις για την υποχώρησή μας αυτή είχε μόνο ο σ. Παρτσαλίδης που πρότεινε ελιγμό προς το Νότο.

Έκλεινε μια ένδοξη και ηρωική σελίδα στο μακρόχρονο, δύσκολο, βασανιστικό αγώνα του λαού μας για τη λευτεριά, τη δημοκρατία, την ειρήνη, την ανεξαρτησία και τη λαϊκή δημοκρατία. Άρχιζε καινούργια σελίδα. Χρειαζότανε μια ανασυγκρότηση, ανασύνταξη και ανακατάταξη των δυνάμεων για τα νέα καθήκοντα μέσα στις καινούργιες συνθήκες. Μόνο μικρά αντάρτικα τμήματα εξακολούθησαν τον ένοπλο αγώνα σα στήριγμα του λαού, κυρίως στην ύπαιθρο, και σα μέσο πίεσης για τον εκδημοκρατισμό της ζωής στη χώρα.

Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, που συνήλθε τον Οχτώβρη του 1949, έγκρινε την απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ να σταματήσει, σήμερα, ο ένοπλος αγώνας και για την υποχώρηση των κύριων δυνάμεων του ΔΣΕ και καθόρισε τη νέα γραμμή και τα νέα καθήκοντα του ΚΚΕ στην καινούργια κατάσταση.

Η νέα αυτή υποχώρησή μας, σε διάκριση απ’ τη μάχη του Δεκέμβρη και τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας, έγινε πολιτικά και στρατιωτικά οργανωμένα και πειθαρχικά και με διατήρηση άθικτου του κύριου όγκου των δυνάμεων. Αυτό αποτελεί τη στέρεη βάση για μια γρήγορη ανασύνταξη και αναδιάταξή μας, μια γερή αφετηρία στο καινούργιο ξεκίνημά μας.

Πριν μπούμε στα προβλήματα που έθεσε και έλυσε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, πρέπει να συνοψίσουμε τα βασικά εξαγόμενα απ’ τη δεκάχρονη πάλη στα 1940-1949.

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ

Ποια τα βασικά συμπεράσματα και διδάγματα απ’ την πολιτική δουλειά και δράση του ΚΚΕ στα 1940-1949, ένα σχεδόν δεκάχρονο που είναι γιομάτο από τους πιο ένδοξους αγώνες που διεξήγαγε ο λαός μας για την κοινωνική του απελευθέρωση, ένα δεκάχρονο που στο διάστημά του οι εργαζόμενες μάζες, με επικεφαλής το ΚΚΕ, δύο φορές πήραν τα όπλα ενάντια στους ντόπιους και ξένους εκμεταλλευτές τους;

Το ΚΚΕ, όταν στα 1931 με την άμεση επέμβαση και βοήθεια της ΚΔ ξεπέρασε τη μακρόχρονη κρίση του, βγήκε στην πλατιά λεωφόρο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων ηγέτης της εργατικής τάξης, οδηγός ολόκληρου του εργαζόμενου λαού. Απ’ τη φωτιά της μεταξικής δικτατορίας βγήκε πιο ατσαλωμένο. Στα χρόνια της χιτλερικής κατοχής το ΚΚΕ αναδείχτηκε στην πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας και το ακολούθησε η τεράστια πλειοψηφία του λαού Και τη θέση του αυτή την κρατά και την στεριώνει καθημερινά. ΓΥ αυτό, το ΚΚΕ όχι μόνον εκφράζει τα βασικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και ολόκληρου του εργαζόμενου λαού, μα και μέσα σε τριάντα και δύο χρόνια -που είναι γιομάτα από σκληρούς αγώνες, αφάνταστες στερήσεις, ολοκληρωτικό δόσιμο και αφοσίωση στη λαϊκή υπόθεση και μεγάλες θυσίες- έπεισε την εργατική τάξη έπεισε τις εργαζόμενες μάζες στις πόλεις και στα χωριά ότι άξια εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους, ότι μόνο με το ΚΚΕ επικεφαλής, μόνο με τους κουκουέδες σαν οδηγητές θα κατακτήσουν τη λευτεριά, την κοινωνική απολύτρωση, τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Αυτό είναι το βασικό για το λαό δίδαγμα και συμπέρασμα απ’ τους σκληρούς επαναστατικούς αγώνες δέκα χρόνων. Με το αίμα δεκάδων μελών της ΚΕ και ανώτατων στελεχών του, εκατοντάδων στελεχών και πολλών χιλιάδων μελών και οπαδών του που έπεσαν στο πεδίο της μάχης είτε εκτελέστηκαν απ’ τον ταξικό εχθρό, το ΚΚΕ σφυρηλάτησε τους αδιάρρηκτους δεσμούς του με το λαό.

Ποιο το βασικό όπλο που επέτρεψε στο ΚΚΕ να αναδειχτεί στην πρώτη πολιτική δύναμη στη χώρα, να κατακτήσει την εργατιά και τις εργαζόμενες μάζες και να τις οδηγήσει δύο φορές στην ένοπλη πάλη για την εξουσία; Το βασικό και κύριο αυτό όπλο μας είναι η θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. Διδαγμένο και βαφτισμένο στη διδασκαλία των μεγάλων δασκάλων μας, Μαρξ-Ένγκελς- Λένιν-Στάλιν, στο φως και στην πείρα που μας δίνει το μεγάλο Κόμμα του Λένιν και του Στάλιν, το ΚΚΕ αναδείχτηκε σε πραγματικό επαναστατικό, προλεταριακό κόμμα, σε ηγέτη της εργατιάς και του εργαζόμενου λαού. Όταν ξεφύγαμε, έστω και προσωρινά, απ’ τη διδασκαλία αυτή, κάναμε θεμελιακά λάθη και χάσαμε την επανάσταση. Αυτό μας διδάσκει ότι το ακατανίκητο αυτό όπλο μας πρέπει να το κρατάμε πάντα καθαρό, ανόθευτο, ακονισμένο, ετοιμοπόλεμο.

Και ’δώ προβάλλει το ερώτημα: Χάσαμε δύο ένοπλους αγώνες, του 1941- 1944 και του 1946-1949. Ποια διαφορά, βασική θεμελιακή διαφορά ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο αγώνες;

Στα 1941-1944 στην ουσία δεν παλεύαμε για την εξουσία. Περιμέναμε να νικήσουν οι σύμμαχοι και να μας δώσουν την εξουσία. Ήρθαν όμως οι Άγγλοι – ή καλύτερα τους φέραμε- και αντί να μας δώσουν, μας πήραν την εξουσία. Δεν ήμασταν έτοιμοι να τους αντιμετωπίσουμε.

Στα 1946-1949 παλέψαμε για την εξουσία. Παρά τα μερικά λάθη μας, σημαντικά όμως και σοβαρά, και παρά τις ελλείψεις και αδυναμίες που παρουσιάσαμε στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή. Μέσα στον αγώνα αυτόν ευθυγραμμίσαμε ιδεολογικά-πολιτικά-οργανωτικά- στρατιωτικοπολεμικά το ΚΚΕ προς τη μεγάλη αποστολή του, ξεπερνώντας κριτικά και δημιουργικά τα θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής. Μπροστά σε μια τεράστια υλική υπεροχή του εχθρού που είχε την ολόπλευρη αμερικανοαγγλική υποστήριξη και βοήθεια και που με την προδοσία του Τίτο πέτυχε σ’ αυτό που αφορά το κίνημά μας, μια αποφασιστική έστω και πρόσκαιρη πολιτική βαλκανική ανακατάταξη προς όφελος του, αναγκαστήκαμε να κάνουμε μια κανονική προσωρινή υποχώρηση, με διαφύλαξη των κύριων δυνάμεών μας, υποχώρηση που πολιτικά φωτίστηκε σωστά και οργανωτικά σωστά πραγματοποιήθηκε. Και που σωστά την κατάλαβε και ο ΔΣΕ και ο λαός.

Αυτή είναι η βασική διαφορά σ’ αυτό που αφορά την πολιτική και τη δράση του Κόμματός μας ανάμεσα στις δύο περιόδους του ένοπλου αγώνα, την περίοδο του 1941 -1944 και την περίοδο του 1946-1949.

Χωρίς σωστά να δούμε και σωστά να καταλάβουμε τη διαφορά αυτή, δε θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε σωστά συμπεράσματα και διδάγματα:

Στην πρώτη περίοδο η γραμμή μας ήταν βασικά λαθεμένη.

Στη δεύτερη περίοδο η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή.

Για να φτάσουμε στο δεύτερο ένοπλο αγώνα, έπρεπε να ευθυγραμμίσουμε τη βασική, τη γενική κομματική γραμμή, να διορθώσουμε και να ξεπεράσου- με τα θεμελιακά μας λάθη στην πρώτη Κατοχή, στην Καζέρτα, στο Δεκέμβρη και στη Βάρκιζα.

Για να προχωρήσουμε σήμερα σωστά και καλά παραπέρα, πρέπει να έχουμε σωστή γενική γραμμή. Μα παράλληλα πρέπει -και αυτό είναι βασική προϋπόθεση- να δούμε κριτικά και αυτοκριτικά όλα τα μεγάλα και μικρά λάθη, ελλείψεις, στραπάτσα, αδυναμίες και ανεπάρκειές μας, να δούμε και ν’ αξιολογήσουμε τις ευθύνες για τον καθένα μας στη δεύτερη αυτή περίοδο, να τα δούμε όλα εξονυχιστικά, βαθιά, ως τον πάτο, να διδαχτούμε απ’ αυτά για να τα διορθώσουμε και να τα ξεπεράσουμε, και έτσι πιο ώριμοι, πιο έμπειροι, πιο ψημένοι, πιο σφιχτοδεμένοι, μονολιθικά ενωμένοι και πειθαρχικοί να προχωρήσουμε στους νέους αγώνες, στις νέες δοκιμασίες για να τα βγάλουμε πιο παλικαρίσια πέρα.

Κλείνοντας σήμερα ένα δεκάχρονο αγώνα, ύστερα από δύο ήττες, σε ποιο βασικό πολιτικό συμπέρασμα μπορούμε να καταλήξουμε;

Ο ταξικός εχθρός, οι αντίπαλοί μας με τρόμο και λαχτάρα ύστερα από κάθε «νίκη» τους μιλάν για νέο γύρο του ΚΚΕ. Αυτό δείχνει πόσο λίγο πιστεύουν στη «νίκη » τους. Όταν νικήσουμε εμείς θα ’ναι ο τελευταίος γύρος, γιατί δε θα ’χουν τα κότσια να φτιάσουν ένα δικό τους γύρο.

Εμείς όμως μπήκαμε σε νέο «γύρο», σε καινούργιο κύκλο αγώνων. Γιατί όσο υπάρχει πλουτοκρατική σκλαβιά και ξενική υποδούλωση, θα υπάρχει και λαϊκός αγώνας ενάντια στη σκλαβιά και την υποδούλωση. Και ο λαϊκός αυτός αγώνας θα τελειώσει μόνον όταν θα γκρεμιστεί η σκλαβιά και η υποδούλωση και ο λαός θα γίνει αφέντης στον τόπο του.

Ο αγώνας συνεχίζεται και θα συνεχίζεται ως τη νίκη. Αυτό είναι το συμπέρασμα για το λαό. Και δεν μπορεί να ‘ναι άλλο.

Μπήκαμε, ύστερα απ’ την υποχώρησή μας στο Βίτσι-Γράμμο, σε νέα περίοδο ανασύνταξης και ανασυγκρότησης των δυνάμεών μας, σε νέα περίοδο πολιτικής και οργανωτικής αναδιάταξης σύμφωνα με τις καινούργιες συνθήκες του αγώνα.

Η ανασύνταξη και η αναδιάταξη αυτή μπορεί σωστά να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα στους καινούργιους αγώνες που φουντώνουν και ξεσπούν, που ωριμάζουν και επέρχονται ακόμα πιο μεγάλοι. Μόνο εφόσον παντού και πάντοτε θα στεκόμαστε επικεφαλής του εργαζόμενου λαού, διαφωτιστές του, εμψυχωτές, οργανωτές και καθοδηγητές στους αγώνες του, μικρούς και μεγάλους, πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς, κοινοβουλευτικούς και εξωκοινοβουλευτικούς. Μόνο εφόσον αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά και αμείλιχτα κάθε προσπάθεια και απόπειρα να υπονομευθεί η μονολιθική ενότητα του ΚΚΕ, να διαστρεβλωθεί η πολιτική του, να νοθευτεί η θεωρία του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε πιο διεξοδικά. Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι, ύστερα απ’ την ήττα μας στο Βίτσι-Γ ράμμο, η αμερικανοκρατία, οι Άγγλοι, οι μοναρχοφασίστες, οι τιτικοί καταβάλλουν ακόμα πιο επίμονες και συντονισμένες προσπάθειες για να χτυπήσουν το ΚΚΕ απ’ τα όξω και απ’ τα μέσα. Αυτό γίνεται όχι μόνο και όχι τόσο γιατί φαντάζονται ότι το ΚΚΕ ύστερα απ’ την ήττα μας είναι πιο ευπρόσβλητο, μα κυρίως γιατί ξέρουν και βλέπουν ότι και μετά τη «νίκη» τους η Ελλάδα παραμένει ηφαίστειο σε δράση, ότι ο λαός παλεύει πάντα, ότι οι δυσκολίες τους δε λιγόστεψαν, μα περισσεύουν, ότι ωριμάζουν ακόμα πιο μεγάλοι ταξικοί αγώνες. Γι’ αυτό δυναμώνουν τις προσπάθειές τους να χτυπήσουν, υπονομεύσουν, αδυνατίσουν και διασπάσουν το ΚΚΕ, τον κινητήρα της επαναστατικής πάλης στην Ελλάδα.

Από δύο κατευθύνσεις έρχονται οι προσπάθειες για το χτύπημα και την υπονόμευση του ΚΚΕ. Η μία κατεύθυνση είναι περισσότερο απ’ όξω: Ασφάλεια, Αμερικανοί, Ιντέλιτζενς Σέρβις με τον Γκουτχάουζ (Κρις) που ξανάρθε πάλι στην Ελλάδα, τιτικοί προβοκάτορες που συνεργάζονται με τον Κρις, αρχειοτροτσκιστές, αντιηγετικοί που αποτελούνται από προδότες και πουλημένους στον ταξικό εχθρό.

Η άλλη κατεύθυνση είναι ο οπορτουνισμός, η συνθηκολόγηση, ο φραξιονισμός που πάει να χτυπήσει το Κόμμα απ’ τα μέσα. Στις κυριότερες εκδηλώσεις της εμφανίστηκε έτσι: Πρώτος ο Βαφειάδης, αφού έσπασε και λύγισε στο Γράμμο στα 1948, έβγαλε την οπορτουνιστική-τροτσκιστική πλατφόρμα όπου, αφού βρίζει και συκοφαντεί το ΚΚΕ, κηρύσσει τον πανικό, την ηττοπάθεια, τη συνθηκολόγηση. Δίπλα του η Χρύσα Χατζηβασιλείου κρατά απέναντι του μια συμφιλιωτική ενισχυτική στάση. Ύστερα απ’ την υποχώρησή μας στα 1949, εκδηλώνεται ο Παρτσαλίδης, που στην ουσία επαναλαμβάνει πιο έντονα και έκδηλα το φραξιονιστικό τόνο, τις απόψεις του Βαφειάδη και ζητά και την αποκατάστασή του στο Κόμμα, Στον Παρτσαλίδη καταφεύγει και στηρίζεται ο ξεσκεπασμένος τώρα προδότης Καραγιώργης (Γυφτοδήμος), Με τον Καραγιώργη συνεργάζεται ο Αποστόλου. Αυτή είναι αλυσίδα. Εκείνο που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι ο Καραγιώργης αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις δύο κατευθύνσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω σύμπτωση γνωμών: Ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο γνωστός τροτσκιστής τσανακογλείφτης και πράκτορας της αγγλοαμερικανικής κατασκοπείας στην Ελλάδα, στην ομιλία του απ’ το Ραδιοσταθμό της Αθήνας στις 18 του Αυγούστου με τον τίτλο «Η αυτοκριτική του Ζαχαριάδη», αναπτύσσει τη θέση ότι ο Ζαχαριάδης πάντα σχεδόν έζησε έξω απ’ την ελληνική πραγματικότητα. Και θέλει μ’ αυτό να πει ότι η πολιτική που έκφρασε ο Ζαχαριάδης ήταν κι αυτή έξω απ’ την ελληνική πραγματικότητα, δηλαδή λαθεμένη. Έρχεται τώρα ο άλλος γλοιώδης τσανακογλείφτης, ο Καραγιώργης -που κι αυτός στην 7η Ολομέλεια καταδίκασε τον Παρτσαλίδη- λίγες μέρες ύστερα απ’ την Ολομέλεια αυτή και αναπτύσσει κι αυτός, σχεδόν κατά λέξη, αυτά που αναφέραμε παραπάνω απ’ τον Παπακωνσταντίνου. Και ο Καραγιώργης ισχυρίζεται: Ο Ζαχαριάδης έζησε σχεδόν πάντα έξω και μακριά απ’ την ελληνική πραγματικότητα και το ελληνικό κίνημα. Κατά συνέπεια, όλη η πολιτική που εκπροσώπησε ο Ζαχαριάδης είναι κι αυτή όξω απ’ τα πράγματα. Έτσι έχουμε μια «περίεργη» σύμπτωση γνωμών, που μας έρχεται από δύο «διαφορετικές»(;) κατευθύνσεις.

Εδώ όμως πρέπει να παρατηρήσουμε και κάτι άλλο: Με την πλατφόρμα που παρουσίασε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και σύμφωνα με ομόφωνη διαπίστωση της Ολομέλειας, ο σ. Παρτσαλίδης κάνει μια αναθεώρηση όλης της γραμμής του ΚΚΕ απ’ το 1931 και ’δώ. Έτσι έχουμε μια εκτίμηση για την πολιτική του ΚΚΕ απ’ το 1931 που βασικά εμφανίζει σύμπτωση γνωμών ανάμεσα στους Παπακωνσταντίνου, Καραγιώργη και Παρτσαλίδη. Αυτή η χαρακτηριστική σύμπτωση θα ’πρεπε να κάνει τον Παρτσαλίδη να σκεφτεί πολύ τον κατήφορο που πήρε.

Ουσιαστικά, αντικειμενικά έχουμε σήμερα ένα μπλοκ, συνασπισμό απ’ τους Παρτσαλίδη, Βαφειάδη, Καραγιώργη, Αποστόλου, που τον σεκοντάρει και η σ. Χρύσα Χατζηβασιλείου. Ηγέτης του, φυσικά, προβάλλει ο Παρτσαλίδης. Την πλατφόρμα του την παρουσίασε και την υπεράσπισε στην 7η Ολομέλεια, που την καταδίκασε αποφασιστικά και ομόφωνα.

Εκτός απ’ αυτά που, για την πλατφόρμα του σ. Παρτσαλίδη, ειπώθηκαν στα προηγούμενα, μπορούμε τις απόψεις του να τις συνοψίσουμε βασικά σε τούτα ’δώ:

  1. Ο σ. Παρτσαλίδης αναθεωρεί την πολιτική του ΚΚΕ απ’ τα 1931 και ’δώ.

Έτσι θεωρεί εσφαλμένη την πολιτική του ΚΚΕ για την ενοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων στο χωριό μέσα στο Ενιαίο Αγροτικό Κόμμα. Θεωρεί λάθος το γράμμα του Ζαχαριάδη όταν μας επιτέθηκε, στα 1940, ο ιταλικός φασισμός Ας σημειωθεί ότι την ίδια γνώμη για το γράμμα του Ζαχαριάδη είχε στα 1940- 1941 και η Χρύσα Χατζηβασιλείου. Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ απόκρουσε, καταδίκασε ομόφωνα τις αναθεωρητικές απόψεις του σ. Παρτσαλίδη.

  1. Ο σ. Παρτσαλίδης υποστήριξε ότι η καθοδήγηση του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Ζαχαριάδη θέλει να στρέψει την Ελλάδα ενάντια στην ΕΣΣΔ, και το ΚΚΕ ενάντια στο Μπολσεβίκικο Κόμμα. Η 7η Ολομέλεια απόκρουσε σαν κακοήθη την προσπάθεια αυτή. Και η απεριόριστη αφοσίωση του ΚΚΕ προς το Μπολσεβίκικο Κόμμα και του λαού μας προς τη Σοβιετική Ένωση, που εκδηλώνονται ανάμεσα στ’ άλλα και με την απεριόριστη αγάπη και εμπιστοσύνη που εκφράζουν οι Ελληνίδες μάνες με τα γράμματά τους προς το σ. Στάλιν, αποτελούν έναν μπάτσο και ένα μαστίγωμα για τη χαμέρπεια που κρύβουν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Παρτσαλίδη.
  2. Ο σ. Παρτσαλίδης προφήτευσε ότι μέσα στο ΚΚΕ «ο κίνδυνος του φραξιονισμού στις συνθήκες μας της εμιγκράτσια είναι αναπόφευκτος». Η ζωή απόδειξε σκάρτη την προφητεία αυτή, μα και αποκάλυψε ότι κίνδυνος φραξιονισμού υπάρχει μόνο απ’ την πλευρά του Παρτσαλίδη.
  3. Στην Ολομέλεια ο Παρτσαλίδης ισχυρίστηκε ότι ο Ζαχαριάδης είναι τολμηρός δίχως αρχές. Όταν του ζητήθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, ο Παρτσαλίδης δεν μπόρεσε να φέρει κανένα και έτσι για μια ακόμα φορά έδειξε ότι και η εκδήλωσή του αυτή έφερε φραξιονιστικό τυχοδιωκτικό χαρακτήρα.
  4. Ο σ. Παρτσαλίδης έχει διαφωνίες και στην εκτίμηση της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα. Στο άρθρο του στο Δημοκρατικό Στρατό του Σεπτέμβρη 1949 διαπιστώνει ότι: «Το καθεστώς της εθνικής προδοσίας, της φασιστικής θηριωδίας, της πρωτόφαντης ηθικής εξαχρείωσης, παρά τη θριαμβολογία του, καμιά προοπτική πραγματικής σταθεροποίησης δεν μπορεί να ’χει.»

Και παρά το γεγονός ότι ο Παρτσαλίδης αρνιέται στο καθεστώς της Αντίδρασης τη δυνατότητα για σταθεροποίηση, όχι μόνο δε δίνει μια καθαρή εκτίμηση στην κατάσταση, μα αρνιέται και τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα έχουμε σήμερα επαναστατική κρίση. Πρώτ’ απ’ όλα, ο Παρτσαλίδης κάνει μια μαθητική σύγχυση. Αντιπαραθέτει την πολιτική κρίση στην επαναστατική κρίση. Ο Λένιν, μιλώντας για το Μανιφέστο της Βασιλείας της Β’ Διεθνούς στα 1912, λέει:

«Το μανιφέστο αυτό είχε υπόψη του “την επαναστατική κατάσταση» που σύντομα περιγράφεται με την έκφραση “οικονομική και πολιτική κρίση”.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 18, σελ. 245.)

Ο Στάλιν, απαντώντας στις 9 του Φλεβάρη του 1930 στους συντρόφους του κομμουνιστικού Πανεπιστημίου του Σβερντλόφ που του έβαλαν το ερώτημα

 «πώς προβλέπετε στη δυνατότητα του περάσματος (ανέλιξης) της επαναστατικής ανόδου που υπάρχει τώρα στις καπιταλιστικές χώρες σε άμεση επαναστατική κατάσταση;» απάντησε:

«Δεν επιτρέπεται να χαράσσουμε απέραστο χώρισμα ανάμεσα στην “επαναστατική άνοδο” και την “άμεσα επαναστατική κατάσταση”. Δεν επιτρέπεται να λέγεται: “Ως αυτό το σημείο έχουμε επαναστατική άνοδο και μετά το σημείο έχουμε πήδημα στην άμεσα επαναστατική κατάσταση.” Έτσι μπορούν να βάζουν το ζήτημα μόνο οι σχολαστικοί. Η πρώτη συνήθως «απαραίτητα» περνά στη δεύτερη. Το καθήκον συνίσταται στο να ετοιμάζουμε τώρα κιόλαςτο προλεταριάτο για τις αποφασιστικές επαναστατικές μάχες, χωρίς να περιμένουμε τη στιγμή “που θα επέλθει” η έτσι ονομαζόμενη άμεσα επαναστατική κατάσταση.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 189.)

Ο σ. Μανουίλσκι, στο κλείσιμο στην 11η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ (Μάρτης 1931) λέει:

«Στην εισήγηση εμείς δεν κάναμε διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και στην επαναστατική κρίση. Για μας οι έννοιες αυτές είναι ταυτόσημες.»

« Η αντιπαράθεση της πολιτικής κρίσης στην επαναστατική σαν ξεχωριστού σταδίου δεν είναι σκόπιμη, γιατί αυτή η αντιπαράθεση μπορεί να φέρει σε ορισμένες παρεκκλίσεις αριστερού χαρακτήρα και σε δεξιά λάθη.»

Ώστε είναι φανερό ότι ο λενινισμός δεν κάνει διάκριση, θεωρεί ταυτόσημες τις έννοιες πολιτική κρίση και επαναστατική κρίση. Ώστε ο σ. Παρτσαλίδης κάνει λάθος όταν κάνει τη διάκριση αυτήν και αντιπαραθέτει την πολιτική στην επαναστατική κρίση.

Τώρα μπαίνει το ερώτημα: Έχουμε όμως στην Ελλάδα επαναστατική κρίση; Ο Λένιν, αφού παρατηρεί ότι δε φέρνει η κάθε επαναστατική κατάσταση στην επανάσταση, δίνει τα παρακάτω τρία κύρια γνωρίσματα για την επαναστατική κατάσταση:

«1. Αδυναμία για τις κυρίαρχες τάξεις να διατηρήσουν σε αμετάβλητη μορφή την κυριαρχία τους. Η μια είτε η άλλη κρίση των “κορυφών”, κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης, που δημιουργεί σχισμάδα που μέσα της ξεχύνεται η δυσαρέσκεια και η αγανάχτηση των καταπιεζόμενων τάξεων. Για να επέλθει η επανάσταση, συνήθως δε φτάνει το “να μη θέλουν οι βάσεις”, μα απαιτείται ακόμα το “να μην μπορούν οι κορυφές” να ζουν όπως πριν. 2. Όξυνση πέραν από συνηθισμένο της φτώχειας και της δυστυχίας των καταπιεζόμενων τάξεων. 3. Σημαντικό ανέβασμα -για τις αιτίες που αναφέραμε- της δραστηριότητας των μαζών που στην “ειρηνική” εποχή επιτρέπουν ήσυχα να τις ληστεύουν, μα που, στους φουρτουνιασμένους καιρούς, τραβιούνται τόσο απ’ όλη την κατάσταση της κρίσης όσο και απ’ τις ίδιες τις “κορυφές” προς την ανεξάρτητη και ιστορική εκδήλωση.

Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές που είναι ανεξάρτητες απ’ τη θέληση όχι μόνο των ξεχωριστών ομάδων και κομμάτων, μα και των ξεχωριστών τάξεων, η επανάσταση -κατά γενικό κανόνα- δεν είναι δυνατή. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών μεταβολών ονομάζεται επαναστατική κατάσταση.»

Και προσθέτει ο Λένιν:

«Δεν απορρέει από κάθε επαναστατική κατάσταση, επανάσταση, μα μόνο από τέτοια κατάσταση, όταν στις αντικειμενικές αλλαγές που αριθμήσαμε πιο πάνω προστίθεται και υποκειμενική, δηλαδή προστίθεται η ικανότητα της επαναστατικής τάξης για μαζικές επαναστατικές ενέργειες, αρκετά δυνατές ώστε να σπάσουν (ή να κάμψουν) την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμα και στην εποχή των κρίσεων, δε θα “πέσει”, αν δεν την “ρίξουν”.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 18 σελ. 244-245.)

Έχουμε εμείς σήμερα στην Ελλάδα τα γνωρίσματα αυτά; Να πώς χαρακτηρίζει στην Απόφασή της την κατάσταση στη χώρα μας η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ:

«5. Οι στρατιωτικές επιτυχίες του μοναρχοφασισμού, αν ενισχύουν κάπως τη θέση του γιατί απομακρύνουν σήμερα τον κίνδυνο ανατροπής του από το ΔΣΕ, δε σημαίνουν καθόλου ξεπέρασμα της κρίσης του. Η άσχημη οικονομική κατάσταση θα χειροτερεύει σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που αναπτύσσεται σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο και ιδιαίτερα στις μαρσαλοποιημένες χώρες. Καινούργια προβλήματα δημιουργεί για το μοναρχοφασισμό ακόμη και η νίκη του στο Βίτσι-Γράμμο, γιατί οι φαντάροι και ο λαός περισσότερο από πριν ζητάν σήμερα αποστράτευση και ειρήνη. Το μαζικό λαϊκό κίνημα γύρω από τις οικονομικές διεκδικήσεις θα φουντώσει ακόμη πιο πολύ τώρα που η υποτίμηση της δραχμής θα προκαλέσει καινούργια αύξηση του κόστους της ζωής, παραπέρα ληστεία σε βάρος των αγροτών, μεγαλύτερη φτώχια και πείνα. Οι διαφωνίες μέσα στο φασιστικό στρατόπεδο ανάμεσα στους πουλημένους, στους ξένους και τις εξαχρειωμένες στρατιωτικοπολιτικές κλίκες θα μεγαλώσουν. Το ξεπούλημα της Ελλάδας στους Αμερικανούς, η μετατροπή της σε προγεφύρωμα για τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών της Λαϊκής Δημοκρατίας θα αυξάνει τις ανησυχίες των λαϊκών στρωμάτων που αφανίστηκαν απ’ τον εννιάχρονο πόλεμο και θέλουνε ησυχία και ειρήνη. Ότι το μέλλον για το μοναρχοφασισμό διαγράφεται σκοτεινό, σύμφωνα με την έκφραση του ίδιου του υπουργού των Στρατιωτικών της εγκάθετης κυβέρνησης της Αθήνας, φαίνεται απ’ το γεγονός ότι ο μοναρχοφασισμός και τώρα τις ελπίδες του τις στηρίζει στις χιτλερικές μεθόδους της Μακρονήσου για την “αναμόρφωση των ψυχών”. Γι’ αυτό και συστηματικά τον τελευταίο καιρό ξένοι, πλουτοκρατικοί κύκλοι και μοναρχία δραστηριοποιούν όλα τα στρατοκρατικά φασιστικά στοιχεία και προωθούν στο προσκήνιο τον υποψήφιο δικτάτορα Παπάγο.»

 Τι μας δίνει η πιο πάνω ανάλυση; Μας δίνει: α) Κρίση του μοναρχοφασισμού, β) οικονομική κρίση, γ) κρίση (διαφωνίες) στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών που «δεν μπορούν να ζουν και να διευθύνουν όπως πριν» (Λένιν), δ) ανέβασμα στο λαϊκό κίνημα.

Δηλαδή, έχουμε όλα τα βασικά γνωρίσματα της γενικής πολιτικής-επαναστατικής κρίσης.

Η ιδιομορφία της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα βρίσκεται όχι τόσο στο ότι πάθαμε μια ήττα που μας ανάγκασε να κάνουμε προσωρινή υποχώρηση, μα στο ότι ο μοναρχοφασισμός και η αμερικανοκρατία, παρά τη «νίκη» τους, δεν μπόρεσαν να πετύχουν μια συντριβή των δυνάμεων της επανάστασης και μια τέτοια είτε αλλιώτικη πολιτική σταθεροποίηση, και η Ελλάδα εξακολουθεί να περνά επαναστατική κρίση. Κατά συνέπεια, οι λαϊκοί αγώνες που διεξάγονται σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι αγώνες οπισθοφυλακής της νικημένης επανάστασης, μα μάχες εμπροσθοφυλακής της νέας αντιπαράθεσης που επέρχεται και ωριμάζει.

Δεν πέρασε ακόμα χρόνος απ’ την 6η Ολομέλεια και η κατάσταση στη χώρα μας εξελίχθηκε με γοργό ρυθμό προς την κατεύθυνση που χάραξε η 6η Ολομέλεια.

Να πώς αναλύει την εσωτερική μας κατάσταση στο κλείσιμο στην εισήγηση στο 1 ο θέμα στην 7η Ολομέλεια η ΚΕ του ΚΚΕ:

«Έχουμε κατάσταση που να επιβάλλει, να επιτρέπει άμεσο γενικό ένοπλο αγώνα; Στο ερωτηματικό αυτό η απάντηση πρέπει κατηγορηματικά να ’ναι όχι. Πάντως συμφωνούμε όλοι ότι και μετά την ήττα στο Βίτσι-Γράμμο ο μοναρχοφασισμός εξακολουθεί να παραδέρνει σε μια βαθιά πολιτική κρίση, που σημαίνει κρίση επαναστατική. Μέσα στις συνθήκες της επαναστατικής κρίσης ωριμάζει η επαναστατική κατάσταση, οπότε το επαναστατικό Κόμμα, σταθμίζοντας όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες, μπορεί να προχωρήσει στην οργάνωση της ένοπλης πάλης για την εξουσία. Μπορεί όμως κάτω από ορισμένες συνθήκες η κατάσταση να ’ναι επαναστατική, να μην επιβάλλεται όμως η ένοπλη εξέγερση. Αυτά πρέπει να ξεκαθαριστούν, γιατί μηχανικές και δογματικές φόρμουλες εδώ δεν περνάν.

Ας δούμε τώρα τη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ελλάδα κάτω απ’ τις διαπιστώσεις αυτές. Έχουμε αναμφισβήτητη κρίση επαναστατική και, παρά τη στρατιωτική ήττα μας, ο μοναρχοφασισμός και η αμερικανοκρατία δενπέτυχαν συντριβή των δυνάμεων της επανάστασης και δεν μπορούν να τιθασεύσουν το μαζικό λαϊκό κίνημα που φουντώνει και ανεβαίνει σ’ όλη τη χώρα. Ακόμα έχουμε και το γεγονός ότι αντάρτικες ομάδες, αλλού οργανωμένες και αλλού σκόρπιες, δρουν σ’ όλη τη χώρα και στην Πάρνηθα ακόμα. Το πιο αρνητικό σημείο σ’ όλη την εσωτερική μας κατάσταση είναι ότι η αναδιοργάνωση των Κομματικών

Οργανώσεων προχωρεί πολύ αργά, δεν είναι διόλου ικανοποιητική και αυτό περικλείει σοβαρούς κινδύνους.

Με βάση την πιο πάνω ανάλυση μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω-

  1. Η κατάσταση για το μοναρχοφασισμό παραμένει κρίσιμη.
  2. Τους αγώνες μας τώρα στην Ελλάδα πρέπει να τους βλέπουμε σαν αγώνες όχι οπισθοφυλακής ύστερα από καταστροφική ήττα, μα σαν αγώνες εμπροσθοφυλακής στην καινούργια άνοδο του επαναστατικού κινήματος στη χώρα
  3. Όλη η παραπέρα πορεία στην εσωτερική μας εξέλιξη και οι ρυθμοί ανάπτυξής της θα εξαρτηθούν απ’ την ικανότητα του ΚΚΕ γρήγορα να αναδιοργανωθεί και να μπει επικεφαλής, οργανωτής και καθοδηγητής του μαζικού λαϊκού κινήματος.

Η κατάσταση στην Ελλάδα εγκυμονεί απότομες αλλαγές, στροφές, Πρέπει γρήγορα ν’ ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να παρακολουθούμε άγρυπνα, μελετημένα, προσεχτικά την εσωτερική κατάσταση και τις διεθνείς εξελίξεις, για να μην αφήσουμε να μας ξεφύγει καμιά στιγμή, καμιά δυνατότητα τόσο μερική, στην καθημερινή μαζική πολιτική πάλη, όσο και γενικότερη.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εδώ βρίσκεται όχι στην υπερεκτίμηση, μα στην υποτίμηση των δυνατοτήτων. Ο σ. Παρτσαλίδης με τη βυζαντινολογία που θέλει ν’ ανοίξει γύρω απ’ τον όρο “επαναστατική κατάσταση” μάλλον μια τέτοια υποτίμηση της κατάστασης και των δυνατοτήτων που περικλείνει, εκφράζει. Και αυτό πρέπει να το προσέξουμε.»

Η σημερινή κατάσταση δικαιώνει τη γραμμή μας που καθορίζει την υποχώρησή μας προσωρινή, που καθορίζει το σταμάτημα της ένοπλης πάλης σήμερα, στον τωρινό καιρό, πράγμα που το αγνοεί και το υποτιμά ο Παρτσαλίδης. Η κατάσταση επιτρέπει την πιο θαρραλέα προοπτική, την πιο ρωμαλέα αισιοδοξία. Υπό τον όρο ότι θα ευθυγραμμίσουμε με τις αντικειμενικές δυνατότητες τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή θα αναδιοργανώσουμε και θα ανασυντάξουμε γοργά τις επαναστατικές δυνάμεις στη χώρα.

Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη στην Ελλάδα απ’ τις εκλογές και ’δώ. Πρώτ’ απ’ όλα, παρ’ όλη την τρομοκρατία και τις καλπιές στις μεγάλες πόλεις, το δημοκρατικό στρατόπεδο ήρθε πρώτο. Δεύτερο: Η νέα Βουλή, παρά τη μοναρχοφασιστική πλειοψηφία, δεν μπόρεσε να δώσει κυβέρνηση και απ’ τις εκλογές και ’δώ η Ελλάδα περνά ουσιαστικά μια διαρκή κυβερνητική κρίση. Τρίτο: Όλες οι κυβερνητικές αλλαγές γίνονται ουσιαστικά έξω και εν αγνοία της Βουλής, απ’ την αμερικανοκρατία. Σημάδι αδιάψευστο για την κοινοβουλευτική χρεοκοπία, που συνοδεύεται απ’ την όλο και πιο έντονη προώθηση στο προσκήνιο της «λύσης Παπάγου», δηλαδή της παλατιανής στρατοκρατικής δικτατορίας. Τέταρτο: Οι φαγωμάρες στο πλουτοκρατικό στρατόπεδο οξύνθηκαν ακόμα πιο πολύ και οι κραυγές για υπερκομματική κυβέρνηση, για κυβέρνηση εθνικής συγκέντρωσης, ένα μόλις χρόνο μετά την «οριστική συντριβή» του ΚΚΕ, δείχνουν ότι η κρίση και η σύγχυση στις κορυφές βαθαίνει. Όλοι τους ζητάν κυβέρνηση εμπιστοσύνης, πρόσωπα εμπιστοσύνης και δεν τα βρίσκουν. Πέμπτο: Ο μοναρχοφασισμός περνά μια πρωτόφαντη ηθική κρίση, ηθική χρεοκοπία. Και αυτό είναι μια ένδειξη πως ούτε ο ίδιος μπορεί να ζήσει όπως χθες. Τέτοιο όργιο διαφθοράς, αποχαλίνωσης, καταχρήσεων, ρεμούλας και ηθικής πώρωσης που έχουν διαβρώσει τις κυρίαρχες τάξεις μέχρι το μεδούλι δε ματαγνώρισε η Ελλάδα. Έκτο: Καταπληκτική είναι η αγωνιστική αντοχή και εμμονή του λαού μας που ζητά αλλαγή, μεταβολή. Ένας απ’ τους παράγοντες που αρνητικά επέδρασαν σ’ όλη την πορεία του δεύτερου ένοπλου αγώνα μας ήταν και το γεγονός ότι πολλά πλατιά λαϊκά στρώματα, βλέποντας τον όγκο της αγγλοαμερικανικής ολόπλευρης βοήθειας προς το μοναρχοφασισμό και επηρεαζόμενα απ’ την εχθρική προπαγάνδα για το ακατανίκητο του αγγλοσαξονικού ιμπεριαλισμού, ενώ θέλαν και ποθούσαν την αλλαγή, δεν ήταν όμως ακόμα έτοιμα να αγωνιστούν, να θυσιαστούν, να πεθάνουν για την αλλαγή. Άλλα πάλι στρώματα περίμεναν παθητικά τη νίκη να την φέρει ο ΔΣΕ. Στο μεταξύ ήρθε ο «θρίαμβος» του μοναρχοφασισμού στο Βίτσι-Γράμμο και πέρασε από τότε και ένας χρόνος. Όλες οι αντικειμενικές ενδείξεις -κινητοποιήσεις και αγώνες στους εργάτες, δημόσιους και ιδιωτικούς υπάλληλους, στους επαγγελματοβιοτέχνες, στη φτωχομεσαία αγροτιά, στους εφέδρους, αναπήρους, συνταξιούχους, στους φοιτητές και μαθητές, σ’ όλα δίχως εξαίρεση τα εργαζόμενα στρώματα- δείχνουν (αυτό το ομολογούν ανοιχτά είτε σκεπασμένα και οι αντίπαλοί μας, εφημερίδες, πολιτικοί κλπ.) ότι η ανακατάταξη στα πλατιά λαϊκά στρώματα συνεχίζεται επιταχυνόμενη προς όφελος μας, ότι η ανακατάταξη αυτή αγκαλιάζει και εκείνους που χτες ακόμα, πριν την πείρα του «θριάμβου» και του χρόνου μετά το θρίαμβο, πίστευαν ότι ο μοναρχοφασισμός και η αμερικανοκρατία μπορούν να τους δώσουν κάτι, μα που σήμερα πείστηκαν και καθημερινά πείθονται ότι ο μοναρχοφασισμός και η αμερικανοκρατία μόνο τον όλεθρο απεργάζονται για το λαό και την Ελλάδα και ότι ριζική, αποφασιστική αλλαγή προς το καλό θα ερχόταν μονάχα αν νικούσε ο ΔΣΕ. Η Ελλάδα κείτεται πατημένη, ντροπιασμένη, ξεφτελισμένη. Μα ο λαός παραμένει ακλόνητος, αδούλωτος. Ποτέ οι συνθήκες δεν ήταν τόσο ευνοϊκές για την παλλαϊκή αγωνιστική συμφιλίωση και ενότητα. Και μέσα απ’ την πείρα της ζωής σήμερα μέσα στις μάζες, περισσότερο απ’ ό,τι χτες, ωριμάζει η συναίσθηση της ανάγκης για σκληρή πάλη και θυσία για ν’ αποχτηθεί η λευτεριά. Τα Μακρονήσια, οι Ασφάλειες, οι εκτελέσεις και η μηχανή των δηλώσεων αποτέλεσαν ένα σχολειό λαϊκής επαναστατικής αγωγής και αφύπνισης που κάνει και θα κάνει τους δήμιους και τους αφέντες τους να βλαστημάν την ώρα και τη στιγμή που τα σκαρφίστηκαν για να βγουν, σε τελευταία ανάλυση, κερδισμένοι μόνο οι κουκουέδες. Το γεγονός ότι τέτοια δολοφονική αγριότητα και αφηνιασμός δεν μπορούν σήμερα, ούτε για οπωσδήποτε υπολογίσιμο διάστημα να επιδρούν ανασταλτικά πάνω στην αγωνιστική διάθεση του λαού, ενός λαού που χάρη σε εξωτερικούς παράγοντες έπαθε σε πέντε χρόνια δύο ήττες στην επανάστασή του, αποτελεί ένα απ’ τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα για το βάθος και την οξύτητα της γενικής πολιτικής κρίσης που περνά το καθεστώς του μοναρχοφασισμού και της αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα. Έβδομο: Ένα απ’ τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της εσωελλαδικής ανωμαλίας είναι το καθεστώς πολέμου και ο χειροπιαστός κίνδυνος άμεσης σφαγής για τα αμερικανικά συμφέροντα που διατηρεί στην Ελλάδα η αμερικανοκρατία και ο μοναρχοφασισμός με την παλατιανή στρατοκρατική κλίκα. Κρατάν στα όπλα 300.000 άντρες. Αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει πόσο πρωταρχική, εξαιρετική σημασία έχει άμεσα τώρα για το κίνημά μας η ολόπλευρη επαναστατική δουλειά στο μοναρχοφασιστικό στρατό, σ’ όλα τα όπλα και τα τμήματά του.

Έτσι έχει το ζήτημα με την επαναστατική κρίση στην Ελλάδα. Ο Παρτσαλίδης την αρνιέται και έτσι ουσιαστικά συμφωνεί με τον Βαφειάδη που στα 1948 ακόμα μιλούσε για σταθεροποίηση του μοναρχοφασισμού. Η άρνηση αυτή του Παρτσαλίδη στερεί το κίνημα απ’ τη θαρραλέα επαναστατική προοπτική και δράση και το οδηγά στον οπορτουνισμό και τη συνθηκολόγηση.

Έτσι έχει και το ζήτημα των διαφωνιών στην καθοδήγηση του ΚΚΕ, που εκδηλώθηκαν κυρίως απ’ αφορμή τη φραξιονιστική οπορτουνιστική πλατφόρμα του Παρτσαλίδη. Αντικειμενικά ο Παρτσαλίδης, το θέλει είτε όχι-και υπάρχουν πολλά στοιχεία ότι το επιδίωξε και το επιδιώκει-, συγκεντρώνει γύρω του, γίνεται πόλος συσπείρωσης για τα χρεοκοπημένα και ύποπτα στοιχεία σαν τον Βαφειάδη, τον Αποστόλου και τον ξεσκεπασμένο προδότη Καραγιώργη, για να χτυπήσει και ανατρέψει την ηγεσία του ΚΚΕ.

Ώστε έχουμε διαφωνίες και αντιθέσεις στο Κόμμα; Αυτό δείχνει η αντικομματική και από ορισμένη άποψη τυχοδιωκτική και δίχως αρχές εκδήλωση του Παρτσαλίδη.

Από πού ξεφυτρώνουν οι αντιθέσεις αυτές; Να πώς φωτίζει το ζήτημα αυτό ο Στάλιν:

«Από πού παίρνονται αυτές οι αντιθέσεις και διαφωνίες, πού βρίσκεται η πηγή τους;

Εγώ νομίζω ότι οι πηγές των αντιθέσεων μέσα στα προλεταριακά κόμματα βρίσκονται σε δύο περιστατικά.

Τα περιστατικά είναι αυτά:

Είναι, πρώτον, η πίεση της αστικής τάξης και της αστικής ιδεολογίας πάνω στο προλεταριάτο και το Κόμμα του μέσα στις συνθήκες της πάλης των τάξεων, πίεση που σ’ αυτήν όχι σπάνια υποχωρούν τα λιγότερο σταθερά στρώματα του προλεταριάτου και κατά συνέπεια και τα λιγότερο σταθερά στρώματα του προλεταριακού Κόμματος. Δεν πρέπει να θεωρείται ότι το προλεταριάτο είναι ολότελα απομονωμένο απ’ την κοινωνία, ότι στέκεται έξω απ’ την κοινωνία. Το προλεταριάτο είναι τμήμα της κοινωνίας που συνδέεται με τα ποικιλόμορφα στρώματά της με πολυάριθμα νήματα. Όμως το Κόμμα είναι τμήμα του προλεταριάτου. Γι’ αυτό και το Κόμμα δεν μπορεί να ’ναι λεύτερο απ’ τους δεσμούς και τις επιδράσεις των ποικιλόμορφων στρωμάτων της αστικής κοινωνίας. Η πίεση της αστικής τάξης και της ιδεολογίας της πάνω στο προλεταριάτο και το Κόμμα του εκφράζεται στο ότι οι αστικές ιδέες, ήθη, συνήθειες, διαθέσεις, όχι σπάνια διεισδύουν στο προλεταριάτο και το Κόμμα του διαμέσου ορισμένων στρωμάτων του προλεταριάτου που, έτσι είτε αλλιώς, συνδέονται με την αστική κοινωνία.

Είναι, δεύτερον, η ανομοιογένεια της εργατικής τάξης, η ύπαρξη διαφορετικών στρωμάτων μέσα στην εργατική τάξη.»

Και αφού ο Στάλιν χωρίζει το προλεταριάτο σε τρία στρώματα: Πρώτον, τη βασική μάζα των «καθαρόαιμων» προλετάριων που από καιρό κόψαν πια τους δεσμούς με την κεφαλαιοκρατία και που αποτελεί το πιο στέρεο στήριγμα του μαρξισμού. Δεύτερο, αυτούς που πριν λίγο, απ’ την αγροτιά, τις μικροαστικές γραμμές, απ’ τη διανόηση, ήρθαν στο προλεταριάτο με όλες τις συνήθειες, τις ταλαντεύσεις, τους κλονισμούς τους και που αποτελούν το πιο ευνοϊκό έδαφος για κάθε λογής αναρχικές, μισοαναρχικές, και «υπεραριστερές» ομαδούλες. Τρίτο, την εργατική αριστοκρατία που θέλει να γίνει αφεντικό και στηρίζει το ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό. Και αφού διαπιστώνει ότι αυτά τα δύο τελευταία στρώματα αποτελούν κοινό περιβάλλον που τρέφει τον οπορτουνισμό γενικά, τον ανοιχτό οπορτουνισμό και τον «αριστερό» οπορτουνισμό και ότι και οι δύο αποτελούν τις δύο φάτσες απ’ το ίδιο πράγμα, αφού ο «υπεραριστερός», που είναι υπέρ της επανάστασης μόνο γιατί περιμένει για αύριο κιόλας τη νίκη της επανάστασης, είναι φανερό ότι πρέπει να πέσει σε απελπισία και να απογοητευθεί απ’ την επανάσταση, αν θα επέλθει καθυστέρηση στην επανάσταση, αν η επανάσταση δε νικήσει αύριο κιόλας (κλασικό σε μας παράδειγμα, απ’ την άποψη αυτή, είναι ο μικροαστάκης τυχοδιώκτης Καραγιώργης).

Ο Στάλιν συνεχίζει:

«Είναι φυσικό ότι, σε κάθε στροφή στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, σε κάθε όξυνση της πάλης και το δυνάμωμα των δυσκολιών, η διαφορά στις απόψεις, στις συνήθειες και στις διαθέσεις των διαφόρων στρωμάτων του προλεταριάτου θα εκδηλωθεί αναπότρεπτα με τη μορφή ορισμένων διαφωνιών στο Κόμμα, ενώ η πίεση της αστικής τάξης και της ιδεολογίας της αναπότρεπτα θα οξύνει αυτές τις διαφωνίες, δίνοντάς σ’ αυτές διέξοδο υπό τη μορφή της πάλης μέσα στο προλεταριακό Κόμμα.

Αυτές είναι οι σκηνές των εσωκομματικών αντιθέσεων και διαφωνιών.

Μπορούμε μήπως να ξεφύγουμε απ’ αυτές τις αντιθέσεις και διαφωνίες; Όχι δεν είναι δυνατό. Το να νομίζει κανένας, ότι μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτές τις αντιθέσεις σημαίνει να ξεγελά τον εαυτό του. Ο Ένγκελς είχε δίκιο όταν έλεγε ότι δεν μπορείς για πολύ καιρό να σκεπάζεις τις αντιθέσεις μέσα στο Κόμμα ότι αυτές οι αντιθέσεις λύνονται με την πάλη.

Αυτό δε σημαίνει ότι το Κόμμα πρέπει να μεταβληθεί σε λέσχη συζητήσεων Αντίθετα, το προλεταριακό Κόμμα είναι και πρέπει να μένει μαχητική οργάνωση του προλεταριάτου. Εγώ θέλω μόνο να πω ότι δεν πρέπει να κάνουμε πέρα και να κλείνουμε τα μάτια στις διαφωνίες μέσα στο Κόμμα, αν οι διαφωνίες αυτές έχουν χαρακτήρα αρχών. Θέλω μόνο να πω ότι μόνο μέσω της πάλης για τη μαρξιστική γραμμή αρχών μπορούμε να προφυλάξουμε το προλεταριακό Κόμμα απ’ την πίεση και την επιρροή της αστικής τάξης. Θέλω μόνο να πω ότι μόνο με την υπερνίκηση των εσωκομματικών αντιθέσεων θα μπορέσουμε να πετύχουμε εξυγίανση και δυνάμωμα του Κόμματος.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 9, σελ. 9-12.)

Η επίδραση της εχθρικής ιδεολογίας, η πίεση του ταξικού εχθρού, οι δυσκολίες της καμπής μετά την ήττα γέννησαν και τις διαφωνίες με το σ. Παρτσαλίδη, γέννησαν την οπορτουνιστική φραξιονιστική πλατφόρμα του σ. Παρτσαλίδη, τον κάναν και θα τον κάνουν σημαιοφόρο και πόλο συσπείρωσης όλων των αντικομματικών και ύποπτων στοιχείων απ’ τον Βαφειάδη ως τον Καραγιώργη και τους «αντιηγετικούς» της Ασφάλειας. Εκτός αν σταματήσει στον κατήφορο που πήρε και δει και αναγνωρίσει το λάθος του ως τον πάτο, αν καταλάβει ότι σήμερα πίσω από κάθε φραξιονιστική εκδήλωση βρίσκεται ο ταξικός εχθρός και ξαναβρεί έτσι τον κομματικό εαυτό του. Άλλος δρόμος δεν του μένει.

Πώς θα ξεπεράσουμε τις αντιθέσεις και τις διαφωνίες αυτές, τις οπορτουνιστικές αυτές εκδηλώσεις; Να ποια απάντηση μας δίνει ο μπολσεβικισμός:

«Η ιστορία του Κόμματος διδάσκει, παραπέρα, πως δίχως αδιάλλακτη πάλη ενάντια στους οπορτουνιστές μέσα στις ίδιες του τις γραμμές, δίχως το τσάκισμα των ηττοπαθών μέσα στις ίδιες τις γραμμές του το Κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να διατηρήσει την ενότητα και την πειθαρχία του, δεν μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του σαν οργανωτής και οδηγητής της προλεταριακής επανάστασης, δεν μπορεί να εκπληρώσει το ρόλο του σαν οικοδόμος της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η ιστορία της ανάπτυξης της εσωτερικής ζωής του Κόμματός μας είναι ιστορία της πάλης και της συντριβής των οπορτουνιστικών ομάδων μέσα στο Κόμμα, “οικονομιστών”, μενσεβίκων, τροτσκιστών, μπουχαρινικών, αυτών που κάνουν εθνικιστικές παρεκκλίσεις.» (Ιστορία του ΚΚ της ΣΕ (μπ.), ελληνική έκδοση 1948, σελ. 401.)

«Όταν έχεις μέσα στις γραμμές σου ρεφορμιστές μενσεβίκους, λέει ο Λένιν, δεν μπορεί να νικήσεις στην προλεταριακή επανάσταση, δεν μπορεί να την υπερασπίσεις… Στη Ρωσία πολλές φορές παρουσιάστηκαν δύσκολες καταστάσεις και σίγουρα θα ανατρεπόταν το σοβιετικό καθεστώς, αν οι μενσεβίκοι, οι ρεφορμιστές, οι μικροαστοί δημοκράτες είχαν μείνει μέσα στο Κόμμα μας.»

«Αν το Κόμμα μας, λέει ο σ. Στάλιν, κατόρθωσε να δημιουργήσει την εσωτερική του ενότητα και τη χωρίς προηγούμενο συνοχή των γραμμών του, αυτό οφείλεται πρώτ’ απ’ όλα στο ότι μπόρεσε να ξεκαθαριστεί έγκαιρα από τη βρομιά του οπορτουνισμού, μπόρεσε να διώξει μακριά του τους λικβινταριστές και τους μενσεβίκους. Ο δρόμος της ανάπτυξης και του δυναμώματος των προλεταριακών Κομμάτων περνά μέσα απ’ το ξεκαθάρισμά τους απ’ τους οπορτουνιστές, τους ρεφορμιστές, τους σοσιαλιμπεριαλιστές και τους σοσιαλσοβινιστές, τους σοσιαλπατριώτες και τους σοσιαλπατσιφιστές. Το Κόμμα δυναμώνει όσο ξεκαθαρίζεται απ’ τα οπορτουνιστικά στοιχεία.»(Και τα δύο αποσπάσματα πάρθηκαν απ’ την Ιστορία του ΚΚ της ΣΕ (μπ.), ελληνική έκδοση 1948, σελ. 402- 403.)

Ώστε μόνο στην πάλη και στην υπερνίκηση των δυσκολιών μέσα στη δήλωση, φραξιονιστική δουλειά, διασπαστική και υπονομευτική προσπάθεια, ξεκαθαρίζοντας το ΚΚΕ απ’ όλα τα αντικομματικά, οπορτουνιστικά, φραξιονιστικά στοιχεία, θα ξεπεράσουμε τις αντιθέσεις, θα στεριώσουμε την ενότητα του Κόμματος, θα διαφυλάξουμε την καθαρότητα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και γραμμής μας, θα προχωρήσουμε νικηφόρα στην εκπλήρωση της επαναστατικής αποστολής μας.

Δε χωρά καμιά αμφιβολία ότι το κίνημά μας, ιδιαίτερα ύστερα απ’ την υποχώρησή μας, πραγματοποιώντας την αλλαγή στην πολιτική του, αντιμετωπίζει δύσκολη κατάσταση και εσωκομματικές δυσκολίες που τρέφουν κι αυτές τέτοια αντικομματικά καρκινώματα, όπως και η εκδήλωση του Παρτσαλίδη.

«Οι δυσκολίες γι’ αυτό και υπάρχουν, για να παλεύει κανένας μ’ αυτές και να τις υπερνικά. Οι μπολσεβίκοι θα χανόντουσαν στα σίγουρα στον αγώνα τους ενάντια στην κεφαλαιοκρατία, αν δε μάθαιναν να υπερνικούν τις δυσκολίες.» (Στάλιν.)

Ώστε μόνο στην πάλη και στην υπερνίκηση των δυσκολιών, μέσα στην πάλη ενάντια στον ταξικό εχθρό και τους ανοιχτούς ή σκεπασμένους, συνειδητούς ή άθελους πράκτορές του μέσα στο κίνημα και στο Κόμμα μας βρίσκεται ο σωστός δρόμος.

Τώρα ένα τελευταίο ζήτημα στον τομέα αυτό.

Τι συμβαίνει με τον Παρτσαλίδη;

Από την υποχώρησή μας πέρσι τον Αύγουστο και ’δώ, για το Κόμμα μας, σαν πρώτη προϋπόθεση που θα μας δώσει τη δυνατότητα για τη γρήγορη σταθεροποίηση και το ξεδίπλωμα του λαϊκο-επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα μπαίνει η σωστή αφομοίωση και εφαρμογή στη ζωή της στροφής στην πολιτική του Κόμματος.

Τα πράγματα σήμερα δείχνουν ότι, αν ο Παρτσαλίδης δεν έχασε ακόμα ολότελα, όμως άρχισε σοβαρά να χάνει τη στροφή.

Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Στο ΠΓ οι άλλοι σύντροφοι τον χαρακτήρισαν σαν αποσπασμένο από τη βάση και τα προβλήματα του Κόμματος και του κινήματος, σα σεχταριστή θεωρητικολόγο. Τα γεγονότα δείχνουν ότι είναι αποσπασμένος και απ’ την ηγεσία και το καθοδηγητικό αχτίφ του ΚΚΕ.

Βγαίνει σήμερα τιμητής των πάντων και κρατά το καμουτσί για όλους και για όλα.

Μα τον εαυτό του τον εξαιρεί απ’ την αυτοκριτική, αποστρέφεται την αυτοκριτική, την αποκρούει ο μικροαστικός εγωισμός του. Έτσι δείχνει ότι του λείπει μια απ’ τις πρώτες μπολσεβίκικες αρετές, η αυτοκριτική, που στο όνομά της κατακεραυνώνει τους άλλους, ενώ την εξορκίζει για τον εαυτό του. Θα είχε όμως, αν πρόσεχε να βρει, πολλά να μας πει και για τον εαυτό του. Καταδίκασε τον Ζαχαριάδη τελεσίδικα χωρίς να τον αφήσει καν ν’ απολογηθεί, φείδεται όμως του εαυτού του.

Με την ίδια εμπάθεια και το φανατισμό που διεξήγαγε το φραξιονισμό στα 1929-1931, φραξιονισμό που η ΚΔ τον κατάγγειλε ότι γινότανε με τη συμμετοχή του ταξικού εχθρού, πάει και τώρα να ρίξει σε καινούργια περιπέτεια το Κόμμα. Γιατί το ξεχνά το 1929-1931; Και γιατί ξεχνά ότι, όπως τότε επικαλούνταν τον Λένιν για να δικαιολογήσει το φραξιονισμό του, τώρα επικαλείται και μονοπωλεί τον Στάλιν και τον Μόλοτοφ;

Γιατί δε μας λέει ότι το 1944 επί έξι μήνες αρνιότανε να εκτελέσει την απόφαση του Κόμματος και να φύγει απ’ το Χαϊδάρι; Ότι υπόγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας δίχως τον όρο της γενικής αμνηστίας, παρά τη σχετική ρητή απόφαση του ΠΓ; Ότι σαν ηγετική φυσιογνωμία έλειψε ολοκληρωτικά στις δύσκολες μέρες του 1944-1945; Ότι από λεγκαλιστικές αυταπάτες πιάστηκε στα 1947 και ότι καυχιότανε για το πιάσιμό του; Ότι οχτώ μήνες κρυβότανε στην Αθήνα χωρίς να βοηθά το Κόμμα στις δύσκολες στιγμές του; Ότι τον Αύγουστο του 1949 συνιστούσε ελιγμό προς Νότο; Και για πόσα άλλα ακόμα, απ’ τα παλιά και τα νεότερα, θα μπορούσε να μας μιλήσει ο Παρτσαλίδης αν έκανε αυτοκριτική και έδινε έτσι ένα καλό παράδειγμα σ’ όλο το Κόμμα; Και τι άλλο δείχνει το παράπονό του προς το σ. Γιάννη: «Πάνε να τα σβήσουνε όλα; Δεν κάναμε τίποτα;», παρά ότι δε δέχεται την κριτική του άρθρου στην εφημερίδα Για σταθερή ειρήνη και την απόφαση της 5ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ για τα λάθη μας στην Κατοχή; Και η υστερία «κριτικής» που τον έπιασε τώρα δε δείχνει μήπως ότι ξέσπασε μέσα του η μικροαστική αντίδραση για την κριτική εκείνη;

Τι έπαθε, λοιπόν, ο Παρτσαλίδης;

Ο Παρτσαλίδης ποτέ δεν είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Στηριζότανε πάντα σε άλλους περισσότερο απ’ ό,τι αυτό επιτρεπόταν -στις συνθήκες τις δικές μας- σ’ έναν ηγέτη του Κόμματός μας. Έτσι δημιούργησε το αλάνθαστο του Ζαχαριάδη και στηριζότανε μακάρια σ’ αυτό το αλάνθαστο. Και όταν στις σημερινές δύσκολες στιγμές του ’φυγε το στήριγμά του αυτό, τα ’χασε, πελάγωσε, πιάστηκε όπως ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του και άρχισε να παραπαίει. Και προσπαθεί στη σύγχυσή του αυτή να παρασύρει και το Κόμμα.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μικροαστική αναρχική «επαναστατική» εκδήλωση που εκφράζει το πελάγωμα και τη σύγχυση μπροστά στο περίπλοκο της κατάστασης και τις σοβαρές δυσκολίες μας ύστερα απ’ την ήττα μας και που πάει, με ένα ασυνάρτητο και αναρχικό ξέσπασμα, να «διορθώσει» δήθεν την κατάσταση, ενώ, στην πραγματικότητα, υποσκάπτει και υπονομεύει την ενότητα του Κόμματος, την επαναστατική του δράση, την εμπιστοσύνη των μαζών προς το Κόμμα. Πρόκειται για μικροαστικό ξέσπασμα εκεί που χρειάζεται ψυχραιμία, σταθερότητα, πειθαρχία, αυτό που οι Ρώσοι λένε βίντερζκα (αυτοκυριαρχία). Έτσι, μαζί με το νερό ο Παρτσαλίδης πετά και το μωρό.

Ο σαστισμένος μικροαστός μέσα στο πελάγωμά του νόμισε ότι βρήκε την πανάκεια για όλα τα κακά και τα στραβά μας και στραπατσάρισε την αυτοκριτική. Δεν καταλαβαίνει ότι η αυτοκριτική είναι όπλο πάλης και όχι παρηγοριά και μοιρολόι γεροντοκόρης. Του λείπει η διαλεκτική ζωντάνια και εποπτεία της ζωής και των γεγονότων και τον χαρακτηρίζει ένας στείρος δογματισμός-σεχταρισμός. Εξετάζει όλη τη δράση του Κόμματος απ’ το κελί της απομόνωσής του, απ’ το ύψος της υψηλής θεωρητικολογίας και όχι μέσα στη ζωή, στη συγκεκριμένη κατάσταση.

Με την πελαγωμένη και σαστισμένη εκδήλωσή του, με το σάλο που σήκωσε στο ΠΓ και που θέλει να ξεσηκώσει και στο Κόμμα, ο Παρτσαλίδης στέκει κιόλας σοβαρό εμπόδιο στο να εφαρμόσει το ΚΚΕ σωστά τη νέα γραμμή του, να δει και να διορθώσει τα λάθη του.

Ένας δρόμος υπάρχει για τον Παρτσαλίδη: Να δει, να νιώσει το σοβαρό στραβοπάτημά του, να το δει ως τον πάτο και να το διορθώσει πέρα για πέρα. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να το βοηθήσουμε σ’ αυτό όσο μπορούμε. Και ας έρθει τότε να μας δείξει όλα τα λάθη και τις αδυναμίες μας, για να τα διορθώσουμε μαζί.

Τέτοιο πράγμα όμως δεν έκανε και, ενώ ξεθάβει πραγματικά ή φανταστικά λάθη μας, δεν είπε λέξη για το πώς εφαρμόζουμε και τι καθυστέρηση παρουσιάζουμε για την πραγματοποίηση των σοβαρών καθηκόντων που μας έβαλε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ.

Αυτό δείχνει πόσο τον παρασέρνει η φραξιονιστική τύφλωση και ξεκόβει και ξεμακραίνει, τώρα πιο πολύ από πριν, απ’ τη ζωή, την πάλη, τα προβλήματα του Κόμματος και του αγώνα.

Αν δεν το υπερνικήσει αυτό, τότε ας χτυπά το κεφάλι του.

Τελειώνω εδώ με το ζήτημα της αντικομματικής πλατφόρμας και της φραξιονιστικής εκδήλωσης του σ. Παρτσαλίδη και του μπλοκ που δημιουργείται γύρω του, είτε το θέλει είτε όχι.

Και στο ζήτημα αυτό η Συνδιάσκεψη θα αποφανθεί κυριαρχικά και τελεσίδικα.

Ας περάσουμε τώρα στην εξέταση της διεθνούς και εσωτερικής κατάστασης.

  1. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

α. Οι διεθνείς εξελίξεις

Η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καθόρισε την αλλαγή στην πολιτική μας γραμμή που έπρεπε να γίνει ύστερα απ’ την αλλαγή στην κατάσταση, αλλαγή που προήλθε απ’ την ήττα μας στη μάχη στο Βίτσι-Γράμμο.

Πώς παρουσιάζεται σήμερα η κατάσταση διεθνώς και εσωτερικά;

Σε παγκόσμια κλίμακα έχουμε την παρακάτω εικόνα: Το στρατόπεδο της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, με επικεφαλής τη μεγάλη Σοβιετική Ένωση, παρουσιάζει μια διαρκή πρόοδο και ανάπτυξη. Η Ένωση των Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών ανοικοδομεί νικηφόρο τον κομμουνισμό, χάρη στον πρωτοφανή δημιουργικό ηρωισμό των λαών της που καθοδηγούνται απ’ το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Πρωτοφανής είναι και η ολόπλευρη άνθηση στη μεγάλη σοβιετική πατρίδα μας. Πρωταγωνιστής στην πάλη για την ειρήνη και για την ευημερία των λαών, η Σοβιετική Ένωση εκπροσωπεί το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας και με το παράδειγμά της φωτίζει, εμψυχώνει, κινητοποιεί εκατοντάδες εκατομμύρια τους εργαζόμενους όλης της Γης στον αγώνα για την ειρήνη και για την καινούργια ζωή. Η Κίνα των πεντακοσίων περίπου εκατομμυρίων, κάτω απ’ την ηγεσία του ηρωικού Κομμουνιστικού της Κόμματος, αποσπάστηκε οριστικά απ’ το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και τραβά τώρα κι αυτή το δρόμο της λαϊκής ανασυγκρότησης και της λαϊκής ευημερίας. Μια πρωτογνώριστη ανάπτυξη παρουσιάζουν όλες οι χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας, παρά τις λυσσασμένες προσπάθειες που καταβάλλουν οι ιμπεριαλιστές να τις χτυπήσουν απ’ τα μέσα με τη χρησιμοποίηση των κατασκόπων προδοτών και προβοκατόρων κάθε μεγέθους και κάθε μορφής, απ’ τα ρασοφόρα κοράκια του Βατικανού ως τους χαφιέδες της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας και του Τίτο. Στις ανατολικές γερμανικές περιοχές χτίζεται μια δημοκρατική φιλειρηνική Γερμανία που αποτελεί ένα σημαντικό, ουσιαστικό παράγοντα που ενισχύει και στερεώνει τις δυνάμεις της ειρήνης και της δημοκρατίας στην Ευρώπη και σ’ όλον τον κόσμο. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι καλής θέλησης υπογράψουν τη Διακήρυξη ειρήνης της Στοκχόλμης, ορθώνοντας έτσι ένα φραγμό ενάντια στους ιμπεριαλιστές εμπρηστές του πολέμου. Σ’ όλες τις χώρες της κεφαλαιοκρατικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας οι εργαζόμενοι ξεσηκώνονται, δε θέλουν να ζήσουν όπως χτες, παλεύουν να κατακτήσουν μια καινούργια, λεύτερη ζωή. Στις αποικίες οι λαοί παλεύουν με τα όπλα στο χέρι ενάντια στον ιμπεριαλιστικό ζυγό για την απελευθέρωσή τους. Στην Ιταλία και στη Γαλλία, οι Αμερικανοάγγλοι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι προδότες λακέδες τους συναντούν μια αποφασιστική λαϊκή αντίσταση με επικεφαλής την εργατική τάξη και με οργανωτές και οδηγητές τους κομμουνιστές. Ψύχραιμα, αποφασιστικά, μελετημένα, μα ακλόνητα και σταθερά, τα ΚΚ στην Ιταλία και στη Γ αλλία ματαιώνουν και χαλάν τις προβοκάτσιες του εχθρού και οργανώνουν και κινητοποιούν τους εργάτες και τις πλατιές λαϊκές μάζες ενάντια στα αμερικανικά υποδουλωτικά και πολεμικά σχέδια. Η αμερικανική πολιτική και η ντόπια Αντίδραση στις χώρες αυτές στρέφουν όλα τους τα πυρά και τελευταία δυναμώνουν την επίθεσή τους ενάντια στα δύο ΚΚ, όπως και ενάντια σ’ όλα τα ΚΚ του μαρσαλοκρατούμενου κόσμου, για να παραμερίσουν έτσι το κύριο και βασικό εμπόδιο που στέκεται στο δρόμο τους -πρώτ’ απ’ όλα στις δολοπλοκίες τους- για να μετατρέψουν τις χώρες αυτές σε αντισοβιετικές βάσεις, σε προμηθευτές ανθρώπινου κρέατος για τα αμερικανικά κανόνια στον αντισοβιετικό πόλεμο.

Η άναντρη δολοφονία του Προέδρου του ΚΚ Βελγίου, σ. Λαό, δείχνει μέχρι πού φτάνουν τα άτιμα μέσα των εχθρών της ανθρωπότητας. Όμως τα ΚΚ και οι λαοί των χωρών αυτών διαλάλησαν με το στόμα του Τορέζ και του Τολιάτι και των άλλων λαϊκών ηγετών ότι δε θα πολεμήσουν ποτέ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Και η απόφαση αυτή των δύο λαών, που επαναλήφθηκε απ’ τους λαούς σ’ όλες τις κεφαλαιοκρατικές χώρες, σ’ όλο τον κόσμο της αμερικανοαγγλικής εισβολής, αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα που χαλά τα υποδουλωτικά σχέδια των Αμερικανών στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο.

Τα γεγονότα στην Κορέα προκάλεσαν μια καινούργια κινητοποίηση των δυνάμεων της δημοκρατίας και της ειρήνης. Αυξαίνει η απόφαση των λαών ν’ ανατρέψουν με τον αγώνα τους τους καταχθόνιους πολεμικούς σκοπούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και να διαφυλάξουν την παγκόσμια ειρήνη. Στο παράδειγμα του μικρού, μα ηρωικού λαού της Κορέας βλέπουμε πεντακάθαρα ότι οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της ειρήνης είναι ανώτερες, πιο ισχυρές απ’ τις δυνάμεις των ιμπεριαλιστών του πολέμου και της ιμπεριαλιστικής υποδούλωσης. Ο κομμουνισμός άνδρωσε σ’ όλο τον κόσμο σε ακατανίκητη δύναμη.

Εκείνο που χαρακτηρίζει σήμερα την κατάσταση στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο είναι ο πολεμικός αφηνιασμός του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, που δημιούργησε κιόλας μια διεθνή κρίση με τη ληστρική επιδρομή του στην Κορέα και που πάει να την επεκτείνει και αλλού. Σ’ αυτό τόνε σπρώχνει τόσο ο τυχοδιωκτισμός του, που ψάχνει αλλού να βρει κάποιο αντίρροπο και αποκατάσταση για το στραπατσάρισμα που παθαίνει στην Κορέα, όσο και η επιδίωξη των μεγαλοκαρχαριών του Ουόλ Στριτ να ξεπεράσουν όλες τις οικονομικές δυσκολίες τους και να εξασφαλίσουν καινούργια δισεκατομμύρια δολάρια σε μια καινούργια παγκόσμια πυρκαγιά, που φαντάζονται ότι θα τους δώσει την παγκόσμια κυριαρχία Ένα πολεμικό παραλήρημα και πολεμικός πυρετός, με σύνθημα που ρίχτηκε απ’ την Αμερική, έπιασε όλες τις κυρίαρχες τάξεις στο μαρσαλοποιημένο κόσμο. Η Αμερική χρησιμοποιεί την κρίση της Κορέας και επιβάλλει αύξηση στα πολεμικά έξοδα σ’ όλες τις υποταχτικές της χώρες, μεγαλώνοντας έτσι την κυριαρχία της σ’ αυτές. Ο άλλος φιλοπόλεμος μανιακός και πολεμικός αρχιεμπρηστής, Τσόρτσιλ, υποβάλλει στην παρασυναγωγή του Στρασβούργου πρόταση για δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και οι υπόλοιποι αμερικανικοί φασουλήδες τόνε χειροκροτούν σαν τον πρώτο ευρωπαϊκό υπουργό των στρατιωτικών. Οι Αμερικανοί υποθάλπουν την πολεμική υστερία, μα και τις πολεμικές προετοιμασίες σ’ όλες τις χώρες που βρίσκονται κάτω απ’ τον έλεγχό τους. Έτσι πλασάρουν πιο εύκολα τα εμπορεύματά τους και προωθούν τα εγκληματικά σχέδιά τους.

Όμως η κρίση της Κορέας, παρά την τεχνητή «ομοφωνία» των υποτελών της Αμερικής στον ΟΗΕ, παρουσίασε και σοβαρές υπολογίσιμες σχισμάδες στο ιμπεριαλιστικό μέτωπο, που ενισχύονται ακόμα πιο πολύ απ’ τις αμερικανοαγγλικές αντιθέσεις στο ζήτημα της Κίνας, για τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής, για την πρωτοκαθεδρία στη Μεσόγειο κλπ. Απότυχε και γελοιοποιήθηκε η αμερικανική προσπάθεια να παρασύρει σε άμεση πολεμική ανάμιξη στην Κορέα τους υποταχτικούς της. Ο αμερικανικός λαός στο παράδειγμα της Κορέας βλέπει ότι δεν είναι και τόσο απλό και εύκολο να ψωνιστεί ξένο κρέας για τους πολέμους που εξαπολύει και οργανώνει το Ουόλ Στριτ και ότι από την πρώτη κιόλας, περιορισμένη σχετικά δοκιμή βλέπει ότι είναι υποχρεωμένος να χύνει κι αυτός άφθονο το δικό του αίμα. Ταυτόχρονα, οι άλλοι λαοί στο παράδειγμα των βάρβαρων και αγριανθρωπίστικων βομβαρδισμών των Αμερικανών γκάγκστερ ενάντια στον άμαχο πληθυσμό της Κορέας βλέπουν, μαθαίνουν και πείθονται για το τι τους ετοιμάζει ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Ενώ απ’ την άλλη, η απόλυτη προσήλωση της Σοβιετικής Ένωσης στην υπόθεση της ειρήνης, όπως για μια ακόμα φορά εκδηλώθηκε τόσο με την απάντηση του σ. Στάλιν στις προτάσεις του Ινδού πρωθυπουργού, Νεχρού, όσο και με τον αγώνα που κάνει ο αντιπρόσωπος της Σοβιετικής Ένωσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, Μάλικ, για να διευθετηθεί ειρηνικά το Κορεατικό, εμψυχώνει ακόμα πιο πολύ τους λαούς στην πάλη τους για την ειρήνη.

Η κρίση που δημιούργησαν οι Αμερικανοί στην Κορέα δείχνει τα εγκληματικά τους σχέδια, μα τους ξεσκεπάζει και πιο πολύ στα μάτια όλου του κόσμου και φέρνει σε μια κρίση της πολιτικής τους, που ανάμεσα στα άλλα πάει να την εκμεταλλευτεί και η Αγγλία για να παλινορθώσει και ξαναποκτήσει χαμένες της θέσεις, όπως δείχνει και η τελευταία δραστηριοποίησή της ιδιαίτερα στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.

Η κρίση της αμερικανικής πολιτικής δυναμώνει πιο πολύ ύστερα απ’ την κατάρρευση της ατομικής τους τρομοκρατίας που τόσο έντονα ασκούσαν μεταπολεμικά σ’ όλο τον κόσμο.

Οι Αμερικανοί λακέδες σ’ όλο τον κόσμο, απ’ τους ρασοφόρους του Βατικανού ως τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες, τους διασπαστές της κίτρινης ρεφορμιστικής Διεθνούς και τους τροτσκιστές και τους τιτικούς προβοκάτορες, δραστηριοποιούνται στην προαγωγή της αμερικανικής εμπρηστικής πολιτικής. Όμως οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της ειρήνης με επικεφαλής τη μεγάλη Σοβιετική Ένωση ορθώνονται αποφασιστικά ενάντια στους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές. Και έχουν όλη τη δύναμη να τους χαλάσουν τις μηχανορραφίες τους. Το μέλλον ανήκει στις δυνάμεις της προόδου, της δημοκρατίας, της ειρήνης, του σοσιαλισμού.

β. Η εσωτερική κατάσταση

Ποια τα βασικά χαρακτηριστικά στην εσωτερική μας κατάσταση και εξέλιξη; Ύστερα απ’ όσα ειπώθηκαν σχετικά στα προηγούμενα, μπορούμε να συνοψίσουμε στα παρακάτω:

Η Ελλάδα περνά μια βαθιά γενική πολιτική, δηλαδή, επαναστατική κρίση. Το βασικό γνώρισμα της κρίσης αυτής είναι ότι και ύστερα απ’ τη «νίκη» τους στο Βίτσι-Γράμμο η αμερικανοκρατία και ο μοναρχοφασισμός δεν μπόρεσαν να πε- τύχουν μια πολιτική σταθερότητα. Η Ελλάδα ξαναμπήκε σε καινούργιο κύκλο από εσωτερικές ανωμαλίες, λαϊκούς αγώνες και ξεσηκώματα, εσωμοναρχοφασιστικές φαγωμάρες, στρατιωτικοφασιστικό οργασμό και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς.

Η εσωτερική μας κατάσταση χαρακτηρίζεται απ’ το ένα μέρος απ’ την απόλυτη επιβολή της αμερικανοκρατίας που εκφράζεται στην πολιτική της πολεμικοστρατιωτικής ευθυγράμμισης. Η ευθυγράμμιση αυτή σημαίνει πρωτοφανή πείνα, ξεθέωμα, και εκμετάλλευση για το λαό. Μέσα σε δύο μήνες η ακρίβεια μεγάλωσε από 50-100%. Σημαίνει καινούργια ένταση της δολοφονικής τρομοκρατίας για να εξασφαλιστούν, να ξεκαθαριστούν τα μετόπισθεν, έτσι που οι πολεμικοί τυχοδιωκτισμοί να ξαποληθούν και να πραγματοποιηθούν όσο μπορεί πιο ανενόχλητα. Σημαίνει άξονα Αθήνα-Βελιγράδι, πρόσδεσή μας στην κατεύθυνση Αθήνα-Άγκυρα-Τεχεράνη, προσχώρησή μας στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Δηλαδή με λίγα λόγια σημαίνει ξεθέωμα στην πείνα, εξανδραποδισμό, πόλεμο. Αυτοί είναι οι καρποί της μοναρχοφασιστικής νίκης. Οι καρποί της αμερικανοκρατίας. Τα ελληνικά κουφάρια προορίζονται σαν το πρώτο και το πιο φτηνό κρέας για τ’ αμερικανικά κανόνια. Η Ελλάδα στέκει πρώτη στην μπούκα των αμερικανικών κανονιών.

Απ’ την άλλη, το αγωνιστικό πνεύμα του λαού μας παραμένει ακατάβλητο. Ο λαός μας δεν το βάζει κάτω. Και αυτό αποτελεί τη βασική αιτία για τη μοναρχοφασιστική αστάθεια, το πελάγωμα, τις φαγωμάρες και την ολόπλευρη κρίση τους ένα χρόνο ύστερα απ’ το «θρίαμβό» τους. Δικαιώθηκε πέρα για πέρα η γραμμή και η προοπτική της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Το βασικό ιδιαίτερο γνώρισμα στο σημερινό στάδιο της εσωτερικής μας εξέλιξης είναι το γεγονός ότι οι μερικοί λαϊκοί αγώνες ξεσπούν και θα ξεσπούν μέσα σε συνθήκες που το κίνημά μας ανασυντάσσει τις δυνάμεις του και περνά στην πολιτική πάλη ύστερα από μια κανονική υποχώρηση, ενώ οι κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ παρέμειναν βασικά ακέραιες και ενώ μικρά αντάρτικα τμήματα συνεχίζουν τον αμυντικό τους αγώνα ενάντια στη φασιστική τρομοκρατία και για την υπεράσπιση του λαού, βρίσκοντας την υποστήριξη και τη συμπάθειά του μέσα σε συνθήκες έντασης της γενικής πολιτικής κρίσης στη χώρα. Το βασικό ιδιαίτερο αυτό γνώρισμα προδιαγράφει τη δυνατότητα για γρήγορες, απότομες εσωτερικές ανακατατάξεις και αλλαγές τόσο πιο πολύ, όσο εμείς πιο γρήγορα θα συντελέσουμε την πολιτική και οργανωτική αναδιάταξή μας, κρατώντας το βασικό σήμερα κρίκο των μερικών αγώνων και όσο τους μερικούς αυτούς αγώνες θα τους ευρύνουμε και θα τους ανεβάζουμε διαρκώς και προοδευτικά για να τους φτάσουμε ως ένα πανελλαδικό, παλλαϊκό οργανωμένο μέτωπο πάλης για τη ζωή του λαού, για την ειρήνη, τη δημοκρατία και την ανεξαρτησία’ όντας πάντα έτοιμοι να μην αφήσουμε να μας ξεφύγει καμιά κρίσιμη στιγμή, καμιά απότομη εσωτερική αλλαγή που μπορεί να προκύψει και από εσωτερικούς λόγους όσο και από εξωτερικές αιτίες.

Εδώ πάλι πρέπει να διευκρινίσουμε ένα ζήτημα. Σωστά πρέπει να καταλάβουμε αυτό που λέμε: Βασικός κρίκος σήμερα είναι οι μερικοί, οι οικονομικοί αγώνες των μαζών. Στην περίοδο του 1931-1936 ο κρίκος αυτός μας βοήθησε να σπάσουμε τη σεχταριστική απομόνωσή μας απ’ τις μάζες και να σφυρηλατήσουμε τους πρώτους πλατιούς και στέρεους δεσμούς μας με το λαό. Τότε πείθαμε το λαό με την πείρα της καθημερινής του πάλης για το ψωμί να μας ακούει και να μας ακολουθεί. Σήμερα θα ’ταν λάθος αν επαναλαμβάναμε μηχανικά την πείρα της περιόδου εκείνης. Η διαφορά σήμερα είναι βασική και αυτό πρέπει να το προσέξουμε. Τότε πηγαίναμε να κερδίσουμε τις μάζες. Τώρα με τους αγώνες αυτούς επιδιώκουμε να ανασυγκροτήσουμε τις κομματικές και λαϊκές δυνάμεις ύστερα από μια σοβαρή, όχι όμως και αποφασιστική, ήττα, μέσα σε μια ευνοϊκή αντικειμενικά κατάσταση, υπό αμερικανική όμως κατοχή’ κατάσταση που επιβάλλει όχι καθυστέρηση, γιατί και τώρα μένουμε πίσω απ’ τα γεγονότα και τις δυνατότητες που η κατάσταση περικλείνει και προσφέρει. Τώρα επιβάλλεται να προχωράμε έτσι που -αναδιοργανώνοντας όλες τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος με βάση, φυσικά, την ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, τη μαχητικοποίηση των συνδικάτων για την εργατιά και το ξαναπιάσιμο του χωριού από τις πρωτοπόρες αγροτικές οργανώσεις-να κρατάμε το μαζικό λαϊκό κίνημα πάντα σ’ ένα τέτοιο ύψος που ούτε πίσω, μα ούτε και πολύ μπροστά να κρατιόμαστε από τις επιτρεπόμενες κάθε φορά δυνατότητες της στιγμής, με επιδίωξη διαρκή πάντα να είμαστε σε θέση να εκμεταλλευόμαστε όλες τις καμπές, τις μεταβολές λιγότερο ή πιότερο απότομες, όλες τις «ευκαιρίες» που προσφέρει και θα προσφέρει τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική, η διεθνής κατάσταση. Έτσι πρέπει να βλέπουμε σήμερα το πρόβλημα του βασικού κρίκου. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος οικονομισμού, να υποτιμήσουμε τις δυνατότητες, να χάσουμε το βασικό νόημα στην κίνηση και την καθαρή ενατένιση του σκοπού.

Για να ’χουμε σωστή προοπτική, πρέπει σωστά να καταλάβουμε και τη βασική ιδιομορφία στην εξέλιξή μας για ν’ αντιμετωπίσουμε έτσι και όλους τους πανικόβλητους και συνθηκολόγους οπορτουνιστές.

Η ιδιομορφία αυτή συνίσταται στο ότι, παρά την υποχώρησή μας πέρσι στο Βίτσι-Γράμμο, δεν πάθαμε καταστροφική ήττα. Κάναμε κανονική υποχώρηση. Διατηρήσαμε βασικά τις δυνάμεις μας. Ο μοναρχοφασισμός όχι μόνο δεν πέτυχε μια συντριπτική για μας νίκη, μα ούτε μπόρεσε, ούτε και μπορεί να αξιοποιήσει τ’ αποτελέσματα της νίκης του.

Αυτή είναι η ιδιομορφία. Αυτή προκαθορίζει και την οξύτητα και το βάθος της γενικής πολιτικής κρίσης που περνά η χώρα. Γιατί ο λαός παραμένει ακατάβλητος και συνεχίζει τον αγώνα του μέσα σ’ ένα ευνοϊκό διεθνές κλίμα, παρά τους αμερικανικούς τυχοδιωκτισμούς.

Η τέτοια κατάσταση καθορίζει και το χαρακτήρα των καθηκόντων που στέκουν μπροστά μας. Εδώ θα γίνει προσπάθεια να τοποθετηθούν και να σκιαγραφηθούν τα πιο βασικά.

  1. ΤΑ ΠΙΟ ΒΑΣΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Στην Ελλάδα πραγματοποιείται σήμερα μια ανακατάταξη και ανασύνταξη των ταξικών δυνάμεων που συνοδεύεται από μια επιτεινόμενη αύξηση της φαγωμάρας ανάμεσα και μέσα στα αστοτσιφλικάδικα κόμματα. Ξεσπούν και φουντώνουν ταξικοί αγώνες και ωριμάζουν πιο μεγάλοι που γεννοβολούν την αυριανή αποφασιστική αντιπαράθεση, μέσα σε συνθήκες που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός προκάλεσε κιόλας μια σοβαρή κρίση στις διεθνείς σχέσεις με τη φωτιά που άναψε στην Κορέα και που προσπαθεί να την επεκτείνει χρησιμοποιώντας και τη μοναρχοφασιστική Ελλάδα σαν ένα πιόνι του.

Η κατάσταση που δημιούργησε για το λαό η αμερικανοκρατία και ο μοναρχοφασισμός μπορεί συνοπτικά να αποδοθεί έτσι: Πείνα, σκλαβιά, αποικιοποίηση, πόλεμος.

Ένα χρόνο ύστερα απ’ τη μέρα που οι κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ σταμάτησαν με δική τους απόφαση τον ένοπλο αγώνα, οι Έλληνες ακόμα πιο καθαρά κατάλαβαν τι πάει να πει αμερικανοκρατία και μοναρχοφασισμός με το παρδαλό του «Κέντρο» που με τόση ξετσίπωτη δημαγωγία εξαπάτησε το λαό στις εκλογές στις 5 του Μάρτη. Σήμερα και εθνικόφρονες και δημοκρατικοί καταλαβαίνουν ότι η περσινή ήττα του ΔΣΕ ήταν μια καταστροφή όχι μόνο για τους δημοκρατικούς πολίτες, μα για όλο το λαό, για ολόκληρη την Ελλάδα. Η πείνα, το ξεσπίτωμα και το ξεπάτωμα, η αποικιοποίηση, το εμπόριο με ανθρώπινο κρέας, όλα αυτά τα αγαθά της αμερικανοκρατίας χτυπούν κατακέφαλα όλους τους Έλληνες αδιάκριτα, χωρίς να τους ξεχωρίζουν κατά τα πολιτικά τους φρονήματα.

Αυτή η κατάσταση και αυτή η πραγματικότητα καθορίζει και τα βασικά καθήκοντα για το κίνημά μας στη σημερινή περίοδο.

Η ακρίβεια, η πείνα, η ανεργία, τα οικονομικά μέτρα του κράτους ενάντια στους εργαζομένους και η γενική επίθεση της αμερικανοκρατίας και της πλουτοκρατίας ενάντια στο λαό επιβάλλουν την ακούραστη διαφώτιση, οργάνωση, καθοδήγηση της πάλης του λαού για τη ζωή και το ψωμί, την αδιάκοπη συνένωση και εύρυνση των μερικών αυτών αγώνων όλο και προς τα πάνω, σε ανώτερες μορφές, μέχρι τη μαζική πολιτική απεργία. Απαραίτητη προϋπόθεση για να πετύχουμε εδώ είναι η ενότητα πάλης πρώτ’ απ’ όλα των εργατών, απ’ τα κάτω, με ενιαιομετωπικά όργανα πάλης βγαλμένα απ’ τα κάτω, σαν καθοδηγητικά όργανα. Πάλη για να απομονωθούν οι ρεφορμιστές προδότες, για να γίνουν τα συνδικάτα και οι άλλες μαζικές λαϊκές οργανώσεις όργανα εξυπηρέτησης των συμφερόντων των εργατών και του λαού. Ο αγώνας για τη ζωή αφορά όλα τα εργαζόμενα στρώματα: Τους εργάτες, αγρότες, επαγγελματοβιοτέχνες, τους αναπήρους, εφέδρους, συνταξιούχους, τους διανοούμενους, τους φοιτητές, τους φαντάρους, ναύτες, σμηνίτες. Το ακούραστο σφυρηλάτημα της ενότητας και η οργάνωση της ενιαίας πάλης του λαού είναι υποχρέωση για κάθε πρωτοπόρο αγωνιστή. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα ότι η πάλη στο χωριό παρουσιάζει καθυστέρηση και ότι έχουμε υποχρέωση να βοηθήσουμε στη δουλειά αυτή τους συμμάχους. Βασικό ενιαιομετωπικά όργανο μαζικής πάλης στο χωριό είναι οι επιτροπές αγώνα της φτωχομεσίας αγροτιάς που δημιουργούνται παντού και πάντα, όταν το καλεί η ανάγκη. Χωρίς να υποτιμάμε τη σημασία της δουλειάς μέσα στους συνεταιρισμούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτό που είπε ο Λένιν, ότι «οι συνεταιρισμοί στις συνθήκες του κεφαλαιοκρατικού κράτους είναι κολεκτιβιστικό κεφαλαιοκρατικό ίδρυμα», για να φυλαχτούμε από την υπερεκτίμηση της σημασίας τους σα μαχητικού οργάνου πάλης και για να αποφύγουμε σοβαρά λάθη.

Για να σπάσει τους λαϊκούς αγώνες, η Αντίδραση δυναμώνει την τρομοκρατική της πίεση. Η πάλη ενάντια στην τρομοκρατία, ο αγώνας για τη γενική αμνηστία, για τις λαϊκές δημοκρατικές ελευθερίες είναι υποχρεωτικό και απαραίτητο συστατικό του αγώνα του λαού για το ψωμί και τη ζωή. Η Αντίδραση δραστηριοποιεί τις τρομοκρατικές της μεθόδους και τις τρομοκρατικές της συμμορίες σ’ όλη τη χώρα. Οργάνωση της λαϊκής αυτοάμυνας, που θα απαντά με τα ίδια μέσα στους δολοφόνους συμμορίτες και που θα στηρίζεται και στα αντάρτικα τμήματα που πολεμούν πάντα με το ντουφέκι στο χέρι, είναι βασικό καθήκον της στιγμής.

Για να μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν το λαϊκό κίνημα που όλο φουντώνει, η αμερικανοκρατία και πλουτοκρατία χρησιμοποιούν όλο και πιο αντιδραστική πολιτική, όλο και πιο αντιδραστικά κυβερνητικά σχήματα, συνδυάζοντας τη δημαγωγία με το ρόπαλο και τα έκτακτα στρατοδικεία. Αδιάκοπο ξεσκέπασμα της πολιτικής αυτής, πάλη μαζική ενάντια σε κάθε συγκεκριμένο κυβερνητικό μέτρο πείνας και τρομοκρατίας, ξετίναγμα ακούραστο της δημαγωγίας, απομόνωση του «Κέντρου» και του προδοτικού ΣΚΕΛΔικού κατασκευάσματος, αγώνας ενάντια στην παλατιανή στρατοκρατική κλίκα Παπάγου-Παύλου που θέλει στρατιωτική δικτατορία, αγώνας για καινούργιες, λεύτερες εκλογές όπου οι δημοκρατικές δυνάμεις ενωμένες θα διεκδικήσουν τη νίκη, είναι αναγκαία και απαραίτητα για τη συνένωση, το ανέβασμα, την πολιτικοποίηση των αγώνων του λαού, για την εξασφάλιση και υπεράσπιση της λευτεριάς του.

Οι Αμερικανοί αποικιοποιούν ξεδιάντροπα τη χώρα, την κάνουν τσιφλίκι τους όπου κυβερνάν και διατάσσουν χωρίς να ρωτάν κανέναν. Αγώνας παλλαϊκός για την εθνική ανεξαρτησία, ενάντια στον εξανδραποδισμό και τη σκλαβιά, για το διώξιμο απ’ την Ελλάδα των Αμερικανών και των Άγγλων πρέπει να συνενώσει όλους τους αδούλωτους Έλληνες. Η ρίζα σήμερα για όλα τα βάσανά μας είναι η αμερικανοκρατία. Αυτήν τη ρίζα πρέπει να ξεριζώσουμε.

Ύστερα από δέκα χρόνων πόλεμο η αμερικανοκρατία μάς ετοιμάζει σήμερα για γενική σφαγή. Ο άξονας Αθήνα-Βελιγράδι, η πρόσδεσή μας στην τριάδα Αθήνα-Άγκυρα-Τεχεράνη, η προσχώρηση της Ελλάδας στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, ο πυρετώδικος πολεμικός οργασμός και δραστηριότητα που αναπτύσσει η στρατοκρατική κλίκα του παλατιού, η πολεμική ψύχωση και υστερία που καλλιεργεί η μαύρη Αντίδραση, η συμμετοχή μας στην τυχοδιωκτική περιπέτεια της Κορέας όπου μας έμπλεξαν με την πρώτη αποστολή σμηνιτών και αεροπόρων, όλα δείχνουν ότι μας ετοιμάζουν για το μακελειό. Το πιο φτηνό και το πρώτο στη σειρά κρέας για τα αμερικανικά κανόνια είναι το ελληνικό, αυτό θέλουν και αυτό φαντάζονται. Χρειάζεται παλλαϊκή κινητοποίηση και πάλη ενάντια στις πολεμικές προετοιμασίες, ενάντια στη συμμετοχή μας στις αμερικανόφτιαχτες πολεμικές συμμαχίες, ενάντια στον άξονα Αθήνα-Βελιγράδι, για την ειρήνη. Ο λαός μας έχει όλη τη δύναμη να σταματήσει στη χώρα μας το εγκληματικό χέρι που κρατά το δαδί αναμμένο κοντά στην μπαρούτη. Δε θα πολεμήσουμε για ξένα συμφέροντα. Γ ια τους Αμερικανούς γκάγκστερ και τις ντόπιες βδέλλες. Δε θα μας σηκώσουν ποτέ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Αυτήν την απόφασή του μπορεί να την επιβάλει ο λαός μας με την πάλη του για την ειρήνη, πάλη που πρέπει να βρει τη συγκεκριμένη έκφρασή της και στην παλλαϊκή κινητοποίηση γύρω απ’ το 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο της ειρήνης, γύρω από την υπογραφή της Έκκλησης της Στοκχόλμης. Αυτήν την πάλη πρέπει να την μεταφέρουμε και να την οργανώσουμε και μέσα στο στρατό, στα παιδιά αυτά του λαού που θ’ αποτελέσουν τις πρώτες φουρνιές που θα τις πάν’ για σφαγή. Η ολόπλευρη πολιτική, οργανωτική, διαφωτιστική, πλατιά και συνωμοτική δουλειά μέσα στο στρατό, για να δημιουργήσουμε αυτού μέσα στέριες, μεγάλες, μαζικές βάσεις του λαϊκού κινήματος που θα ’χουν για κινητήρα τους τη γερή παράνομη Κομμουνιστική Οργάνωση, είναι απ’ τα πρώτα, τα κεντρικά, τα άμεσα προβλήματα και καθήκοντα της στιγμής. Όταν το λύσουμε το πρόβλημα αυτό -και αυτό εξαρτιέται μόνο απ’ τη δουλειά μας-, θα ’χουμε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την επιτυχία.

Η πείνα, η ανεργία, η σκλαβιά, το βόλι δεν κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς Έλληνες, ανάμεσα στους εθνικόφρονες και τους δημοκρατικούς. Όπως όλοι οι εκμεταλλευτές είναι μιας γενιάς σκύλοι, έτσι και όλοι οι εργαζόμενοι είναι μιας οικογένειας θρέμμα. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι ώριμες οι συνθήκες σήμερα για τη λαϊκή συμφιλίωση και ενότητα, για το ενιαίο πανελλαδικό, παλλαϊκό, δημοκρατικό μέτωπο. Με όλη τη δύναμή μας πρέπει να χτίζουμε το μέτωπο αυτό σαν το στέρεο και ατράνταχτο βάθρο, σαν το πιο τελεσφόρο μέσο για να λευτερώσουμε την πατρίδα μας, να την βγάλουμε στη μεγάλη στράτα της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας, της ειρήνης.

Αυτά είναι τα βασικά καθήκοντα που στέκουν σήμερα μπροστά στο κίνημά μας.

Η ψυχή, η κινητήρια δύναμη που κινεί το λαϊκό αγώνα μας, τον οργανώνει, τον καθοδηγεί, είναι το Κόμμα μας.

26 Αυγούστου 1950.

Περιοδικό Νέος Κόσμος, τ.8/1950

ΜΕΡΟΣ Β’

ΤΟ ΚΚΕ

  1. Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΓΕΤΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

Τα δέκα χρόνια σκληρού αγώνα και δύσκολης δοκιμασίας που πέρασε το ΚΚΕ απ’ το 1940, οργανωτής και καθοδηγητής της πάλης του λαού για την απελευθέρωσή του, ήταν, πρώτ’ απ’ όλα, δέκα χρόνια δοκιμασίας για ολόκληρο τον καθοδηγητικό και ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ. Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται. Και ακριβώς μέσα στη φωτιά των δεκάχρονων επαναστατικών αγώνων πρέπει να δούμε, να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε τον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ.

Στη βασική του σύνθεση ο πυρήνας αυτός ξεκαθαρίστηκε, αναδείχτηκε και διαμορφώθηκε απ’ την έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ (1931) και ’δώ, στα χρόνια της ανόδου στο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, της άνδρωσης, της σταθεροποίησης και της πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης του ΚΚΕ (1931 -1936) στη μεταξική δικτατορία, στη φωτιά της λαϊκής επανάστασης (1943-1949).

Το κύριο και πρωταρχικό ερώτημα που προβάλλει εδώ είναι: Ανταποκρίθηκε βασικά ο καθοδηγητικός πυρήνας, η ηγεσία του ΚΚΕ στις απαιτήσεις του κινήματος, στην υπεύθυνη αποστολή της;

Η πρώτη διαπίστωση που πρέπει να κάνουμε πάνω στο ζήτημα αυτό είναι: Απ’ το 1931, απ’ την έκκληση της ΚΔ και ’δώ, η βασική, η γενική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, όπως θεμελιώθηκε με την απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ για «το χαρακτήρα και τις κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης στην Ελλάδα» (1934), είναι αναμφισβήτητα βασικά σωστή. Το ΚΚΕ στα χρόνια αυτά ξεπέρασε τη μακρόχρονη κρίση του. Αντιμετώπισε αποτελεσματικά το λικβινταρισμό-τροτσκισμό και όλες τις αντικομματικές οπορτουνιστικές εκδηλώσεις (Ασημίδης κλπ.). Έσπασε το σεχταρισμό του. Αφομοίωνε δημιουργικά τις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές, τη λενινιστική-σταλινική ταχτική στον ταξικό αγώνα, που κρατά το Κόμμα πάντα στενά δεμένο με την εργατική τάξη και τα άλλα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, πάντα διαφωτιστή των μαζών, εμπνευστή, οργανωτή και καθοδηγητή των οικονομικών και πολιτικών αγώνων των μαζών, που αδιάκοπα τους αναπτύσσει, τους πλαταίνει, τους βαθαίνει, τους ανεβάζει όλο και προς τα πάνω, κατακτώντας μέσα στους αγώνες αυτούς την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, ξεσκεπάζοντας και απομονώνοντας απ’ την εργατική τάξη και από τα άλλα εργαζόμενα στρώματα, τα μικροαστικά, συμβιβαστικά κόμματα που εξυπηρετούν τις κυρίαρχες τάξεις και διασπούν την επαναστατική λαϊκή ενότητα, συσπειρώνοντας γύρω απ’ την εργατική τάξη τη φτωχομεσαία αγροτιά και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα των πόλεων, εξασφαλίζοντας μέσα στους αγώνες αυτούς τον καθοδηγητικό ηγεμονικό ρόλο του προλεταριάτου στη λαϊκή επανάσταση. Και τους φτάνει τους αγώνες αυτούς, όταν ωριμάσει αντικειμενικά η κατάσταση, ως την ένοπλη εξέγερση και πάλη -που θέλουν και ολόπλευρη οργανωτικοτεχνική προετοιμασία- για την ανατροπή της πλουτοκρατικής εξουσίας και της ξενικής εξάρτησης, για τη λαϊκή εξουσία, για τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Μέσα στους αγώνες αυτούς και με βάση τη λαϊκή επαναστατική, τη μαρξιστική-λενινιστική πολιτική του, το ΚΚΕ κατάκτησε την εμπιστοσύνη της εργατιάς και όλου του εργαζόμενου λαού, αναδείχτηκε στην πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας. Το ΚΚΕ πάλεψε ηρωικά, έδωσε στον αγώνα δεκάδες χιλιάδες νεκρούς απ’ τα καλύτερα παιδιά και οπαδούς του. Δεκάδες μέλη απ’ τον ηγετικό του πυρήνα δώσαν και αυτά τη ζωή τους εφαρμόζοντας τη γραμμή και την επιταγή του Κόμματος, πέσαν στο πόστο, στις επάλξεις που τους έταξε το ΚΚΕ, η επανάσταση. Έτσι κατάκτησε το Κόμμα μας την εμπιστοσύνη του λαού. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της σωστής βασικά γραμμής που είχε και που κράτησε το ΚΚΕ στο λαϊκό κίνημα και στη λαϊκή επανάσταση στη χώρα μας, στην επανάσταση για την απελευθέρωση του εργαζόμενου λαού, για την ανατροπή της εξουσίας των ντόπιων και ξένων πλουτοκρατών, για τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό.

Ένα ζήτημα που προβάλλει αμέσως μετά τη διαπίστωση αυτή είναι: Εφαρμόστηκε πάντα σωστά η σωστή γενική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ; Η απάντηση πρέπει να ’ναι κατηγορηματική: Όχι, δεν εφαρμόστηκε πάντα σωστά η γενική πολιτική γραμμή του Κόμματος. Αυτό αφορά κυρίως την περίοδο της πρώτης Κατοχής. Το ζήτημα αυτό των λαθών στη γραμμή του Κόμματος και των λαθών στην εφαρμογή της γραμμής του Κόμματος εξετάστηκε, τοποθετήθηκε και εκτιμήθηκε στο α’ μέρος του άρθρου αυτού.

Τώρα θα εξεταστεί πιο συγκεκριμένα και μερικά το ζήτημα των ευθυνών της καθοδήγησης και των προσώπων της για τα λάθη αυτά.

Εκείνο που πρέπει να διαπιστώσουμε εδώ είναι ότι την ευθύνη για όλα τα λάθη την φέρνει ενιαία και αδιαίρετα ολόκληρη η καθοδήγηση του ΚΚΕ, ολόκληρος ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΚΚΕ όπως στη βασική του σύνθεση διαμορφώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε απ’ την έκκληση της ΚΔ και μετά. Γιατί, παρ’ όλες τις περισσότερες ή λιγότερες ευθύνες που μπορεί να βαραίνουν προσωπικά τα ξεχωριστά μέλη του πυρήνα αυτού, αυτός σα σύνολο φέρνει την ευθύνη για τη διατύπωση, τον καθορισμό και την εφαρμογή της γενικής πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ απ’ το 1931 προς τα ’δώ. Τα μεγάλα ή μικρά λάθη, οι σοβαρές παρεκκλίσεις απ’ τη γραμμή αυτή, παρεκκλίσεις που, όπως στην περίοδο της πρώτης Κατοχής, έφτασαν ως τη βασική διαστρέβλωση της πολιτικής γραμμής και της οργανωτικής πολιτικής του ΚΚΕ, δεν μπορούν παρά, βασικά, να βαραίνουν ολόκληρη την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Ο Λένιν λέει:

«Ο πολιτικός καθοδηγητής είναι υπεύθυνος όχι μόνο για το πώς καθοδηγεί, μα και για το τι κάνουν όσοι καθοδηγούνται απ’ αυτόν. Αυτό κάποτε αυτός δεν το ξέρει, αυτό συχνά αυτός δεν το θέλει, όμως η ευθύνη πέφτει επάνω του.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 75.)

Δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εδώ είναι η ουσία των λαθών αυτών. Ο Λένιν λέει ότι:

«Στην πολιτική και στα κόμματα εφαρμόζεται -με τις ανάλογες αλλαγές- εκείνο που αφορά τα ξεχωριστά πρόσωπα. Έξυπνος δεν είναι εκείνος που δεν κάνει λάθη. τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν. Έξυπνος είναι εκείνος που κάνει λάθη όχι πολύ ουσιαστικά και που ξέρει εύκολα και γρήγορα να τα διορθώνει.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 183.)

Εκείνο που μπορούμε και πρέπει να διαπιστώσουμε σχετικά είναι ότι α) κάναμε βασικά, θεμελιακά λάθη και αυτό αφορά κυρίως την πρώτη Κατοχή και β) οι κύριοι φορείς των λαθών αυτών δεν τα είδαν έγκαιρα, δεν τα διόρθωσαν έγκαιρα. Κάτω απ’ αυτό το κριτήριο πρέπει να κρίνουμε τώρα πια τα ξεχωριστά πρόσωπα. Πολύ περισσότερο, που εμφανίζονται σήμερα ορισμένοι σύντροφοι, όπως ο Παρτσαλίδης, σαν κομματοσωτήρες, που φέρνουν πρωταρχική και βασική ευθύνη για τα λάθη, για τη διαστρέβλωση της γενικής γραμμής του ΚΚΕ απ’ το 1937 κιόλας (αυτού βρίσκεται η αρχή των θεμελιακών διαστρεβλώσεων της Κατοχής) και όμως, χωρίς να βλέπουν τα δικά τους λάθη και τις δικές τους ευθύνες, για να κρύψουν και να καλύψουν τις δικές τους ευθύνες και τα δικά τους λάθη παραποιούν και διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, φουσκώνουν και παραμορφώνουν άλλα, για να φορτώσουν τα λάθη στους άλλους και για να βγουν αυτοί λάδι. Ο Λένιν λέει ότι:

«Ορισμένες προσωπικότητες, ιδιαίτερα απ’ τον αριθμό των αποτυχημένων διεκδικητών αρχηγιλικιού, μπορούν (αν δεν έχουν αρκετή προλεταριακή πειθαρχικότητα και “εντιμότητα με τον εαυτό τους”) πολύ καιρό να επιμένουν στα λάθη τους…» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 242.)

Μια τέτοια ακριβώς εικόνα μας παρουσιάζει, σήμερα, ο Παρτσαλίδης. Όταν άκουσε για την κριτική των λαθών της Κατοχής που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Για σταθερή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία, το μόνο που είχε να πει ήταν: «Ώστε δεν κάναμε τίποτα;»

Αν θέλουμε σήμερα να κρίνουμε και να αξιολογήσουμε τους κύριους φορείς των λαθών και των παρεκκλίσεων, στην πρώτη θέση πρέπει να βάλουμε τον Παρτσαλίδη. Γιατί; Γιατί α) ευθύνεται προσωπικά για τη διαστρέβλωση της γραμμής του ΚΚΕ απ’ το 1937’ β) σαν ηγετική προσωπικότητα του ΚΚΕ έλειψε ολότελα απ’ την πολιτική δράση του, δεν πήρε καμιά θέση για την πολιτική και τη

δράση του Κόμματος στα 1944-1945, όχι μόνο όταν γίνονταν τα λάθη, μα ούτε και ύστερα- γ) ευθύνεται για την παραβίαση της κομματικής εντολής για τη Συμφωνία της Βάρκιζας- δ) ενώ ποτέ δεν πήρε κριτική και αυτοκριτική θέση για χα θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής και έτσι ουσιαστικά τα κάλυπτε, ξεσήκωσε φραξιονιστικό αντικομματικό σάλο γύρω απ’ τα πραγματικά ή ανύπαρκτα λάθη του Ζαχαριάδη απ’ το 1931 και ιδιαίτερα απ’ το 1945 και ’δώ. Με την τέτοια θέση του ζητήματος των λαθών του Ζαχαριάδη, ο Παρτσαλίδης εμποδίζει το Κόμμα να δει και να διορθώσει τα πραγματικά λάθη του και γίνεται πόλος συγκέντρωσης για όλα τα αντικομματικά, διεφθαρμένα, ύποπτα και προδοτικά στοιχεία (όπως οι Αποστόλου, Βαφειάδης, Καραγιώργης, «οι αντιηγετικοί» κλπ.). Γίνεται στο Κόμμα σημαιοφόρος όχι μόνο μιας συνθηκόλογης οπορτουνιστικής γραμμής, μα και αντικομματικού φραξιονισμού και υποσκάπτει την ενότητα, τη μαχητικότητα και την αγωνιστικότητα του ΚΚΕ.

Ο Παρτσαλίδης δεν κατάλαβε, ούτε δέχτηκε τη βοήθεια που του ’δωσε το Κόμμα, η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, για να δει και διορθώσει τα λάθη του. Καταλήφθηκε από μια μικροαστική εγωιστική τύφλωση, που τον εκτροχιάζει απ’ το σωστό, τον κομματικό δρόμο. Τώρα παραπαίει σαν το στραβό που ’πεσε στη λάσπη, χτυπιέται και δεν μπορεί να βγει. Χαρακτηριστικός για τη φραξιονιστική τύφλωσή του είναι και ο ισχυρισμός του ότι η κατάσταση στο ΚΚΕ από τότε που γύρισε ο Ζαχαριάδης στα 1945 όχι μόνο δεν καλυτέρευσε, μα και χειροτέρευσε. Στα 1945, «ο σ. Ζαχαριάδης τότε είδε τη γραμμή του Κόμματος, δυστυχώς όπως την βλέπουμε και μεις». Αυτή είναι η διατύπωση του Παρτσαλίδη. Τι λέει αυτή η διατύπωση; Η διατύπωση αυτή λέει ότι ούτε η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούνης του 1945), ούτε το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Οχτώβρης του 1945) κλπ. δεν άλλαξαν τίποτε βασικά στην πολιτική γραμμή του ΚΚΕ. Η διαπίστωση αυτή λέει ότι η πολιτική και οργανωτική γραμμή του Κόμματος εξακολούθησε να βαρύνεται απ’ τα ίδια θεμελιακά λάθη της πρώτης Κατοχής, είναι, δηλαδή, βασικά οπορτουνιστική. Ο Παρτσαλίδης λέει ακόμα ότι η κατάσταση στο ΚΚΕ ύστερα απ’ τη 12η Ολομέλεια, το 7ο Συνέδριο κλπ. χειροτέρευσε, δηλαδή το ΚΚΕ έκανε ακόμα πιο μεγάλα και θεμελιακά λάθη, βούτηξε ακόμα πιο πολύ στον οπορτουνισμό.

Φυσικά, η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ θα πάρει θέση και στο ζήτημα αυτό. Όμως στο άρθρο αυτό ο Ζαχαριάδης πρέπει να πάρει θέση στο ζήτημα που βάζει ο σ. Παρτσαλίδης. Είναι ολοφάνερο ότι ο Ζαχαριάδης, μόλις γύρισε στα 1945, έκανε σοβαρό λάθος στο χειρισμό του ζητήματος των λαθών και των προσώπων με τις ευθύνες τους στην πρώτη Κατοχή. Μα για τον Ζαχαριάδη απ’ την πρώτη στιγμή δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι η πολιτική και οργανωτική γραμμή του ΚΚΕ στην πρώτη Κατοχή ήταν βασικά λαθεμένη. Για τον Ζαχαριάδη δεν υπήρξε ούτε στιγμή αμφιβολίας ότι η λαϊκή επανάσταση στην Ελλάδα μπορούσε να νικήσει και η λαϊκή δημοκρατία στην Ελλάδα να επικρατήσει, αν δεν κάναμε τα μεγάλα λάθη της Κατοχής και του Δεκέμβρη. Και πήγε -όσο μπορούσε- να βοηθήσει το Κόμμα να διορθώσει τα λάθη του.

Δεν υπάρχει σήμερα καμιά αμφιβολία ότι ο τρόπος που χρησιμοποίησε δεν ήταν ο πιο σωστός. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι έκανε και ο Ζαχαριάδης μεγάλα και μικρά λάθη. (Το μεγάλο λάθος εδώ είναι το Βορειοηπειρωτικό.)

Όμως ο Παρτσαλίδης, κάνοντας την κριτική του, ξέχασε (;) να πει ότι ο Ζαχαριάδης όχι μόνο διόρθωσε ουσιαστικά το λάθος με τη θέση του και με τη δίκη στα 1945 για το Βορειοηπειρωτικό, μα και ανοιχτά, σε ανοιχτό αχτίφ της ΚΟΑ στα 1945, αναγνώρισε και δήλωσε ότι η θέση της απόφασης του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 1ης του Ιούλη του 1945 για την ένοπλη εισβολή στη Βόρεια Ήπειρο ήταν λάθος. Όμως βασικά η 12η Ολομέλεια και το 7ο Συνέδριο κλπ. πραγματοποίησαν μια ουσιαστική αλλαγή στην πολιτική και οργανωτική γραμμή, όπως και στη δράση του ΚΚΕ. Η αλλαγή αυτή ήταν βασικά σωστή.

Εδώ, σήμερα, πρέπει να πούμε και κάτι άλλο ακόμα. Όταν γύρισε ο Ζαχαριάδης όχι μόνο είχε ξεκαθαρισμένο ότι η γραμμή του Κόμματος στην πρώτη Κατοχή και μέχρι τη Βάρκιζα ήταν λαθεμένη, μα είχε ξεκαθαρισμένο ακόμα ότι τα λάθη αυτά ήταν στο κύριό τους μέρος αποτέλεσμα συνειδητής προδοσίας που τα άλλα μέλη της καθοδήγησης του ΚΚΕ δεν μπόρεσαν ούτε να την δουν, ούτε να την αποτρέψουν και ότι φορέας της προδοσίας αυτής ήταν ο ουσιαστικός ηγέτης του ΚΚΕ στα χρόνια εκείνα, Γ. Σιάντος. Αυτό το ζήτημα μπήκε αμέσως στα μέλη της Γραμματείας του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Πρώτα στο σ. Παρτσαλίδη, μετά στο σ. Ιωαννίδη. Μπήκε επίσης στη σ. Χρύσα Χατζηβασιλείου. Όχι μόνο κατανόηση δε βρήκε ο Ζαχαριάδης, μα ούτε και υποστήριξη. Χρειάστηκε πολύς καιρός και πολλή προσπάθεια για να δουν οι σύντροφοι αυτοί το ζήτημα αυτό. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και κόπος για να δουν οι σύντροφοι αυτοί και ν’ αναγνωρίσουν τα λάθη της πρώτης Κατοχής. Ο σ. Παρτσαλίδης ακόμα έχει επιφυλάξεις τόσο για τον Σιάντο όσο και για την ορθότητα της κριτικής των λαθών στην πρώτη Κατοχή. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η προσπάθεια που κάνει για ν’ αποδείξει ότι τα λάθη απ’ το 1945 και ’δώ συνεχίστηκαν και μεγάλωσαν, χειροτέρεψαν.

Ώστε ο σ. Παρτσαλίδης δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι «ο σ. Ζαχαριάδης τότε είδε τη γραμμή του Κόμματος, δυστυχώς όπως την βλέπαμε και μεις». Τα γεγονότα το διαψεύδουν. Και διαψεύδοντάς τον, αποδείχνουν ότι ο ισχυρισμός του αυτός προέρχεται και θεμελιώνεται πάνω σε αντικομματική, φραξιονιστική επιδίωξη.

Και μια εξήγηση: Πώς σκέφτηκε ο Ζαχαριάδης όταν αντιμετώπισε το ζήτημα της γραμμής του ΚΚΕ στην πρώτη Κατοχή; Ο Ζαχαριάδης σκέφτηκε έτσι: Χρειάζεται ριζική αλλαγή. Εφόσον, όμως, η 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Απρίλης του 1945) έγκρινε τη γραμμή της καθοδήγησης και έβγαλε βασικά το ίδιο ΠΓ -εφόσον υπάρχει και ζήτημα Σιάντου, προδοσία Καζέρτα κλπ.-, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Δεν πρέπει να κάνεις τον έξυπνο, μα η ουσία είναι να πραγματοποιηθεί η ριζική αλλαγή.

Σκέφτηκε καλά ο Ζαχαριάδης; Τα γεγονότα δείχνουν ότι, ενώ η γραμμή για ριζική αλλαγή ήταν σωστή, ο τρόπος που διάλεξε δεν ήταν ο πιο σωστός. Αυτό, τουλάχιστον, βγαίνει σήμερα. Γιατί στις συνθήκες εκείνες, χωρίς προηγούμενη λίγο-πολύ μακρόχρονη προετοιμασία, το να θέσεις ανοιχτά ζήτημα ριζικής αλλαγής όχι μόνο στην πολιτική, μα και με υποχρεωτικό παραμέρισμα όλης της ηγεσίας του ΚΚΕ στην πρώτη Κατοχή, μπορούσε να φέρει περισσότερη ζημιά παρά όφελος, μπορούσε να φέρει σε βαθιά κρίση το Κόμμα, που το ξεπέρασμά της -ενόψει πάντα ότι τραβούσαμε αντικειμενικά για νέα ένοπλη αντιπαράθεση- μπορούσε να μακραίνει πολύ.

Καταλήγοντας εδώ στο βασικό συμπέρασμα πάνω στο ζήτημα της δοκιμασίας του ηγετικού πυρήνα του ΚΚΕ, μπορούμε να συνοψίσουμε την εξέταση στα παρακάτω συμπεράσματα:

Πρώτο: Στην πρώτη Κατοχή ο ηγετικός πυρήνας του ΚΚΕ δεν άντεξε στη δοκιμασία. Ξεχωριστό ζήτημα εδώ είναι το πρόσωπο του Σιάντου, η προδοσία της Καζέρτα (βασικός υπεύθυνος, Ζεύγος).

Δεύτερο: Στη δεύτερη Κατοχή βασικά άντεξε στη δοκιμασία. Τονίζεται το βασικά, γιατί α) και εδώ έχουμε λάθη (Βορειοηπειρωτικό, αποχή από τις εκλογές κλπ.) και β) σε ορισμένους βασικούς κρίκους της ηγεσίας είχαμε κλασική αποτυχία. Ο Μάρκος Βαφειάδης στο Γράμμο έσπασε, δεν άντεξε. Για να κρύψει το σπάσιμό του αυτό, κύλησε σε αντικομματικό βόρβορο. Αυτό το γεγονός, μαζί με μια σειρά γεγονότα απ’ όλη την κομματική σταδιοδρομία του Βαφειάδη (λ.χ., ο Βαφειάδης σαν καπετάνιος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, ενώ είχε διαταγή να μην αφήσει να σταλεί αγγλικός στρατός απ’ τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1944, άφησε να φύγουν όχι μόνο Άγγλοι, μα και ένα σωρό ταγματασφαλίτες, ΠΑΟτζήδες κλπ. που πολέμησαν τον ΕΛΑΣ στην Αθήνα. Υπάρχει και ένας σωρός ολόκληρος από επιβαρυντικά στοιχεία.), επιβάλλει στο Κόμμα να πραγματοποιήσει παλιά απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ να εξεταστεί και να μελετηθεί όλο το ζήτημα του Βαφειάδη. Η Συνδιάσκεψη πρέπει να ξεκαθαρίσει και το σημείο αυτό. Δεν άντεξε στη δοκιμασία του δεύτερου αγώνα και ο Παρτσαλίδης. Ο Παρτσαλίδης δεν μπόρεσε να ξεκαθαρίσει σωστά τη λαθεμένη κληρονομιά του απ’ την πρώτη Κατοχή, πελάγωσε στις δυσκολίες του δεύτερου ένοπλου αγώνα και στη σύγχυσή του αυτή έδωσε διέξοδο με την αντικομματική, φραξιονιστική, οπορτουνιστική πλατφόρμα του, που γίνεται σήμερα πόλος συγκέντρωσης για όλα τα αντικομματικά στοιχεία, για τους εχθρούς του ΚΚΕ.

Τρίτο: Την κύρια ευθύνη για τη διαστρέβλωση της κομματικής γραμμής πρέπει να την αποδώσουμε στον Παρτσαλίδη. Όχι μόνο γιατί αυτός βρίσκεται στη ρίζα της διαστρέβλωσης αυτής (1937) ούτε, τόσο, γιατί στον αποφασιστικό χρόνο, 1944-1945, έλειψε ολότελα σαν ηγετική δημιουργική κομματική φυσιογνωμία. Μα κυρίως γιατί σ’ όλη την περίοδο που το Κόμμα προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη του και κυρίως απ’ την υποχώρησή μας και ’δώ, προβάλλοντας τη φραξιονιστική οπορτουνιστική πλατφόρμα του όχι μόνο γίνεται εμπόδιο στην προσπάθεια αυτή του ΚΚΕ, όχι μόνο υποστηρίζει εσφαλμένη πολιτική γραμμή που αποπροσανατολίζει το Κόμμα, μα και επιμένει στα λάθη του και κάνει έτσι ουσιαστικά την πλατφόρμα του πόλο φραξιονιστικής επίθεσης και φραξιονιστικής συγκέντρωσης για τα εχθρικά αντικομματικά στοιχεία ενάντια στην ενότητα του ΚΚΕ. Βασική, οργανική, θα μπορούσε να πει κανένας ωσότου αποδειχτεί το αντίθετο, κομματική ανεπάρκεια του Παρτσαλίδη είναι η ουσιαστική άρνησή του της αυτοκριτικής. Την αρνιέται γιατί την θεωρεί ζήτημα προσωπικού γοήτρου και κύρους και δεν καταλαβαίνει ότι του χρειάζεται όχι μόνο για να εξυγιανθεί κομματικά, μα και για αυτοκαθαρμό.

Τέταρτο: Λάθη έγιναν απ’ όλους, άλλα σοβαρά και μεγάλα, άλλα πιο μικρά. Βασικά μπορούμε να πούμε ότι η καθοδήγηση του ΚΚΕ ανταποκρίθηκε σ’ αυτό που λέει ο Λένιν για τα λάθη και που αναφέραμε πιο πάνω. Και ακόμα, το ΚΚΕ και η καθοδήγησή του στέκεται βασικά, -αυτό μπορούμε να το πούμε- πάνω σ’ αυτό που ο Στάλιν προβάλλει σαν ένα απ’ τα κύρια διδάγματα απ’ την ιστορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος:

«Η ιστορία του Κόμματος διδάσκει παρακάτω πως το Κόμμα δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του σαν ηγέτης της εργατικής τάξης, αν, παρασυρμένο απ’ τις επιτυχίες του, αρχίζει να ξιπάζεται, παύει να διακρίνει τις ελλείψεις της δουλειάς του, φοβάται να αναγνωρίσει τα λάθη του, φοβάται να τα διορθώσει έγκαιρα, ανοιχτά και τίμια.

Το Κόμμα είναι ακατανίκητο αν δε φοβάται την κριτική και αυτοκριτική, αν δε σκεπάζει τα λάθη και τις ελλείψεις της δουλειάς του, αν διδάσκει και δια- παιδαγωγεί τα στελέχη με τα λάθη που διαπράττονται στη δουλειά, αν ξέρει να διορθώνει έγκαιρα τα λάθη του.

Το Κόμμα χάνεται όταν κρύβει τα λάθη, παρασιωπά τα ασθενικά σημεία του, σκεπάζει τις ατέλειές του κάτω από μια πλαστή επίδειξη ευημερίας, όταν δεν ανέχεται την κριτική και αυτοκριτική, διαποτίζεται από αίσθημα αυτοϊκανοποίησης, παραδίνεται στο αίσθημα της αυταρέσκειας κι αρχίζει ν’ αναπαύεται στις δάφνες του.» (Ιστορία του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης (μπ.), ελληνική έκδοση 1948, σελ. 403.)

Η ηγεσία του ΚΚΕ και ολόκληρο το Κόμμα εμπνέεται και φωτίζεται απ’ αυτό το μπολσεβίκικο δίδαγμα, διδάσκεται σ’ αυτό, προσπαθεί να βρίσκει, να βλέπει, ν’ αναγνωρίζει και να διορθώνει ανοιχτά και ντόμπρα τα λάθη που κάνει στην πολιτική και στη δράση.

Λίγα λόγια για το πώς πρέπει να εξηγήσουμε τα λάθη μας αυτά: Γιατί κάναμε τόσα και τέτοια λάθη, ποιες οι αιτίες; Αντιμετωπίζουμε δυσκολίες πολλές μέσα σ’ αυτήν τη γωνιά, μέσα σε όλες αυτές τις αντιθέσεις τις ιμπεριαλιστικές, παλεύοντας σ’ αυτό το στρατηγικό σημείο. Έχουμε αντίπαλο όχι μόνο τις ντόπιες αστοτσιφλικάδικες τάξεις, μα και τους ξένους, τους Αγγλοαμερικανούς ιμπεριαλιστές που διαθέτουν πολλά μέσα, μεγάλη πείρα και που μας πολεμούν και ανοιχτά και ύπουλα. Όλα αυτά μεγαλώνουν τις δυσκολίες μας, που είναι δυσκολίες προβλημάτων πρώτα και δυσκολίες αντιμετώπισης όλων αυτών των προβλημάτων ύστερα. Μετά είχαμε και απ’ αυτήν τη φύση του απελευθερωτικού αγώνα μας και απ’ τη συνοδοιπορία και απ’ τους μικροαστούς συμμάχους μας, απ’ τον περίγυρό μας μια πίεση μεγάλη, πίεση ιδεολογική, πολιτική. Είναι ακόμα και η πίεση που ανοιχτά είτε κρυφά ασκούσε πάνω μας ο εχθρός. Μέσα στις συνθήκες αυτές εμείς δείχναμε συχνά ανικανότητα σωστά ν’ αντιμετωπίσουμε και τις δυσκολίες και την επίδραση αυτή. Επίσης δείχναμε ανεπάρκεια πολλές φορές σωστά και έγκαιρα να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που πρόβαλλε μπροστά μας η περίπλοκη κατάσταση στην Ελλάδα. Φυσικά, όλα αυτά γίνονταν και όταν δεν υπήρχε δουλειά του ταξικού εχθρού. Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο ταξικός εχθρός συνειδητά παρεμβάλλεται στη δράση μας και στην πολιτική μας γραμμή, πράγμα που γινότανε και σε μας, θα δούμε ότι οι δυσκολίες μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο. Έτσι θα καταλάβουμε ότι πολλές φορές δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στις ξένες επιδράσεις, μας περισφίγγουν οι δυσκολίες, μας πιέζει ο εχθρός και ακόμα από πολιτική ανεπάρκεια και απειρία κάνουμε λάθη. Να πού οφείλονται τα λάθη μας. Και η κριτική και η αυτοκριτική εξέταση της γραμμής και των λαθών μας για σκοπό έχει, πρώτ’ απ’ όλα, να τα δούμε σωστά, να τα τοποθετήσουμε σωστά, να διδαχτούμε απ’ αυτά για να παλέψουμε καλύτερα. Διόρθωσε το Κόμμα μας, πραγματικά, πολλά λάθη απ’ αυτά και τυπικά και ουσιαστικά; Στο ερώτημα αυτό μπορούμε να δώσουμε καταφατική απάντηση. Το λάθος με το Βορειοηπειρωτικό το διορθώσαμε και τυπικά και ουσιαστικά, πολύ γρήγορα όπως ανάφερα πιο πάνω. Το Κόμμα μας διόρθωσε τυπικά και ουσιαστικά τη σύγχυση που μπορούσε να προκαλέσει η θεωρία των δύο πόλων. Και όλη η γραμμή της 12ης Ολομέλειας, αλλά και κατοπινά η αντιαγγλική πάλη και πολιτική του Κόμματος ξεκαθάρισε και το ζήτημα αυτό. Το Κόμμα μας και τα στελέχη του ποτέ δε φοβήθηκαν, ούτε αρνήθηκαν την αυτοκριτική, καθώς και την κριτική εξέταση της γραμμής μας, την ανοιχτή αναγνώριση και διόρθωση των λαθών μας. Σήμερα προχωρούμε προς την κατεύθυνση αυτή ακόμα πιο πολύ. Μπορούμε αυτά τα λάθη και μεις να τα διορθώσουμε χωρίς να ξεφύγουμε απ’ τις κομματικές θέσεις, χωρίς να σηκώσουμε σάλο στο Κόμμα; Είμαστε σε θέση εμείς, το καθοδηγητικά αχτίφ του ΚΚΕ με τη συμμετοχή της βάσης, να δούμε και να διορθώσουμε τα λάθη; Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι το ΚΚΕ και η ΚΕ μπορεί να δει και να διορθώσει τα λάθη μας. Γιατί; Γιατί στηρίζεται σε μια σωστή γραμμή. Και εφόσον η γραμμή μας είναι βασικά σωστή, αυτά τα λάθη μας εμείς έχουμε τη δύναμη και την ικανότητα να τ’ αναγνωρίσουμε, να τα διορθώσουμε και να τα ξεπεράσουμε χωρίς να βάλουμε φωτιά στο Κόμμα, χωρίς πανικό και ηττοπάθεια, χωρίς διαστρέβλωση και παραποίηση που υποσκάπτουν την ενότητα και μαχητικότητα του Κόμματός μας.

Έτσι έχει το ζήτημα με τα λάθη μας.

Και ένα τελευταίο ζήτημα στο κεφάλαιο αυτό: Γιατί μέχρι σήμερα το Κόμμα δε μίλησε ανοιχτά για τον Σιάντο, τον Βαφειάδη κλπ.; Δε μίλησε, γιατί στο δύσκολο αγώνα που κάναμε ένα τέτοιο πράγμα δε θα ’ταν ούτε σκόπιμο, ούτε επίκαιρο. Γιατί μιλάμε τώρα; Γιατί το ΚΚΕ, κάνοντας σήμερα μια κριτική ανασκόπηση του δεκάχρονου που πέρασε, πρέπει να ξεκαθαρίσει και τα ζητήματα αυτά. Αυτό είναι, κυρίως, δουλειά της Κομματικής Συνδιάσκεψης, το πρώτο αντιπροσωπευτικό Σώμα που έγινε μπορετό να κληθεί μέσα στις σημερινές συνθήκες, ύστερα από το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ.

  1. ΣΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

Όταν εξηγούμε τα λάθη μας, σημειώνουμε και ότι αυτά προέρχονται και από δυσκολίες αντιμετώπισης των προβλημάτων του αγώνα, από αδυναμία και ανικανότητα σωστά ν’ αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες αυτές και τις επιδράσεις που ασκούν μέσα στο ίδιο μας το Κόμμα οι μικροαστοί σύμμαχοι, οι συνοδοιπόροι μας, η ταξική εχθρική ιδεολογία, ο ταξικός εχθρός.

Πού πρέπει να ζητήσουμε την πηγή της αδυναμίας και της ανικανότητας αυτής; Δύο κύριους λόγους μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ:

Πρώτο: Την καθυστέρησή μας στη θεωρητική κατάρτιση. Την ανεπάρκεια στη μελέτη και αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού, της διδασκαλίας των θεμελιωτών και δημιουργών της θεωρίας μας, των ηγετών του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν. Το χαμηλό ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο του Κόμματός μας. Αυτό αφορά και τα μέλη και τα στελέχη μας. Δεν είναι σπάνιο σε μας να συναντάς σε ανώτερα και ανώτατα στελέχη απαράδεχτη υποτίμηση της θεωρίας, της θεωρητικής μελέτης και κατάρτισης, και λίγο-πολύ αποκλειστικότητα, κλίση και προτίμηση προς το στενό πρακτικισμό και τον εμπειρισμό. Αυτό κόβει απ’ το μέλος και το στέλεχος και στενεύει τον επαναστατικό του ορίζοντα. Του περιορίζει τη στέρεη και θαρραλέα πολιτική προοπτική. Τον κρατά τυφλό. Τον φέρνει αναπότρεπτα σε λάθη.

Δεύτερο: Στο δογματισμό. Συχνό είναι και τούτο το φαινόμενο σε μας. Έχουμε στελέχη που διαβάζουν και μελετούν. Μα αυτό που διαβάζουν δεν το αφομοιώνουν έτσι, που να μπορέσουν δημιουργικά να το εφαρμόσουν, να το εμπλουτίσουν και να το γονιμοποιήσουν στις δικές μας συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτό που διαβάζουν το αποστηθίζουν, το παίρνουν σα δόγμα, σαν κάτι που ισχύει και κάνει για όλους τους καιρούς και για όλες τις περιστάσεις, μαθαίνουν απ’ όξω ορισμούς και αφορισμούς. Έτσι πιστεύουν ότι έχουν και κατέχουν το κλειδί για όλες τις καταστάσεις και τις λύσεις, για όλα τα προβλήματα. Έτσι καταλήγουν στην πεποίθηση ότι έγιναν αλάνθαστοι και, φυσικά, με τέτοια «εφόδια», όταν θα ’ρθουν σ’ επαφή με τη ζωή, με την πραγματικότητα, θα συγκρουσθούν μ’ αυτές, θα σπάσουν τα μούτρα τους, θα πέσουν έξω, θα κάνουν ζημιά.

Κάνοντας, σήμερα, τη δεκάχρονή μας ανασκόπηση, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η καθυστέρηση και η ανεπάρκεια στον ιδεολογικό τομέα, στη θεωρητική, μαρξιστική-λενινιστική κατάρτιση, πρώτ’ απ’ όλα των στελεχών μας, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο να κάνουμε τα μεγάλα και τα μικρά λάθη. Η καθυστέρηση στη θεωρία μας, η ανεπάρκεια στη μαρξιστική-λενινιστική κατάρτιση σε κάνει λίγο-πολύ τυφλό στην πολιτική, σε ρίχνει έξω στην πράξη, σε κάνει πιο επιρρεπή, πιο ευκολοεπηρέαστο απ’ τις ξένες, τις εχθρικές επιδράσεις, σε σπρώχνει σε οπορτουνιστικά λάθη, στο σεχταρισμό, στο δογματισμό.

Η θεραπεία εδώ βρίσκεται στο να ξεπεράσουμε την καθυστέρησή μας αυτή. Πριν σταθούμε στο ζήτημα αυτό, ας πιάσουμε μερικά ζητήματα που προέκυψαν τώρα σε μας, με την εκδήλωση του σ. Παρτσαλίδη.

Ο σ. Παρτσαλίδης κατηγορεί ότι στο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου «τα λάθη μας δεν είναι λαφρύτερα, μα μάλλον βαρύτερης μορφής από τα λάθη των άλλων κομμάτων».

Πριν μπω στην ουσία, πρέπει να τονίσω εδώ ότι ο Παρτσαλίδης μπροστά στη νέα ήττα μας και στην υποχώρηση, μπροστά στις δυσκολίες της στροφής και της νέας κατάστασης βρέθηκε ο ίδιος ατομικά μπροστά σε ένα κενό. Μπροστά του έβλεπε άδεια ή, καλύτερα, δεν έβλεπε τίποτα είτε σχεδόν τίποτα. Στο πελάγωμά του αυτό και στον πανικό που τον έπιασε, έψαξε να βρει αποκούμπι και καταφύγιο σε γενικές ανασκαφές στα περασμένα, στη γενική αναθεώρηση της γραμμής του Κόμματος, πιστεύοντας ότι αυτού θα καταλαγιάσει τον πανικό του.

Έτσι, ανάμεσα στα άλλα, αγκιστρώθηκε και απ’ το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Και, όπως είδαμε πιο πάνω, κατηγορεί. Πιάνεται απ’ το ότι στο προσχέδιο προγράμματος που αυτός έφτιασε και αυτός εισηγήθηκε στο 7ο Συνέδριο δε γίνεται λόγος για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δε λέει ότι το 7ο Συνέδριο, επειδή ακριβώς το ζήτημα δεν ήταν καλά δουλεμένο και προετοιμασμένο, ανάβαλε το ζήτημα αυτό για το 8ο Συνέδριο. Τι συμβαίνει εδώ; Απ’ τα πράγματα βγαίνει ότι ο σ. Παρτσαλίδης στο ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου είχε ο ίδιος συγχύσεις. Και πίστευε ότι η λαϊκή δημοκρατία είναι μορφή εξουσίας ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτές του τις αμαρτίες πάει να τις φορτώσει τώρα στο Κόμμα. Ενώ για το Κόμμα στο ζήτημα αυτό δεν υπήρχε σύγχυση. Ακόμα, στη 12η Ολομέλεια το ζήτημα αυτό μπήκε βασικά καθαρά και σωστά.

«Στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα, ανταποκρίνεται η λαϊκή δημοκρατία στις ανάγκες της ολοκλήρωσης του δημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας… Η λαϊκή δημοκρατία, στον πολεμικό τομέα, είναι η μαχητική συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και των μεσαίων στρωμάτων στις πόλεις… Η λαϊκή δημοκρατία, προωθώντας στην εξουσία τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, καταργεί την πολιτική καταπίεση των εργαζομένων από τους εκμεταλλευτές εξολοθρεύοντας κάθε φωλιά και κάθε υπόλοιπο φασισμού και προδοτών… Να γιατί στη χώρα μας ωρίμασαν οι συνθήκες για να σπάσουν, ν’ αλλάξουν οι παλιές παραγωγικές σχέσεις στο ελληνικό χωριό. Το σπάσιμο αυτό το πραγματοποιεί η επανάσταση… Βασικό πρόβλημα σε κάθε επανάσταση, λέει ο Λένιν, είναι το πρόβλημα της εξουσίας… Η βία των πολλών, της προόδου επιβάλλεται ενάντια στη βία των λίγων, της πισωδρόμησης και καθυστέρησης, όταν οι λίγοι αντιστέκονται και στη δημοκρατία των πολλών αντιπαραθέτουν τη βία, τη δικτατορία των λίγων…

Να γιατί το βασικό πρόβλημα κάθε επανάστασης είναι το πρόβλημα της εξουσίας. Ο Μαρξ λέει ότι το κράτος είναι το όργανο κυριαρχίας, το όργανο καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη. Να γιατί, για να λείψει η καταπίεση αυτή και να επιβληθεί η θέληση της πλειοψηφίας, το πέρασμα της εξουσίας απ’ την κυρίαρχη αντιδραστική τάξη… στην επαναστατική τάξη πραγματοποιείται με την ταξική πάλη…, με τον εμφύλιο πόλεμο.

“Αφού ωριμάσουν οι καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις, οι υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις και οι φορείς τους, οι κυρίαρχες τάξεις μεταβάλλονται σε ‘κείνο το ‘ανυπέρβλητο εμπόδιο που μπορεί να παραμεριστεί μονάχα με τη συνειδητή δράση των καινούργιων τάξεων, με την επανάσταση’”. [Ιστορία του ΚΚΣΕ (μπ.).] … Η βία και η δικτατορία, όταν επιβάλλεται για τη συντριβή της αντίστασης των λίγων, είναι πια δημοκρατική δύναμη, αναγκαία και ζωτική γιατί αποτελεί προϋπόθεση της δημοκρατίας και προκαταρκτικό όρο γι’ αυτήν την ύπαρξή της… Και το ρόλο της σκούπας στο σάρωμα αυτό τόνε παίζει η λαϊκή δημοκρατική βία, η βία που, όπως λέει ο Μαρξ, είναι η μαμή που ξεγεννά απ’ τα σπλάχνα της παλιάς την καινούργια κοινωνία.»

Όλα τα παραπάνω μέρη είναι απ’ την εισήγηση στη 12η Ολομέλεια (Ιούνης 1945), απ’ το κεφάλαιο για τη λαϊκή δημοκρατία.

Τι δείχνουν αυτά; Δείχνουν ότι το Κόμμα είχε βασικά σωστή θέση για τη λαϊκή δημοκρατία σα μορφή και φορέα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δείχνει ότι σύγχυση οπορτουνιστική είχε στο ζήτημα αυτό ο Παρτσαλίδης. Δείχνει ακόμα ότι ο Παρτσαλίδης, με το συνταυτισμό που κάνει ανάμεσα στο ΚΚΕ και στα αδελφά Κόμματα των Λαϊκών Δημοκρατιών στο ζήτημα αυτό, κάνει ένα λαθεμένο, μηχανιστικό παραλληλισμό ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πράγματα Ανάμεσα, δηλαδή, στις Λαϊκές Δημοκρατίες που απελευθερώθηκαν απ’ το σοβιετικό στρατό κι έτσι προέκυψε εκεί το ζήτημα αυτό με οξύτητα, και στην Ελλάδα όπου εμείς κάναμε δύο λαϊκές επαναστάσεις και, στη δεύτερη κυρίως εφαρμόσαμε πραχτικά, ξεκινώντας από καθαρή θεωρητική θέση, τη δικτατορία του προλεταριάτου και του εργαζόμενου λαού. Δείχνει, τέλος, ότι ο Παρτσαλίδης, προβάλλοντας τέτοιο, ουσιαστικά ανύπαρκτο ζήτημα, πάει το δικό του το πελάγωμα να το φορτώσει στο Κόμμα και έτσι ζημιώνει, βλάφτει το Κόμμα.

Περνώ σε άλλο ζήτημα: Το ζήτημα τι είναι επαναστατική κρίση και επαναστατική κατάσταση και αν έχουμε σήμερα τέτοιο πράγμα στην Ελλάδα αναπτύχθηκε στο α’ μέρος του άρθρου. Μα ο Παρτσαλίδης, για να στηρίξει τη θέση του, προχωρεί και παραπέρα: «Αν ήταν επαναστατική η κατάσταση, δε χωρούσε η γραμμή της 6ης Ολομέλειας, πως το κέντρο βάρους πρέπει να το ρίξουμε στους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες.» Το κομμάτι αυτό φανερώνει όχι μονάχα σύγχυση, μα και στοιχειώδη πολιτική αγραμματοσύνη. Δε θέλω να μιλήσω εδώ για το γεγονός ότι ο Παρτσαλίδης και μετά την υποχώρηση δεν είδε την ανάγκη της αλλαγής στην πολιτική του ΚΚΕ απ’ τον ένοπλο στον πολιτικό αγώνα. Σε ντοκουμέντο που γράφτηκε και εγκρίθηκε και απ’ τον Παρτσαλίδη, σ’ ένα διάστημα που ο Ζαχαριάδης έλειπε, λέγεται: «Η κατάσταση που δημιούργησε το αντάρτικο καθόλου δεν άλλαξε ποιοτικά. Γι’ αυτό και ο ένοπλος αγώνας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί.» (Δημοκρατικός Στρατός, αριθ. 9, 1949, σελ. 603. Η υπογράμμιση είναι στο κείμενο.) Θέση, φυσικά, λαθεμένη, που η 6η Ολομέλεια δεν την δέχτηκε.

Ενώ, λοιπόν, ο Παρτσαλίδης τότε υποστήριζε αυτό και ήταν ο μόνος στο ΠΓ που τότε σύστησε ελιγμό προς το εσωτερικό της Ελλάδας, σύσταινε, δηλαδή, αυτό που η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ στην απόφασή της χαρακτηρίζει έτσι:

«Η ταχτική της συνέχισης οπωσδήποτε του ένοπλου αγώνα, που εκφράζει ένα μικροαστικό πνεύμα απελπισίας και έλλειψης προοπτικής, θα ’δινε τη δυνατότητα στον αντίπαλο να καταφέρει συντριπτικό χτύπημα εναντίον των αγωνιστών και στελεχών του λαϊκού επαναστατικού κινήματος.»

Ενώ, λοιπόν, τότε σύσταινε και υποστήριζε αυτά, τώρα υποτιμά την αντικειμενική κατάσταση και σπρώχνει το ΚΚΕ στον οπορτουνισμό και τον οικονομισμό. Όπως, τότε, έτσι και τώρα δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα απ’ τη συγκεκριμένη κατάσταση. Γι’ αυτό ανεμοδέρνει απ’ τη μια άκρη στην άλλη.

Τι δεν καταλαβαίνει ο Παρτσαλίδης;

Πρώτο, δεν καταλαβαίνει ότι, ενώ αντικειμενικά η κατάσταση στην Ελλάδα δείχνει οικονομική και πολιτική κρίση, δηλαδή, επαναστατική κρίση και κατάσταση, το κύριο γνώρισμά της παραμένει ότι, χάρη στην υποχώρησή μας, το ΚΚΕ δεν έδωσε στον αντίπαλο τη δυνατότητα να μας καταφέρει συντριπτικό χτύπημα. Το βασικό γνώρισμα της κατάστασης στην Ελλάδα, ύστερα απ’ την υποχώρησή μας, είναι ακριβώς αυτό: Ότι ο εχθρός δε μας κατάφερε συντριπτικό χτύπημα. Αυτό ο Παρτσαλίδης δεν το βλέπει.

Δεύτερο: Δεν καταλαβαίνει ότι μέσα στην αντικειμενικά επαναστατική εσωτερική κατάσταση βασικό πρόβλημα είναι η ανασύνταξη των λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων. Και ότι βασικός κρίκος, βασικός μοχλός για την ανασύνταξη αυτή είναι οι μερικοί οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες. Ο Παρτσαλίδης αντιπαραθέτει μηχανιστικά το ένα στα άλλα: Ή επαναστατική κατάσταση ή οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες. Έτσι κόβει την επαναστατική προοπτική, δε βλέπει τις αντικειμενικές δυνατότητες, οδηγεί το Κόμμα στον οικονομισμό και οπορτουνισμό, ζημιώνει, βλάφτει το Κόμμα. Η 12η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ, που συνήλθε το 1932 το Σεπτέμβρη (δηλαδή ενάμιση χρόνο ύστερα απ’ την 11η Ολομέλεια που, όπως εκτέθηκε στο α’ μέρος του άρθρου, ξεκαθάρισε και το ζήτημα της επαναστατικής κρίσης και της επαναστατικής κατάστασης) ακριβώς για ν’ αποφύγει, να προλάβει και να διορθώσει και την τέτοια αντιπαράθεση που κάνει μετά από δεκαοχτώ χρόνια ο Παρτσαλίδης (όταν έχουμε επαναστατική κρίση δε χρειάζονται μερικοί αγώνες), στην απόφασή της λέει:

«Η οικονομική πάλη του προλεταριάτου είναι και στο σημερινό στάδιο, στην καταπληκτική πλειοψηφία των καπιταλιστικών χωρών, ο βασικός κρίκος για να φέρουμε τις μάζες κοντά στις επικείμενες μεγάλες επαναστατικές μάχες.»

Και στην ίδια απόφαση: «Μόνο στηριζόμενα στα καθημερινά συμφέροντα των μαζών, τα ΚΚ θα μπορέσουν να υπερασπίσουν και να δυναμώσουν τις θέσεις της εργατικής τάξης, να την προωθούν σε όλο και πιο υψηλές μορφές πάλης, στις αποφασιστικές μάχες για τη δικτατορία του προλεταριάτου.»

Μα ο Παρτσαλίδης παρουσιάζει σύγχυση και σε άλλο σημείο: Δε μιλά για μερικούς οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες, μα για οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες γενικά. Τότε η αντιπαράθεση των αγώνων αυτών στην επαναστατική κατάσταση είναι ακόμα πιο καταπληκτική, γιατί δεν ξέρει πια κανένας τι λογής αγώνες θα κάνει στην επαναστατική κατάσταση, αφού ο Παρτσαλίδης αντιδιαστέλλει και αντιπαραθέτει την κατάσταση αυτή προς τους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες των μαζών γενικά. Κάνοντας την αντιπαράθεση αυτή, ο Παρτσαλίδης δεν καταλαβαίνει και τούτο: Ότι στην εργατιά και στις άλλες εργαζόμενες μάζες πάντα υπάρχουν στρώματα που είναι πιο καθυστερημένα, πιο πίσω, λιγότερο τραβηγμένα στον αγώνα, πιο επηρεασμένα απ’ τα μικροαστικά αντεπαναστατικά κόμματα και απ’ την Αντίδραση, ότι τέτοια στρώματα υπάρχουν ακόμα και όταν ξεσπά η επανάσταση και ότι για τα στρώματα αυτά, για να τ’ ανεβάζεις όλο και πιο ψηλά στον αγώνα ή και για να τα ουδετεροποιήσεις ακόμα, βασικός κρίκος παραμένουν οι μερικοί οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες.

Έτσι, στο βασικό ζήτημα για την εκτίμηση της κατάστασης και τη σημερινή κατάσταση, ο Παρτσαλίδης παρουσιάζει ταλαντεύσεις και συγχύσεις και σ’ αυτές προσπαθεί με την οπορτουνιστική φραξιονιστική πλατφόρμα του να παρασύρει και ολόκληρο το Κόμμα.

Δυο λόγια για το ζήτημα των δύο πόλων: Παραθέτει ο Παρτσαλίδης ένα κομμάτι απ’ την εισήγησή μου στη 12η Ολομέλεια που, αν και είναι καθαρό ότι αναφέρεται στις συνθήκες της πρώτης Κατοχής και της ΠΕΕΑ, όμως γεγονός είναι ότι δημιουργεί κάποια σύγχυση. Όμως, λίγο παρακάτω, στην ίδια εισήγηση, εκεί που συνοψίζεται το ζήτημα των σχέσεών μας με την Αγγλία λέγεται:

«Από τη δική μας την πλευρά, μια πολιτική μπορούσε να υπάρξει στο ζήτημα αυτό: Κατανόηση της μεσογειακής θέσης της Αγγλίας. Διαπραγμάτευση μαζί της σαν ίσος προς ίσο, με αρχή τη διαφύλαξη της τιμής, της αξιοπρέπειας, της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας, στο εσωτερικό αποκλεισμός κάθε ανάμιξης της Αγγλίας. Αυτού κρίνει και αποφασίζει μόνο ο ελληνικός λαός. Η Ελλάδα απαλλάσσεται απ’ την οικονομική εξάρτηση, απ’ το αγγλικό και κάθε ξένο κεφάλαιο.»

Έτσι ξεκαθαρίζει το ζήτημα της πολιτικής που μπορούσε να υπάρξει στο ζήτημα των σχέσεων με την Αγγλία. Και είναι φανερό, απ’ όλη την πολεμική που κάνει, ότι ο Παρτσαλίδης δεν είναι σύμφωνος με τη θέση αυτή. Γιατί; Γιατί ο Παρτσαλίδης κάνει πάλι μια μηχανιστική, δογματική βουτιά. Κρίνει και καταδικάζει στα 1950 μια θέση που για το 1945 ήταν σωστή. Η δογματικότητα αυτή είναι μια βασική του αδυναμία.

Περνώ σε άλλο ζήτημα. Ο Παρτσαλίδης λέει: «Ο Ζαχαριάδης παρακάμπτει το ζήτημα της διατύπωσης των εθνικών διεκδικήσεων». Και παρακάτω προτείνει να γίνουν πράγματα -«οι διαφορές που αφορούν αμοιβαία τις μειονότητες στην Αλβανία και Ελλάδα μπορούνε και πρέπει να λυθούνε μόνο φιλικά ανάμεσα στους δύο λαούς»- που από καιρό έχουν γίνει και για όλες τις «διαφορές» μας με τις Λαϊκές Δημοκρατίες.

Γιατί ξανάρχεται ο Παρτσαλίδης στο ζήτημα αυτό, ενώ δε λέει λέξη για εκείνη την ανοιχτά σοβινιστική, σοσιαλπατριωτική θέση που παίρνει με το άρθρο του για «Τα πεντάχρονα του ΕΑΜ» (ΚΟΜΕΠ, αριθ. 10,1946, σελ. 553-554), θέση που σ’ αυτήν αναφέρθηκα στο α’ μέρος του άρθρου αυτού; Ο Παρτσαλίδης με το άρθρο του εκείνο τον Οχτώβρη του 1946, όταν πια ανοιχτά και επίσημα και το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν καθαρίσει τη θέση τους για τις λεγάμενες «εθνικές διεκδικήσεις», ανησυχεί ότι οι διεκδικήσεις αυτές θα χαντακωθούν απ’ τον Τσαλδάρη! Στο ίδιο άρθρο του ο Παρτσαλίδης διατυπώνει την πιο τερατώδικη άποψη, ότι, αν μας επιτεθούν (!) οι Λαϊκές Δημοκρατίες που έχουν κατακτητικές βλέψεις κατά της Ελλάδας (!!), ο ελληνικός λαός θα υπερασπίσει τη μοναρχοφασιστική Ελλάδα χωρίς ν’ ακούσει τι θα του λέν’ οι κομμουνιστές!!!

Γιατί, λοιπόν, ξανάρχεται ο Παρτσαλίδης στο ζήτημα αυτό; Μια μόνο εξήγηση χωράει: Για να σκεπάσει και καλύψει τη σοσιαλπατριωτική εκείνη θέση του. Ο Παρτσαλίδης δεν μπορεί να μην ξέρει (όσο και με όλη την πολεμική του δείχνει ότι, όταν πρόκειται για τους άλλους, ξεδιαλύνει τα κουνούπια και, όταν πρόκειται για τον εαυτό του, καταπίνει και γκαμήλες) ότι το ΚΚΕ στο ζήτημα αυτό είχε πάντα ξεκαθαρισμένη θέση:

«Η Ελλάδα ποτέ δε θα δεχτεί να χρησιμοποιηθεί είτε να γίνει προγεφύρωμα ιμπεριαλιστικό ενάντια στη λαϊκοδημοκρατική και σοσιαλιστική Ευρώπη.» (Εισήγηση στο 2ο θέμα στο 7ο Συνέδριο, η υπογράμμιση είναι στο κείμενο.)

Και να πώς έβαζε ο Ζαχαριάδης το ζήτημα της κατάστασης, των διεκδικήσεων και του κινδύνου πολέμου στα Βαλκάνια στην ομιλία του Στη συνέλευση των στελεχών της Εθνικής Αντίστασης, στις 3 του Μάη του 1946:

«…Δύο βασικές επιδιώξεις έχει η αγγλική κατοχή. Η μια είναι να κάνει τη χώρα μας ιμπεριαλιστικό προγεφύρωμα ενάντια στη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό στα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Για το σκοπό αυτό συγκεντρώνει στρατιωτικές δυνάμεις και κάνει στρατιωτικά έργα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο είναι ότι κάνει τη χώρα μας τόπο όπου μαζεύει όλα τα υπόλοιπα απ’ τη βαλκανική φασιστική Αντίδραση, τα περιποιείται, τα οργανώνει και τα χρησιμοποιεί ενάντια στους βορινούς γείτονές μας. Το τρίτο είναι ότι κάνει την Ελλάδα κέντρο για διαταραχές και μηχανορραφίες και χαλκείο για συκοφαντίες και παραποιήσεις ενάντια στην ησυχία και την ειρήνη κυρίως στη Βαλκανική.. . Ο ξένος ιμπεριαλισμός ποντάρει κυρίως πάνω στην παλιά βαλκανική “αδυναμία”, το εθνικό ζήτημα, και θέλει να το κάνει βάση, αφετηρία για να πετύχει τους σκοπούς του. Μα εδώ ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε μια κλασική πραγματική αδυναμία της αγγλικής πολιτικής, που πάει με παλιά απαρχαιωμένα μέσα να πετύχει σε μια καινούργια κατάσταση στα νέα Βαλκάνια που δημιουργήθηκαν ύστερα από τον Παγκόσμιο Πόλεμο, με εξαίρεση, για την ώρα, την Ελλάδα. Η Αγγλία υποδαυλίζει με τα όργανά της σε όλες τις βαλκανικές χώρες όλες τις διεκδικήσεις της μιας χώρας ενάντια στην άλλη, με κύριο πράκτορά της την αντιδραστική και μοναρχοφασιστική Ελλάδα, γιατί σ’ αυτήν έχει και την κύριά της βάση. Η Αγγλία υποθάλπει παντού τον πιο φθοροποιό και αντιλαϊκό σοβινισμό, γιατί αυτό είναι -όπως νομίζει- το πιο γερό κόζι της. Και την Ελλάδα, από συνδετικό κρίκο που φυσιολογικά είναι, την κάνει φράγμα και βάση πολιτικοστρατιωτική ενάντια στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, πράγμα που καταργεί ουσιαστικά την πολιτική, οικονομική και εθνική ανεξαρτησία μας. Εμείς, χωρίς ούτε λεπτό να εγκαταλείπουμε τη θέση μας της εθνικής ακεραιότητας, βασικά έχουμε να υπερασπίσουμε την εθνική μας ανεξαρτησία απ’ την Αγγλία. Αυτό σημαίνει ότι πρωταρχικό εθνικό αίτημα είναι και παραμένει, ως την πραγματοποίησή του, να φύγουν οι Άγγλοι απ’ την Ελλάδα. Αυτό το αίτημα είναι εθνικό όχι μόνο απ’ την πλευρά ότι πρέπει εσωτερικά να γίνουμε ολόπλευρα αφέντες στον τόπο μας δίχως ξενικούς παρεμβατισμούς και αποικιακά συμφέροντα, μα και από την πλευρά ότι η παραμονή των Άγγλων εδώ και η χρησιμοποίηση της Ελλάδας για αντιβαλκανική και αντιευρωπαϊκή στρατιωτικοπολεμική βάση δημιουργεί τους πιο χειροπιαστούς και άμεσους κινδύνους για την εθνική μας ακεραιότητα. Μόνο απ’ αυτήν την πλευρά πρέπει να βλέπουμε και να εκτιμούμε και το γεγονός ότι τελευταία πληθύνονται οι εδαφικές αξιώσεις σε βάρος μας, πράγμα που θα ’ταν αδύνατο και ακατανόητο απέναντι σε μια λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα. Μην ξεχνάμε πως οι βαλκανικοί λαοί δεν μπορούν με αδιαφορία να βλέπουν τις προκλήσεις και τις προετοιμασίες τόσο από το μοναρχοφασισμό όσο και από τον αγγλοσαξονικό ιμπεριαλισμό στην Ελλάδα. Και αν εμείς δεν παρασυρθήκαμε και δεν πρόκειται να παρασυρθούμε απ’ τον ντόπιο σοβινιστικό ανεμοστρόβιλο, είναι και για τον πρόσθετο ακόμα λόγο ότι θέλουμε να διαφυλάξουμε άσπιλο και αμόλυντο το πιο πολύτιμο ηθικό κεφάλαιο που διαθέτει ο λαός μας σ’ όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Το κεφάλαιο αυτό είναι η Εθνική μας Αντίσταση, το ΕΑΜ, η λαϊκο-δημοκρατική Ελλάδα. Είναι αυτό που περισσότερο από καθετί άλλο σέβονται και εκτιμούν σε μας όλοι οι δημοκρατικοί λαοί. Αλίμονο για την Ελλάδα, αν η Αγγλία, ο μοναρχοφασισμός και ο σοβινισμός κατόρθωναν να φθείρουν το κεφάλαιό μας αυτό.

Έτσι, το τρίτο συμπέρασμα που πρέπει να βγάλουμε είναι τούτο ’δώ: Ύψιστη εθνική ανάγκη, που η πραγματοποίησή της απαιτεί ολόπλευρη παλλαϊκή πάλη, είναι να φύγουν οι Άγγλοι απ’ την Ελλάδα. Να μην επιτρέψουμε με όλα τα μέσα που διαθέτουμε να γίνει η Ελλάδα ιμπεριαλιστικό προγεφύρωμα ενάντια στις Λαϊκές Δημοκρατίες και το σοσιαλισμό στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ολόκληρη την Ευρώπη. Κάθε στρατιωτικοπολεμική επιχείρηση ενάντια στις χώρες αυτές θα μας έβρισκε αντίπαλο ολοκληρωτικό, ανειρήνευτο ως το τέλος. Γιατί κάθε τέτοια επιχείρηση θα σήμαινε τον όλεθρο της Ελλάδας. Μια λαϊκο-δημοκρατική Ελλάδα θα έλυνε φιλικά, ειρηνικά, δημοκρατικά όλες τις βαλκανικές διαφορές της και τα οικονομικά της προβλήματα με τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης γρήγορα, αποτελεσματικά. Δίχως καμιά απόλυτα εθνική ζημιά, με μεγάλα οικονομικά οφέλη για τον τόπο και το λαό…» (Ριζοσπάστης, 5 του Μάη 1946. Οι υπογραμμίσεις είναι στο κείμενο.)

Ακόμα ο Παρτσαλίδης, γράφοντας τον Οχτώβρη του 1946 -με τον τρόπο που έγραψε- για το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων, διαστρέβλωνε και παραβίαζε την κομματική γραμμή. Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Φλεβάρης του 1946) δε βάζει πια καμιά διεκδίκηση προς Βορρά. Η θέση που παίρνει στο ζήτημα αυτό είναι τούτη: «Το ΚΚΕ πιστεύει σήμερα ακόμα πιο πολύ ότι ζωτικό και ύψιστο εθνικό συμφέρον για την Ελλάδα είναι να πραγματοποιηθεί μια ισότιμη, δημοκρατική, ειρηνική συνεννόηση και συνεργασία με τις βορινές Βαλκανικές Δημοκρατίες, Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και Βουλγαρία.» («Απόφαση της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ», Ριζοσπάστης, 17 Φλεβάρη 1946.) Τη μοναδική εθνική διεκδίκηση που έβαλε η 2η Ολομέλεια ήταν «η ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα, πραγματικά ανεξάρτητη και δημοκρατική» και η ένωση της Δωδεκανήσου.

Ώστε δεν «παρακάμπτει ο Ζαχαριάδης» το ζήτημα αυτό. Η αλήθεια είναι ότι ο Παρτσαλίδης σκαρώνει την παράκαμψη αυτή για να καλύψει τη δική του σοσιαλπατριωτική, αντιπρολεταριακή και αντιδιεθνιστική θέση, τη δική του διαστρέβλωση και παραβίαση της κομματικής γραμμής. Είναι φανερό ότι με τέτοιες «θέσεις» και τέτοια τερτίπια δε βοηθιέται το Κόμμα, δε διαπαιδαγωγείται, μα χτυπιέται και ζημιώνεται το Κόμμα. Και ’δώ τις δικές του αμαρτίες ο Παρτσαλίδης πάει να τις φορτώσει στους άλλους.

Περνώ σύντομα στο Μακεδονικό και γενικότερα στο εθνικό ζήτημα.

Πρώτο: Ο Παρτσαλίδης με έναν ακατανόητο φραξιονιστικό φανατισμό φορτώνει στο Κόμμα και στον Ζαχαριάδη όσα έκαναν και όσα είπαν οι τιτικοί πράκτορες στο ΝΟΦ και η τιτική σπείρα στο Βελιγράδι. Και τα ξεφουρνίζει και επιμένει σ’ όλα αυτά, αν και ξέρει καλά ότι το Κόμμα τα χτύπησε και τα διάψευσε και τ’ ανάτρεψε όλα αυτά, ότι ξεσκέπασε και χτύπησε κατακέφαλα τους τιτικούς πράκτορες στις γραμμές μας. Να ένα μικρό δείγμα για την κομματικότητα και την καλοπιστία στην πολεμική του Παρτσαλίδη: Για τη θέση του Κόμματος λέει «είναι γεγονός ότι δόθηκε μια διάψευση-διόρθωση». Αυτό είναι όλο. Μόνο αυτό έκανε το Κόμμα. Όμως «οι τιτικοί πράκτορες συνέχισαν και μετά τη διάψευση να δουλεύουνε το μακεδονικό λαό με τα ίδια συνθήματα»! Και για το ότι οι τιτικοί συνέχιζαν τις ατιμίες τους φταίει το ΚΚΕ!

Τον Παρτσαλίδη δεν τον ικανοποιεί ούτε η εξήγηση που έδωσε ο Ζαχαριάδης γιατί η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ άλλαξε το σύνθημά μας στο Μακεδονικό από ισοτιμία σε αυτοδιάθεση. Και δεν καταλαβαίνει ότι με την αλλαγή πηγαίναμε να κινητοποιήσουμε τις σλαβομακεδονικές δυνάμεις, αποκρούοντας τη διαλυτική και υπονομευτική προσπάθεια του Τίτο. Και ότι είναι δυνατό κάτω από ορισμένες δύσκολες συνθήκες, κάνοντας μια μερική αλλαγή που μπορεί γενικά και σε απώτερη προοπτική να σε βλάφτει, να επιδιώκεις ένα άμεσο συγκεκριμένο αποτέλεσμα που, όταν το πετύχεις, τότε καλύπτεις και αποτρέπεις με το παραπάνω και τη ζημιά.

Εμείς, φυσικά, δεν πετύχαμε από άλλες αιτίες το αποτέλεσμα που θέλαμε.

Όμως ο Παρτσαλίδης ούτε με ένα γεγονός δεν μπορεί ν’ αποδείξει ότι με την αλλαγή του συνθήματος στο Μακεδονικό πάθαμε ζημιά. Ποια είναι η φανταστική αυτή ζημιά; Ο σλαβικός κίνδυνος και ο επηρεασμός του μικροαστού με τον κίνδυνο αυτόν που επισείει η Αντίδραση; Ο λαός μας κατάλαβε, βλέποντας και την προδοσία του Τίτο, ότι σωστά αλλάξαμε το σύνθημα στη δύσκολη εκείνη στιγμή. Ακόμα βλέπει, τώρα με τα μοναρχοφασιστικά-τιτικά αγκαλιάσματα, ότι ο «σλαβικός κίνδυνος» είναι αντιδραστικός μπαμπούλας και σαπουνόφουσκα και ότι κίνδυνος δημιουργήθηκε πραγματικά απ’ τη στιγμή που ο Τίτο πρόδωσε και τους σλαβικούς δεσμούς με τους άλλους σλαβικούς λαούς και προσχώρησε στους Αμερικανοάγγλους ιμπεριαλιστές. Γιατί, απ’ την ίδια αυτή στιγμή, δυνάμωσε και η αρπαχτική όρεξή του πάνω στη Θεσσαλονίκη, την κοιλάδα του Αξιού και ολόκληρη τη Μακεδονία του Αιγαίου. Βλέπει ακόμη ο λαός ότι ο κίνδυνος δυναμώνει ακόμα πιο πολύ με τον άξονα Αθήνα-Βελιγράδι.

Τον Παρτσαλίδη τον τρομάζει και ο σοβινιστικός φόβος ότι, αλλάζοντας το σύνθημα, το ΚΚΕ κινδυνεύει «να αμαυρωθεί» σαν «προδοτικό». Ειπώθηκε ακόμα ότι με την αλλαγή του συνθήματος φανατίσαμε τους φαντάρους και έτσι ήταν κι αυτό μια αιτία της ήττας.

Εδώ θα επικαλεστώ σα «μάρτυρα» το γνωστό τσανακογλείφτη αρθρογράφο της Ελευθερίας και τροτσκιστή προβοκάτορα Θ. Παπακωνσταντίνου, αυτόν τον ίδιο που, σα μεγάφωνο του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντικατάστησε τον τελευταίο καιρό στο Ραδιοσταθμό της Αθήνας τον τρισχιλιετή Σβωλόπουλο. Να πώς αραδιάζει ο Παπακωνσταντίνου στην ομιλία του στις 31 του Αυγούστου τις αιτίες της ήττας μας πέρσι στο Βίτσι-Γράμμο: α) Η βοήθεια που ’δώσαν οι Αμερικανοί. β) Η προδοσία του Τίτο κλπ. Για το Μακεδονικό ειδικά και για το σλαβικό κίνδυνο γενικότερα ούτε λέξη. Δεν είναι κι αυτό μια ένδειξη ότι, μεγαλώνοντας εμείς μόνοι μας, όπως κάνει ο σ. Παρτσαλίδης, τη δήθεν αρνητική για μας σημασία και επίδραση του παράγοντα αυτού, πέφτουμε στην επίδραση της εχθρικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, στην επιρροή του εχθρού και γινόμαστε φορείς των εχθρικών συνθημάτων μέσα στις γραμμές μας;

Στο τέλος, ο Παρτσαλίδης στο ζήτημα αυτό δεν μπορεί ν’ αποφύγει ένα πιο σοβαρό παραστράτημα: «Η λέξη αυτονομία στη μαρξιστική ορολογία έχει την έννοια της εκπαιδευτικής αυτονομίας. Αλλά στην Ελλάδα… η λέξη αυτονομία μπορεί να παρεξηγηθεί… ΓΥ αυτό, νομίζω, πρέπει να πούμε την ουσία της αυτονομίας με το μαρξιστικό της νόημα, αλλά με διαφορετικά λόγια! Δηλαδή να πούμε το όλο Μακεδονικό ζήτημα σε μας είναι ζήτημα “εκπαιδευτικής αυτονομίας” και πάλι όμως να μην το πούμε αυτονομία, αλλά κάπως αλλιώς.» Και για να «στερεώσει» τη «μαρξιστική» θέση του, ο Παρτσαλίδης επιδίδεται σε πραγματικά «θεωρητικούς» ακροβατισμούς του τσίρκου.

Το βασικό για τον κομμουνιστή είναι ν’ αναγνωρίζει τα δικαιώματα του καταπιεζόμενου έθνους. Και το βασικό δικαίωμα ίου έθνους είναι το ζήτημα της αυτοδιάθεσης. Και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σημαίνει ότι το έθνος έχει δικαίωμα όχι μόνο στην αυτονομία, μα και στον αποχωρισμό. Τώρα, ανάλογα με την κάθε φορά κατάσταση και τα συμφέροντα της πάλης του προλεταριάτου, της επανάστασης, προωθείται η μια ή η άλλη πλευρά του εθνικού ζητήματος, γιατί το εθνικό, σαν εφεδρεία της προλεταριακής ή της λαϊκο-δημοκρατικής επανάστασης, υποτάσσεται σ’ αυτή. Βασικό όμως και υποχρεωτικό είναι για τον κομμουνιστή και το προλεταριακό Κόμμα: Πρώτο, η αναγνώριση της αρχής της αυτοδιάθεσης μέχρι και του αποχωρισμού. Δεύτερο, ότι η αλλαγή στο σύνθημα κάθε φορά «αποχωρισμός ή αυτονομία» υπαγορεύεται, φυσικά, απ’ το συγκεκριμένο κάθε φορά συμφέρον της επανάστασης, όμως δεν επιβάλλεται αυθαίρετα απ’ τα πάνω, μα γίνεται σε συνεννόηση με τις επαναστατικές οργανώσεις της καταπιεζόμενης εθνότητας. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι, όταν λέμε αυτονομία, εννοούμε πολιτική αυτοδιοίκηση, δηλαδή εδαφική, οικονομική, κοινωνική, κρατική, εκπολιτιστική, εκπαιδευτική, θρησκευτική αυτοδιοίκηση. Ο Στάλιν ξεκουρέλιασε τον αυστριακομαρξισμό και τον Μπάουερ για την αστικοεθνική εκπολιτιστικο-εθνική αυτονομία. Ο Παρτσαλίδης όχι μόνο πάει πίσω απ’ τον Μπάουερ και μιλά μόνο για εκπαιδευτική αυτονομία (!), μα και διαστρεβλώνει τη λενινιστική-σταλινική εθνική πολιτική. Και με τη θεωρία δήθεν «της παρεξήγησης της λέξης αυτονομία» στην Ελλάδα, ζητά ν’ αλλάξει κι αυτή ακόμα με άλλη, με ελληνική λέξη. Δηλαδή τρώει, στην ουσία, κι αυτήν την εκπαιδευτική αυτονομία.

Ο σ. Παρτσαλίδης ας μην πειραχτεί. Εδώ πια δεν πρόκειται για λάθος και παρεξήγηση. Πρόκειται για θεμελιακή, εθνικιστική εκφυγή, εκτροπή απ’ το μαρξισμό-λενινισμό. Πρόκειται για θεμελιακή διαστρέβλωση της λενινιστικής-σταλινικής εθνικής πολιτικής. Είναι μεγαλοϊδεατικό-μεγαλοελλαδίτικο εθνικιστικό λαθρεμπόριο μέσα στο ΚΚΕ. Το ΚΚΕ πρέπει ν’ αποκρούσει αποφασιστικά την προσπάθεια αυτήν που εκφράζει ακριβώς την προσπάθεια της αστικής ιδεολογίας και του ταξικού εχθρού να παρασύρει το Κόμμα απ’ το σωστό δρόμο.

Ο Παρτσαλίδης προσπαθεί να παρασύρει το Κόμμα σε στραβό δρόμο. Το ΚΚΕ αναγνωρίζει το δικαίωμα για αυτοδιάθεση μέχρι και αποχωρισμό για το σλαβομακεδονικό λαό της Μακεδονίας του Αιγαίου. Σωστά έκανε η 5η Ολομέλεια και έβαλε το ζήτημα αυτό. Όπως σωστά έκανε και η 6η Ολομέλεια που, μέσα στις καινούργιες συνθήκες ύστερα απ’ την ήττα, ξανάρθε στο ζήτημα της ισοτιμίας με τους Έλληνες, αναγνώρισε στους Σλαβομακεδόνες «το δικαίωμα να ζούνε λεύτεροι και αφέντες στην πατρική τους γη», δηλαδή κάτι το ουσιαστικά και ποιοτικά διαφορετικό απ’ το εκπαιδευτικό… εξάμβλωμα του Παρτσαλίδη. Όταν λέμε ισοτιμία δεν εννοούμε τίποτε άλλο από αυτονομία στην πραγματική, τη λενινιστική-σταλινική έννοιά της, δηλαδή την πολιτική αυτοδιοίκηση. Και μια και βλέπουμε τι σύγχυση προκαλούν οι «μαρξιστικοί» νεωτερισμοί και νεολογισμοί του σ. Παρτσαλίδη, πρέπει να ’μαστε πολύ προσεχτικοί και ακριβολόγοι στη χρήση της ορολογίας μας.

Ένα τελευταίο ζήτημα στον τομέα αυτό με τον Παρτσαλίδη είναι το ζήτημα της τόλμης και ατολμίας: «Κάπου-κάπου η τόλμη του Ζαχαριάδη ξεπερνάει τα όρια που επιτρέπονται.» Στην 7η Ολομέλεια, στη δευτερολογία του, ο Παρτσαλίδης είπε κάτι άλλο: «Η τόλμη του Ζαχαριάδη είναι δίχως αρχές.»

Όπως βλέπετε πιο πάνω, στο γραφτό κείμενο της δευτερολογίας του που παράδωσε σαν οριστικό κείμενο (βλ. Νέος Κόσμος, αρ. φύλ. 8, Αύγουστος 1950 σελ. 494, στήλη 2η) κάνει μια ουσιαστική διόρθωση που δεν τόλμησε όμως να την αναγνωρίσει ανοιχτά, πράγμα που δείχνει ότι μπορεί να υποχώρησε, κάτω απ’ το ξεσκέπασμα που του ’γίνε ειδικά στο σημείο αυτό, όμως στην ουσία γνώμη δεν άλλαξε.

Όταν λες «τολμηρός δίχως αρχές», στην καθαρή γλώσσα σημαίνει τυχοδιώκτης. Και όταν η τόλμη είναι πολιτική, όπως στην περίπτωση μας, τότε πρόκειται για πολιτικό τυχοδιωκτισμό. Με λίγα λόγια, ο Ζαχαριάδης εκπροσωπεί στο ΚΚΕ τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό. Στην 7η Ολομέλεια, ο Παρτσαλίδης κλήθηκε να τ’ αποδείξει αυτό το πράγμα. Δεν είπε τίποτα. Και όπως είδαμε πιο πάνω, στο κείμενο της δευτερολογίας του, που έδωσε για δημοσίευση, το σημείο αυτό το παρακάμπτει σιωπηλά. Αν όμως στην Ολομέλεια το παράκαμψε, στη Συνδιάσκεψη είναι υποχρεωμένος, έχει υποχρέωση απέναντι στο ΚΚΕ, υποχρέωση που απ’ αυτή με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ξεφύγει, να ξεκαθαρίσει το ζήτημα αυτό.

Έτσι βλέπουμε ότι ο Παρτσαλίδης πάει πολύ πιο μακριά και απ’ τον τροτσκιστή προβοκάτορα Παπακωνσταντίνου και απ’ τον τσαρλατάνο και προδότη Καραγιώργη. Αυτοί είπανε ότι η πολιτική του Ζαχαριάδη είναι έξω απ’ την ελληνική πραγματικότητα, ανεδαφική. Ο Παρτσαλίδης λέει η πολιτική αυτή είναι τυχοδιωκτική.

Μιλώντας εδώ για την τόλμη, δε θα σταθώ στην πολιτική ατολμία του Παρτσαλίδη που πάντα «κάπου αλλού» πρέπει να στηρίζεται. Η πολιτική σοφία του Παρτσαλίδη στην πιο αποδοτική έκλαμψή της εκφράζεται σε τούτα: Ή αυτό κάνουν οι άλλοι, πρέπει να το κάνουμε και μεις (!) ή «σε καμιά χώρα, νομίζω, δεν υπάρχει ανάλογο παράδειγμα», που πάει να πει: Είναι λάθος ότι κάναμε εμείς τέτοιο πράγμα.

Όπως είδαμε, 25 χρόνια στο Κόμμα ο Παρτσαλίδης δεν τολμούσε. «Του ’φυγαν όμως απ’ τα μάτια τα καφάσια» (25 χρόνια πολιτικός ηγέτης με καφάσια!) και μια φορά τόλμησε και ξεσπάθωσε ενάντια στο ΚΚΕ. Βλέπουμε ότι τ’ αποτελέσματα της μοναδικής αυτής «τόλμης» του είναι περισσότερο από θλιβερά.

Ο Παρτσαλίδης, λοιπόν, κατηγορεί τον Ζαχαριάδη σαν τυχοδιωκτικά τολμηρό. Εγώ θα σταθώ εδώ σ’ ένα γεγονός: Για το 1945, όταν γύρισε ο Ζαχαριάδης, ο Παρτσαλίδης τον κατηγορεί στην ουσία ότι δεν τόλμησε. Κι αυτό είναι σωστό. Ας δούμε τώρα τι είδους θα ’ταν η «τόλμη» αυτή που προτιμά ο σ. Παρτσαλίδης. Παίρνω μια ειδική περίπτωση στις συνθήκες του 1945, τον ΕΛΑΣ, τα στελέχη, τους άνδρες του, όπως είχαν σκορπίσει. Αυτό το υλικό του ΕΛΑΣ, τους άνδρες και στελέχη του τους χρειαζόμασταν για το νέο ένοπλο αγώνα που ερχόταν αναπότρεπτα. Το υλικό αυτό ήταν δικό μας, λαϊκο-επαναστατικό, με λίγες εξαιρέσεις. Δεν μπορούσαμε σ’ αυτό το υλικό να φορτώσουμε την ήττα του 1944-1945, γιατί θα το απογοητεύαμε, θα το αποσυνθέταμε. Δεν έφταιγε το υλικό αυτό, μα η πολιτική μας. Εμείς το φτιάσαμε τέτοιο. Και μια και η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη να μπει ανοιχτά και σ’ όλη την έκτασή του το ζήτημα της εσφαλμένης πολιτικής και της προδοσίας στον καιρό της πρώτης Κατοχής (στις συνθήκες του 1945-1946, ύστερα απ’ την 11η Ολομέλεια, όταν πολλοί στο ίδιο το ΠΓ δεν πίστευαν ούτε ότι έγιναν τέτοια λάθη, ούτε στην προδοσία του Σιάντου και ενώ τραβούσαμε για νέο ένοπλο αγώνα), έπρεπε να περιμένουμε. Και το υλικό αυτό, στην πείρα ενός πραγματικού λαϊκού επαναστατικού στρατού, του ΔΣΕ, να το μεταπλάσουμε και να το αφομοιώσουμε. Ήταν κι αυτός ένας λόγος που επέβαλλε στο νέο ένοπλο ξεκίνημα να τραβήξουμε προοδευτικά, προσεχτικά. Αν ο ΕΛΑΣ ήταν λαϊκο-επαναστατικός στρατός, θα μπορούσαμε να ξαναρχίσουμε με γενική εξέγερση. Χρόνο, καιρό για «ειρηνική» αναδιαπαιδαγώγηση δεν είχαμε. Γι’ αυτό έπρεπε ν’ αρχίσουμε προοδευτικά και τη μετεκπαίδευση αυτή να την κάνουμε μέσα στην προοδευτική ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα.

Βλέπουμε, λοιπόν, πόσο προσεχτικά, «άτολμα» ενεργούσε ο Ζαχαριάδης. Τώρα ο Παρτσαλίδης λέει ο Ζαχαριάδης είναι τολμηρός δίχως αρχές. Τι δείχνει το πιο πάνω; Τυχοδιωκτισμό προτείνει ο Παρτσαλίδης, σήμερα, όταν λέει: Ο Ζαχαριάδης έπρεπε στα 1945 να τα κάνει σμπαράλια.

Γενικά, όμως, ο Παρτσαλίδης κηρύσσει στο ΚΚΕ, στα μέλη και στα στελέχη του την πολιτική ατολμία. Και ζωντανό παράδειγμα προβάλλει τον εαυτό του και το κήρυγμά του. Κήρυγμα συνθηκολόγο, ηττόπαθο, απαράδεχτο για ένα ΚΚ.

Για μας ένα σύνθημα υπάρχει: Επαναστατική τόλμη, τόλμη και πάλι τόλμη. Αυτό μας διδάσκουν οι Μαρξ και Ένγκελς, οι Λένιν και Στάλιν.

Στο κεφάλαιο αυτό για το ιδεολογικό μέτωπο στάθηκα πολύ σε ορισμένες απόψεις του Παρτσαλίδη. Γ ιατί; Πρόκειται για ανώτατο καθοδηγητικό στέλεχος που παρουσιάζει ένα εξαιρετικό παράδειγμα θεωρητικής σύγχυσης και δίνει ένα μέτρο για τη θεωρητικο-ιδεολογική καθυστέρηση και ανεπάρκειά μας. Είναι κλασικό δείγμα ανεπάρκειας στη μελέτη και δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού και δογματικής αποστέωσης και αρτηριοσκλήρωσης. Πνιγμένος στη θεωρητικολογία δωματίου, αποσπασμένος απ’ το Κόμμα και τη μάζα, αιχμάλωτος ίου δογματισμού, παρουσιάζει την εικόνα σύγχυσης και πελαγώματος σε μια σειρά θεμελιακά ζητήματα της ιδεολογίας μας, της θεωρίας και της πολιτικής μας. Τη σύγχυση αυτή την «μετεμψύχωσε» σε φραξιονιστική αντικομματική πλατφόρμα, σε πόλο συγκέντρωσης για όλα τα αντικομματικά και τα εχθρικά προς το Κόμμα στοιχεία.

Για τον Βαφειάδη στο σημείο αυτό δε χρειάζονται πολλά πράγματα. Κριτική της τροτσκιστικής-λικβινταριστικής πλατφόρμας του δίνει η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 15 του Νοέμβρη του 1948. Έκανε και ο Βαφειάδης προσπάθεια να θεμελιώσει και «θεωρητικά» την πλατφόρμα του. Τι καταλαβαίνει από πολιτική δείχνει η διαπίστωσή του στα 1948 ότι ο μοναρχοφασισμός σταθεροποιήθηκε. Τι καταλαβαίνει από στρατιωτικά δείχνει η θέση του για ουσιαστική διάλυση του ΔΣΕ και η διαπίστωσή του ότι «με μια εντατική παρτιζάνικη δράση, που θα προκαλέσει στους Αμερικανούς και το μοναρχοφασισμό μια συνεχή αιμορραγία στρατιωτική-οικονομική, θα δημιουργήσει όλο και περισσότερη πολιτική αστάθεια και, λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης των Ελλήνων εργαζομένων, θα μας είναι δυνατή η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για δυνάμωμα του κινήματος και μέσα στις πόλεις, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί ο ΔΣΕ για πιο δυνατά και συνδυασμένα χτυπήματα». Η ζωή ξετίναξε το στρατιωτικό αναλφαβητισμό στις συγκεκριμένες ελληνικές συνθήκες του 1948-1949. Ο Βαφειάδης έβαζε παγκόσμια προοπτική: Να εξαντλήσει τους Αμερικανούς στρατιωτικά-οικονομικά!

Για τον προδότη και χρεοκόπο Καραγιώργη δε χρειάζεται κουβέντα εδώ. Τ ο ζήτημά του είναι άλλης αρμοδιότητας. Το μέτρο, όμως, της δολιότητάς του το δίνει η σύγκριση ανάμεσα στο τι είπε στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ για τον Βαφειάδη (ο λόγος του δημοσιεύεται στο 9ο φύλλο του Νέου Κόσμου) και στο τι λέει τώρα, που τον παίρνει υπό την προστασία του και θέλει μαζί με τον Παρτσαλίδη να τον αναστήσει πολιτικά.

* * *

Ποιο το δίδαγμα, ποιο το συμπέρασμα που πρέπει να βγάλουμε στο κεφάλαιο αυτό; Ένα μεγάλο ποσοστό απ’ τα λάθη μας εξηγείται με το χαμηλό ιδεολογικό επίπεδό μας, απ’ την ανεπάρκεια, την καθυστέρησή μας στη μελέτη, στη δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού, με τη δογματική αποτελμάτωση.

Ποιο το μέσο να διορθώσουμε την κατάσταση αυτή; Τι μας διδάσκει ο μαρξισμός-λενινισμός, η ιστορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος;

Μας διδάσκει αδιάκοπη θεωρητική μελέτη και θεωρητικό συγχρονισμό, αφομοίωση δημιουργική της θεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού, θεωρητικό φώτισμα και βάθεμα στα προβλήματα της επανάστασης, εξοστρακισμό του δογματισμού, στενή, αδιάρρηκτη ενότητα της θεωρίας με την πράξη. Η θεωρία φωτίζει και οδηγεί την πράξη. Η πράξη εμπλουτίζει, γονιμοποιεί τη θεωρία. Αποτελούν μια αδιάσπαστη, δημιουργική ενότητα. Αυτού βρίσκεται η δύναμη του κομμουνισμού.

Να τι μας διδάσκει στο σημείο αυτό η Ιστορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος:

«Η ιστορία του Κόμματος μας διδάσκει, ακόμα, πως το Κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του ηγέτη της τάξης του, δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του οργανωτή και καθοδηγητή της προλεταριακής επανάστασης, αν δεν κατέχει την πρωτοπόρα θεωρία του εργατικού κινήματος, αν δεν κατέχει τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία.

Η δύναμη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας βρίσκεται στο ότι κάνει δυνατό για το Κόμμα να προσανατολίζεται στην κατάσταση, να καταλαβαίνει την εσωτερική σχέση των τριγύρω γεγονότων, να προβλέπει την πορεία των γεγονότων και να διακρίνει όχι μόνο πώς και προς τα πού εξελίσσονται σήμερα τα γεγονότα, αλλά ακόμα πώς και προς τα πού θα εξελιχτούν αύριο.

Μόνο το Κόμμα που κατέχει τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία μπορεί να προχωρεί με σίγουρο βήμα και να οδηγεί μπροστά την εργατική τάξη.

Και αντίθετα, ένα Κόμμα που δεν κατέχει τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία είναι αναγκασμένο να πλανιέται ψηλαφητά. Χάνει την πεποίθηση στις ενέργειές του, είναι ανίκανο να οδηγήσει την εργατική τάξη μπροστά.

Μπορεί να νομιστεί πως αφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας σημαίνει ευσυνείδητη αποστήθιση ορισμένων αποτελεσμάτων και θέσεων που βρίσκονται στα έργα του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, με την ελπίδα πως τα συμπεράσματα και οι θέσεις που αποστήθισα θα ταιριάζουν για κάθε περίσταση, για κάθε περίπτωση της ζωής. Ένα τέτοιο, όμως, αντίκρισμα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας είναι απόλυτα λαθεμένο. Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία δεν μπορεί να θεωρείται σα συλλογή από δόγματα, σαν κατήχηση, σα σύμβολο πίστης και οι μαρξιστές σα σχολαστικοί βιβλιοφάγοι. Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία είναι η επιστήμη της εξέλιξης της κοινωνίας, η επιστήμη του εργατικού κινήματος, η επιστήμη της προλεταριακής επανάστασης, η επιστήμη της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας. Σαν επιστήμη δε στέκεται και δεν μπορεί να σταθεί στο ίδιο σημείο. Εξελίσσεται και τελειοποιείται. Είναι αυτονόητο πως στην εξέλιξή της δεν μπορεί παρά να πλουτίζεται με τη νέα πείρα, τις νέες γνώσεις και ορισμένες θέσεις και συμπεράσματά της δεν μπορεί να μην αλλάζουν με τον καιρό, δεν μπορεί να μην αντικαθίστανται με νέα συμπεράσματα και θέσεις που ανταποκρίνονται στις νέες ιστορικές συνθήκες.

Κατακτώ τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία διόλου δε σημαίνει αποστηθίζω όλες τις διατυπώσεις και τα συμπεράσματα της και αγκιστρώνομαι σε κάθε γράμμα αυτών των διατυπώσεων και συμπερασμάτων. Για να κατακτήσω τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να μάθω να διακρίνω ανάμεσα στο γράμμα και την ουσία της.

Κατακτώ τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία θα πει κάνω χτήμα μου την ουσία αυτής της θεωρίας και μαθαίνω να χρησιμοποιώ αυτήν τη θεωρία στη λύση των πρακτικών ζητημάτων του επαναστατικού κινήματος στις διάφορες συνθήκες της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.

Κατακτώ τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία θα πει πως ξέρω να πλουτίζω αυτή τη θεωρία με τη νέα πείρα του επαναστατικού κινήματος, ξέρω να την πλουτίζω με καινούργιες θέσεις και συμπεράσματα, ξέρω να την αναπτύσσω και να την προωθώ παραπέρα και, ξεκινώντας απ’ την ουσία της θεωρίας, δε διστάζω να αντικαταστήσω ορισμένες θέσεις και συμπεράσματά της -που έχουν πια παλιώσει- με νέες θέσεις και συμπεράσματα που ανταποκρίνονται στη νέα ιστορική κατάσταση.

Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία δεν είναι δόγμα, μα οδηγός για δράση.

Πριν από τη δεύτερη ρωσική επανάσταση (Φλεβάρης 1917), οι μαρξιστές όλων των χωρών ξεκινούσαν από την άποψη πως η κοινοβουλευτική λαοκρατική δημοκρατία είναι η πιο ενδεδειγμένη μορφή για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας στη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Είναι αλήθεια πως ο Μαρξ είχε υποδείξει, στο 1870-1880, πως η πιο ενδεδειγμένη μορφή για τη δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά η πολιτική οργάνωση τύπου Κομμούνας του Παρισιού. Δυστυχώς, όμως, η υπόδειξη αυτή του Μαρξ δε βρήκε παραπέρα ανάπτυξη στα έργα του και είχε ξεχαστεί. Εκτός απ’ αυτό, η έγκυρη δήλωση του Ένγκελς στην κριτική του πάνω στο πρόγραμμα της Ερφούρτης το 1891, που έλεγε ότι “η λαοκρατική δημοκρατία… είναι… η ειδική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου”, δεν άφηνε αμφιβολία πως οι μαρξιστές εξακολουθούν να θεωρούν τη λαοκρατική δημοκρατία σαν πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η θέση αυτή του Ένγκελς έγινε κατοπινά οδηγητική αρχή για όλους τους μαρξιστές, μαζί και για τον Λένιν.

Η ρωσική, όμως, επανάσταση του 1905 και προπαντός η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 έφερε στο προσκήνιο μια νέα μορφή πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας, τα σοβιέτ των εργατών και αγροτών βουλευτών. Με βάση τη μελέτη της πείρας των δύο ρωσικών επαναστάσεων, ο Λένιν, ξεκινώντας απ’ τη θεωρία του μαρξισμού, έφτασε στο συμπέρασμα πως η καλύτερη πολιτική μορφή για τη δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι η κοινοβουλευτική λαοκρατική δημοκρατία, αλλά η δημοκρατία των σοβιέτ. Πάνω σ’ αυτήν τη βάση τον Απρίλη του 1917, στο πέρασμα απ’ την αστική στη σοσιαλιστική επανάσταση, ο Λένιν έριξε το σύνθημα της οργάνωσης της δημοκρατίας των σοβιέτ σαν της καλύτερης πολιτικής μορφής της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι οπορτουνιστές όλων των χωρών αγκιστρώνονταν από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, κατηγορώντας τον Λένιν πως απομακρύνεται από το μαρξισμό, πως καταστρέφει τη δημοκρατία! Ο αληθινός, όμως, μαρξιστής που κατείχε τη θεωρία του μαρξισμού ήταν φυσικά ο Λένιν και όχι οι οπορτουνιστές, γιατί ο Λένιν προωθούσε τη θεωρία του μαρξισμού πλουτίζοντάς την με τη νέα πείρα, ενώ οι οπορτουνιστές την έσπρωχναν πίσω, μεταβάλλοντας μια από τις θέσεις της σε δόγμα.

Τι θα γινόταν το Κόμμα, η επανάστασή μας, ο μαρξισμός, αν ο Λένιν είχε σκύψει μπροστά στο γράμμα του μαρξισμού και δεν είχε αποφασίσει ν’ αντικαταστήσει μια από τις παλιές θέσεις του μαρξισμού, που είχε διατυπώσει ο Ένγκελς, με τη νέα θέση για τη δημοκρατία των σοβιέτ που ανταποκρινόταν στη νέα ιστορική κατάσταση; Το Κόμμα θα παραπατούσε μέσα στα σκοτάδια, τα σοβιέτ θα ξεχαρβαλώνονταν, δε θα είχαμε την εξουσία των σοβιέτ, η μαρξιστική θεωρία θα είχε υποστεί μια σοβαρή ζημιά. Το προλεταριάτο θα έχανε και θα κέρδιζαν οι εχθροί του προλεταριάτου.

Μελετώντας τον προϊμπεριαλιστικό καπιταλισμό, ο Ένγκελς και ο Μαρξ έφτασαν στο συμπέρασμα πως η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει σε μια ξεχωριστή χώρα, πως μπορεί να νικήσει μόνο με ταυτόχρονο χτύπημα σε όλες τις χώρες ή στην πλειοψηφία των πολιτισμένων χωρών. Αυτό γινόταν στα μέσα του 19ου αιώνα. Το συμπέρασμα αυτό έγινε αργότερα οδηγητική θέση για όλους τους μαρξιστές. Ωστόσο, στις αρχές του 20ού αιώνα ο προϊμπεριαλιστικός καπιταλισμός πέρασε στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, ο καπιταλισμός της ανόδου μετατράπηκε σε καπιταλισμό που πεθαίνει. Βασισμένος στη μελέτη του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, ο Λένιν, ξεκινώντας απ’ τη μαρξιστική θεωρία, έφτασε στο συμπέρασμα πως η παλιά διατύπωση των Ένγκελς και Μαρξ δεν ανταποκρίνεται πια στη νέα ιστορική κατάσταση, πως η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί κάλλιστα να νικήσει σε μια μόνο ξεχωριστή χώρα. Και οι οπορτουνιστές όλων των χωρών αγκιστρώνονταν απ’ την παλιά διατύπωση των Ένγκελς και Μαρξ, κατηγορώντας τον Λένιν ότι απομακρύνεται από το μαρξισμό. Μα ο πραγματικός μαρξιστής, που κατείχε τη θεωρία του μαρξισμού, ήταν φυσικά ο Λένιν και όχι οι οπορτουνιστές, αφού ο Λένιν προωθούσε τη μαρξιστική θεωρία πλουτίζοντάς την με νέα πείρα, ενώ οι οπορτουνιστές την σπρώχναν πίσω, την μεταβάλλανε σε μούμια.

Τι θα γινόταν το Κόμμα, η επανάστασή μας, ο μαρξισμός, αν ο Λένιν είχε σκύψει μπροστά στο γράμμα του μαρξισμού, αν δεν είχε τη θεωρητική παλικαριά να απορρίψει ένα από τα παλιά συμπεράσματα του μαρξισμού, να το αντικαταστήσει με το νέο συμπέρασμα για τη δυνατότητα της νίκης του σοσιαλισμού σε μια μόνη ξεχωριστή χώρα, συμπέρασμα που ανταποκρίνεται στη νέα ιστορική κατάσταση; Το Κόμμα θα παραπατούσε μέσα στα σκοτάδια, η προλεταριακή επανάσταση δε θα είχε καθοδήγηση, η μαρξιστική θεωρία θ’ άρχιζε να ξεπέφτει. Το προλεταριάτο θα έχανε και θα κέρδιζαν οι εχθροί του προλεταριάτου.

Ο οπορτουνισμός δε σημαίνει πάντα άμεση άρνηση της μαρξιστικής θεωρίας ή ορισμένων θέσεων και συμπερασμάτων της. Ο οπορτουνισμός εκδηλώνεται κάποτε σαν προσπάθεια ν’ αγκιστρώνεται κανείς από ορισμένες θέσεις του μαρξισμού που ’χουν πια παλιώσει και να τις μεταβάλλει σε δόγματα, για να συγκροτήσει έτσι την παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού και συνεπώς να συγκροτήσει επίσης την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου.

Μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή πως, ύστερα από το θάνατο του Ένγκελς, ο μέγιστος θεωρητικός Λένιν και, ύστερα απ’ τον Λένιν, ο Στάλιν και οι άλλοι μαθητές του Λένιν στάθηκαν οι μόνοι μαρξιστές που προωθούσαν τη μαρξιστική θεωρία και την πλούτισαν με τη νέα πείρα μέσα στις νέες συνθήκες της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.

Και ακριβώς γιατί ο Λένιν και οι λενινιστές προώθησαν τη μαρξιστική θεωρία, ο λενινισμός είναι η παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού, είναι ο μαρξισμός στις νέες συνθήκες της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων, ο μαρξισμός της εποχής της νίκης του σοσιαλισμού στο 1/6 του κόσμου.

Το Κόμμα των Μπολσεβίκων δε θα μπορούσε να νικήσει τον Οχτώβρη του 1917 αν τα πρωτοπόρα στελέχη του δεν είχαν κάνει χτήμα τους τη θεωρία του μαρξισμού, αν δεν είχαν μάθει να βλέπουν τη θεωρία αυτή σαν οδηγό για δράση, αν δεν είχαν μάθει να προωθούν τη μαρξιστική θεωρία πλουτίζοντάς την με τη νέα πείρα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.

Ο Ένγκελς έγραφε στην κριτική του για τους Γερμανούς μαρξιστές της Αμερικής που είχαν αναλάβει την καθοδήγηση του αμερικανικού εργατικού κινήματος:

“Οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να κάνουν τη θεωρία τους μοχλό που θα ’βάζε σε κίνηση τις αμερικανικές μάζες. Τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουν και οι ίδιοι αυτήν τη θεωρία και παίρνουν απέναντι της τη δογματική θέση, νομίζοντας πως πρέπει να την αποστηθίσουν και πως αυτό μονάχα είναι αρκετό για όλες τις περιστάσεις της ζωής. Γι’ αυτούς η θεωρία είναι δόγμα και όχι οδηγός για δράση.” (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, τόμ. 27, σελ. 606.)

Στην κριτική του για τον Κάμενεφ και ορισμένους παλιούς μπολσεβίκους που τον Απρίλη του 1917 αγκιστρώνονταν από την παλιά διατύπωση της επαναστατικής-δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, ενώ το επαναστατικό κίνημα τραβούσε μπροστά και απαιτούσε πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση, ο Λένιν έγραφε:

Ή θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα οδηγός για δράση• έτσι έλεγαν πάντα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κοροϊδεύοντας με το δίκιο τους την αποστήθιση και απλή επανάληψη ‘διατυπώσεων’ που στην καλύτερη περίπτωση είναι κατάλληλες το πολύ να υποδείξουν τα γενικά καθήκοντα που αναγκαστικά τα μεταβάλλει η συγκεκριμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση σε κάθε ιδιαίτερο στάδιο της ιστορικής πορείας (προτσές). Είναι ανάγκη να αφομοιώσουμε αυτήν την αναμφισβήτητη αλήθεια, ότι ο μαρξισμός πρέπει να μελετά την ίδια τη ζωντανή ζωή, τα ακριβή γεγονότα της πραγματικότητας και να μην εξακολουθεί ν’ αγκιστρώνεται από τη θεωρία της χθεσινής ημέρας…” (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 20, σελ. 100- 101.)» (Η Ιστορία του ΚΚΣΕ (μπ.), ελληνική έκδοση 1948, σελ. 396-400, σημ. 2.)

Να τι λέει ακόμα για το δογματισμό ο Στάλιν στην απάντησή του απ’ αφορμή τη συζήτηση για τη γλωσσολογία «Στο σ. Λ. Χολόποφ»:

«…Συνεπώς, οι δύο διαφορετικές θέσεις ανταποκρίνονται σε δύο διαφορετικές εποχές της ανάπτυξης της κοινωνίας και, ακριβώς επειδή ανταποκρίνονται σ’ αυτές, και οι δύο θέσεις είναι σωστές, η καθεμιά για την εποχή της.

Το να απαιτεί κανείς οι δύο αυτές θέσεις να μη βρίσκονται σε αντίθεση η μια με την άλλη, να μην αποκλείουν η μια την άλλη, είναι τόσο παράλογο όσο θα ήταν το να απαιτούμε η εποχή της κυριαρχίας του καπιταλισμού να μη βρίσκεται σε αντίθεση με την εποχή της κυριαρχίας του σοσιαλισμού, ο σοσιαλισμός και ο καπιταλισμός να μην αποκλείουν ο ένας τον άλλον.

Οι δογματιστές και οι ταλμουδιστές θεωρούν το μαρξισμό, τα ξεχωριστά συμπεράσματα και τις θέσεις του μαρξισμού, σαν ένα άθροισμα δογμάτων που “ποτέ” δεν αλλάζουν, παρά τις αλλαγές στους όρους ανάπτυξης της κοινωνίας. Νομίζουν ότι, αν μάθουν ν’ αποστηθίζουν αυτά τα συμπεράσματα και θέσεις κι αρχίσουν να τα παραθέτουν δεξιά και αριστερά, τότε θα είναι σε θέση να λύνουν το κάθε ζήτημα, λογαριάζοντας ότι τα συμπεράσματα και οι θέσεις που έμαθαν ταιριάζουν για όλες τις εποχές και χώρες, για όλες τις περιστάσεις της ζωής. Έτσι όμως μπορούν να σκέφτονται μόνο άνθρωποι που βλέπουν το γράμμα του μαρξισμού, αλλά δε βλέπουν την ουσία του, που αποστηθίζουν τα κείμενα των συμπερασμάτων και θέσεων του μαρξισμού, αλλά δεν καταλαβαίνουν το περιεχόμενό τους.

Ο μαρξισμός είναι η επιστήμη για τους νόμους της ανάπτυξης της φύσης και της κοινωνίας, η επιστήμη για την επανάσταση των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων μαζών, η επιστήμη για τη νίκη του σοσιαλισμού σε όλες τις χώρες, η επιστήμη για το χτίσιμο της κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο μαρξισμός σαν επιστήμη δεν μπορεί να μένει στην ίδια θέση – αναπτύσσεται και τελειοποιείται. Στην ανάπτυξή του, ο μαρξισμός δεν μπορεί παρά να πλουτιστεί με νέα πείρα, με νέες γνώσεις, συνεπώς, ορισμένες από τις θέσεις και τα συμπεράσματά του δεν μπορούν παρά ν’ αλλάξουν με το πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούν παρά να αντικατασταθούν με νέες θέσεις και συμπεράσματα που ν’ ανταποκρίνονται στα νέα ιστορικά καθήκοντα. Ο μαρξισμός δεν παραδέχεται αμετάβλητα συ-μπεράσματα και θέσεις, υποχρεωτικά για όλες τις εποχές και περιόδους. Ο μαρξισμός είναι ο εχθρός κάθε δογματισμού.» (Ελληνική μετάφραση στο Νέο Κόσμο, αρ. 8, Αύγουστος 1950, σελ. 444-445 ή στο Θεωρητικό Δημοκράτη, τεύχ. 10-1950, σελ. 309.)

Ο μπολσεβικισμός ακόμα μας διδάσκει ότι, για να ξεπεράσουμε την καθυστέρησή μας και στον ιδεολογικό τομέα, χρειάζεται και ’δώ ανοιχτή κριτική στα λάθη, θαρραλέα και τίμια αυτοκριτική, αναγνώριση των λαθών και σκάλισμά τους ως τον πάτο, ως τις πηγές, γρήγορο και ολοκληρωτικό διόρθωμά τους.

Το ιδεολογικό μέτωπο είναι ένας απ’ τους βασικούς τομείς του ταξικού αγώνα. Χρειάζεται και ’δώ αδιάκοπη, ολομέτωπη, ανειρήνευτη, αδιάλλακτη πάλη.

Όμως πάλη στο ιδεολογικό μέτωπο σημαίνει επίσης, πρώτ’ απ’ όλα, δημιουργική μελέτη και αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού, σημαίνει μελέτη και αφομοίωση του έργου του Μαρξ και Ένγκελς, του Λένιν και του Στάλιν, αφομοίωση της πείρας και των διδαγμάτων του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Ας προσέξουμε εδώ και κάτι άλλο: Θεωρητικός, ιδεολογικός εξοπλισμός και συγχρονισμός σημαίνει ακόμα για το ΚΚΕ και τα στελέχη του στενή παρακολούθηση, μελέτη και δημιουργική αφομοίωση των προόδων και κατακτήσεων στον τομέα της επιστήμης στην ΕΣΣΔ στη μεγάλη σταλινική εποχή μας.

Ο Στάλιν είναι ο κορυφαίος της επιστήμης. Αυτό δεν εκφράζεται μόνο στο γεγονός ότι με το έργο του Για το διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό ο Στάλιν όχι μόνο συνόψισε την ανάπτυξη και τις κατακτήσεις της μαρξιστικής-λενινιστικής επιστήμης στη φιλοσοφία και στην ιστορία, μα και δημιούργησε στον τομέα αυτό ένα μνημειακό ολοκληρωμένο επιστημονικό οικοδόμημα, το ατράνταχτο βάθρο, τη θεμελιακή προϋπόθεση για κάθε κοινωνική πρόοδο, επιστημονική ανάπτυξη, ανθρώπινη άνθιση και ευημερία.

Είναι το στέρεο βάθρο όπου πάνω του οικοδομείται ο κομμουνισμός. Και δεν πρόκειται μόνο για την υλική ανοικοδόμηση του κομμουνισμού, αυτό το μεγαλειώδες γιαπί που προκαλεί το θαυμασμό, τον παραδειγματισμό και τον ενθουσιασμό στους εργαζομένους όλου του κόσμου, σ’ ολόκληρη την προοδευτική ανθρωπότητα. Εδώ δημιουργείται και ο καινούργιος άνθρωπος. Πάνω στη βάση της υλικής ανοικοδόμησης του κομμουνισμού μετατρέπεται, αλλάζει και ο άνθρωπος, που έτσι κινεί πιο αποφασιστικά και θαρραλέα τον κομμουνισμό μπροστά.

Η αλλαγή, ο μετασχηματισμός στη συνείδηση και στη ζωή των ανθρώπων, η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και αγωγή πραγματοποιείται μέσα στον αγώνα ενάντια στο παλιό, με την εκτόπιση, την υπερνίκηση του παλιού απ’ το νέο. Η δουλειά αυτή είναι δύσκολη, επίπονη, επίμονη, αδιάκοπη, ακατάπαυστη και αγκαλιάζει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και εκδήλωσης. Πρέπει να ξετρυπωθεί και να διωχτεί ο εχθρός απ’ όλες τις γωνιές και τις θέσεις του. Δυναμώνει το μέτωπο της πάλης ενάντια στην εχθρική ιδεολογία σ’ όλα τα ιδεολογικά ζητήματα.

Το Μπολσεβίκικο Κόμμα και ο Στάλιν διεξάγουν τον αγώνα αυτό με όλη τη συνέπεια και την αδιαλλαξία που χαρακτηρίζουν τους μπολσεβίκους.

Οι αποφάσεις της ΚΕ του ΚΚ της ΣΕ (μπ.) για τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική, ο αγώνας για μια μπολσεβίκικη κριτική αρχών στη λογοτεχνία αποτελούν μια ιστορικά αποφασιστική συμβολή στην πάλη για να γίνουν οι τέχνες δημιουργικός συντελεστής στην κομμουνιστική αγωγή των μαζών, στην ανοικοδόμηση του κομμουνισμού- συμβολή που ξεπερνά τα όρια της Σοβιετικής Ένωσης και αποτελεί καθοδήγηση για δράση για όλα τα ΚΚ.

Η εξέταση της κατάστασης στο φιλοσοφικό μέτωπο, που έγινε με πρωτοβουλία της ΚΕ του ΚΚ της ΣΕ (μπ.), με τη συζήτηση γύρω στο βιβλίο του Γ. Αλεξάντροφ Η ιστορία της δυτικοευρωπαϊκής φιλοσοφίας, προώθησε τα προβλήματα της μελέτης της φιλοσοφίας του μαρξισμού-λενινισμού, όξυνε την πάλη ενάντια στο φιλοσοφικό ιδεαλισμό για την καθαρότητα και τη μαχητικότητα στο φιλοσοφικό μέτωπο απ’ τις επάλξεις του διαλεκτικού και του ιστορικού υλισμού.

Παράλληλα, η μακρόχρονη πάλη του Μπολσεβίκικου Κόμματος και του σ. Στάλιν για μια πραγματικά λαϊκή επιστήμη, στηριγμένη στέρεα στο διαλεκτικό υλισμό, συνεχίζεται ακούραστα. Η συζήτηση «για την κατάσταση στη βιολογική επιστήμη», που έγινε στη Μόσχα στα 1948 στη σύνοδο της Ακαδημίας «Λένιν» της Αγροτικής Οικονομίας, έκλεισε με τη συντριβή του μοργκανισμού-βεϊσμανισμού και το θρίαμβο του σοβιετικού νταρβινισμού, της βιολογίας του Μιτσούριν. Τούτο το χρόνο, με την προσωπική συμμετοχή του Στάλιν στη συζήτηση για τη γλωσσολογία, η σοβιετική επιστήμη για τη γλώσσα θεμελιώνεται σταθερά πάνω στη μαρξιστική-λενινιστική κοινωνιολογία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η κοινή σύνοδος της Ακαδημίας των Επιστημών και της Ακαδημίας των Ιατρικών Επιστημών κατοχυρώνει τις θέσεις της υλιστικής διδασκαλίας του I. Π. Παβλόφ στη φυσιολογία και στην ιατρική και ανοίγει νέες προοπτικές για παραπέρα, γοργή ανάπτυξη στους κλάδους αυτούς της επιστήμης.

Ο ίδιος οργασμός παρατηρείται σ’ όλους τους τομείς. Τι δείχνουν όλα αυτά; Δείχνουν ότι στη Σοβιετική Ένωση, κάτω απ’ την καθοδήγηση του Μπολσεβίκικου Κόμματος και την ηγεσία του Στάλιν, σταθερά, επίμονα, αποφασιστικά, παράλληλα με το υλικό βάθρο του κομμουνισμού υψώνεται και το ιδεολογικό, το επιστημονικό εποικοδόμημα του κομμουνισμού. Είναι η ολόπλευρη επικράτηση, σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και ανάπτυξης, της μαρξιστικής-λενινιστικής κοσμοθεωρίας, του διαλεκτικού υλισμού.

Η μάχη, ο αγώνας αυτός στο ιδεολογικό μέτωπο ενάντια στον ιδεαλισμό και τον παπαδισμό είναι εξίσου σημαντικός όπως και ο αγώνας στον πολιτικό και οικονομικό τομέα.

Στη Σοβιετική Ένωση η επιστήμη, οπλισμένη με το διαλεκτικό υλισμό, όχι μόνο εκτοπίζει και συντρίβει την ιδεαλιστική συσκότιση και την παπαδίστικη πισωδρόμηση, μα κινείται σ’ όλους τους τομείς προς νέες κατακτήσεις και επιτεύξεις. Έτσι, όχι μόνο στη φιλοσοφία, μα και σ’ όλες τις άλλες επιστήμες, με βάση τη διαλεκτική υλιστική κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, ανυψώνεται το επιστημονικό οικοδόμημα του κομμουνισμού που, στηριζόμενο στις νεότατες, τις καθημερινές επιστημονικές-τεχνικές ανακαλύψεις και προόδους, μας δίνει κάθε μέρα και πιο ολοκληρωμένη και συγκροτημένη την υλιστική διαλεκτική παράσταση του κόσμου, που επεκτείνεται και στην αστρονομία και στην ατομική επιστήμη και στην ενδοπυρηνική ενέργεια και στη φυσιολογία και στην υλιστική ερμηνεία της ανώτατης νευρικής δραστηριότητας, στον τομέα της ψυχολογίας, σ’ ολόκληρη την επιστήμη.

Έτσι, στη Σοβιετική Ένωση η επιστήμη, κάτω απ’ την καθοδήγηση του Μπολσεβίκικου Κόμματος και του Στάλιν, οικοδομεί και συμπληρώνει την επιστημονική διαλεκτική υλιστική παράσταση και κατανόηση του κόσμου- ένα έργο, ένα οικοδόμημα τεράστιας, αποφασιστικής, ιστορικής σημασίας, γιατί σημαίνει την τελειωτική ήττα του ιδεαλισμού και της αντιδραστικής κοσμοθεωρίας, σημαίνει την οριστική ήττα της διεθνούς Αντίδρασης και στο ιδεολογικό, στο επιστημονικό μέτωπο σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό το έργο συντελείται, όπως και ο αγώνας στον οικονομικό, τον πολιτικό, τον κοινωνικό τομέα, ενάντια στην αμερικανική ιμπεριαλιστική πλουτοκρατική Αντίδραση, κάτω απ’ την προσωπική ηγεσία, την προσωπική συμμετοχή του Στάλιν.

Αυτό κάνει τον Στάλιν και κορυφαίο στην επιστήμη.

Και ιδεολογική πανοπλία και ιδεολογικός συγχρονισμός και για μας, το ΚΚΕ και τα στελέχη του, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς να γνωρίζουμε -στις βασικές και κύριες γραμμές τουλάχιστον- και αυτή την πλευρά του σταλινικού έργου, της σταλινικής δημιουργίας.

Ο συγχρονισμός αυτός μας δίνει τη θεωρητική μαχητική υπεροχή και στον επιστημονικό τομέα του ιδεολογικού μετώπου, υπεροχή απέναντι στην αστοτσιφλικάδικη Αντίδραση στη χώρα μας που είναι ένα απ’ τα πιόνια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή.

Έτσι έχει το ζήτημα με την καθυστέρησή μας στο ιδεολογικό μέτωπο, με την ανεπάρκειά μας στο θεωρητικό τομέα. Το ξεπέρασμα, η ευθυγράμμιση στον τομέα αυτό απαιτεί διαρκή, ολόπλευρη, ακούραστη δουλειά για το συνεχές ανέβασμα του ιδεολογικού-πολιτικού επιπέδου των μελών και του Κόμματος ολόκληρου, έτσι που βασικά να βρίσκεται πάντα στο ύψος ή να πλησιάζει το ύψος των αναγκών του αγώνα κάθε φορά. Απαιτεί για τα στελέχη μας δημιουργικό δούλεμα και συγχρονισμό μαρξιστικό-λενινιστικό. Είναι βασική, ζωτική ανάγκη για το ΚΚΕ να ριχτεί στο πρόβλημα αυτό και να το βάλει στο σωστό κανάλι, στο δρόμο της λύσης του, του ξεπεράσματος της καθυστέρησής μας.

  1. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ – Ο ΕΝΟΠΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Εξετάζοντας και μελετώντας τις αδύνατες πλευρές, τις βασικές ελλείψεις στην πολιτική ηγεσία στον πρώτο ένοπλο αγώνα, πρέπει να σταθούμε κυρίως σε δύο σημεία:

Πρώτο: Έλειψε απ’ την καθοδήγηση η καθαρή προοπτική, η επιστημονικά βασισμένη στο συσχετισμό των δυνάμεων στην Ελλάδα, τοπικά, βαλκανικά και μεσογειακά, κυρίως μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Στάλιν διδάσκει: «Να καθοδηγείς σημαίνει να προβλέπεις.» Απ’ την ηγεσία του ΚΚΕ στην περίοδο του πρώτου ένοπλου αγώνα έλειψε η επιστημονική πολιτική πρόβλεψη και προοπτική, βασισμένη στη μελέτη και γνώση των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης γενικά και στην Ελλάδα ειδικά, των νόμων της πορείας και της εξέλιξης των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα ειδικά στην περίοδο της χιτλερο-φασιστικής κατοχής μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Λένιν διδάσκει: «Η πολιτική είναι επιστήμη και τέχνη που δεν πέφτει απ’ τον ουρανό, χάρισμα δε δίνεται.» Αυτή η επιστήμη και η τέχνη, που αποχτιέται με την επιστημονική, τη μαρξιστική-λενινιστική γνώση των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης, βασικά έλειψε απ’ την κομματική ηγεσία στην περίοδο της πρώτης Κατοχής.

Έλειψε η βασική προϋπόθεση για μια σωστή πολιτική, η θεμελίωσή της στις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές. Η μοναδικά σωστή πολιτική, διδάσκουν ο Λένιν και ο Στάλιν, είναι η πολιτική αρχών. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να ασκείς ενεργητική, καθοριστική για τα γεγονότα και την πορεία τους πολιτική. Εμείς στο διάστημα της πρώτης Κατοχής βασικά σερνόμασταν στην ουρά των γεγονότων.

«Η νίκη ποτέ δεν έρχεται μόνη της, συνήθως την ξετρυπώνουν.» (Στάλιν, Ζητήματα λενινισμού, 11η έκδοση, σελ. 476.)

Εμείς περιμέναμε τη νίκη να μας πέσει απ’ τον ουρανό. Δεν προετοιμαστήκαμε να την κατακτήσουμε κι έτσι την χάσαμε.

Ακόμα μπορούμε να πούμε ότι όχι μόνο δεν είχαμε ξεκάθαρη, συγκεκριμένη πολιτική προοπτική, μα και ξεφύγαμε απ’ τη γενική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ που έδινε αυτήν την προοπτική: Ότι, δηλαδή, θα ’πρεπε να περιμένουμε τη σύγκρουση με την Αγγλία, ότι μέσα στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, πολεμώντας τη χιτλεροφασιστική κατοχή, για κύρια και βασική επιδίωξη έπρεπε να ’χουμε να προετοιμαζόμαστε ολόπλευρα και κυρίως στρατιωτικοπολεμικά για ν’ αντιμετωπίσουμε την αναπότρεπτη αγγλική ανάμιξη στα εσωτερικά μας. Αν εδώ τονίζεται το αναπότρεπτη, είναι γιατί το καθεστώς της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της χώρας μας απ’ το αγγλικό κεφάλαιο και η στρατηγική θέση της Ελλάδας στη Μεσόγειο σε σχέση με τις κύριες συγκοινωνιακές αρτηρίες της Αγγλικής Αυτοκρατορίας ξεκαθάριζαν πέρα για πέρα, χωρίς ν’ αφήνουν ούτε ίχνος αμφιβολίας, ότι, έτσι είτε αλλιώς, θα μπλέκαμε με την Αγγλία, θα ’χαμε να κάνουμε με την Αγγλία και όλο το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Εμείς έπρεπε σωστά να αξιοποιήσουμε τις ευνοϊκές γενικά συνθήκες που δημιούργησε και για το λαϊκοαπελευθερωτικό κίνημα στη χώρα μας ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος για ν’ αντιμετωπίσουμε σωστά τον εγγλέζικο παράγοντα. Ο βαθμός της ανάμιξης της Αγγλίας στα εσωτερικά μας και η αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισής της θα εξαρτιόταν κύρια και βασικά απ’ την ολόπλευρη δική μας προετοιμασία. Εμείς δεν είδαμε το αποφασιστικό αυτό σημείο. Και όχι μόνο δεν προετοιμαστήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε τους Άγγλους, όχι μόνο αποκλείαμε τη σύγκρουση με τους Άγγλους, μα και γίναμε όργανα, υποταχτήκαμε στην αγγλική πολιτική, την διευκολύναμε, όσο μπορούσαμε, να πετύχει τους αντικειμενικούς σκοπούς της στην Ελλάδα.

Στο α’ μέρος του άρθρου είδαμε πως ο Παρτσαλίδης ακόμα και τον Οχτώβρη του 1946 ομολογεί ότι δε φανταζότανε ότι η Ελλάδα μπορούσε να βρεθεί κάτω από αγγλική κατοχή. Ξεχνά ότι και ο ίδιος πολιτικά, στρατιωτικά κτλ. όχι μόνο δεν έκαμε τίποτα για να την εμποδίσει, μα και βοήθησε πολιτικά, στρατιωτικά για να την προκαλέσει και να την διευκολύνει.

Να πώς έβλεπε το ζήτημα αυτό και ο Γ. Σιάντος, ένα χρόνο πριν από τον Παρτσαλίδη:

«Δεχθήκαμε την πρόκληση (του Δεκέμβρη) όχι για να “συντρίψουμε’’ την Αγγλική Αυτοκρατορία -αυτό ούτε το πιστεύαμε, ούτε το θέλαμε-, μα για να διαμαρτυρηθούμε και με τα όπλα σ’ όλη την ανθρωπότητα για την επέμβαση αυτή.» (Γ. Σιάντος, «Η δεκάχρονη εποποιία του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, φύλ.14, Σεπτέμβρης 1945.)

«Τα κανόνια του Τσόρτσιλ… μπορεί να επικράτησαν και δεν μπορούσαν παρά να επικρατήσουν.» (Γ. Σ., στο ίδιο.)

Ο Παρτσαλίδης σήμερα μας λέει: Καλά όλα αυτά, μα και από τότε που γύρισε ο Ζαχαριάδης, τα πράγματα όχι μόνο δεν καλυτέρεψαν, μα και χειροτέρεψαν.

Το ζήτημα αυτό μπορεί να ξεκαθαριστεί μόνο με τη μελέτη των έργων και των ντοκουμέντων.

Αν έκανε κανένας μια σύγκριση από τη μια ανάμεσα στη 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης του 1944) μαζί με τα βασικά κομματικά ντοκουμέντα που επακολούθησαν μέχρι την 11 η Ολομέλεια (Απρίλης του 1945) και απ’ την άλλη στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούνης του 1945), μπορεί να σχηματίσει μια γνώμη πάνω στον πιο πάνω ισχυρισμό του Παρτσαλίδη.

Η10η Ολομέλεια αγνοεί το πρόβλημα της Αγγλίας-Ελλάδας, αν και το ΚΚΕ, απ’ όλη τη δράση των Άγγλων στην Ελλάδα τότε, όχι μόνο «μυριζότανε», μα είχε και τις υλικές αποδείξεις για το τι σκέφτεται και τι ετοιμάζεται η Αγγλία να κάνει στην Ελλάδα. Ο Ζεύγος στην εισήγησή του στη 10η Ολομέλεια κατηγορεί την Αντίδραση που «επιζήτησε να ρίξει το Κόμμα σε αντιαγγλική πολιτική για να διασπάσει τις εθνικές δυνάμεις και να χαντακώσει την εθνική υπόθεση».

«Το ΚΚΕ καταπολεμάει κάθε διάσπαση του λαού σε αγγλόφιλους, ρωσόφιλους και αμερικανόφιλους.» Η «Διακήρυξη των σκοπών του ΚΚΕ στο σημερινό απελευθερωτικό πόλεμο των λαών» (10η Ολομέλεια) λέει: «Θεωρούμε το συμμαχικό αγώνα ενιαίο και αδιαίρετο, είμαστε Έλληνες και εφαρμόζουμε καθαρά ελληνική εθνική πολιτική.» Η απόφαση του ΠΓ στις 17 Δεκέμβρη 1944, αφού την ένοπλη αγγλική επέμβαση την χαρακτηρίζει σαν «άλλη καταπληκτική φάση του ίδιου απελευθερωτικού αγώνα» (υπογράμμιση του Ν.Ζ.), λέει: «Ο στρατηγός Σκόμπι, κατά τη Συμφωνία της Καζέρτα, είχε μοναδική αποστολή να συντελέσει στην απελευθέρωση της Ελλάδας από τους επιδρομείς και απολύτως κανένα άλλο δικαίωμα» (υπογράμμιση Ν.Ζ.) και «διαμαρτύρεται» (στις 17 του Δεκέμβρη!) «για την επέμβαση της Μεγάλης Βρετανίας του Τσόρτσιλ.» Τέλος, η 11η Ολομέλεια της ΚΕ «διαπιστώνει την ορθότητα της πολιτικής γραμμής και ταχτικής του Κόμματος» και «ότι η Συμφωνία της Καζέρτα ήταν λάθος δεξιού χαρακτήρα.»

Ούτε στην 11η Ολομέλεια δεν υπάρχει ξεκαθάρισμα της θέσης μας απέναντι στην Αγγλία. Συνεχίζονται οι ίδιες αυταπάτες. Τα ίδια λάθη.

Η 12η Ολομέλεια και στα ντοκουμέντα της, όπως δημοσιεύτηκαν, (στην ουσία η τοποθέτηση του προβλήματος της Αγγλίας ήταν πολύ πιο καθαρή, μα για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας στη δημοσιότητα δόθηκαν πιο καμουφλαρισμένα κείμενα) βασικά ξεκαθάρισε το ζήτημα της Αγγλίας. Ακόμα μίλησε και για τις προθέσεις της Αγγλίας στις συνθήκες του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου:

«Η Αγγλία όχι από συμπάθεια σε μας, μα από τις ανάγκες της πολιτικής της και γι’ αυτά τα συμφέροντά της δεν μπορούσε ν’ αγνοήσει και δεν αγνόησε το παλλαϊκό ΕΑΜικό κίνημα. Ήταν υποχρεωμένη να ’ρθει σε μας και να συζητήσει μαζί μας, ήταν υποχρεωμένη και διεθνώς, γιατί δεν ήταν πια μόνη και δεν αποφάσιζε μόνη. Μα αν της δινότανε ευκαιρία να βρει πάτημα για να μας χτυπήσει, δε θ’ άφηνε την ευκαιρία να της φύγει. Αν μπορούσε μάλιστα με ένα οποιοδήποτε μέσο να προκαλέσει μια τέτοια ευκαιρία, θα την προκαλούσε και θα πιανόταν απ’ αυτήν. Έτσι η Αγγλία ερχότανε σε μας γεμάτη δυσπιστία, προκατάληψη, δηλητηριασμένη… Ήρθε πολύ προσεχτικά. Είμαστε το μοναδικό κίνημα στην Ελλάδα που οι Άγγλοι προσέχουν, παρακολουθούν, υπολογίζουν. Γιατί στη χώρα μας, έξω από το ΚΚΕ ειδικά και το ΕΑΜικό κίνημα γενικότερα, δεν υπάρχει παράταξη που, τουλάχιστον σαν πολιτική γραμμή και δράση, δεν επηρεάζεται άμεσα είτε έμμεσα από την πολιτική του ξένου κεφαλαίου γενικά και πιο συγκεκριμένα και ειδικά απ’ την αγγλική πολιτική.» (Εισήγηση στη 12η Ολομέλεια.)

Έτσι, τα κείμενα και τα γεγονότα δείχνουν ότι μέχρι τη 12η και από τη 12η Ολομέλεια και μετά υπάρχουν, σε σχέση με το βασικό για την επανάστασή μας πρόβλημα, δύο βασικά διαφορετικές γραμμές. Η μια, η πρώτη είναι γραμμή υποταγής και συνθηκολόγησης μπροστά στην Αγγλία. Η άλλη, η δεύτερη είναι γραμμή που παλινορθώνει τη γενική γραμμή του ΚΚΕ, γραμμή πάλης ενάντια στην Αγγλία, γραμμή που φυσιολογικά κατέληξε στο σύνθημα «να φύγουν οι Άγγλοι απ’ την Ελλάδα». Μια μόλις βδομάδα ύστερα απ’ τη 12η Ολομέλεια, στην απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 4 του Ιούλη 1945 γίνεται για πρώτη φορά λόγος για τις αγγλικές αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, κατοχής. Έπρεπε στις συνθήκες του δεύτερου πολέμου να φωνάζουμε ανοιχτά και να ξεσηκωθούμε ενάντια στην Αγγλία; Όχι. Αυτό θα ’ταν βασικό λάθος. Έπρεπε όμως να ξέρουμε καθαρά και ξάστερα πού τραβά η εξέλιξη, ότι η αντιπαράθεση με την Αγγλία είναι αναπόφευκτη και να προετοιμαζόμαστε ολόπλευρα γι’ αυτήν. Αυτό έλειψε απ’ την πολιτική μας. Αυτού κρύβεται το θεμελιακό λάθος. Αυτό το λάθος το διόρθωσε η 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ.

Μα δεν περιορίζεται σ’ αυτό η διαφορά στη γραμμή του ΚΚΕ μέχρι τη 12η και από τη 12η Ολομέλεια και πέρα.

Ας πάρουμε το ζήτημα της λαϊκής δημοκρατίας. Πριν τη 12η Ολομέλεια δεν υπάρχει καθορισμός του χαρακτήρα, των κινητήριων δυνάμεων και του περιεχομένου της λαϊκής επανάστασης στην Ελλάδα. Δεν ξέρουμε ακόμα ότι κάναμε λαϊκή επανάσταση. Η 12η Ολομέλεια ξεκαθάρισε βασικά σωστά και τα προβλήματα αυτά και το χαρακτήρα της εξουσίας της λαϊκής δημοκρατίας σα δικτατορίας της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού. Η 12η Ολομέλεια αποκατέστησε ολότελα τη γραμμή της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1934).

Στη 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ ο Ζεύγος, εισηγητής του ΠΓ της ΚΕ, περιορίζει «τη λαοκρατική λύση του εσωτερικού προβλήματος» σε τούτα, ουσιαστικά:

«Γι’ αυτό, το ΚΚΕ επιδιώκει να λύσει ο κυρίαρχος λαός το Πολιτειακό με ελεύθερο δημοψήφισμα και ως τότε να μην ξαναγυρίσει στην Ελλάδα ο Γλίξμπουργκ.»

Αυτό είναι όλο. Απίστευτο και όμως έτσι είναι. Ο Ζεύγος στην εισήγησή του κτυπά «ορισμένες τάσεις που καλλιεργήθηκαν για τον προορισμό του ΕΛΑΣ σα δήθεν μελλοντικού στρατού» και καθορίζει ότι:

«Με το σχηματισμό πανεθνικής κυβέρνησης, ο ΕΛΑΣ αυτόματα θα πάψει να ’ναι στρατός του ΕΑΜ, θα φύγουν οι επίτροποι του ΕΑΜ… Το πέρασμα του ΕΛΑΣ από μαχητικό τμήμα του ΕΑΜ σε στρατό της εθνικής κυβέρνησης και η κατάργηση των πολιτικών επιτρόπων είναι αναγνώριση και δυνάμωμα του εθνικού, του λαϊκού χαρακτήρα του ΕΛΑΣ…»

Ο Ζεύγος στην εισήγησή του στη 10η Ολομέλεια παραθέτει ντοκουμέντο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ -και επαναλαμβάνει και το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ με την απόφασή του της 17 του Οκτώβρη 1944- ότι το ΚΚΕ αγωνίζεται «εναντίον κάθε μορφής δικτατορίας». Στην ίδια αυτή απόφασή του το ΠΓ λέει ότι:«0 λαός μας, κάτω από τις σημαίες του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, με ενθουσιασμό χαιρέτισε και φιλοξενεί τμήματα ενόπλων δυνάμεων των συμμάχων που ήρθαν εδώ για να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον του εχθρού που υποχωρεί. Τα γενναία τέκνα της φιλελεύθερης και συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας θα βρουν την πιο θερμή υποδοχή και υποστήριξη από το σύμμαχο, φιλελεύθερο και φιλοπρόοδο ελληνικό λαό.»

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν αντιμετωπίζαμε τους Άγγλους, μα τους βοηθούσαμε με όλη την πολιτική μας. Ο Παρτσαλίδης σήμερα ισχυρίζεται ότι «δεν είναι σωστό πως ο ΕΛΑΣ δεν ήταν σε θέση να πολεμήσει» τους Άγγλους. Τα γεγονότα δείχνουν ότι στην οργάνωση, στη διάρθρωση, στον πολιτικό προσανατολισμό, μα πρώτ’ απ’ όλα στη στελέχωσή του κάναμε στρατό όχι ικανό ν’ αντιμετωπίσει, να πολεμήσει και τους Άγγλους, μα στρατό να εξυπηρετήσει τους Άγγλους. Αυτά δείχνουν τα γεγονότα, η ζωή.

Έτσι καταλήγουμε: Στην πρώτη Κατοχή δεν είχε καθαρή, επιστημονικά θεμελιωμένη πολιτική γραμμή και πολιτική προοπτική.

Το δεύτερο σημείο που χαρακτηρίζει τις βασικές ελλείψεις της πολιτικής ηγεσίας στον πρώτο ένοπλο αγώνα είναι ότι η καθοδήγηση του ΚΚΕ βασικά ήταν αποσπασμένη απ’ το λαό, είχε έρθει σε διάσταση με το λαό. Έτσι, σαν πολιτική ηγεσία στερούσε μόνη της τον εαυτό της από το τόσο γόνιμο και αποτελεσματικό μέσο που είχε-ακούγοντας τη φωνή, τις διαμαρτυρίες, τις αντιρρήσεις, τις διαφωνίες της βάσης, των μαζών- να διορθώσει τα λάθη της, τη γραμμή της.

Ο Στάλιν διδάσκει:

«Η σύνδεση με τις μάζες, το δυνάμωμα αυτής της σύνδεσης, το να ’σαι έτοιμος ν’ ακούς τη φωνή των μαζών, να πού βρίσκεται η δύναμη και το ακατανίκητο της μπολσεβίκικης καθοδήγησης.

Μπορούμε να θεωρήσουμε σαν κανόνα ότι όσο οι μπολσεβίκοι διατηρούν τη σύνδεση με τις πλατιές μάζες του λαού θα ’ναι ακατανίκητοι. Και, αντίθετα φτάνει στους μπολσεβίκους ν’ αποσπαστούν απ’ τις μάζες και να χάσουν τη σύνδεση μ’ αυτές, φτάνει να καλυφθούν απ’ τη γραφειοκρατική σκουριά για να χάσουν κάθε δύναμη και να μεταβληθούν σε τίποτε.»

Έτσι η καθοδήγησή μας δεν κατείχε ένα απ’ τα βασικά γνωρίσματα για τη σωστή, την μπολσεβίκικη πολιτική ηγεσία και καθοδήγηση. Γιατί, τι κάναν οι αγγλικές αποστολές το ’ξερε ο λαός και οι μαχητές. Ξεσηκώθηκαν όλοι ενάντια στο Λίβανο, την Πλάκα, την Καζέρτα και τόσα άλλα. Ο κόσμος ζητούσε να ξεκαθαριστεί η Αντίδραση, να παρθεί η εξουσία στην Αθήνα. Έβλεπε ότι κάνουμε πολύ χοντρά λάθη και ότι δεν πάμε καλά. Όμως τον κόσμο δεν τον ακούγαμε και έτσι δεν μπορούσαμε και να διδαχτούμε απ’ το λαό και να διορθώσουμε τα λάθη μας.

Αν θελήσουμε τώρα να κάνουμε μια αντιπαραβολή για την πολιτική ηγεσία ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη Κατοχή, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, σε αντίθεση με την πρώτη, στη δεύτερη Κατοχή και στο δεύτερο ένοπλο αγώνα η πολιτική ηγεσία, βασικά, ήταν απαλλαγμένη από τα λάθη και τις αδυναμίες της πρώτης. Υπήρχε στέρεη βάση, καθαρή προοπτική και το ΚΚΕ σωστά, στα κύρια συστατικά τους, πρόβλεψε την πορεία και εξέλιξη των γεγονότων.

Μπορούμε να πούμε ότι απ’ τη 12η Ολομέλεια όχι μόνο αποκαταστάθηκε η γενική γραμμή του ΚΚΕ, μα ακόμα γρήγορα με την πολιτική του το ΚΚΕ στην ουσία και στην πράξη διόρθωσε και το λάθος της Συμφωνίας της Βάρκιζας, έστω και αν άργησε και η τυπική ανοιχτή καταδίκη του.

Ώστε δεν έγιναν λάθη; Λάθη έγιναν και μάλιστα σοβαρά και μεγάλα, αυτά όμως δεν επηρέασαν βασικά την ορθότητα της γενικής πολιτικής γραμμής και πορείας στην περίοδο αυτή. Έχουμε στην περίοδο αυτή το θεμελιακό λάθος με τη θέση μας στο Βορειοηπειρωτικό. Πάνω στο λάθος αυτό γίνεται μια πολύ εξογκωμένη προσπάθεια αισχροκέρδειας απ’ τον Παρτσαλίδη, τον Καραγιώργη, τον Αποστόλου. Ας δούμε ξανά την απόφαση του ΠΓ της 1ης του Ιούνη 1945 από πιο κοντά. Θα παραθέσω τρία κομμάτια της που έχουν άμεση σχέση με τη θέση του ΚΚΕ στους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς και με τη Βόρειο Ήπειρο:

«3. Η Αντίδραση χρησιμοποιείτο εθνικό αίσθημα του ελληνικού λαού για να τον παρασύρει και τον διασπάσει. Ανίκανη 100% για μια εσωτερική αναδημιουργία, τον σπρώχνει προς εξωτερικούς τυχοδιωκτισμούς. Το ΚΚΕ είναι απόλυτα αντίθετο προς κάθε βίαιο εξωτερικό τυχοδιωκτισμό που θα έμπλεκε το λαό μας σε περιπέτειες…

  1. Για το Βορειοηπειρωτικό: Το ΚΚΕ αποκρούει μια άμεση βίαιη κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό…»

Και το τρίτο: «Η αντιπροσωπία του ΚΚΕ στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ δηλώνει ακόμα: Για να εξασφαλίσει τη δημοκρατική ενότητα, το ΚΚΕ είναι έτοιμο να δεχτεί και να πραγματοποιήσει την άποψη εκείνη του δημοκρατικού κόσμου για το Βορειοηπειρωτικό που θα διατυπώσει η πλειοψηφία του. Αν η πλειοψηφία αυτή αποφανθεί για μια άμεση στρατιωτική κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό, το ΚΚΕ θα διατυπώσει τις αντιρρήσεις του, μα θα πειθαρχήσει.»

Αυτά είναι τα τρία κομμάτια απ’ την απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ της 1ης του Ιούνη 1945.

Τ ι μας λένε τα τρία αυτά κομμάτια; Ότι, ενώ αρχίζει σωστά η απόφαση, καταλήγει στραβά. Γιατί; Γιατί, ενώ στα δύο πρώτα κομμάτια-όπου γίνεται κυρίως λόγος για τον πόλεμο και τη βίαιη κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου- η θέση είναι σωστή, στο τρίτο κομμάτι, όπου το κέντρο του βάρους μετατοπίζεται στην ανάγκη της διατήρησης της ενότητας του ΕΑΜ, η θέση γίνεται στραβή και ανατρέπει και τις άλλες δύο σωστές διατυπώσεις.

Μειώνει αυτό το πράγμα τη σοβαρότητα του λάθους; Δεν την μειώνει καθόλου. Το εξηγεί όμως. Και η εξήγηση είναι ότι στην πολιτική του ΚΚΕ αυτό το λάθος ήταν τυχαίο και όχι οργανική συνέπεια μιας λαθεμένης γραμμής. Δεν ήταν μια φυσική συνέπεια μιας λαθεμένης πολιτικής. Ήταν ένα παρείσακτο περιστατικό σε μια βασικά σωστή πολιτική. Θέλοντας να αποφύγουμε μια διάσπαση του ΕΑΜ απ’ αφορμή τις δηλώσεις του Ζαχαριάδη που είχαν γίνει μερικές μέρες πριν και που έλεγαν ότι για την Ελλάδα δεν υπάρχει βορειοηπειρωτικό ζήτημα, κάναμε μια απαράδεχτη στραβοτιμονιά. Την ενότητα του ΕΑΜ μπορούσαμε να την δια- φυλάξουμε και αλλιώς, χωρίς να ’ναι ανάγκη να κάνουμε τόσο εξωφρενική δήλωση. Θα ’πρεπε ακόμα να φθάσουμε και σε διάσπαση του ΕΑΜ, παρά να κάνουμε παρόμοια δήλωση. Κίνδυνος όμως για διάσπαση ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Είναι ακόμα στραβά τοποθετημένη και η άποψη «αν η πλειοψηφία αποφανθεί… » γιατί στην ΚΕ του ΕΑΜ οι αποφάσεις παίρνονταν όχι με πλειοψηφία, μα με ομοφωνία και κανένας δεν μπορούσε να μας εξαναγκάσει να πάρουμε αντίθετη απ’ τις αρχές μας απόφαση.

Είναι όμως σωστή η εξήγηση ότι πρόκειται για τυχαίο λάθος; Μήπως πρόκειται για σοφιστεία; Εδώ μπορούν να κρίνουν μόνο τα γεγονότα. Και τα γεγονότα λένε: α) Τέτοιο λάθος δεν ξανάγινε μετά. Ούτε αυτό το λάθος συνεχίστηκε. Αντίθετα, το λάθος αυτό στέκει ξένο, ολότελα αντίθετο προς όλη την πολιτική του Κόμματος πάνω στο ζήτημα αυτό και πριν και μετά από το λάθος, β) Το λάθος αυτό η καθοδήγηση του ΚΚΕ το διόρθωσε γρήγορα. Και σ’ αυτό βοήθησαν και οι φωνές που ήρθαν από κάτω. Σε αχτίφ της ΚΟΑ ο Ζαχαριάδης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι η θέση της απόφασης του ΠΓ της 1 ης του Ιούνη 1945 ήταν λαθεμένη, γ) Το ΚΚΕ, με όλη του τη δράση και με τη δημοσίευση του γράμματος του επιτελικού αξιωματικού που ματαίωσε την απόπειρα για άμεση κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου που ’χαν ετοιμάσει Αγγλοαμερικανοί και μοναρχοφασίστες και με όλη την κατοπινή πολιτική και δράση του, διόρθωσε ουσιαστικά και εξαγόρασε το λάθος του εκείνο.

Ώστε πρέπει να το ξεχάσουμε; Όχι. Τα λάθη δεν ξεχνιούνται. Τα λάθη διορθώνονται ντόμπρα και παστρικά. Και το λάθος εκείνο πρέπει να το θυμόμαστε σα δίδαγμα και μάθημα που θα μας φύλαγε από ανάλογα στραβοπατήματα. Το λάθος πρέπει να το θυμόμαστε. Πρέπει όμως ν’ αποκρούσουμε αποφασιστικά κάθε απόπειρα για φραξιονιστική αντικομματική δημαγωγία και «μαύρη αγορά» γύρω απ’ το λάθος αυτό.

Περνώ σύντομα στο πρόβλημα της στρατιωτικής ηγεσίας είτε, καλύτερα, της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας. Ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα, βίαια μέσα. Ο Στάλιν διδάσκει:

«Τα ζητήματα του πολέμου δεν επιτρέπεται να αποσπώνται απ’ τα ζητήματα της πολιτικής που έκφρασή της είναι ο πόλεμος.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 176.)

Όταν οι αφετηρίες της συνέχισης αυτής είναι λαθεμένες, τότε και αυτή η ίδια δε στέκει καλά. Αυτό το ’δαμε και πιο πάνω. Ο ΕΛΑΣ ούτε σα συγκρότηση, διάρθρωση, ούτε στον πολιτικό προσανατολισμό του, ούτε στη στελέχωση, μα ούτε και στην ταχτική και στρατηγική ανοικοδομήθηκε σαν όργανο της σωστής λαϊκής επαναστατικής πολιτικής. Γι’ αυτό και δεν ανταποκρίθηκε στις ανάγκες μιας τέτοιας πολιτικής, ούτε εξυπηρέτησε τέτοια πολιτική. Αυτό ο Παρτσαλίδης δεν το βλέπει. Και αυτό αποδείχνει ότι ούτε βλέπει, ούτε και καταλαβαίνει και σήμερα ακόμα σωστά τα λάθη και τα σφάλματα στην πρώτη Κατοχή.

Στο δεύτερο ένοπλο αγώνα ο ΔΣΕ βασικά σωστά ανοικοδομήθηκε, συγκροτήθηκε, διαπαιδαγωγήθηκε και γαλουχήθηκε σα λαϊκός επαναστατικός στρατός με ξεκάθαρη πολιτική αποστολή και προσανατολισμό, με στρατηγική και ταχτική που εξυπηρετούσαν την πολιτική αυτή.

Ένα βασικό δίδαγμα πρέπει να βγάλουμε για το ΚΚΕ στον τομέα της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας στις συνθήκες του δεύτερου ένοπλου αγώνα: Στο αποφασιστικό πρόβλημα των γενικών, των στρατηγικών εφεδρειών του ΔΣΕ μείναμε πίσω, χάσαμε την κατάλληλη στιγμή και αυτό το πράγμα είχε αποφασιστική επίδραση στην παραπέρα εξέλιξη του αγώνα, μια και η προδοσία κυρίως του Τίτο στα 1948-1949 και άμεσα και έμμεσα δε μας άφηνε πια τα χρονικά όρια για να λύσουμε πιο δύσκολα και πιο βασανιστικά τώρα το πρόβλημα αυτό.

Το δίδαγμα είναι τούτο: Μπορούμε στα σίγουρα να πούμε ότι, όπου σε μια πράξη, ενέργεια, δράση, οργάνωση, επιχείρηση, αγώνα κλπ., είτε μεγάλο είτε μικρό, δεν υπάρχουν οι απαραίτητες εφεδρείες, εκεί κυριαρχεί το τυχαίο, εκεί φωλιάζει η αποτυχία. Η ύπαρξη εφεδρείας επιτρέπει την ανάληψη και τη διατήρηση της πρωτοβουλίας, δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας επίκεντρων αγώνων, όπου κρίνεται ευνοϊκό και κατάλληλο, κάνει δυνατό να καταφέρεις χτυπήματα και να παρεμβαίνεις στην κατάλληλη στιγμή, αφήνει περιθώρια ανακατατάξεων και ελιγμών.

Η ικανότητα να συγκροτείς και να συγκεντρώσεις εφεδρείες ανθρώπινες και υλικές, να υπολογίζεις πόσες κάθε φορά χρειάζονται και πού, πώς και πότε θα χρησιμοποιηθούν, είναι ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κομμουνιστή ηγέτη και στην πολιτική και στη συνέχισή της, στον πόλεμο. Αυτό το γνώρισμα έλειψε, λόγου χάρη, απ’ τον Βαφειάδη που δεν μπόρεσε ούτε να το συλλάβει, ούτε να το καταλάβει. Και αυτό είχε, στα 1946-1947, αποφασιστική επίδραση και για την όλη κατοπινή εξέλιξη στο νέο ένοπλο αγώνα.

Αυτό το δίδαγμα όλοι μας δεν πρέπει ποτέ να το ξεχάσουμε. Θα μας χρειαστεί. Και πολύ μάλιστα.

Τελείωσα με το ζήτημα της κομματικής ηγεσίας στην πολιτική και στον πόλεμο στους δύο ένοπλους αγώνες.

Τι συμπεράσματα πρέπει να βγάλουμε;

Πρώτο: Πρέπει να μάθουμε να έχουμε και να εφαρμόζουμε πολιτική αρχών, τη μοναδικά σωστή πολιτική που δίνει καθαρή προοπτική και επιτρέπει τη σωστή πρόβλεψη, γιατί στηρίζεται στη μαρξιστική-λενινιστική γνώση των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και της ταξικής πάλης και βασίζεται στην κάθε φορά σωστή ανάλυση και εκτίμηση στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, όλων των σταθμητών και αστάθμητων παραγόντων.

Δεύτερο: Την πολιτική μας, την ορθότητά της, την δοκιμάζουμε στη ζωή. Βασικό στοιχείο για τη δοκιμασία αυτή είναι να συνδεόμαστε με τις μάζες, ν’ ακούμε τη φωνή της εργατιάς, τη φωνή του λαού, να παίρνουμε το γερό και το σωστό που υπάρχει στη φωνή αυτή. Χωρίς σύνδεση με τις μάζες ο κομμουνιστής μένει έξω απ’ τη ζωή, πέφτει έξω.

Τρίτο: Να στεκόμαστε στέρεα, ως το τέλος, χωρίς ταλαντεύσεις, χωρίς υποχωρήσεις στις δυσκολίες της πάλης και στις ξένες επιδράσεις, στη σωστή γραμμή που χαράξαμε.

Τα γεγονότα δείχνουν ότι και κάτω απ’ την πίεση τέτοιων αντικομματικών φραξιονιστικών εχθρικών εκδηλώσεων, επιθέσεων, υπονομεύσεων και συκοφαντιών, όπως του Βαφειάδη ή του Παρτσαλίδη, και σε πολλά ανώτατα στελέχη ακόμα δημιουργούνται ταλαντεύσεις, αιωρισμοί και δισταγμοί για την ορθότητα της κομματικής γραμμής και για τα πρόσωπα που οι φραξιονιστές χτυπάν και υπονομεύουν.

Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί οι σύντροφοι αυτοί παρασέρνονται απ’ την αντικομματική αυτή πίεση και μπροστά της υποχωρούν τα κριτήρια αρχής, τα πολιτικά κριτήρια που αντικαθίστανται με άλλα, όχι κομματικά πολιτικά κριτήρια. Ποια η αιτία γι’ αυτό; Αυτό γίνεται γιατί ορισμένοι σύντροφοι δε θεμελιώνονται σε στέρεο θεωρητικό, μαρξιστικό-λενινιστικό βάθρο. Ποιο το γιατρικό; Ξεπέρασμα στην υποτίμηση της θεωρίας, ακούραστο και αδιάκοπο θεωρητικό βάθεμα, ευθυγράμμιση, συγχρονισμός.

Τέταρτο: Τα λάθη δεν πρέπει να τα ξεχνάμε. Τα λάθη πρέπει να τα λέμε ανοιχτά. Να τα διορθώνουμε ως τον πάτο. Βέβαια, δε χωρά αμφιβολία ότι ο ταξικός εχθρός, μόλις μάθει τις διαφωνίες μας, θα οργιάσει και θα θελήσει να μας βλάψει. Μα ο Στάλιν μάς διδάσκει ότι στις τέτοιες περιπτώσεις «η αρνητική πλευρά καλύπτεται και υπερκαλύπτεται απ’ τη θετική». (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 178.)

Ο αγώνας δεν τελείωσε. Και για να τον συνεχίσουμε και τον αποτελειώσουμε με επιτυχία, πρέπει να διδαχτούμε απ’ τα λάθη μας, μεγάλα και μικρά. Έτσι θα μάθουμε στις νέες συνθήκες να κάνουμε μικρότερα και λιγότερα λάθη. Και αυτό είναι βασικό.

Αλάνθαστο όπλο προς την κατεύθυνση αυτή είναι να κρατάμε πάντα ακονισμένο, εύχρηστο και ετοιμοπόλεμο το όπλο της κριτικής και αυτοκριτικής.

Μα το όπλο της κριτικής και της αυτοκριτικής πρέπει σωστά να το χρησιμοποιούμε. Ο Στάλιν διδάσκει: «Κριτικάρετε τις ελλείψεις…, μα μη διαστρεβλώνετε το σύνθημα της αυτοκριτικής και μην το μετατρέπετε σε όπλο δηλητηρίασης…»

«Αφού απόκρουσε την τροτσκιστική “κριτική” που έρχεται απ’ την άλλη μεριά του οδοφράγματος και που έχει για σκοπό τη δυσφήμηση και το αδυνάτισμα της σοβιετικής εξουσίας, το Κόμμα κήρυξε σαν καθήκον της αυτοκριτικής το ανελέητο ξεσκέπασμα των ελλείψεων στη δουλειά μας για τη βελτίωση της ανοικοδόμησής μας, για το δυνάμωμα της σοβιετικής εξουσίας.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 313.)

Την τέτοια αντικομματική, φραξιονιστική κριτική την αποκρούουμε και μεις και την χτυπάμε. Την κριτική που, για να υπονομεύσει και αδυνατίσει το Κόμμα, για να κλονίσει την εμπιστοσύνη των μελών και την πίστη του λαού, ζητά αναθεώρηση της πολιτικής του ΚΚΕ απ’ το 1931 και ’δώ.

Το ζήτημα αν χειροτέρευσε ή όχι η κατάσταση στο Κόμμα και η πολιτική του ΚΚΕ απ’ το 1945, απ’ τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, δεν είναι ζήτημα προσωπικό, μα πολιτικό που αφορά όλο το Κόμμα, ολόκληρο το κίνημα. Είναι θεμελιακό ζήτημα: Βαδίζουμε σωστά ή βαδίζουμε στραβά, όπως ισχυρίζεται ο Παρτσαλίδης; Στεκόμαστε καλά ή στεκόμαστε στραβά, όπως υποστηρίζει ο Παρτσαλίδης;

Πάνω και σ’ αυτό το ζήτημα θ’ αποφανθεί η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ. Και θα καταλογίσει και τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας του ΚΚΕ στο τελευταίο τετράχρονο.

Γιατί, όμως, στο κέντρο της εξέτασης και στον τομέα αυτόν τοποθετήθηκε πάλι ο Παρτσαλίδης και οι απόψεις του; Γιατί ο Παρτσαλίδης στον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ, όπως διαμορφώθηκε απ’ το 1931, αποτελεί σήμερα την πιο αρνητική αντικομματική εκδήλωση και με τις απόψεις που υποστηρίζει αποτελεί κίνδυνο για την ενότητα και για την παραπέρα πορεία και ανάπτυξη του ΚΚΕ. Γι’ αυτό πρέπει να μελετηθεί ολόπλευρα, σ’ όλες τις εκδηλώσεις του και ν’ αντιμετωπιστεί σωστά. Γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε για να ξανάβρει το σωστό δρόμο.

Ο Παρτσαλίδης διαμορφώνεται σήμερα σαν κλασικό αρνητικό δείγμα κομματικού πολιτικού ηγέτη. Στο αρνητικό αυτό παράδειγμα πρέπει να διδαχτεί το Κόμμα.

Όταν ένας ηγέτης του Κόμματος και του κινήματος έρχεται ύστερα από 25 χρόνια και ομολογεί ότι όλο αυτό το διάστημα φορούσε καφάσια, δίνει ένα παράδειγμα αυτοκαταδίκης που ταίρι του δύσκολο ξαναβρίσκεις. 25 χρόνια καφάσια στην πολιτική! Τώρα μου ’φυγαν τα καφάσια. Και μου τα ’βγάλε ο Βαφειάδης. Γιατί στην ουσία αυτό συμβαίνει, αυτή είναι η αλήθεια.

Έτσι, ύστερα απ’ αυτήν την καθολική εικοσιπεντάχρονη αυτοάρνηση, τι μένει απ’ τον Παρτσαλίδη; Η πολιτική ικανότητα του Παρτσαλίδη -όπως εκδηλώθηκε καθαρά πια απ’ την 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ κι εδώ-περιορίζεται στο να ψάχνει μόνο να βρίσκει υπαρκτά, μα πιο πολύ ανύπαρκτα λάθη και ψεγάδια στους άλλους.

Έχει θετικές πλευρές η ικανότητα αυτή; Έχει, όσο και αν είναι μονόπλευρη, τόσο μονόπλευρη που καταντά απαράδεχτη για κομμουνιστή ηγέτη. Τότε γιατί την απορρίπτουμε; Την απορρίπτουμε γιατί όπως γίνεται δε βοηθά, μα βλάφτει το Κόμμα, στρέφεται ενάντιά του, το χαντακώνει. Την απορρίπτουμε γιατί τα αρνητικά της καλύπτουν τα λίγα θετικά της.

Μα η «ικανότητα» αυτή αμφίβολο είναι αν μπορεί να κρατήσει και να στηρίξει ένα κομματικό μέλος, όχι πια στέλεχος ή ηγέτη. Η «ικανότητα» αυτή, που στην αντικομματική της έκφραση μεταφράζεται σε φραξιονιστική τύφλωση, αποξένωσε τους τελευταίους μήνες τον Παρτσαλίδη ολότελα απ’ τη ζωή, απ’ το Κόμμα, απ’ τον αγώνα και τα προβλήματά του. Τον μετέβαλε σε βιβλιοπόντικα που η μόνη του έγνοια σήμερα είναι να ψάχνει να βρίσκει παντού λάθη… των άλλων. Και κατάντησε να τα βλέπει όλα «λάθος».

Μα η τέτοια απασχόληση είναι η ίδια πια θεμελιακό λάθος που ή διορθώνεται ριζικά ως τον πάτο ή σε ρίχνει σε ξέρες και πας φούντο. Άλλη εκλογή δεν υπάρχει.

  1. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ

Το βασικό για την οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ στα χρόνια της χιτλερο-φασιστικής κατοχής είναι η απομάκρυνση απ’ τις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές. Είναι η εκτροπή απ’ την οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ που έκφραζε βασικά τις αρχές αυτές και που εφαρμόστηκε στο Κόμμα μας απ’ την έκκληση της ΚΔ (Οχτώβρης του 1931) και ’δώ.

Το Κόμμα μας, η θεωρία και η δράση του αποτελούν ενότητα των προγραμματικών του κατευθύνσεων με την πολιτική του γραμμή και την οργανωτική πολιτική του. Χωρίς σωστή πολιτική γραμμή δεν μπορεί να σταθεί σωστή οργανωτική πολιτική. Όπως και δίχως σωστή οργανωτική πολιτική, δίχως σωστή οργανωτική δουλειά χαλάει και η πιο σωστή πολιτική γραμμή. Αυτά διδάσκει ο λενινισμός. Το συμπέρασμα για μας, τώρα που εξετάζουμε τα προβλήματα της οργανωτικής πολιτικής και καθοδήγησης, είναι ότι, μια και στην περίοδο του πρώτου ένοπλου αγώνα είχαμε λαθεμένη βασικά πολιτική, και η οργανωτική πολιτική που απόρρεε από τη γραμμή αυτή δεν μπορούσε να στέκει καλά.

Στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής κατοχής και του πρώτου ένοπλου αγώνα, στην οργανωτική ανάπτυξη και στην οργανωτική πολιτική του ΚΚΕ έχουμε να παρατηρήσουμε δύο πράγματα:

Πρώτο: Το Κόμμα παίρνει μια θυελλώδικη ανάπτυξη. Στην ανάπτυξη αυτή δεν τηρούνται οι μπολσεβίκικες αρχές για την εισδοχή μελών στο Κόμμα, για τον έλεγχο, το κανόνισμα (ρεγουλάρισμα) στην ανάπτυξη του Κόμματος.

Δεύτερο: Δε γίνεται καμιά οργανωμένη και μελετημένη προσπάθεια για να «χωνεύει» ομαλά, να αφομοιώνει οργανικά το Κόμμα τις καινούργιες εκατοντάδες χιλιάδες μέλη που δέχεται στις γραμμές του. Αντίθετα, αντί το Κόμμα να αφομοιώνει τα νέα του μέλη, χάνει το Κόμμα το πρόσωπό του μέσα στη μάζα, παρατηρείται μια πορεία «αυτοδιάλυσης» του Κόμματος μέσα στη μάζα. Το Κόμμα «διαλύεται» μέσα στη μάζα και χάνει έτσι και το «χρώμα» του και τα κύρια συστατικά του.

Όταν μιλάμε εδώ για τις οργανωτικές μας αρχές, δεν πρέπει να κάνουμε σύγχυση με τις μορφές της κομματικής οργάνωσης και τις μεθόδους της δουλειάς του Κόμματος.

«Το Κόμμα του επαναστατικού μαρξισμού αρνιέται στη ρίζα τους τις αναζητήσεις απόλυτα σωστής, κατάλληλης για όλα τα σκαλοπάτια της επαναστατικής πορείας μορφής κομματικής οργάνωσης, καθώς και μεθόδων της δουλειάς. Αντίθετα, η μορφή οργάνωσης και οι μέθοδοι της δουλειάς ολοκληρωτικά καθορίζονται απ’ τις ιδιομορφίες της δοσμένης συγκεκριμένης ιστορικής κατάστασης και από ’κείνα τα καθήκοντα που απορρέουν άμεσα απ’ την κατάσταση αυτή.» (10ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Αποφάσεις.)

Στην περίπτωση όμως που εδώ εξετάζουμε, δεν πρόκειται γι’ αυτό. Όταν λέμε λαθεμένη οργανωτική πολιτική της κομματικής καθοδήγησης στα χρόνια της πρώτης Κατοχής, πρόκειται για άλλο, για το ότι ξεφύγαμε απ’ τις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές.

Εκείνο που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι ότι δεν υπήρχε ενότητα στην κομματική καθοδήγηση και στην εφαρμογή της κομματικής γραμμής. Υπήρχε το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, μα ο ρόλος του ήταν περισσότερο διακοσμητικός και την ουσιαστική καθοδήγηση και το μονοπωλιακό χειρισμό των ζητημάτων τον ασκούσε ο Σιάντος που, τόσο στην ΠΕΕΑ και πολύ περισσότερο στον ΕΛΑΣ, έκανε αυτό που αυτός ήθελε. Σ’ όλο το διάστημα της πρώτης Κατοχής, το ΠΓ της ΚΕ και η ΚΕ του ΚΚΕ δε λειτούργησαν σαν κολεκτιβιστικό ανώτατο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος και του κινήματος. Δεν είναι το ΚΚΕ με την ηγεσία του που κρατά στα χέρια την πολιτική και στρατιωτική καθοδήγηση. Δε φαίνεται το πρόσωπο του Κόμματος. Δεν υπάρχουν ούτε ντοκουμέντα του ΠΓ και της ΚΕ που να πιάνουν, να καθορίζουν την πορεία των γεγονότων. Δεν υπάρχει ούτε μια πολιτική απόφαση του ΠΓ, λ.χ., για τον ΕΛΑΣ, για τα προβλήματά του και για τον πόλεμο που έκανε, για το Λίβανο, για την Καζέρτα. Ούτε για την ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο. Δε βρίσκεις ούτε απόφαση για τα οργανωτικά προβλήματα του ΚΚΕ στην περίοδο του πρώτου ένοπλου αγώνα. Η καθοδήγηση του ΚΚΕ, σαν ανώτατο κολεκτιβιστικό όργανο διεύθυνσης του αγώνα, έλειψε. Αν γινότανε αυτό, αν ακούγονταν τα στελέχη και η φωνή της βάσης, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά μεγάλα λάθη θα προλαβαίνονταν και θα διορθώνονταν και θα ’ταν άλλη η πορεία του αγώνα.

Ας έρθουμε στον καθαυτό οργανωτικό τομέα. Δε λειτούργησε στο Κόμμα η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και εσωκομματικής δημοκρατίας με το βασικό συστατικό γνώρισμά της, την κριτική και αυτοκριτική. Μια και δεν υπήρχε στο ΠΓ ενότητα, δεν υπήρχε ουσιαστικά μονολιθική πολιτική-οργανωτική ενότητα και σ’ ολόκληρο το Κόμμα. Κατά συνέπεια δε λειτούργησε ούτε η κομματική πειθαρχία ούτε στο ανώτατο κομματικό καθοδηγητικό όργανο. Δεν εφαρμόστηκε, ξεχάστηκε το Καταστατικό του Κόμματος. Δεν εφαρμόστηκαν οι κομματικές οργανωτικές αρχές για την εισδοχή νέων μελών στο Κόμμα, για το ρεγουλάρισμα της ανάπτυξης του Κόμματος. Απαράδεχτη παραβίαση της κομματικής ηθικής και της μπολσεβίκικης αδιαλλαξίας ήταν και η απόφαση που έμπαζε στο Κόμμα όλους τους δηλωσίες της μεταξικής δικτατορίας χωρίς περιορισμούς και εξαιρέσεις.

Ο Ζεύγος στην εισήγησή του στη 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1944) έμπασε και τούτο τον περίεργο οργανωτικό «νεωτερισμό»: «Θα πέσουμε έξω αν μετρήσουμε την κομματική ηλικία των τωρινών μελών, όπως την μετρούσαμε άλλοτε!» Σαν αποτέλεσμα της έλλειψης κανονισμού στην ανάπτυξη του Κόμματος, αλλοιώθηκε επικίνδυνα η κοινωνική σύνθεση του Κόμματος.

Στο ίδιο διάστημα αναπτύχθηκε στο Κόμμα η γραφειοκρατία. Η καθοδήγηση αποσπάσθηκε απ’ τη βάση, απ’ τις μάζες και τα προβλήματά τους. Επικράτησαν γραφειοκρατικές μέθοδοι καθοδήγησης. Και αυτό δέσμευε την πρωτοβουλία, καθήλωνε και αιχμαλώτιζε τις δημιουργικές δυνάμεις των στελεχών και της βάσης.

Να τι λέει ο Στάλιν για τη γραφειοκρατία:

«Ο κίνδυνος της γραφειοκρατίας εκφράζεται συγκεκριμένα, πριν απ’ όλα, στο ότι δεσμεύει την ενέργεια, την πρωτοβουλία και την αυτενέργεια των μαζών, κρατά στα χρονοντούλαπα κολοσσιαίες εφεδρείες που κρύβονται στους κόλπους του συστήματος μας, στους κόλπους της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των εφεδρειών αυτών στην πάλη με τους ταξικούς μας εχθρούς.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 110.)

Έτσι, καταλήγουμε πάλι στη διαπίστωση ότι στην περίοδο του πρώτου ένοπλου αγώνα το ΚΚΕ στον τομέα της οργανωτικής πολιτικής και καθοδήγησης παρέκκλινε βασικά απ’ τις υγιείς μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές. Έτσι, το Κόμμα έχασε τον έλεγχο στην πολιτική. Έχασε τα γκέμια απ’ τα χέρια του. Και ακόμα η καθοδήγηση έκοψε τη δυνατότητα ν’ ακούει τη φωνή της βάσης και να μπορεί έτσι να βοηθιέται σοβαρά στο να βλέπει τα λάθη της και να τα διορθώνει.

Στην εκφυγή, στην απομάκρυνση απ’ τις αρχές αυτές βρίσκεται μια απ’ τις βασικές αιτίες για το ότι το ΚΚΕ δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στην ιστορική του αποστολή στις συνθήκες του πρώτου ένοπλου αγώνα, παρά τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες.

Απ’ τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ αρχίζει η ευθυγράμμιση και στον τομέα αυτόν. Αρχίζει η επάνοδος στις μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές, η αναστήλωσή τους στο ΚΚΕ. Και το ΚΚΕ στα χρόνια απ’ τη Βάρκιζα και μετά βασικά ακολούθησε σωστή οργανωτική πολιτική.

Το Κόμμα και η ηγεσία του, σαν ανώτατο κολεκτιβιστικό όργανο, κράτησε στέρεα, γερά, απ’ την αρχή ως το τέλος στα χέρια του την πολιτικοστρατιωτική διεύθυνση του αγώνα, σε στενή επαφή και σύνδεση με τη βάση του Κόμματος και τις μάζες.

Ξαναμπήκαμε στο σωστό δρόμο. Ξαναβρήκαμε, ξαναπιάσαμε το νόημα της μπολσεβίκικης οργανωτικής πολιτικής και καθοδήγησης. Έχουμε ακόμα πολλές ελλείψεις, ανεπάρκειες, αδυναμίες, κενά. Έχουμε ακόμα πολλή δουλειά να κάνουμε. Σε στενή σύνδεση, επαφή και σωστή κομματική αλληλοκατανόηση με τη βάση, χρησιμοποιώντας πάντα κοφτερά το όπλο της κριτικής και αυτοκριτικής, θα προχωρήσουμε μπροστά ξεκόβοντας και ξετινάζοντας κάθε βλαβερό και σάπιο, αντικομματικό και οπορτουνιστικό και στα προβλήματα της οργανωτικής μας πολιτικής.

Η Συνδιάσκεψη θα βάλει ασφαλώς τη σφραγίδα της κι εδώ.

  1. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

Η πιο επίμονη και αυστηρή κριτική που γίνεται τώρα στις τοπικές Συνδιασκέψεις για την καθοδήγηση του Κόμματος αφορά την πολιτική μας στελεχών. Όταν δεν έχεις σωστή πολιτική γραμμή και σωστή οργανωτική πολιτική, δεν μπορείς να ’χεις και σωστή πολιτική για τα στελέχη, γιατί η τελευταία αυτή οργανικά συνδέεται με τις άλλες, αποτελεί τη «φυσική» προέκταση και συμπλήρωσή τους, σχηματίζει μαζί τους ένα ενιαίο οργανικό σύνολο.

Η απομάκρυνση, η παρέκκλιση απ’ τις σωστές, τις μπολσεβίκικες κομματικές οργανωτικές αρχές στον καιρό της χιτλεροφασιστικής κατοχής και του πρώτου ένοπλου αγώνα είχε, ανάμεσα στ’ άλλα, σαν αποτέλεσμα ότι και ο έλεγχος, η κατάρτιση, η προετοιμασία και η προώθηση καινούργιων στελεχών στην κομματική δουλειά ξέφυγε απ’ τα αυστηρά κομματικά πλαίσια. Και τα αρνητικά αποτελέσματα απ’ την πολιτική αυτή εκδηλώθηκαν στις εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, στην περίοδο του δεύτερου ένοπλου αγώνα, κυρίως στις πόλεις, όπου είχαμε πολλά λυγίσματα, λιποταξίες και προδοσίες.

Ειπώθηκε και πιο πάνω ότι η πιο αυστηρή κριτική για την κομματική καθοδήγηση απ’ τα κάτω εκδηλώθηκε στο ζήτημα των στελεχών. Το πιο αδύνατο σημείο μας στην πολιτική των στελεχών βρίσκεται στο ότι ο έλεγχος των στελεχών μας γίνεται σε μας κυρίως απ’ τα πάνω και τις πιο πολλές φορές περιορίζεται σε μια πρόχειρη, βιογραφική εξέταση πάλι απ’ τα πάνω. Ξεχνούμε ότι τα πράγματα και οι καταστάσεις αλλάζουν, ότι μεταβάλλονται και οι άνθρωποι και ότι βασική μέθοδος για τον έλεγχο των στελεχών πρέπει να ’ναι η δοκιμασία στην πράξη, στη ζωή, απ’ τα κάτω, συνεχής και αυστηρή. Έτσι όχι μόνο μπορούμε να έχουμε ζωντανή, φρέσκια κάθε φορά αντίληψη για την πορεία και την εξέλιξη των στελεχών μας, μα και να τα βοηθάμε και να τα φυλάμε από στραβοπατήματα, μια και τα στελέχη μας θα ξέρουν ότι όχι μόνο μπορούν να βρίσκουν πάντα βοήθεια και ενίσχυση, μα και ότι απ’ τα πάνω και απ’ τα κάτω ελέγχονται ανοιχτά και κριτικά, άγρυπνα.

Ο Στάλιν μάς διδάσκει: «Μερικοί σύντροφοι νομίζουν ότι μόνο απ’ τα πάνω μπορείς να ελέγχεις τους ανθρώπους, όταν οι καθοδηγητές ελέγχουν αυτούς που καθοδηγούν απ’ τα αποτελέσματα της δουλειάς τους. Αυτό δεν είναι σωστό. Η εξέταση απ’ τα πάνω, βέβαια, χρειάζεται σαν ένα απ’ τα πραγματικά μέτρα ελέγχου των ανθρώπων και ελέγχου εκπλήρωσης των εντολών. Μα ο έλεγχος απ’ τα πάνω είναι μακριά απ’ το να εξαντλεί όλο το ζήτημα του ελέγχου. Υπάρχει ακόμα και άλλου είδους έλεγχος, ο έλεγχος απ’ τα κάτω, όταν οι μάζες, όταν οι καθοδηγούμενοι ελέγχουν τους καθοδηγητές, σημειώνουν τα λάθη τους και δείχνουν το δρόμο για τη διόρθωσή τους. Αυτό το είδος ελέγχου είναι ένας απ’ τους πιο ουσιαστικούς τρόπους για τον έλεγχο των ανθρώπων…

Το καθήκον συνίσταται στη συνένωση του ελέγχου απ’ τα πάνω με τον έλεγχο απ’ τα κάτω.» (Στάλιν, Για τις ανεπάρκειες της κομματικής δουλειάς, Μάρτης 1937.)

Εμείς πρέπει να παραδεχτούμε ότι με το ζήτημα της κριτικής και του ελέγχου απ’ τα κάτω δε στεκόμαστε καλά. Σωστό είναι ότι το Κόμμα απ’ τη 12η Ολομέλεια και ’δώ ξαναβρήκε το σωστό δρόμο. Το Κόμμα διακήρυξε ότι μία απ’ τις αρχές και μία απ’ τις προϋποθέσεις της εσωκομματικής δημοκρατίας είναι η δραστηριοποίηση της κομματικής βάσης έτσι, που τα μέλη μας, η βάση μας με βάση το κομματικό συμφέρον να παίρνουν ενεργό μέρος στην κομματική ζωή, να λένε τη γνώμη τους, να κριτικάρουν πρόσωπα και πράγματα που δε στέκουν καλά, που παρανομούν. Αυτήν τη γραμμή την βάλαμε. Όμως αυτήν τη γραμμή δεν την κάναμε πραγματικότητα, χτήμα της βάσης. Τι φταίει εδώ; Φταίει το ότι περιοριστήκαμε στο να πάρουμε λίγο-πολύ τυπικά μια απόφαση, χωρίς να δουλέψουμε να της δώσουμε ζωή, ουσιαστικό περιεχόμενο. Φταίει και το ότι πολλά και ανώτατα στελέχη ακόμα παραδέχονται στα λόγια τη γραμμή αυτή, ενώ στη ζωή την διαστρεβλώνουν γραφειοκρατικά και την χαντακώνουν. Δε φτάνει να πεις κάτι σωστό. Πρέπει και να δουλέψεις με τέτοιο τρόπο, που το σωστό αυτό να γίνει χτήμα των μαζών, να γίνει έτσι υλική δύναμη. Το πρόβλημα της δραστηριοποίησης της βάσης έτσι που να παίρνει δραστήριο μέρος στην κομματική ζωή και να καταγγέλλει τα στραβά, να χτυπά τις αυθαιρεσίες, να καυτηριάζει τις σάπιες εκδηλώσεις και να κριτικάρει τα πρόσωπα χωρίς να λογαριάζει τη θέση και το πόστο που κατέχουν, το ζήτημα, δηλαδή, της απελευθέρωσης, της απαγκίστρωσης της δημιουργικής ζωτικότητας και δραστηριότητας της βάσης, των μελών του Κόμματος είναι ένα απ’ τα πιο βασικά, τα πιο επείγοντα προβλήματα της εσωκομματικής ζωής, της κομματικής ανοικοδόμησης, της αποφασιστικής προώθησης στα μπρος όλης της δουλειάς του Κόμματος. Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να σπάσουμε τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Να κατέβουμε στη βάση. Και εκεί με υπομονετική και διαρκή προσπάθεια και δουλειά να πείσουμε το απλό μέλος μας και το κατώτερο στέλεχος μας όχι μόνο ότι η γνώμη του και η προσωπική συμμετοχή και συμβολή του στην κομματική ζωή και δημιουργία είναι κάτι το πραγματικά αναγκαίο και πολύτιμο -όσο μικρό και ασήμαντο αν φαίνεται αυτό- για την όλη κομματική ανάπτυξη και πρόοδο, μα και ότι το Κόμμα πραγματικά ακούει τη φωνή του, ακολουθεί τη σωστή υπόδειξή του, διορθώνει τα στραβά και χτυπά χωρίς αργοπορία και χωρίς συμβιβασμό τα πρόσωπα που παρεκτρέπονται, όσο ψηλά κι αν στέκονται.

Όταν το κατορθώσουμε αυτό -και αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο και απαιτεί μακρόχρονη, ακούραστη δουλειά και προσπάθεια-, θα ’χουμε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά προς την υπερνίκηση όλων των δυσκολιών μας.

Και η Συνδιάσκεψη πρέπει να εγκαινιάσει πραγματική, ουσιαστική στροφή στη ζωή και ανάπτυξη του ΚΚΕ και στον τομέα αυτό. Η τέτοια δραστηριοποίηση της κομματικής βάσης είναι ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μπολσεβικισμού. Το 10ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος (Μάρτης του 1921), που καθόρισε και το πέρασμα απ’ τον «πολεμικό κομμουνισμό» στη νέα οικονομική πολιτική, στην απόφασή του για την κομματική ανοικοδόμηση λέει:

«Αν στην περασμένη περίοδο το Κόμμα έπρεπε να προσανατολίζεται σε άμεσα μαχητικά καθήκοντα σε βάρος των διαπαιδαγωγικών, όμως τώρα η ανύψωση του επιπέδου των μελών του Κόμματος με το ταυτόχρονο τράβηγμά τους στη δραστήρια συμμετοχή στη γενική κομματική ζωή καθίσταται το κεντρικό καθήκον της ημέρας, δίπλα με το δυνάμωμα της επιρροής του Κόμματος πάνω στις εξωκομματικές μάζες, την προσέγγιση μ’ αυτές…»

Το ζήτημα αυτό, όπως είδαμε πιο πάνω, είναι για μας σήμερα πρωταρχικής επικαιρότητας, στην πρώτη γραμμή, φυσικά όχι τόσο για τις παράνομες Κομματικές Οργανώσεις.

Ο Λένιν λέει ότι το βασικό στην οργανωτική δουλειά είναι η επιλογή των ανθρώπων και ο έλεγχος για την εκτέλεση των αποφάσεων που πάρθηκαν.

Βασικά, δηλαδή, το πρόβλημα συγκεντρώνεται στα στελέχη. Αναπτύσσοντας αυτό ακριβώς το ζήτημα της επιλογής και του ελέγχου των στελεχών, ο Στάλιν στέκεται στα παρακάτω τρία σημεία:

«Τι πάει να πει σωστά να διαλέγεις τα στελέχη και σωστά να τα τοποθετείς στη δουλειά;

Αυτό σημαίνει να διαλέγεις τα στελέχη κατά πρώτο με πολιτικό γνώρισμα, αν, δηλαδή, είναι άξια να τα εμπιστευθείς πολιτικά και κατά δεύτερο με το γνώρισμα της δουλειάς, αν κάνουν, δηλαδή, για την τέτοια συγκεκριμένη δουλειά.

Αυτό σημαίνει την αντιμετώπιση του ζητήματος απ’ το κριτήριο της δουλειάς να μην την μετατρέπουμε σε δουλευταρίστικη άποψη, όταν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται με τις δουλευτάρικες ιδιότητες του στελέχους, μα δεν ενδιαφέρονται με την πολιτική τους φυσιογνωμία. Αυτό σημαίνει την πολιτική αντιμετώπιση να μην την μετατρέπουμε στη μοναδική και εξαντλητική (τελειωτική) άποψη, όταν οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την πολιτική φυσιογνωμία των στελεχών, μα δεν ενδιαφέρονται για τις ικανότητές τους στη δουλειά.» (Στάλιν, Για τις ανεπάρκειες στην κομματική δουλειά.)

«Τι πάει να πει να ελέγχεις τα στελέχη, να ελέγχεις την εκτέλεση των οδηγιών;

Να ελέγχεις τα στελέχη σημαίνει να τα ελέγχεις όχι απ’ τις υποσχέσεις και τις δηλώσεις τους, μα απ’ τα αποτελέσματα της δουλειάς τους.

Να ελέγχεις την εκτέλεση των οδηγιών σημαίνει να τα ελέγχεις όχι μόνο στα γραφεία και όχι μόνο απ’ τις τυπικές εκθέσεις, μα πριν απ’ όλα να τα ελέγχεις στον τόπο της δουλειάς με τα ουσιαστικά αποτελέσματα της εκτέλεσης.» (Στο ίδιο μέρος.)

«Τι πάει να πει να διδάσκεις τα στελέχη πάνω στα ίδια τους τα λάθη;

Ο Λένιν δίδασκε ότι το ευσυνείδητο ξεφανέρωμα των λαθών του Κόμματος, η μελέτη των αιτίων που γέννησαν αυτά τα λάθη και ο καθορισμός των δρόμων που είναι αναγκαίοι για να διορθωθούν αυτά τα λάθη είναι ένα απ’ τα πιο σίγουρα μέσα για τη σωστή μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των κομματικών στελεχών, για τη σωστή μόρφωση και διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών. Ο Λένιν λέει:

Ή στάση ενός πολιτικού κόμματος μπροστά στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη των υποχρεώσεών του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος, να βρίσκει τις αιτίες του, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεχτικά τα μέσα της διόρθωσης του λάθους, αυτό είναι το γνώρισμα του σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και έπειτα της μάζας.”

Αυτό σημαίνει ότι υποχρέωση των μπολσεβίκων είναι να μη σκεπάζουν τα λάθη τους, να μην ξεφεύγουν απ’ το ζήτημα των λαθών τους, όπως αυτό συμβαίνει συχνά σε μας, μα η τίμια και ανοιχτή αναγνώριση των λαθών τους, ο τίμιος και ανοιχτός καθορισμός των δρόμων για το διόρθωμα αυτών των λαθών, το τίμιο και ανοιχτό διόρθωμα αυτών των λαθών.» (Στάλιν, στο ίδιο μέρος.)

Τ ο συμπέρασμα για μας πρέπει να ’ναι ότι στο βασικό κρίκο της κομματικής ζωής και ανοικοδόμησης, στο ζήτημα των στελεχών έχουμε να κάνουμε πολλή, δύσκολη, μακρόχρονη προσπάθεια και δουλειά. Πρέπει να δίνουμε στα στελέχη στέρεο θεωρητικό μαρξιστικό-λενινιστικό βάθρο, γερό κάθε φορά πολιτικό εξοπλισμό και σωστό προσανατολισμό, να τα τοποθετούμε στη δουλειά σύμφωνα με τις ικανότητες και την απόδοση που μπορούν να ’χουν στο δοσμένο τομέα και μετά να τα βοηθούμε ολόπλευρα και να τα ελέγχουμε αυστηρά και συστηματικά για να τα βγάζουν πέρα με τη δουλειά που αναθέσαμε σ’ αυτά. Να προωθούμε θαρραλέα τα στελέχη που έχουν ικανότητες και αποδίδουν στη δουλειά. Να ενθαρρύνουμε την καλή, κομματική, δημιουργική πρωτοβουλία. Ακόμα πιο πολύ: Να δημιουργούμε στο Κόμμα τις κατάλληλες συνθήκες όπου η κομματική πρωτοβουλία και η πρωτόβουλη κομματική αυτενέργεια θα βρίσκουν υγιές κλίμα για να τρέφονται και ν’ αναπτύσσονται απεριόριστα, όσο επιτρέπουν οι ικανότητες του κάθε στελέχους και μέλους. Να φροντίζουμε για το αδιάκοπο ιδεολογικοπολιτικό ανέβασμά τους. Να τα προφυλάγουμε με τη συντροφική συμπαράσταση και την αυστηρή κριτική απ’ τα στραβοπατήματα. Να τα μάθουμε να διδάσκονται στα λάθη τους και να τα βλέπουν και να τα διορθώνουν έγκαιρα και ολοκληρωτικά. Να ξεσκεπάζουμε, να χτυπούμε και να βγάζουμε απ’ τη δουλειά -και όταν χρειάζεται και απ’ το Κόμμα- τα σκάρτα, ανίκανα, χαλασμένα στοιχεία που η ζωή και η πράξη δείχνουν πως δε θέλουν και δεν μπορούν να διορθωθούν.

Αυτά μας διδάσκει ο μπολσεβικισμός. Στο στέρεο αυτό βάθρο πρέπει να χτίσουμε την πολιτική μας στελεχών. Μόνο έτσι μπορούμε να μελετάμε καθημερινά τα στελέχη μας, να ξέρουμε πού κάθε φορά στέκονται, πού έφτασαν, προς τα πού προχωρούν, πού σκοντάφτουν, τι ανάγκες έχουν, ποιες δυσκολίες συναντούν, τι εμπόδια βρίσκουν, ποια βοήθεια χρειάζονται. Και όλα αυτά στη ζωή, στην πράξη, στην καθημερινή δουλειά. Όλα τ’ άλλα, παλιά στοιχεία, βιογραφίες κλπ., είναι βέβαια απαραίτητα, μα μόνο σα βοηθητικά μέσα που, όταν περιοριζόμαστε σ’ αυτά, καταντούν στείρα γραφειοκρατία. Δεν πρέπει πίσω απ’ τα χαρτιά να χάνουμε το ζωντανό άνθρωπο, το βασικό κομματικό κεφάλαιο.

Πάνω σ’ αυτήν τη βάση θα διορθώσουμε τα λάθη, τις ανεπάρκειες και τις ελλείψεις μας και στον τομέα της πολιτικής μας των στελεχών. Κλασική αποτυχία στην επιλογή και ανάδειξη ανώτατου στελέχους είναι η περίπτωση με τον Βαφειάδη. Πολλοί σύντροφοι, φυσικά, πέφτουν σε υπερβολή ανεδαφική, όταν προβάλλουν την απαίτηση ότι από τα πριν πρέπει να «μυριζόμαστε» το καλό και το κακό στέλεχος και να παίρνουμε τα μέτρα μας πριν γίνει το κακό. Τέτοιο πράγμα στη ζωή δεν υπάρχει, αν και, όταν έχεις σωστή πολιτική στελεχών, πολλά μπορείς να προλάβεις. Να τα προβλέψεις όμως όλα είναι αδύνατο, γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν πολλές φορές «απαρατήρητα» και τα σπασίματα γίνονται απότομα και το ξεσκέπασμα γίνεται ξαφνικά, όπως είναι η περίπτωση με τον Καραγιώργη. Ακόμα οι άνθρωποι διορθώνονται και έναν που μπορεί να διορθωθεί πρέπει να τον βοηθάμε όσο χωράει και όχι με τα πρώτα στραβοπατήματα να τον βγάλουμε σκάρτο. Τέτοια πολιτική θα ’ταν βασικά λαθεμένη και θα μας οδηγούσε σε σοβαρές ζημιές.

Η περίπτωση όμως του Βαφειάδη δεν είναι απ’ αυτές. Για τον Βαφειάδη υπήρχαν στοιχεία ότι δύο φορές είχε περάσει σοβαρή κρίση και ότι όλη η κομματική του ζωή είναι γιομάτη από αντικομματικές εκδηλώσεις και από «σκοτεινές κηλίδες». Αν όλα αυτά τα παίρναμε υπόψη και συγκεντρώναμε και μελετούσαμε και όλα τα άλλα που από πολλές μεριές τώρα βγαίνουν στη φόρα, θα μπορούσαμε ν’ αποφύγουμε την τέτοια ανάδειξη και προώθηση του Βαφειάδη.

Η αλήθεια είναι ότι εδώ το κύριο φταίξιμο είναι δικό μου, γιατί, παρά το γεγονός ότι άλλοι σύντροφοι πρόβαλαν επιφυλάξεις, εγώ επέμεινα στην τέτοια «δικτατορική» σχεδόν προώθηση. Γιατί ο Βαφειάδης εξελισσότανε πραγματικά προς δικτατορίσκο. Τόσο αέρα είχαν πάρει τα μυαλά του. Ούτε με δικαιολογεί το ότι εγώ πρώτος, όταν κατάλαβα το σπάσιμό του και το λάθος μου, τονε χτύπησα κατακέφαλα.

Η πείρα δείχνει ότι ο σωστός δρόμος στην ανάδειξη της ηγεσίας του ΔΣΕ ήταν αυτός που ακολουθήσαμε όταν έσπασε ο Βαφειάδης. Η κολεκτιβιστική δουλειά, προσπάθεια και καθοδήγηση απ’ το Κλιμάκιο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ.

Σήμερα το ΚΚΕ διαθέτει χιλιάδες πολλές δοκιμασμένα στελέχη. Δοκιμασμένα και στη φωτιά του πολέμου και στην ακόμα πιο δύσκολη παράνομη δουλειά και που κατάκτησαν την αγάπη, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των πλατιών μαζών. Τα στελέχη μας αυτά είναι οι ζωντανοί φορείς της σύνδεσης του ΚΚΕ με το λαό.

Μέσα στη γενική ηθική πώρωση, κατάπτωση και αποσύνθεση που παρουσιάζει ο κόσμος της αμερικανοκρατίας και του μοναρχοφασισμού, το ΚΚΕ προβάλλει σαν ο μόνος φάρος, οδηγός, η μόνη ελπίδα.

Μια βασική προϋπόθεση για ν’ ανταποκριθούμε στις λαϊκές προσδοκίες είναι και σωστά να αξιοποιήσουμε το λαμπρό κεφάλαιο των στελεχών. Και στον τομέα αυτό έχουμε μπροστά μεγάλη και υπεύθυνη δουλειά να κάνουμε και, πρώτ’ απ’ όλα, να παραμερίσουμε και ’δώ ελλείψεις, λάθη και εμπόδια.

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ

Ποια τα κύρια συμπεράσματα που πρέπει να καταλήξουμε ύστερα απ’ την κριτική και αυτοκριτική μελέτη, ανασκόπηση και ανάλυση των προβλημάτων της κομματικής καθοδήγησης στο τελευταίο δεκάχρονο; Τα συμπεράσματα αυτά μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω:

Πρώτο: Το Μπολσεβίκικο Κόμμα μάς διδάσκει ότι: «Η τέχνη της μπολσεβίκικης καθοδήγησης απαιτεί τη γνώση της θεωρίας, δηλαδή των νόμων ανάπτυξης της κοινωνίας, των νόμων ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, της ανάπτυξης της προλεταριακής επανάστασης, της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, και την ικανότητα να χρησιμοποιείς αυτούς τους νόμους στην πραχτική δουλειά.»

Ο Στάλιν διδάσκει ότι, για να καθοδηγείς σωστά, πρέπει να βρίσκεις σωστή απόφαση για το ζήτημα, να οργανώνεις την εκτέλεση της σωστής απόφασης, να οργανώνεις τον έλεγχο της εκτέλεσης αυτής της απόφασης, και όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δίχως την πείρα των μαζών, χωρίς την άμεση βοήθεια των μαζών.

«Να τι πάει να πει όχι μόνο να διδάσκεις τις μάζες, μα και να διδάσκεσαι από τις μάζες.» (Στάλιν.)

Πρέπει να το πούμε καθαρά και ξάστερα ότι όσες φορές πέσαμε έξω στην καθοδήγησή μας είναι γιατί ακριβώς δε συγκεντρώναμε, λίγο είτε πολύ, τις βασικές μπολσεβίκικες προϋποθέσεις για τη σωστή καθοδήγηση. Το καθήκον μας είναι να ευθυγραμμίζουμε με αδιάκοπη και επίμονη δουλειά, απ’ τα πάνω ως τα κάτω, τις προσπάθειες προς τις μπολσεβίκικες απαιτήσεις για τη σωστή καθοδήγηση.

Ο Στάλιν διδάσκει: «Για να μη λαθέψει στην πολιτική, για να μην καταντήσει ένας κούφιος ονειροπόλος, το Κόμμα του προλεταριάτου στη δράση του πρέπει να ξεκινά όχι απ’ τις αφηρημένες “αρχές της ανθρώπινης λογικής”, αλλά από τις συγκεκριμένες συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας που είναι η αποφασιστική δύναμη στην κοινωνική εξέλιξη – όχι απ’ τις αγαθές προθέσεις των “μεγάλων ανθρώπων”, μα απ’ τις πραγματικές ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας.» (Ιστορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ελληνική έκδοση 1948, σελ. 130.)

Κατά συνέπεια, το δικό μας καθήκον είναι να μαθαίνουμε και να χωνεύουμε καρποφόρα το μαρξισμό-λενινισμό.

Δεύτερο: Ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει ότι «η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση». Οι δάσκαλοι μας, οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν, είναι θανάσιμοι αντίπαλοι του στείρου και άγονου δογματισμού. Ο δογματισμός, σαν τις βαριές αλυσίδες, σε δένει χειροπόδαρα, σε κρατά καθηλωμένο στο νεκρό γράμμα και σε κάνει ανίκανο για γόνιμη, δημιουργική, επαναστατική πολιτική. Το καθήκον μας είναι να αφομοιώνουμε διαλεκτικά το μαρξισμό-λενινισμό και να τον εφαρμόζουμε δημιουργικά στις συνθήκες τις δικές μας.

Κήρυκας του δογματισμού στο ΚΚΕ, ύστερα απ’ το 1931, αφού το ΚΚΕ έσπασε το σεχταρισμό του και βγήκε στους ανοιχτούς, μαζικούς επαναστατικούς αγώνες, εμφανίζεται σήμερα ο Παρτσαλίδης. Η θέση του είναι: «Σε καμιά χώρα, νομίζω, δεν υπάρχει παράδειγμα ανάλογο.» Δηλαδή ο Παρτσαλίδης κηρύσσει τη στείρα και άγονη μίμηση και αντιγραφή.

Ο Λένιν διδάσκει: «Περνώντας παντού το ομοιόμορφο, στην ουσία προπαρασκευαστικό σχολειό προς τη νίκη κατά της αστικής τάξης, το εργατικό κίνημα στην κάθε χώρα συντελεί αυτήν την εξέλιξη κατά το δικό του τρόπο.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 228.)

Έτσι ο λενινισμός διδάσκει ότι το παγκόσμιο εργατικό κίνημα, στηριζόμενο στην παγκόσμια θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, μια και αυτή εκφράζει την παγκόσμια κίνηση και εξέλιξη προς την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου, προς τη δικτατορία του προλεταριάτου και το σοσιαλισμό, ταυτόχρονα πρέπει να δει, να υπολογίσει και να εκφράσει τις ιδιομορφίες και τις ιδιοτυπίες στην καθεμιά χώρα και περιοχή. Χωρίς αυτό, δεν υπάρχει δημιουργικός και βιώσιμος μαρξισμός-λενινισμός.

Ο Λένιν μάς διδάσκει: «Εφόσον υφίστανται οι εθνικές και κρατικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς και τις χώρες -και οι διαφορές αυτές θα κρατιούνται ακόμα πολύ και πολύ μακρύ χρόνο, μάλιστα, και μετά την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα-, η ενότητα της διεθνούς ταχτικής του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος όλων των χωρών απαιτεί όχι το παραμέρισμα της ποικιλομορφίας, όχι την εκμηδένιση των εθνικών διαφορών (αυτό είναι παράλογη ονειροπόληση για τη σημερινή στιγμή), μα τέτοια εφαρμογή των βασικών αρχών του κομμουνισμού (σοβιετική εξουσία και δικτατορία του προλεταριάτου) που σωστά θα παράλλασσε αυτές τις αρχές στα επιμέρους ζητήματα (στις λεπτομέρειες), θα τις προσάρμοζε σωστά, θα τις εφάρμοζε στις εθνικές και εθνικοκρατικές διαφορές. Η εξερεύνηση, η μελέτη, η έρευνα, το μάντεμα, το πιάσιμο του εθνικά ιδιαίτερου, του εθνικά ειδικού στις συγκεκριμένες ενέργειες κάθε χώρας για τη λύση του ενιαίου διεθνούς καθήκοντος, για τη νίκη κατά του οπορτουνισμού και του αριστερού δογματισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, για την ανατροπή της αστικής τάξης, για την εγκαθίδρυση της σοβιετικής δημοκρατίας και της προλεταριακής δικτατορίας, να πού βρίσκεται το κύριο καθήκον στην ιστορική στιγμή που περνάν όλες οι πρωτοπόρες (και όχι μόνον οι πρωτοπόρες) χώρες.»(Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 229.)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Παρτσαλίδης με τον αρτηριοσκληρωμένο δογματισμό του έρχεται σε ριζική διάσταση με το μαρξισμό-λενινισμό. Αν άκουγε τον Παρτσαλίδη το ΚΚΕ, ποτέ δε θα ’βγαίνε απ’ το σεχταρισμό και την απομόνωση που το έδερναν πριν το 1931. Το ΚΚΕ ποτέ δε θα συνελάμβανε την ιδιομορφία που διακρίνει την Ελλάδα σα χώρα με μέση κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, με σημαντικά μισοφεουδαρχικά υπολείμματα στο χωριό, μα και με σημαντική εξάρτηση απ’ το ξένο κεφάλαιο. Το ΚΚΕ δε θα συνελάμβανε το ιδιόμορφο, το ειδικά ελληνικό ιδεολογικό εποικοδόμημα της ιδιομορφίας αυτής, τη Μεγάλη Ιδέα. Έτσι, θα ’μασταν ανίκανοι για μια ζωντανή ελληνική κομμουνιστική πολιτική. Και για το ΚΚΕ θα σήμαινε φυτοζώηση και μαρασμό. Φυσικά, ούτε την πολιτική ενότητα στο χωριό, που εξασφαλίζει στις δικές μας συνθήκες τη λενινιστική, την επαναστατική εργατοαγροτική συμμαχία, θα πραγματοποιούσαμε. Ούτε ο Ζαχαριάδης θα ’πρεπε να κάνει το γράμμα του το 1940 κτλ. κτλ. Δηλαδή δε θα ’χαμέ ζωντανή, δημιουργική, καρποφόρα κουκουέδικη πολιτική.

Να γιατί για μας η πάλη ενάντια στο δογματισμό είχε και έχει πρωταρχική σημασία. Να γιατί αποκρούουμε ριζικά και αποφασιστικά την αντικομματική θέση του Παρτσαλίδη.

Τρίτο: Αν στην περίοδο της πρώτης Κατοχής η κομματική καθοδήγηση δε λειτούργησε σαν κολεκτιβιστικό καθοδηγητικό όργανο και έτσι δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στον προορισμό της, είναι και γιατί έλειψε απ’ τα μέλη της η κομματικότητα στη συναίσθηση της ευθύνης και η μπολσεβίκικη πολιτική τόλμη. Αυτό σμπαράλιασε και την ενότητα και την πειθαρχία στο ανώτατο κομματικό καθοδηγητικό όργανο και σε επέκταση και στο Κόμμα ολόκληρο. Η καθοδήγηση

του Κόμματος δεν είχε σωστή συναίσθηση της κομματικής ευθύνης όχι μόνο για την πολιτική και τη διεύθυνση του αγώνα, μα ούτε και για την ήττα και το χάσιμο της επανάστασης.

Κάνει πολλές φορές κατάπληξη το ότι δε βρίσκεις το συναίσθημα της ευθύνης για τόση μεγάλη ζημιά που έγινε. Εδώ εκδηλώνεται μια απαράδεχτη «περιφρόνηση» προς τη βάση και τη μάζα. Και το χειρότερο είναι ότι επικράτησε, ιδιαίτερα στην 11η Ολομέλεια, ένα είδος αλληλοσυγκάλυψης και αλληλοκάλυψης ευθυνών. Ένα δεύτερο είναι ότι από πολλά καλά, υγιή στελέχη μας έλειψε η τόλμη να πουν καθαρά και ανοιχτά τη γνώμη τους, ας είναι και για το μικρό κομμάτι της αλήθειας που έβλεπαν ή διαισθάνονταν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κανένα στέλεχος μας δεν μπορεί να σταθεί κομματικά αν δεν έχει την κομματικότητα στη συναίσθηση της ευθύνης και για την παραμικρή πράξη του, αν είναι δισταχτικό, αν δεν έχει τόλμη.

Σήμερα στο Κόμμα ο Παρτσαλίδης ξεσπαθώνει κήρυκας της πολιτικής ατολμίας και διστακτικότητας. Θέλει να μπολιάσει και να μεταφυτεύσει στο Κόμμα τη δική του πολιτική ατολμία που στην ουσία δείχνει την έλλειψη πολιτικής σταθερότητας και αποφασιστικότητας, τη διστακτικότητα και το πελάγωμα που τον πιάνουν κυρίως στις δύσκολες στιγμές, στις κρίσιμες καμπές. Είναι σήμερα γνωστό ότι ο Παρτσαλίδης πέρασε πελάγωμα και κρίση και άλλες φορές, όπως, λόγου χάρη, το Δεκέμβρη του 1944. Αν τότε αυτό το πράγμα, σε αντίθεση με σήμερα, δεν εκδηλώθηκε πολιτικά και δε βγήκε στη φόρα, είναι γιατί με την ανευ- θυνολογία και το ανεξέλεγκτο που επικρατούσε τότε στην καθοδήγηση του Κόμματος ο Παρτσαλίδης δεν ήταν υποχρεωμένος να πάρει πολιτική θέση, να ξεκαθαρίσει τη θέση και τη στάση του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα και έτσι η θολούρα και η κρίση του εκείνη δεν πήραν τη μορφή πολιτικής πράξης, όπως σήμερα που δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, και περιορίστηκαν τότε μόνο στο πεδίο της ατομικής, της προσωπικής του ζωής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν μπορεί να σταθεί κομματική καθοδήγηση αν δεν ξεριζώσει τα απαράδεχτα δαιμόνια που πάει να μας μπάσει ο Παρτσαλίδης. Ο Στάλιν προβάλλει σα ξεχωριστά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στη μεγαλοφυΐα του Λένιν «την καταπληκτική “φαεινότητα” των συνθηκών ταχτικής και την “ίλιγγιώδικη” τόλμη των επαναστατικών συλλήψεων του Λένιν».

Το ΚΚΕ πρέπει, φυσικά, να απορρίψει το υπόδειγμα που μας συσταίνει για μίμηση ο Παρτσαλίδης και να δουλεύει, να πλησιάζει στο πρότυπο που μας προσφέρουν οι Λένιν και Στάλιν.

Τέταρτο: Βασικό κενό στην καθοδήγηση του ΚΚΕ στην πρώτη Κατοχή ήταν η ολότελη έλλειψη κριτικής και αυτοκριτικής. Αυτό στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο να μη δούμε τα λάθη μας, να μην ακούμε τις διαμαρτυρίες της βάσης, να μην μπορέσουμε να τα διορθώσουμε. Κάτω απ’ την έλλειψη αυτή κρύφτηκαν, καλύφθηκαν και επέζησαν ύποπτα και ανίκανα στοιχεία, όπως ο Σιάντος και ο Βαφειάδης, μετεωρούμενα και ταλαντευόμενα, όπως ο Παρτσαλίδης.

Σήμερα όλα τα αντικομματικά στοιχεία πάνε να καλυφθούν κάτω απ’ τη σημαία της κριτικής και αυτοκριτικής. Ο Βαφειάδης, που με το αυταρχικό και ετσιθελικό καθεστώς που δημιουργούσε πάντα γύρω του προάλειφε τον εαυτό του για σατράπη και δικτατορίσκο στο Κόμμα, ομολογεί ότι βασική μέθοδο για ν’ ανεβεί θεωρεί το ξεσκόνισμα, το λιβάνισμα, την κολακεία, που όμως δε βρήκαν πέραση στο Κόμμα, που τον ξεσκέπασε. Και επικαλείται τώρα την εσωκομματική δημοκρατία που αυτός την καταλάβαινε και την εφάρμοζε μόνο σα δικτατορία. Και ο Παρτσαλίδης διαπιστώνει έλλειψη αυτοκριτικής. Η Χρύσα έλλειψη κολεκτιβιστικότητας. Ο Αποστόλου με τον Καραγιώργη καταδικάζουν την ομοφωνία και τη μονολιθικότητα στο Κόμμα και την εξηγούν σαν έλλειψη ελευθερογνωμίας.

Φυσικά, στο Κόμμα δεν μπορεί να υπάρχει δικαίωμα κριτικής, δημοκρατία και ελευθερογνωμία για τους εχθρούς του Κόμματος, για τα αντικομματικά στοιχεία που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την κριτική και τη δημοκρατία για να βλάψουν, για να χτυπήσουν, για να διαλύσουν το Κόμμα.

Να τι μας διδάσκει ο Στάλιν: «Φλυαρούν για τη δημοκρατία. Μα τι είναι δημοκρατία στο Κόμμα; Δημοκρατία για ποιον; Αν με τη δημοκρατία καταλαβαίνουν την ελευθερία για μερικούς αποσπασμένους απ’ την επανάσταση διανοούμενους να φλυαρούν δίχως τέλος, να ’χουν το έντυπο όργανό τους κλπ., τότε τέτοια “δημοκρατία” δε μας χρειάζεται, γιατί είναι δημοκρατία για μια μηδαμινή μειοψηφία που σπάει τη θέληση της τεράστιας πλειοψηφίας.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 10, σελ. 327.)

Το Κόμμα μας παράλληλα πρέπει να αποκλείσει αποφασιστικά κάθε απόπειρα που πάει να πνίξει ή να περιορίσει τη γερή κριτική και αυτοκριτική, κάθε προσπάθεια, στο όνομα δήθεν της προφύλαξης του Κόμματος, να παρεμποδιστεί η υγιής κριτική της βάσης και των στελεχών, κάθε τάση να θεωρείται η χρησιμοποίηση της κριτικής και της αυτοκριτικής σαν κάτι το επεισοδιακό, το πρόσκαιρο και εφήμερο.

Ο Στάλιν μάς διδάσκει:« Η αυτοκριτική είναι αναφαίρετο και διαρκώς σε δράση όπλο στο οπλοστάσιο του μπολσεβικισμού, αδιάρρηκτα δεμένο μ’ αυτήν τη φύση του μπολσεβικισμού, με το επαναστατικό του πνεύμα.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 11, σελ. 128.)

Τέτοιο πρέπει να το κρατάμε και στο ΚΚΕ το όπλο της αυτοκριτικής και της κριτικής αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε την κατάσταση που ’χαμε στο Κόμμα και στην καθοδήγησή του στην πρώτη Κατοχή.

Πέμπτο: Απ’ το Κόμμα και την καθοδήγησή του έλειψε στον πρώτο ένοπλο αγώνα ολότελα η επαναστατική επαγρύπνηση. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί ότι το ΚΚΕ, το κίνημα, τον ΕΛΑΣ τ’ αφήσαμε άφραχτα μαντριά όπου αλώνιζαν οι πράκτορες του εχθρού, οι Άγγλοι κατάσκοποι. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το ότι, αν και υπήρχαν ένα σωρό στοιχεία, δεν αντιμετωπίστηκε κομματικά σωστά το ζήτημα του Γ. Σιάντου. Το λιγότερο που μπορούσε να γίνει είναι να κρατούσε η καθοδήγηση του Κόμματος κάτω από διαρκή πολιτικό και οργανωτικό έλεγχο όλη τη δουλειά και τις ενέργειες του Σιάντου, ασκώντας αυτό κολεκτιβιστικά την ηγεσία. Μόνο πολιτική μυωπία μπορεί να εξηγήσει τέτοια απαράδεχτη για κομμουνιστή ηγέτη επιπολαιότητα.

Η ιστορία του ΚΚΕ διδάσκει αδιάψευστα ότι δεν υπάρχει περίοδος στην ύπαρξή του που ο ταξικός εχθρός, η Ασφάλεια, το Γ ενικό Επιτελείο Στρατού, οι Άγγλοι και Αμερικανοί ιμπεριαλιστές να μην είχαν και να μην προσπαθούσαν να ’χουν τους πράκτορές τους στο ΚΚΕ, στα ανώτερα και ανώτατα στελέχη του. Και αυτό γιατί δεν έχουν στην Ελλάδα άλλον τόσο ανειρήνευτο και ως το τέλος συνεπή αντίπαλο. Όποιος το ξεχνά αυτό και για ένα λεπτό ακόμα, αυτός μόνο ζημιά κάνει στο Κόμμα. Όταν η επαναστατική επαγρύπνηση αδρανεί, όταν παραβιάζονται οι μπολσεβίκικες οργανωτικές αρχές, τότε διευκολύνεται το έργο του εχθρού να χτυπηθεί το Κόμμα, το φρούριο απ’ τα μέσα.

Ο Στάλιν, στα πρώτα του ακόμα έργα, μας διδάσκει ότι, ενώ ο ταξικός εχθρός χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να διαφθείρει και πολιτικά να σκοτώσει τη δράση των μαζών, εμείς «πρέπει να επαγρυπνούμε εξαιρετικά και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Κόμμα μας είναι φρούριο που οι πόρτες του ανοίγουν μόνο για τους δοκιμασμένους». (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 1, σελ. 67.)

Αντίθετα μ’ αυτήν τη σταλινική θέση, εμείς είχαμε ανοίξει τις πόρτες του Κόμματος και μαζεύαμε τον κόσμο και όχι μόνο τον κόσμο, μα και πολιτικάντηδες, τυχοδιώκτες, ύποπτους κλπ., με τις καμπάνες να μπουν στο ΚΚΕ. Είναι αυτονόητο ότι ο εχθρός επωφελείται από τέτοιες περιστάσεις και μπάζει τους πράκτορές του στο Κόμμα.

Η μπολσεβίκικη επαναστατική επαγρύπνηση είναι θεμελιακή αρχή του μπολσεβικισμού και βασικός και απαραβίαστος νόμος για το ΚΚΕ. Για να ’ναι πετυχημένη η επαγρύπνηση αυτή, πρέπει να στηρίζεται στη μάζα των μελών του Κόμματος, στη μάζα των επαναστατών εξωκομματικών εργατών και εργαζομένων. Εκεί που και απ’ το πιο έξυπνο και άγρυπνο μάτι του ενός ή των δέκα ξεφεύγει και δεν μπορεί παρά να ξεφύγει κάτι, είναι πολύ πιο δύσκολο να ξεφύγει απ’ το μάτι των εκατό και των χιλίων. Φτάνει μόνο την επαναστατική επαγρύπνηση, σαν απαραίτητο και ζωτικό εφόδιο στην ταξική πάλη, να την κάνουμε πίστη και συνείδηση για τα μέλη μας και τους οπαδούς μας. Να τους πείθουμε, δηλαδή, με αδιάκοπη συστηματική δουλειά μέσα στη ζωή, με την ίδια τους την πείρα, ότι δεν μπορούμε, χωρίς να ’μαστέ γεροί και σφιχτοδεμένοι και στον τομέα της μπολσεβίκικης επαγρύπνησης, δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς να το πληρώσουμε πολύ ακριβά και αφού μάθουμε και να επαγρυπνούμε ακοίμητα, με έναν εχθρό που χρησιμοποιεί ενάντιά μας κάθε ατιμία, κάθε υπουλότητα, κάθε μπαμπεσιά, οποιοδήποτε έγκλημα.

Η επαγρύπνηση όπως στον πόλεμο έτσι και στην ταξική πάλη είναι σιδερένιος νόμος. Και όσο προχωράμε προς τα πάνω τόσο πρέπει να ’μαστέ πιο άτεγκτοι, γιατί αυτό είναι για το Κόμμα μας ζήτημα ζωής ή θανάτου. Κανένας δεν μπορεί να δυσανασχετεί όταν το Κόμμα άγρυπνά. Αυτό μόνο εχθρός και ύποπτος το κάνει. Και μπροστά σε κανένα δεν επιτρέπεται να δείχνουμε συγκαταβατικότητα και ανεκτικότητα. Χωρίς προκατάληψη, μα με μπολσεβίκικη αδιαλλαξία και ψυχραιμία πρέπει να μελετάμε και να εξετάζουμε κάθε περίπτωση, κάθε στοιχείο, και το πιο παραμικρό. Και όσο προχωράμε προς τα πάνω τόσο πιο αυστηροί πρέπει να ’μαστέ. Ο Στάλιν διδάσκει: «Είναι ανάγκη να τσακίσουμε και να απορρίψουμε μακριά κάθε άλλη σάπια θεωρία που λέει ότι δήθεν δεν μπορεί να ’ναι εχθρός εκείνος που δεν κάνει πάντα κακό και εκείνος που έστω και κάποτε δείχνει επιτυχίες στη δουλειά του.

Αυτή η παράξενη θεωρία φανερώνει την απλοϊκότητα των δημιουργών της. Ούτε ένας εχθρός δε θα κάνει όλο τον καιρό κακό, αν δε θέλει να ξεσκεπαστεί στο πιο σύντομο διάστημα. Αντίθετα, ο πραγματικός εχθρός πρέπει από καιρό σε καιρό να δείχνει επιτυχίες στη δουλειά του, γιατί αυτό είναι το μοναδικό μέσο για να διατηρηθεί σαν εχθρός, να μπει στην εμπιστοσύνη και να συνεχίσει την εχθρική δουλειά του.» (Στάλιν, Για τις ανεπάρκειες στην κομματική δουλειά.)

Εμείς ξέρουμε και απ’ την πείρα μας ότι ο προβοκάτορας, ο εχθρός, ο χαφιές, για να προχωρήσει στο Κόμμα, για ν’ ανέβει πιο ψηλά απ’ όπου θα μπορεί να κάνει πιο πολλή ζημιά, δουλεύει δραστήρια και παρουσιάζει επιτυχίες. Και φυσικά, όσο πιο ψηλά ανεβαίνει τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται.

Ο Στάλιν διδάσκει: «Για να γίνει βρομιά και ζημιά δε χρειάζεται διόλου μεγάλος αριθμός ανθρώπων. Για να χτίσεις το Ντνιεπροστρόι πρέπει να βάζεις μπρος δεκάδες χιλιάδες εργάτες. Μα για να το ανατινάξεις, γι’ αυτό χρειάζονται ίσως μερικές δεκάδες ανθρώπων, όχι παραπάνω. Για να κερδίσεις μια μάχη στον πόλεμο, γι’ αυτό μπορεί να χρειαστούν μερικά σώματα κόκκινων φαντάρων. Μα για να χαντακώσεις αυτό το κέρδος στο μέτωπο, γι’ αυτό φτάνουν μερικοί κατάσκοποι κάπου στο επιτελείο στρατιάς είτε ακόμα στο επιτελείο μεραρχίας, που μπορούν να κλέψουν το σχέδιο επιχειρήσεων και να το δώσουν στον αντίπαλο. Για να χτίσεις μεγάλη σιδηροδρομική γέφυρα, χρειάζονται χιλιάδες άνθρωποι. Για να την ανατινάξεις, θα ’φταναν μερικοί άνθρωποι.» (Στο ίδιο μέρος)

Μόνο η επαγρύπνηση και η μπολσεβίκικη συνωμοτικότητα μας επιτρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε τον εχθρό και όταν κατορθώσει να μπει στο επιτελείο.

Να τι λέει σχετικά ο Λένιν: «Το χειρότερο ήταν ότι στα 1912 στην ΚΕ των Μπολσεβίκων μπήκε προβοκάτορας ο Μαλινόφσκι. Χαντάκωσε δεκάδες και δεκάδες απ’ τους καλύτερους και τους πιο αφοσιωμένους συντρόφους ρίχνοντάς τους στα κάτεργα και επιταχύνοντας το θάνατο πολλών απ’ αυτούς. Αν δεν έκανε ακόμα πιο μεγάλο κακό είναι γιατί σε μας ήταν σωστά στημένος ο συνδυασμός της νόμιμης με την παράνομη δουλειά. Για ν’ αποχτά την εμπιστοσύνη μας ο Μαλινόφσκι σα μέλος της ΚΕ και βουλευτής στο κοινοβούλιο, ήταν υποχρεωμένος να μας βοηθά να βγάζουμε νόμιμες καθημερινές εφημερίδες που ξέραν και κάτω απ’ τον τσαρισμό να διεξάγουν αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό των μενσεβίκων, να διδάσκουν τις βάσεις του μπολσεβικισμού με μορφή κατάλληλα σκεπασμένη. Με το ένα χέρι στέλνοντας στα κάτεργα και στο θάνατο δεκάδες και δεκάδες απ’ τους καλύτερους παράγοντες του μπολσεβικισμού, ο Μαλινόφσκι με το άλλο το χέρι ήταν υποχρεωμένος να βοηθάει στη διαπαιδαγώγηση δεκάδων και δεκάδων χιλιάδων νέων μπολσεβίκων με το νόμιμο Τύπο.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 191-192.)

Είναι κι αυτό ένα σοβαρό δίδαγμα για μας, ιδιαίτερα στις σημερινές δύσκολες στιγμές που χτίζουμε παράνομη οργάνωση όπου η μπολσεβίκικη πείρα μάς είναι πολύτιμη. Οι μπολσεβίκοι ξέρουν και τους προβοκάτορες ακόμα να τους αναγκάζουν να προσφέρουν πιο πολλά θετικά, παρά ζημιές.

Έχουμε πάθει μεγάλες ζημιές, περνάμε δύσκολη περίοδο. Έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε έναν πολυκέφαλο και πάνοπλο εχθρό. Η υποτίμηση, η χαλάρωση, οι παραβιάσεις στον τομέα της επαγρύπνησης, και στον πιο μικρό βαθμό, αποτελούν ασυγχώρητο έγκλημα.

Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει και απ’ την πρόσφατη ιστορία μας.

Έκτο: Σοβαρά συμπεράσματα και διδάγματα πρέπει να βγάλουμε απ’ την αποτυχία στην οργανωτική πολιτική στον καιρό του πρώτου ένοπλου αγώνα. Χωρίς σωστή οργανωτική δουλειά δεν μπορεί να σταθεί και η καλύτερη πολιτική γραμμή.

Ο Στάλιν διδάσκει: «Αφού δοθεί η σωστή γραμμή, αφού δοθεί σωστή λύση στο ζήτημα, η επιτυχία της υπόθεσης εξαρτιέται απ’ την οργανωτική δουλειά, απ’ την οργάνωση της πάλης για την εφαρμογή στη ζωή της γραμμής του Κόμματος, απ’ τη σωστή επιλογή των ανθρώπων, απ’ τον έλεγχο της εφαρμογής των αποφάσεων των καθοδηγητικών οργάνων. Χωρίς αυτό, η σωστή γραμμή του Κόμματος και οι σωστές αποφάσεις κινδυνεύουν να πάθουν σοβαρή ζημιά. Ακόμα περισσότερο: Αφού δοθεί η σωστή πολιτική γραμμή, η οργανωτική δουλειά τα κρίνει όλα, μαζί και την τύχη της ίδιας της πολιτικής γραμμής, την εκτέλεση ή το χαντάκωμά της.» (Ζητήματα λενινισμού, 11 η έκδοση, σελ. 476-477.)

Αυτό ακόμα πιο πολύ ισχύει για τις συνθήκες της παράνομης δουλειάς όπου, δίχως γερή παράνομη οργάνωση, καλά συνωμοτισμένη και ακοίμητα άγρυπνη, δεν μπορεί να κάνει τίποτε ή σχεδόν τίποτε.

Ο Στάλιν έτσι καθορίζει τις επιδιώξεις της οργανωτικής πολιτικής:

«1. Να προσεγγίζει την οργανωτική δουλειά στις απαιτήσεις της πολιτικής γραμμής του Κόμματος.

  1. Να σηκώνει την οργανωτική καθοδήγηση ως το ύψος της πολιτικής καθοδήγησης.
  2. Να πετυχαίνουμε ώστε η οργανωτική καθοδήγηση να εξασφαλίζει πλέρια την εφαρμογή στη ζωή των πολιτικών συνθημάτων και αποφάσεων του Κόμματος.» (Ζητήματα λενινισμού, 11η έκδοση, σελ. 483.)

Καθήκον δικό μας είναι να βελτιώνουμε αδιάκοπα την οργανωτική μας δουλειά, ώστε να πλησιάζει όσο μπορεί πιο πολύ στις απαιτήσεις της μπολσεβίκικης οργανωτικής πολιτικής.

Έβδομο: Η σωστή οργανωτική δουλειά προϋποθέτει σιδερένια πειθαρχία στο Κόμμα. Η Κομμουνιστική Διεθνής στα 1920, στους «Όρους για την εισδοχή στην ΚΔ», ζητούσε να υπάρχει στα ΚΚ σιδερένια πειθαρχία.

Ο Λένιν λέει: «Κατά πάσα πιθανότητα, τώρα σχεδόν ο καθένας βλέπει ότι οι μπολσεβίκοι δε θα κρατιόντουσαν στην εξουσία όχι 2 1/2 χρόνια, μα και 21/2 μήνες χωρίς την αυστηρότατη, στ’ αλήθεια, σιδερένια πειθαρχία στο Κόμμα μας…» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 173.)

«Όποιος, ας είναι και λίγο, αδυνατίζει τη σιδερένια πειθαρχία του Κόμματος του προλεταριάτου (ιδιαίτερα στον καιρό της δικτατορίας του), αυτός ουσιαστικά βοηθάει την αστική τάξη ενάντια στο προλεταριάτο.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 191.)

Εμείς χτίζουμε νέου τύπου, μπολσεβίκικου τύπου Κόμμα, για πρότυπό μας έχουμε το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Το ΚΚΕ, σαν πρωτοπόρο οργανωμένο τμήμα, η ανώτερη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης και του άλλου εργαζόμενου λαού, για να εκπληρώνει την αποστολή του χρειάζεται αδιάσπαστη, μονολιθική ενότητα θέλησης και δράσης, που προϋποθέτει σιδερένια πειθαρχία. Όποιος υποσκάπτει και διασπά τη μονολιθικότητα και την πειθαρχία του Κόμματος, αυτός, είτε το θέλει είτε όχι, είναι εχθρός.

Και σ’ αυτήν την μπολσεβίκικη θέση ο Παρτσαλίδης αντιπαραθέτει «καινά δαιμόνια». Ο Παρτσαλίδης αγνόησε, περιφρόνησε το Κόμμα του και, χωρίς να πει τίποτε στο Κόμμα, ξεσήκωσε ενάντιά του πραγματικό ρεμπελιό. Ο Παρτσαλίδης δε γνωρίζει το Κόμμα, τη βάση του. Δεν είχε εμπιστοσύνη όχι μόνο στην ηγεσία του ΚΚΕ, μα ούτε και στα μέλη του Κόμματος. Κι αυτό γιατί δεν πίστευε ότι το Κόμμα, η βάση του μπορούν να δουν σωστά, μπορούν να καθορίσουν, να ’χουν σωστή γραμμή.

Και στην ουσία ο Παρτσαλίδης συμφωνεί με τον Καραγιώργη, που σ’ αυτόν η έλλειψη εμπιστοσύνης στο Κόμμα είναι φόβος και τρομάρα και που την εκφράζει με την ορολογία πωρωμένου προβοκάτορα: «Κομματική Συνδιάσκεψη δεν έχει καμιά έννοια γιατί… θα επικυρώσει αναγκαστικά ό,τι σάπιο υπάρχει»- «το Κόμμα είναι μόνο κάτω», όχι οι δεκάδες χιλιάδες μαχητές και πολεμιστές μας. Μόνο χαφιές μπορεί έτσι να βρίζει, γιατί τρέμει την ετυμηγορία του Κόμματος. Μήπως και ο Παρτσαλίδης δεν τρομοκρατήθηκε και ζήτησε την παραμονή της σύγκλησής της να μη γίνει η 7η Ολομέλεια γιατί φοβότανε την απόφασή της; Δε δείχνει αυτό έλλειψη εμπιστοσύνης στην ΚΕ και στο Κόμμα; Πάντως αυτού ο Παρτσαλίδης δικαιώθηκε πέρα για πέρα: Είδε σωστά ότι το Κόμμα δεν μπορεί να παρασυρθεί στο γκρεμό που το έσερνε και γι’ αυτό δεν του ’χε εμπιστοσύνη.

Και επειδή όλα αυτά στοιβάχτηκαν στο σαστισμένο, φουρτουνιασμένο και λιπόψυχο μυαλό του, νόμισε ότι «θα ’σωζε» το ΚΚΕ αν του ’βαζε τορπίλα. Έτσι πρόβαλε κομματοσωτήρας με την αντικομματική, οπορτουνιστική, συνθηκόλογη και φραξιονιστική πλατφόρμα του. Και δήλωσε και πάνω σ’ όλα αυτά: Εγώ έχω τη δική μου παντιέρα. Δε μ’ έπεισε το ΠΓ. Δε μ’ έπεισε ούτε η 7η Ολομέλεια της ΚΕ. Θα κάνω όσα μου κατεβάσει η κάρα μου. Κι έτσι έστελνε περίπατο την κομματική πειθαρχία.

Και αυτό που κάνει, αυτό που καταλήγει είναι ότι, το θέλει είτε όχι, δημιουργεί φράξια μέσα στο Κόμμα. Βασική αρχή του μπολσεβικισμού είναι ότι «η ύπαρξη φραξιών είναι ασυμβίβαστη και με την ενότητα του Κόμματος και με τη σιδερένια του πειθαρχία» (Στάλιν). Όμως ο Παρτσαλίδης αγνοεί κι αυτήν την αρχή, αντιπαραθέτει τον εαυτό του ενάντια στο ΚΚΕ και γίνεται πόλος συγκέντρωσης για όλα τα αντικομματικά στοιχεία.

Η οργάνωση της αντικομματικής φράξιας γίνεται συγκεκριμένα έτσι: Ο Παρτσαλίδης παίρνει υπό την προστασία του το διαγραμμένο απ’ το Κόμμα τροτσκιστή, συνθηκολόγο και ύποπτο συκοφάντη Βαφειάδη. Και τον παίρνει υπό την προστασία του ακριβώς γιατί ο Βαφειάδης με τις συκοφαντίες του, που τις υιοθετεί ο Παρτσαλίδης, βγάζει τα καφάσια απ’ τα μάτια του Παρτσαλίδη και αυτό το πράγμα αποτελεί το σύνθημα για την οπορτουνιστική πλατφόρμα και την αντικομματική εκδήλωση του Παρτσαλίδη. Ο Καραγιώργης, που στην 5η Ολομέλεια κατακεραύνωσε τον Βαφειάδη και που στα 1948 έδωσε στο ΠΓ σημείωμα όπου έλεγε ότι ο Παρτσαλίδης είναι πια ολότελα ανίκανος για οποιαδήποτε καθοδηγητική δουλειά, ο Καραγιώργης, που στην 7η Ολομέλεια πήρε κι αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, θέση ενάντια στον Παρτσαλίδη, έρχεται λίγες μέρες ύστερα απ’ την 7η Ολομέλεια και όχι μόνο συμφωνεί με τον Παρτσαλίδη, μα και επαυξάνει. Και όταν η ΚΕ, στηριγμένη σε συγκεκριμένα στοιχεία, παίρνει μια σειρά μέτρα ενάντια στον Καραγιώργη και τόνε διαγράφει απ’ το Κόμμα, ο Καραγιώργης απευθύνεται προσωπικά στον Παρτσαλίδη, αναιρεί όλα όσα του καταμαρτυρούσε πριν και ζητά την κατανόηση και την προστασία του. Στο μεταξύ, αμέσως ύστερα από την 7η Ολομέλεια ο Καραγιώργης κατατοπίζει με όλες τις λεπτομέρειες τον Αποστόλου για την 7η Ολομέλεια, παραβιάζοντας έτσι με τον πιο ξετσίπωτο τρόπο κομματικά μυστικά. Με τον Αποστόλου ο Καραγιώργης συνωμοτούσε φραξιονιστικά και από πριν, όπως έκανε το ίδιο και με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου που προμήθευε στον Καραγιώργη αντιηγετικό υλικό με τη φλυαρία και το αντικομματικό κουτσομπολιό της. Ο Αποστόλου, ο πιο ανόητος απ’ όλους, δηλώνει με τη σειρά του ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση του Κόμματος και, απ’ την εξαιρετικά υπεύθυνη θέση και δουλειά που είχε, αρχίζει να εφαρμόζει όχι τη γραμμή του Κόμματος, μα την πολιτική γραμμή του Παρτσαλίδη και του Καραγιώργη. «Περίεργη» ταυτότητα γραμμής παρουσιάζει ο Καραγιώργης με τον τροτσκιστή προβοκάτορα και τσανακογλείφτη αρθρογράφο της Ελευθερίας της Αθήνας, Θ. Παπακωνσταντίνου. Ενώ ο Παρτσαλίδης στην εκτίμησή του για τον Ζαχαριάδη και τη γραμμή που ο Ζαχαριάδης εκπροσωπούσε μέσα στο ΚΚΕ ξεπερνά και τον Παπακωνσταντίνου. Και όλα αυτά έρχονται σε ομοφωνία, χύνουν νερό στον «αντιηγετικό» μύλο που στην Αθήνα δουλεύουν η Ασφάλεια, το Γ ενικό Επιτελείο, οι προβοκάτορες τιτικοί απ’ τη γιουγκοσλαβική πρεσβεία, ο Γκουτχάουζ (Κρις), η Ιντέλιτζενς Σέρβις και η αμερικανική κατασκοπεία.

Αυτή είναι η αλυσίδα της αντικομματικής συνωμοσίας και εκστρατείας που ο ταξικός εχθρός εξυφαίνει ενάντια στο Κόμμα. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο βασικός κρίκος στην αλυσίδα αυτή είναι ο Παρτσαλίδης, γιατί σηκώνεται μέσα απ’ το Κόμμα, απ’ την καθοδήγηση του Κόμματος να χτυπήσει το Κόμμα απ’ τα μέσα, να βοηθήσει τον ταξικό εχθρό να πάρει το φρούριο από μέσα. Γιατί συγκεντρώνει γύρω του όλα τα αντικομματικά, τα διεφθαρμένα, τα ύποπτα, τα προδοτικά στοιχεία. Στις τοπικές Συνδιασκέψεις καταγγέλθηκαν κιόλας περιπτώσεις που διαλυτικά υποκείμενα, λιποτάχτες του ΔΣΕ, διαγραμμένοι απ’ το ΚΚΕ πρόλαβαν κιόλας να κάνουν σημαία τους την αντικομματική πλατφόρμα και τη φραξιονιστική εκδήλωση του Παρτσαλίδη. Δεν πρέπει ακόμα να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, όπου υπάρχει σήμερα φραξιονισμός, φραξιονιστική εκδήλωση, από πίσω βρίσκεται πάντα και αναπόφευκτα ο ταξικός εχθρός.

Φυσικά, ο Παρτσαλίδης θα βγει και θα πει ότι δεν έχει ιδέα απ’ όλα αυτά. Μα απ’ αυτό δεν αλλάζει καθόλου η αντικειμενική πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα αυτή λέει ότι, το θέλει είτε όχι, γίνεται το κέντρο της επίθεσης του ταξικού εχθρού ενάντια στο ΚΚΕ. Ότι πήρε πολύ άσχημο κατήφορο και ότι η λογική και η υποχρεωτική συνέπεια και το κατάντημα του κατήφορου είναι ο πάτος, όπως του αρέσει να λέει ο σ. Βλαντάς. Ότι αν δε συνέλθει έγκαιρα, είναι κιόλας κάπως αργά, θα βρεθεί στον πάτο. Και για να συνέλθει πραγματικά, πρέπει να παρατήσει το απαράδεχτο παιχνίδι που άρχισε στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ, όπου κάτω απ’ τη γενική κατακραυγή προσποιήθηκε ότι κάνει κάποια υποχώρηση για να αποκοιμίσει το Κόμμα, για να το εξαπατήσει. Πρέπει να αφοπλιστεί ολοκληρωτικά και πλέρια πολιτικά και οργανωτικά. Πρέπει μπροστά στο Κόμμα και στον εργαζόμενο λαό ανοιχτά, τίμια και ως τον πάτο να απαρνηθεί τις αντικομματικές θέσεις και απόψεις του. Πρέπει να καυτηριάσει τα λάθη του ανοιχτά και τίμια μπροστά στο Κόμμα και σ’ όλο το λαό, λάθη που μετατρέπονται σε έγκλημα ενάντια στο ΚΚΕ.

Τέτοιους όρους πρόβαλλε το Μπολσεβίκικο Κόμμα και ο Στάλιν όταν ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με την τροτσκιστική-ζινοβιεφική συμμορία.

Είναι πολύ κρίσιμες οι στιγμές και χύσαμε πολύ αίμα, ώστε εδώ παιχνίδια δεν επιτρέπονται. Ή θα κάνει ο Παρτσαλίδης αυτό που απαιτεί το ΚΚΕ ή θα βρει τον πάτο. Άλλη εκλογή εδώ δεν έχει.

Η εκδήλωση του Παρτσαλίδη δείχνει, σε τελευταία ανάλυση, ένα στοιχείο που σπάει, δείχνει έλλειψη πίστης στον αγώνα, έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη της εργατιάς και του εργαζόμενου λαού και απαιτεί τη συνθηκολόγηση μπροστά στις δυσκολίες, το σπάσιμο μπροστά στον εχθρό, την υποστολή της αγωνιστικής, της μπολσεβίκικης-λενινιστικής σημαίας του ΚΚΕ.

Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά λιπόψυχα και μισοσπασμένα στοιχεία θα πιαστούν κι αυτά απ’ την εκδήλωση του Παρτσαλίδη για να καλύψουν την προδοσία και τη συνθηκολόγησή τους.

Μα απ’ την άλλη μεριά το ΚΚΕ βγαίνει κι απ’ τη δοκιμασία αυτή πιο καθαρό, πιο μονολιθικό, πιο αγωνιστικά και μαχητικά ενωμένο, πιο ικανό να ριχτεί στους νέους αποφασιστικούς αγώνες, να υπερνικήσει τις δυσκολίες, να τσακίσει τα εμπόδια, να προχωρήσει νικηφόρα, επικεφαλής του εργαζόμενου λαού, προς το τέρμα.

«Το Κόμμα δυναμώνει με το να ξεκαθαρίζει τον εαυτό του απ’ τα οπορτουνιστικά στοιχεία.» (Στάλιν.)

Έχουμε αδάμαστο, αδούλωτο λαό. Έχουμε κουκουέδες ατσαλωμένους σε δεκάχρονους αδιάκοπους επαναστατικούς αγώνες. Το καθήκον, το δίδαγμα απ’ τη μελέτη των προβλημάτων της κομματικής ηγεσίας στο τελευταίο δεκάχρονο είναι τούτο: Πιο στενή επαφή με τις μάζες, πιο γεροί δεσμοί με τη βάση του Κόμματος, έγκαιρη αναγνώριση και διόρθωμα των λαθών, για να κρατάμε μια ηγεσία που, με καθαρή, σωστή, μπολσεβίκικη, μαρξιστική-λενινιστική γραμμή και δράση και με λίγα και μικρά λάθη που πρέπει αμέσως και ανοιχτά να διορθώνονται, να ’ναι πάντα καλή, πάντα ικανή και άξια να οδηγά τέτοιο λαό, να διευθύνει τέτοιο Κόμμα, ηγεσία που βασικά να στέκει πάντα στο ύψος των περιστάσεων.

Το ΚΚΕ έχει τη δύναμη, την ικανότητα, την πείρα, τσακίζοντας κάθε οπορτουνισμό, λιποταξία και προδοσία, να κρατά, να δίνει τέτοια ηγεσία.

  1. ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΑΣ, ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Δε χωρά καμιά αμφιβολία. Το ΚΚΕ και οι κουκουέδες θα ανταπεξέλθουν παλικαρίσια και στην καινούργια φουρτούνα, στενά δεμένοι με την εργατιά, τους εργαζόμενους, το λαό.

Ύστερα απ’ την υποχώρηση η Ελλάδα μπήκε σε καινούργιο κύκλο ανωμαλιών και μαζικών λαϊκών κοινωνικών αγώνων.

Η αμερικανοκρατία και ο μοναρχοφασισμός εφαρμόζουν αποκλειστικά μια πολιτική πείνας, δολοφονικής τρομοκρατίας, πολέμου, ολοκληρωτικής στρατιωτικοπολεμικής ευθυγράμμισης, που εκφράζεται και εκδηλώνεται με την αποστολή ελληνικού στρατού στην Κορέα, πράγμα που σημαίνει ότι η Ελλάδα μπήκε κιόλας στον καινούργιο πόλεμο. Γιατί τίποτε άλλο δεν μπορούν να κάνουν. Πλαταίνουν έτσι και βαθαίνουν τις αντικειμενικές δυνατότητες για μια γόνιμη, καρποφόρα δική μας πολιτική και δράση. Η κατάσταση αντικειμενικά είναι εξαιρετικά ευνοϊκή και ώριμη. Βαθιές ανακατατάξεις γίνονται στα πλατιά λαϊκά στρώματα προς όφελος μας. Ξεφτίζει το «Κέντρο» και ό,τι έμεινε στο ραχιτικό και αναιμικό ΣΚΕΛΔ.

Είναι δυνατές οι πιο «αναπάντεχες» στροφές και εξελίξεις.

Οι αντικειμενικές δυνατότητες είναι εξαιρετικά μεγάλες. Όμως ο Στάλιν διδάσκει: «Δεν πρέπει να συγχέουμε τη δυνατότητα με την πραγματικότητα.» Για να γίνουν πραγματικότητα οι δυνατότητες που ωριμάζουν και ενυπάρχουν στην αντικειμενική κατάσταση, χρειάζεται η δική μας επαναστατική παρεμβολή, η δράση η δική μας που τη δυνατότητα θα την μετατρέψει σε πραγματικότητα.

Η πολιτική μας γραμμή, όπως καθορίστηκε ύστερα απ’ την υποχώρηση μας απ’ την 6η και την 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, χαράζει σωστά την προοπτική μας και τη γραμμή που εξασφαλίζει τις πολιτικές προϋποθέσεις για τη μετατροπή της δυνατότητας σε πραγματικότητα. Η 7η Ολομέλεια καθόρισε συγκεκριμένα τα καθήκοντά μας σήμερα στον τομέα της κομματικής ανοικοδόμησης. Αυτά όλα είναι η βάση, η σωστή αρχή, όμως δε φτάνει. Τώρα χρειάζεται και η σωστή οργανωτική δουλειά, η σωστή δράση για να κατακτήσουμε την πραγματικότητα αυτή.

Θα σταθώ τώρα σε μερικά ακρογωνιαία απ’ την άποψη αυτή σημεία:

Πρώτο: Πρέπει να χτίσουμε γερή, σιδερένια παράνομη Κομματική Οργάνωση, στέρεα θεμελιωμένη στην μπολσεβίκικη συνωμοτικότητα και επαγρύπνηση, με κεντρική πανελλαδική καθοδήγηση. Χωρίς τέτοια Οργάνωση, δε θα κάνουμε τίποτα. Βασικό εδώ είναι να καταρτίσουμε ολόπλευρα τα κατάλληλα, δοκιμασμένα στελέχη μας. Υλικό έχουμε και μπόλικο και κατάλληλο και δοκιμασμένο. Πρέπει να το δουλέψουμε καλά. Να το διαλέξουμε καλά. Να το προετοιμάσουμε καλά. Να ξεριζώσουμε τις ανταρτίστικες-μισοαναρχικές επιβιώσεις απ’ το ΔΣΕ. Και θα πετύχουμε. Η 7η Ολομέλεια έβαλε σωστή γραμμή για τη δουλειά αυτή. Πρέπει τώρα να την κάνουμε πράξη. Το καθήκον αυτό είναι πολύ δύσκολο. Πάθαμε πολλά χτυπήματα. Μα στην Ελλάδα η σημαία του ΚΚΕ κρατιέται γερά και ψηλά. Και όχι μόνο αυτό, έχουμε Οργάνωση που καμιά δίωξη και δολοφονική τρομοκρατία, όσο και αν την χτύπησε, δεν μπόρεσε να την εκμηδενίσει. Πρέπει να προχωρήσουμε προσεχτικά, μελετημένα, σταθερά. Και θα τα βγάλουμε ασφαλώς πέρα. Κυρίως όταν θα δείξουμε ανειρήνευτη αδιαλλαξία στην εφαρμογή της μπολσεβίκικης συνωμοτικότητας και επαγρύπνησης, όταν θα τσακίζουμε και την παραμικρή εκτροπή απ’ αυτές.

Δεύτερο: Έχουμε θαυμάσιο ανθρώπινο υλικό, το «χρυσό απόθεμα» του Κόμματος, και όλες τις δυνατότητες -δίπλα στην πραχτική πείρα που έχει- να του δώσουμε τη χρειαζούμενη θεωρητική κατάρτιση, τα απαραίτητα ιδεολογικά εφόδια και την πολιτική και οργανωτική-τεχνική αγωγή, έτσι που να συνδυάζουν, να ενώνουν τη θεωρία με την πράξη, οπότε ασφαλώς θα πετύχουν. Και μια και μαρξισμό-λενινισμό δεν μπορείς σήμερα να μελετήσεις και να σπουδάσεις δίχως να ξέρεις τη ρούσικη γλώσσα, πρέπει να κάνουμε υποχρεωτική για τα στελέχη μας την εκμάθηση της ρούσικης γλώσσας.

Το ανθρώπινο υλικό, τα στελέχη μας είναι το πιο πολύτιμο που έχουμε. Και όσο αυστηροί πρέπει να ’μαστέ σε κάθε παρέκκλιση και στραβοπάτημα, άλλο τόσο για απαραβίαστη αρχή πρέπει να βάλουμε: Η πρώτη προσοχή μας στα μέλη μας, στα στελέχη μας. Πρέπει να τα βοηθάμε, να τ’ ακούμε, να τα προσέχουμε. Να τα προωθούμε όσο σηκώνουν τα φτερά τους, οι ικανότητές τους. Να μην κρίνουμε και καταδικάζουμε κανένα χωρίς να τον ακούμε.

Τρίτο: Ένα κύριο σημείο στην πολιτική, στον ταχτικό χειρισμό του ταξικού αγώνα είναι αυτό που οι μπολσεβίκοι λένε βασικός κρίκος στην αλυσίδα. Ο Λένιν λέει: «Πρέπει στην κάθε στιγμή να ξέρεις να βρίσκεις εκείνο τον ξεχωριστό κρίκο της αλυσίδας που απ’ αυτόν πρέπει να πιαστείς με όλη τη δύναμη για να κρατήσεις όλη την αλυσίδα και να ετοιμάσεις στέρεα το πέρασμα στον επόμενο, έχοντας υπόψη σου ότι η σειρά των κρίκων, το σχήμα τους, η συνάρτησή τους, η διαφορά του ενός απ’ τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι τόσο απλές και όχι τόσο καυτές όσο στη συνηθισμένη, στη φτιαγμένη απ’ το σίδερο αλυσίδα.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 466.)

Αυτή την ικανότητα, την μπολσεβίκικη πολιτική διορατικότητα που σου επιτρέπει στην κάθε δοσμένη στιγμή να διακρίνεις και να καθορίζεις το κύριο, το βασικό που η προώθηση και η κατοχή του θα σου επιτρέπει να επιβάλλεσαι, να κυριαρχείς σ’ όλη την πορεία και την εξέλιξη των γεγονότων στη δοσμένη στιγμή, πρέπει να την δουλεύουμε, να την καλλιεργούμε, να την φροντίζουμε και να την αναπτύσσουμε όσο χωράει. Είναι βασική μπολσεβίκικη καθοδηγητική ιδιότητα, προτέρημα, αρετή.

Ο Στάλιν σχετικά μας διδάσκει: «Στις στιγμές καμπής στο επαναστατικό κίνημα, πάντα προωθείται ένα κάποιο βασικό σύνθημα σαν το κεντρικό κι αυτό γίνεται γιατί, όταν πιαστείς απ’ αυτό, μπορείς να τραβήξεις με αυτό όλη την αλυσίδα. Ο Λένιν έτσι μας δίδασκε: Βρέστε το βασικό κρίκο στην αλυσίδα της δουλειάς μας, πιαστείτε απ’ αυτόν και τραβάτε τον για να τραβήξετε μ’ αυτό όλη την αλυσίδα και να βαδίσετε μπροστά. Η ιστορία του επαναστατικού κινήματος δείχνει ότι αυτή η ταχτική είναι η μοναδικά σωστή ταχτική.» (Στάλιν, Για τις ελλείψεις στην κομματική δουλειά, Μάρτης 1937.)

Τέταρτο: Ο Λένιν και ο Στάλιν, οι μπολσεβίκοι συγκέντρωναν και συγκεντρώνουν πάντα εξαιρετική προσοχή να δουν, να πιάσουν, να συλλάβουν σωστά, να εκτιμήσουν και να τοποθετήσουν το καινούργιο που κάθε φορά γεννιέται, εμφανίζεται στην κατάσταση και που δίνει τη δυνατότητα, όταν σωστά το αξιολογήσεις, να διατηρήσεις την πρωτοβουλία στην πολιτική πάλη στην εξέλιξη του κινήματος, στη στροφή και στην αλλαγή, στην ανάπτυξη, να εξασφαλίσεις την ενότητα στην κίνηση και στην πάλη, καθώς και το πέρασμα στο επόμενο σκαλοπάτι, που δίνει τη δυνατότητα να διατηρείς την εποπτεία, τον έλεγχο στα γεγονότα και να τα κατευθύνεις προς την κατεύθυνση που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του κινήματος. Το αίσθημα, το αισθητήριο του καινούργιου, η ικανότητα να το συλλάβεις και να το αξιοποιήσεις είναι μια βασική ιδιότητα στην μπολσεβίκικη καθοδήγηση που πρέπει να την δουλεύουμε, να την φροντίζουμε, να την καλλιεργούμε, να την κατακτούμε, να την αποχτάμε. Είναι ένα απ’ τα κύρια γνωρίσματα στην μπολσεβίκικη τέχνη να καθοδηγείς και να νικάς. Γνώρισμα, προτέρημα που κατακτιέται με την αδιάκοπη δημιουργική μελέτη και αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού μέσα στη ζωή και στην πάλη. Όταν δε βλέπεις, δε συλλαμβάνεις το νέο στην ανάπτυξη, μένεις πίσω απ’ τη ζωή, απ’ την εξέλιξη, καθυστερείς στον αγώνα, αποτυχαίνεις στην πολιτική. Όταν πάλι αποσπάς το νέο απ’ την όλη πορεία, το αποξενώνεις απ’ την όλη εξέλιξη του αγώνα που το γέννησε, τότε πηδάς μπροστά, ξεπερνάς, σπάζεις τη συνέχεια στην ανάπτυξη, παρακάμπτεις το αναγκαίο στάδιο, το πέρασμα που συνδέει και ενώνει το παλιό με το νέο, απομονώνεσαι απ’ τη ζωή, τον αγώνα, τις μάζες και ξανά αποτυχαίνεις στην πολιτική. Ο Στάλιν διδάσκει: «Η τέχνη της καθοδήγησης είναι σοβαρή δουλειά. Δεν πρέπει να καθυστερείς απ’ το κίνημα, γιατί να καθυστερείς σημαίνει ν’ αποσπάσαι απ’ τις μάζες. Μα δεν πρέπει ούτε να προτρέχεις μπροστά- γιατί να προτρέχεις μπροστά σημαίνει να χάνεις τη σύνδεση με τις μάζες. Όποιος θέλει να καθοδηγεί το κίνημα και να διατηρεί ταυτόχρονα τη σύνδεση με τα εκατομμύρια των μαζών, αυτός πρέπει να κάνει αγώνα σε δύο μέτωπα, και ενάντια στους βραδυπορούντες και ενάντια σ’ αυτούς που προτρέχουν μπροστά.» (Ζητήματα λενινισμού, 11η έκδοση, σελ. 535.)

Να μην τρέχεις μπροστά (σεχταρισμός) και να μη μένεις πίσω (οπορτουνισμός) σημαίνει, κρατώντας πάντα στενούς και αδιάρρηκτους δεσμούς με τα πλατιά εργαζόμενα στρώματα που ξεχύνονται στον αγώνα, να μπορείς σωστά να εκτιμάς σε κάθε αλλαγή και στροφή, σε κάθε νέα κατάσταση το συσχετισμό στις ταξικές δυνάμεις, σωστά να διαλέγεις τη στιγμή και να διατυπώνεις το κατάλληλο σύνθημα για την κάθε συγκεκριμένη πολιτική εκδήλωση, το περιεχόμενο και τη μορφή της, σωστά να εξασφαλίζεις το αγωνιστικό πέρασμα απ’ το κατώτερο προς το ανώτερο σκαλοπάτι στην πόλη. Σημαίνει να μην αφήσεις να σου ξεφεύγουν τα γεγονότα, να μη χάνεις τις «ευκαιρίες», να ’σαι πάντα έτοιμος σωστά να αξιολογήσεις και να αξιοποιήσεις τα «ξαφνικά» ξεσπάσματα, τις «αναπάντεχες» αλλαγές, σωστά πάντα να ζυγίσεις όλους τους σταθμητούς και «αστάθμητους» παράγοντες, να κρατάς την πρωτοβουλία στην πάλη, να διατηρείς την εποπτεία και τη διεύθυνση στα γεγονότα και να τα δίνεις την κατεύθυνση και το ρυθμό που κάθε φορά ανταποκρίνονται στην υποκειμενική αντοχή και δυναμικότητα του κινήματος και στα γενικά συμφέροντα της επανάστασης.

Η ικανότητα σωστά να διαλέγεις, να εκτιμάς, να σταθμίζεις και να αξιοποιείς τη στιγμή και να εξαντλείς υπέρ της επανάστασης τις δυνατότητες που προσφέρει, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της μπολσεβίκικης διορατικότητας, της μπολσεβίκικης τέχνης καθοδήγησης.

«Για να καθοδηγείς πρέπει να προβλέπεις. Μα να προβλέπεις, σύντροφοι, δεν είναι πάντα εύκολο.» (Στάλιν.)

Αυτό το δύσκολο πράγμα πρέπει να το κατακτάμε, να το αποχτάμε, να το βελτιώνουμε κάθε μέρα, με το βάθεμα στη μελέτη της επιστήμης μας μέσα στη ζωή και στον αγώνα, με σοβαρή, αδιάκοπη, επίμονη, πεισματάρικη προσπάθεια.

Πέμπτο: Σοβαρό συστατικό μέρος στην μπολσεβίκικη τέχνη της καθοδήγησης είναι να εκτιμάς σωστά, να μην περιφρονείς το «μικρό», το φαινομενικά «ασήμαντο», τη «λεπτομέρεια» στην ταξική πάλη. Χωρίς να πιάσεις, να κατακτήσεις το «μικρό», τη λεπτομέρεια, δεν προχωρείς προς το μεγάλο, δε φτάνεις το μεγάλο, δεν κατακτάς το μεγάλο. Χωρίς να χτίζεις το «μικρό», δεν ανοικοδομείς το μεγάλο. Η μεγάλη επιτυχία χτίζεται απάνω στις καθημερινές «μικρές» και «ασήμαντες» προωθήσεις και επιτεύξεις, πάνω στα καθημερινά «μικρά» και «ασήμαντα» κέρδη. Όποιος δεν ξέρει να εκτιμά το «μικρό» δεν είναι άξιος να πετύχει το μεγάλο. Η εκτίμηση της λεπτομέρειας είναι βασικό γνώρισμα για τον μπολσεβίκο. Για να υποτιμήσεις και περιφρονήσεις τη λεπτομέρεια, το «μικρό» σου ξεφεύγει, δε βλέπεις, χάνεις το μεγάλο. Όταν στον πόλεμο υποτιμάς, δεν προσέχεις το μαχητή, δε φτιάνεις στρατό, χάνεις τον πόλεμο. Και όμως, πόσοι μεγαλόσχημοι καθοδηγητές μας και μεγάλα στελέχη μας περιφρονούνε το «μικρό», τη λεπτομέρεια γιατί το θεωρούν ανάξιο για τα προσώπατά τους, γιατί θεωρούν τον εαυτό τους άξιο μόνο για μεγάλα έργα. Κατά κανόνα τα προσώπατα αυτά αποτυχαίνουν, πέφτουν έξω. Χαρακτηριστικό για τον Καραγιώργη είναι και τούτο: Το Γ ενικό Αρχηγείο του ’χε αναθέσει έναν πολύ σημαντικό τομέα που δεν έλαμπε βέβαια, μα που ήθελε γερά κότσια, «χαμάλικη» δουλειά. Ο Καραγιώργης το θεωρούσε αυτό υποτιμητικό και ανάξιο για την αφεντιά του και παραπονέθηκε -όχι φυσικά στο Γ ενικό Αρχηγείο, μα στα κουτσομπολιά του- ότι το Γ ενικό Αρχηγείο του ανάθεσε δουλειά που μπορούσε να την κάνει ένας υπολοχαγός. Ο Καραγιώργης δεν κατάλαβε ότι έτσι ομολογούσε ότι δεν έκανε ούτε για υπολοχαγός του ΔΣΕ. Γιατί στη δουλειά αυτή δεν τα κατάφερε. Το κακό είναι ότι και μεις αργά, πολύ αργά τον καταλάβαμε.

Για να δείξουμε πώς ο Λένιν πρόσεχε τη «λεπτομέρεια», καταπιανότανε ο ίδιος με τα «μικρά» ζητήματα, τι σημασία τα ’δινε και πώς επέμενε προσωπικά να λυθούν τα «μικρά» ζητήματα, πώς καυτηρίαζε τις ανεπάρκειες κλπ., παραθέτουμε απόσπασμα από εμπιστευτικό γράμμα του της 16 Γενάρη 1922 που, σαν Πρόεδρος του Συμβουλίου της Δουλειάς και της Άμυνας, έστειλε στην Παν-ρωσική Έκτακτη Επιτροπή (ΠΕΕ) για την πάλη με την αντεπανάσταση, το σαμποτάζ και τα εγκλήματα στις υπηρεσίες (Τσεκά) και στο Λαϊκό Επιτροπάτο των Συγκοινωνιών (ΛΕΣ).

«Αυτές τις μέρες μου ’λαχε να γνωριστώ προσωπικά με την κατάσταση των αυτοντρεζινών της ΠΕΕ και του ΛΕΣ. Νομίζω πως και για την ΠΕΕ και για το ΛΕΣ και για το Λαϊκό Επιτροπάτο των Στρατιωτικών οι αυτοντρεζίνες είναι απαραίτητες (άκουσα ότι η ΠΕΕ έχει 2 στο σιδηροδρομικό κόμβο της Μόσχας για πολύ ταχείες αποστολές, για τη μεταφορά υπερταχέως και υπερσυνωμοτικά μικρών [5-10 ανθρώπων] ομάδων κλπ.).

Η κατάσταση που βρήκα στις αυτοντρεζίνες είναι χειρότερη απ’ την κακή. Εγκατάλειψη, μισοκαταστροφή (κλέψαν πολλά!), πλέρια αταξία, όπως φαίνεται τα καύσιμα τα έκλεψαν, το πετρέλαιο είναι με νερό, η δουλειά του μοτέρ ανήκουστα άσχημη, κάθε λεπτό σταματήματα στο δρόμο, η κίνηση άθλια, στους σταθμούς αργοπορίες, οι σταθμάρχες ακατατόπιστοι (όπως φαίνεται, δεν έχουν ιδέα ότι οι αυτοντρεζίνες της ΠΕΕ πρέπει να στέκουν σε ειδική κατάσταση, να κινιούνται με την ανώτατη ταχύτητα, όχι με την έννοια της ταχύτητας της πορείας-οι μηχανές, φαίνεται, είναι “σοβιετικές”, δηλαδή πολύ άσχημες-, μα με την έννοια του ελάχιστου των καθυστερήσεων και εμποδίων, με στρατιωτική ακρίβεια), χάος, τσαπατσουλιά, συμπαγές αίσχος. Ευτυχώς εγώ, όντας ινκόγνιτο (άγνωστος) στην αυτοντρεζίνα, μπορούσα ν’ ακούω και άκουσα τις ειλικρινείς και αληθινές (και όχι τις υπηρεσιακές -γλυκανάλατες και ψεύτικες) αφηγήσεις των υπαλλήλων και απ’ αυτές τις αφηγήσεις είδα ότι αυτό δεν είναι τυχαίο, μα ότι όλη η οργάνωση είναι το ίδιο ανήκουστα ατιμωτική, το ξεχαρβάλωμα και η εγκατάλειψη πλήρης.

Για πρώτη φορά ταξίδεψα στο σιδηρόδρομο όχι σαν «αξιωματούχος» που σηκώνει στο πόδι όλους και όλα με δεκάδες ειδικά τηλεγραφήματα, μα με την ιδιότητα αγνώστου που πήγαινε κοντά σε ανθρώπους της ΠΕΕ και η εντύπωσή μου είναι απελπιστικά καταθλιπτική. Αν τέτοια τάξη υπάρχει σε τόσο μικρή ροδίτσα στο μηχανισμό που βρίσκεται κάτω απ’ την ιδιαίτερη επίβλεψη της ίδιας της ΠΕΕ, μπορώ να φανταστώ τι γίνεται γενικά στο ΛΕΣ. Ξεχαρβαλωσιά θα υπάρχει εκεί απίστευτη.

Προτείνω: Να διοριστεί αμέσως, σε συμφωνία της ΠΕΕ και της ΛΕΣ (ίσως να προσθέσουμε και το ΛΕ Στρατιωτικών, αν έχει αυτοντρεζίνες), υπεύθυνο πρόσωπο που να ξέρει καλά τη δουλειά και όχι αξιωματούχος. Το πρόσωπο αυτό θα ’ναι αυστηρά υπόλογο για κάθε αμέλεια.

Να βγάλουμε σύντομη, στρατιωτικά γραμμένη οδηγία για τις ντρεζίνες της ΠΕΕ, για τη συνωμοτική και γρήγορη κίνησή τους, για τη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση, για τη φύλαξη των καύσιμων, για τις μετακινήσεις τους δίχως γραφειοκρατία στην περιφερειακή γραμμή, στο δίκτυο και παντού κτλ. κτλ.» (Λενινιστική Συλλογή, τόμ. 25, σελ. 815-816.)

Το περιστατικό αυτό, ένα «ασήμαντο» στην ολόπλευρη και πληθωρική δραστηριότητα του Λένιν, μας δίνει ένα πρώτης τάξης μπολσεβίκικο μάθημα. Ο Λένιν, αρχηγός του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, του νεαρού ακόμα τότε σοβιετικού κράτους, του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που ’ταν κυριολεκτικά πνιγμένος στα μεγάλα έργα και στα μεγάλα γεγονότα της εποχής εκείνης, ο Μεγάλος Λένιν, έβρισκε τον καιρό ο ίδιος προσωπικά να ελέγξει τη δουλειά μιας «απειροελάχιστης ροδίτσας», να ελέγξει συστηματικά ως τον πάτο, να εξακριβώσει και να πει όλη την αλήθεια δίχως επιχρίσματα, να τα δει όλα και να καθορίσει και τον τρόπο για να διορθωθεί το κακό.

Αν οι μπολσεβίκοι νίκησαν είναι και γιατί μάθαν απ’ τον Λένιν και τον Στάλιν να βλέπουν, να προσέχουν και να διορθώνουν και τη λεπτομέρεια και το μικρό και την παραμικρή βιδίτσα.

Αν θέλουμε και μεις να προχωρήσουμε και να πετύχουμε όπως οι μπολσεβίκοι, πρέπει να μάθουμε, όπως αυτοί, σωστά να βλέπουμε, να εκτιμάμε, να πιάνουμε τη λεπτομέρεια, το «μικρό» ζήτημα, το δήθεν «ασήμαντο». Τούβλο-τούβλο χτίζεται το παλάτι.

Έκτο: Ένα απ’ τα βασικά γνωρίσματα της μπολσεβίκικης ταχτικής συνίσταται στο ότι δεν αποφθέγγεται αφορισμούς, μα μέσα στη ζωή και στον αγώνα πείθει τις μάζες πάνω στην ίδια τους την πείρα για την κάθε φορά ορθότητα της γραμμής και των συνθημάτων του Κόμματος και έτσι όχι μόνο εξασφαλίζει τη στενή σύνδεση με τις πλατιές μάζες, μα και ανεβάζει τις μάζες όλο και προς τα πάνω, όλο και προς ανώτερες μορφές πάλης, ως την πάλη για την εξουσία. Όταν ο καθυστερημένος εργάτης έχει καλή καθοδήγηση, αρχίζει να βλέπει ότι με παρακάλια δε βρίσκει το δίκιο του στο αφεντικό, δε χορταίνει την πείνα του. Βλέπει ότι μόνο με την ένωση και την πάλη αποσπά το δίκιο. Κάνει την πρώτη απεργία, γράφεται στο σωματείο. Με την ίδια του την πείρα πείθεται και προχωρεί, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της ταξικής συνειδητοποίησης και πάλης. Αν τον άρχιζες απ’ την πολιτική, λ.χ., απεργία, δε θα σε πίστευε και δε θα πετύχαινες. Ο Στάλιν διδάσκει: «Για να νικήσει η επανάσταση, αν η επανάσταση αυτή είναι πραγματικά λαϊκή που αγκαλιάζει εκατομμύρια μαζών, δε φτάνει μόνο η ορθότητα των κομματικών συνθημάτων. Για τη νίκη της επανάστασης απαιτείται ακόμα ένας απαραίτητος όρος, τούτος: Να πεισθούν οι ίδιες οι μάζες, πάνω στην ίδια τους την πείρα, για την ορθότητα αυτών των συνθημάτων.

Μόνο τότε τα συνθήματα του Κόμματος γίνονται συνθήματα των ίδιων των μαζών. Μόνο τότε γίνεται η επανάσταση πραγματικά λαϊκή επανάσταση. Μια απ’ τις ιδιομορφίες της ταχτικής των μπολσεβίκων στην περίοδο της προετοιμασίας του Οχτώβρη συνίσταται στο ότι ήξεραν σωστά να καθορίζουν εκείνους τους δρόμους και τις στροφές που κατά φυσικό τρόπο προσεγγίζουν τις μάζες στα συνθήματα του Κόμματος, στο ίδιο, σα να πούμε, το κατώφλι της επανάστασης, διευκολύνοντάς τες έτσι να αισθανθούν, να ελέγξουν, να γνωρίσουν πάνω στην ίδια τους την πείρα την ορθότητα αυτών των συνθημάτων. Για να το πούμε αλλιώς: Μια από τις ιδιομορφίες της ταχτικής των μπολσεβίκων συνίσταται στο ότι αυτή δεν μπερδεύει την καθοδήγηση στο Κόμμα με την καθοδήγηση των μαζών, ότι βλέπει καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην καθοδήγηση του πρώτου είδους και την καθοδήγηση του δεύτερου είδους, ότι είναι έτσι επιστήμη όχι μόνο για το πώς καθοδηγείται το Κόμμα, μα και για το πώς καθοδηγούνται τα εκατομμύρια οι μάζες των εργαζομένων.» (Άπαντα, τόμ. 6, σελ. 390- 391.)

Αυτή την επιστήμη, να πείθουμε τις μάζες πάνω στην ίδια τους την πείρα για την ορθότητα της κομματικής γραμμής με την προσέγγισή τους, το πλησίασμα που τους κάνουμε προς τις επαναστατικές θέσεις, πρέπει να την αφομοιώνουμε και να την κατακτάμε αδιάκοπα, γιατί είναι «σπουδαιότατος όρος για την κατάκτηση, με το μέρος του Κόμματος, των εκατομμυρίων των εργαζομένων» (Στάλιν).

Έβδομο: Βασικό συστατικό γνώρισμα στην μπολσεβίκικη ταχτική είναι η γνώση της τέχνης όχι μόνο της επίθεσης, μα και της υποχώρησης όπου και όταν χρειάζεται. Ιδιαίτερα αυτό μας χρειάζεται εμάς σήμερα που οι πανικόβλητοι οπορτουνιστές, όπως ο Παρτσαλίδης και Σία, πάνε την κανονική υποχώρησή μας να την μετατρέψουν σε πανικόβλητη φυγή, χτυπώντας και υπονομεύοντας το ΚΚΕ.

« Επίθεση δίχως στερέωση των θέσεων που κατακτήθηκαν είναι επίθεση καταδικασμένη σε αποτυχία. Πότε μπορεί να ’ναι η επίθεση πετυχημένη, λ.χ., στο πεδίο το στρατιωτικό; Όταν οι άνθρωποι δεν περιορίζονται στη συμπαγή προχώρηση, προέλαση μπροστά, μα επιδιώκουν μαζί μ’ αυτό να στερεώνουν τις κατακτημένες θέσεις, να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις τους ανάλογα με την κατάσταση που μεταβλήθηκε, νατραβούντα μετόπισθεν, να φέρνουν (προωθούν) τις εφεδρείες. Γιατί χρειάζονται όλα αυτά; Για να ασφαλίζεις τον εαυτό σου απ’ τα αναπάντεχα, να ξεκαθαρίζεις μονωμένα ρήγματα που απ’ αυτά δεν είναι ασφαλισμένη καμιά επίθεση και να ετοιμάζεις, έτσι, την πλέρια εκμηδένιση του εχθρού…

Το ίδιο πρέπει να πούμε και για τους νόμους της επίθεσης στο μέτωπο της ταξικής πάλης. Δεν μπορείς να διεξάγεις πετυχημένη επίθεση με αντικείμενο την εκμηδένιση των ταξικών εχθρών χωρίς να στερεώνεις τις κατακτημένες θέσεις, χωρίς ανακατάταξη στις δυνάμεις σου, χωρίς να εξασφαλίζεις το μέτωπο με εφεδρείες, χωρίς να τραβάς κοντά τα μετόπισθεν κλπ.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 12, σελ. 215-216.)

Όμως μόνο η τέχνη της επίθεσης δε φτάνει:

«Τα επαναστατικά κόμματα πρέπει να απομαθαίνουν. Έμαθαν να επιτίθενται. Τώρα αναγκάζονται να καταλάβουν ότι αυτήν την επιστήμη είναι ανάγκη να την συμπληρώσουν με την επιστήμη πώς πιο σωστά να υποχωρούν. Χρειάζεται να καταλάβουμε -και η επαναστατική τάξη στην ίδια της πικρή πείρα μαθαίνει να καταλαβαίνει- ότι δεν μπορούμε να νικήσουμε, αν δε μάθουμε τη σωστή επίθεση και τη σωστή υποχώρηση.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 177.)

Για να μάθουμε, λοιπόν, να νικούμε, πρέπει να αφομοιώσουμε την μπολσεβίκικη τέχνη της επίθεσης και της υποχώρησης, και στην ταξική πάλη και στον πόλεμο.

Όγδοο: Αναπτύσσοντας τους οργανωτικούς του δεσμούς με τα εργαζόμενα στρώματα και τη μαζική του δουλειά, το ΚΚΕ ξεχωριστή προσοχή πρέπει να δώσει στα εργατικά συνδικάτα και στο χωριό, για την απομόνωση απ’ την εργατική τάξη και την εργαζόμενη αγροτιά όλων των εργατοπατέρων, υπαλληλοπατέρων και αγροτοπατέρων που προδίνουν τα συμφέροντα του λαού, διασπούν τις ταξικές οργανώσεις του, τη μαζική μαχητική τους δράση και την επαναστατική τους συμμαχία, για να στηρίζουν την κυριαρχία της πλουτοκρατίας και την πολιτική της αμερικανοκρατίας. Ο λενινισμός μάς δίνει την παρακάτω κατευθυντήρια γραμμή σε σχέση με τα προδοτικά κόμματα μέσα στις εργαζόμενες μάζες:

«1 . Το πιο επικίνδυνο κοινωνικό στήριγμα των εχθρών της επανάστασης, στην περίοδο της επαναστατικής αντιπαράθεσης που πλησιάζει, είναι τα συμβιβαστικά κόμματα.

  1. Ανατροπή του εχθρού (τσαρισμού, αστικής τάξης) δεν είναι μπορετή δίχως την απομόνωση αυτών των κομμάτων.
  2. Τα κύρια βέλη στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης πρέπει, γι’ αυτό, να κατευθύνονται στην απομόνωση αυτών των κομμάτων, για την απόσπαση απ’ αυτά των πλατιών μαζών των εργαζομένων.» (Στάλιν, Άπαντα, τόμ. 6, σελ. 384.)

Για να νικήσουμε, πρέπει να αφομοιώσουμε αυτόν το «βασικό στρατηγικό κανόνα του λενινισμού» (Στάλιν).

Ένατο: Λίγες είναι οι χώρες όπου ο λαός, όλοι οι εργαζόμενοι -και δεξιοί και αριστεροί και πρωτοπόροι και καθυστερημένοι και δημοκρατικοί και «εθνικόφρονες»- να μην μπούχτισαν τόσο την πλουτοκρατική σφαγή, τον αμερικανικό πόλεμο, να μην ποθούν τόσο με όλη τους την ψυχή την ειρήνη. Η πάλη για την ειρήνη μάς προσφέρει τη δυνατότητα για αποφασιστική απομόνωση απ’ το λαό όλων των εμπρηστών του πολέμου: Της πλουτοκρατίας με το μοναρχοφασισμό, το παλάτι και τη στρατοκρατική του κλίκα, τους ρεφορμιστές, ψευτοσοσιαλιστές και αγροτοκάπηλους προδότες, όλο το σκυλολόι της αμερικανοκρατίας.

Μα και πουθενά όσο στην Ελλάδα ο λαός δε βρίσκεται πιο κοντά στα αμερικανικά κανόνια, σαν κιμάς για τα γκαγκστερικά πολεμικά κακουργήματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Η πάλη για την ειρήνη, ο αγώνας ενάντια στον αμερικανικό πόλεμο επιβάλλει και στέρεα οργανωμένη και ολόπλευρα συνωμοτική δουλειά στο μοναρχοφασιστικό στρατό. Το ΚΚΕ έχει καλή ιστορία στον τομέα αυτό. Το επιτακτικό και επείγον καθήκον της στιγμής είναι να συγκεντρώσουμε δυνάμεις για μια αποτελεσματική δουλειά στο στρατό. Ο φαντάρος, ο ναύτης, ο σμηνίτης, ο ΜΑΥς είναι κατά 95% παιδιά του λαού. Αυτού βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα του μοναρχοφασισμού και της στρατοκρατίας. Σ’ αυτήν τη φτέρνα να συγκεντρώσουμε τη γερή προσπάθειά μας.

Ο μοναρχοφασισμός και η αμερικανοκρατία έχουν ανάγκη από μαζικό στρατό. Δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτόν. Έτσι, μας προσφέρουν εξαιρετικές δυνατότητες. Τ ο καθήκον είναι τις δυνατότητες αυτές να τις μετατρέψουμε σε επαναστατική πραγματικότητα. Κάθε κομμουνιστής και αγωνιστής, κάθε δημοκρατικός άντρας, γυναίκα, νέος, νέα, γριά, παιδί, κάθε οργάνωσή μας, όλο το ΚΚΕ πρέπει να κάνει επαναστατική, μαζική δουλειά στο στρατό. Πρωταρχική και βασική προϋπόθεση για να πετύχουμε είναι να φτιάξουμε στο στρατό γερή παράνομη Κομμουνιστική Οργάνωση. Αυτοί ονειρεύονται ότι έχουν γερό στρατό. Οι κουκουέδες θα τους διαλύσουν τραγικά τα όνειρα αυτά.

Δέκατο: Ακόμα για την αυτοκριτική και κριτική. Η ανάπτυξη της κριτικής και αυτοκριτικής είναι μεγάλο σχολειό άνδρωσης, ωρίμανσης, ανόδου για τα στελέχη, για τα μέλη μας, για ολόκληρο το ΚΚΕ. Φυσικά, στις συνθήκες βαθιάς παρανομίας οι δυνατότητες για πλατιά ανάπτυξη της κριτικής και της αυτοκριτικής στο Κόμμα περιορίζονται σοβαρά, ποτέ όμως δεν εκμηδενίζονται. Παντού όμως, όπου διαθέτουμε ευνοϊκές δυνατότητες, την κριτική και αυτοκριτική αγωγή στο Κόμμα πρέπει να την αναπτύξουμε αποφασιστικά και στο πλάτος και στο βάθος. Το Κόμμα κάνει τώρα τη δουλειά αυτή. Δεν πρέπει να μας κάνει δισταχτικούς το γεγονός ότι η Αντίδραση θα θελήσει να χρησιμοποιήσει την κριτική των λαθών μας για να μας βλάψει. Πάντα το κέρδος θα ’ναι ασύγκριτα πιο μεγάλο απ’ τη ζημιά. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά κάθε προσπάθεια για αντικομματική χρησιμοποίηση και κάθε απόπειρα διαστρέβλωσης και αποπνιγμού της κριτικής και αυτοκριτικής στο Κόμμα μας.

Η πρώτη δουλειά γίνεται από στοιχεία που διώχτηκαν απ’ το Κόμμα ή που κάνουν επίθεση ενάντια στο Κόμμα. Πάρτε τον Βαφειάδη. Έκανε 25 χρόνια στο Κόμμα. Έκανε ανώτερο και ανώτατο στέλεχος στο Κόμμα, καθοδηγητής οργανώσεων, μέλος της ΚΕ και του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Πουθενά, ποτέ, ούτε μια φορά απ’ όλες αυτές τις θέσεις δε θυμήθηκε την κριτική και την αυτοκριτική, παρά το ότι το Κόμμα πάλευε για ν’ αναπτύξει στο ΚΚΕ την κριτική και αυτοκριτική. Ποτέ δε χρησιμοποίησε, δεν έμπασε ο Βαφειάδης στη δουλειά του την κριτική και ποτέ δε γνώρισε την αυτοκριτική. Δεν μπορεί να μας δείξει ούτε ένα μέλος του Κόμματος, ούτε έναν ΕΠΟΝίτη που να τους διαπαιδαγώγησε στο πνεύμα της κομματικής κριτικής και αυτοκριτικής. Για τον Βαφειάδη δεν υπήρξε ποτέ κριτική και αυτοκριτική. Ούτε και τα καταλάβαινε αυτά τα πράγματα. Πότε τα θυμήθηκε; Όταν νόμισε ότι μπορεί να δαγκώσει το ΚΚΕ. Μα έσπασε τα δόντια του. Πάρτε τον Παρτσαλίδη. Το Κόμμα δε γνώρισε ακόμα τέτοια αντικομματική διαστρέβλωση, παραποίηση, ευνουχισμό, νόθευση και στραγγαλισμό της κριτικής και της αυτοκριτικής. Δε μιλάμε για τους Καραγιώργη και Αποστόλου, στραγγαλιστές της φωνής της βάσης. Ώστε πρέπει να προφυλάξουμε το ΚΚΕ από τέτοια άμβλυνση και διαστρέβλωση του όπλου μας της κριτικής και αυτοκριτικής. Μα ο κίνδυνος ο κύριος στον τομέα αυτό δεν έρχεται απ’ την πλευρά αυτή. Γιατί το Κόμμα σχετικά εύκολα αναγνωρίζει τους τέτοιους φορείς της διαλυτικής δουλειάς. Αυτοί είναι γέννημα όσων «περιβάλλουν το προλεταριάτο απ’ όλες τις μεριές με τη μικροαστική αναμπουμπούλα, το ποτίζουν μ’ αυτήν, το διαφθείρουν μ’ αυτήν, προκαλούν διαρκώς μέσα στο προλεταριάτο υποτροπές μικροαστικής έλλειψης χαρακτήρα, κατάτμησης, ατομικισμού, μεταπτώσεων απ’ τον ενθουσιασμό στη μελαγχολία. Χρειάζεται ο πιο αυστηρός συγκεντρωτισμός και πειθαρχία μέσα στο πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου για ν’ αντεπεξέλθει σ’ αυτό, για να ασκηθεί σωστά ο οργανωτικός ρόλος του προλεταριάτου (και αυτός είναι ο κύριος ρόλος του), να ασκηθεί με επιτυχία, νικηφόρα.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 25, σελ. 190-191.)

Ο κύριος κίνδυνος στον τομέα αυτόν έρχεται σήμερα από άλλη πλευρά. Είναι όλοι αυτοί που στα λόγια παραδέχονται και χαιρετίζουν με ενθουσιασμό την ανάπτυξη της κριτικής και αυτοκριτικής, ενώ στην πραγματικότητα την πνίγουν, την σκοτώνουν, χωρίς να ’ναι εύκολο να βρεις το φονιά. Ακόμα και τώρα στις τοπικές Συνδιασκέψεις, ακόμα και ανώτατα κομματικά στελέχη μέσα σ’ αυτές τις Συνδιασκέψεις, παραβιάζοντας κατάφωρα και ασύστολα την κομματική γραμμή, πνίγουν τη φωνή της βάσης, την κριτική και τις διαμαρτυρίες απ’ τα κάτω, και αυτό ενώ ο αντιπρόσωπος του ΠΓ ήταν παρών. Μπορεί κανένας να φανταστεί τι γίνεται ή τι μπορεί να γίνεται παρακάτω.

Ορισμένοι σκέφτονται έτσι: Εγώ στέκομαι ψηλά, η αυτοκριτική και η κριτική είναι μόνο για τους άλλους. Άλλοι θα αντιδράσουν συνειδητά, γιατί με την κριτική απ’ τα κάτω θα βγουν στη φόρα οι βρομιές τους. Άλλοι θα πάνε να γραφειοκρατικοποιήσουν την κριτική και αυτοκριτική: Μόνο στα λόγια, για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια και τίποτα άλλο. Άλλοι δεν καταλαβαίνουν το πραγματικό νόημα της εκστρατείας του Κόμματος στον τομέα αυτό και το θεωρούν επεισοδιακό και πρόσκαιρο φαινόμενο. Πολλοί, κυρίως απ’ τη βάση, επειδή δε θα βρίσκουν ενθάρρυνση και παρότρυνση ή επειδή θα βλέπουν ότι οι κριτικές παρατηρήσεις τους δεν αρέσουν στους «πιο πάνω» γιατί θίγουν τις παρανομίες τους, την αλληλοκάλυψη, τις οικογενειακότητες, τα στραπάτσα αυτών των «πιο πάνω», θα κλείσουν το στόμα τους και θα χωθούν στο καβούκι τους: Εγώ θα βγάλω το φίδι απ’ την τρύπα;

Τα εμπόδια, λοιπόν, που έχουμε να σπάσουμε και να παραμερίσουμε για να γίνει η αυτοκριτική και κριτική -απ’ τα πάνω ως τα κάτω και αδιαφορώντας για τα πρόσωπα, τις θέσεις και τα πόστα τους- καθεστώς στο Κόμμα, για να ’ναι στο Κόμμα όχι μουσαφίρηδες και περαστικοί, μα γόνιμο και καρποφόρο κλίμα που θα πνίγει κάθε παρανομία και θα τρέφει το γερό πνεύμα σαρώματος κάθε στραβού και ξένου και προώθησης και ανάδειξης κάθε ικανότητας, τα εμπόδια που έχουμε να γκρεμίσουμε και να σαρώσουμε για να γίνουν όλα αυτά είναι πολλά, πάμπολλα. Χρειάζεται πολύχρονη, ακούραστη, αδιάκοπη, συστηματική δουλειά, χρειάζεται ανασκούμπωμα, πολύς ιδρώτας και χρόνος πολύς για να αλλάξουμε βαθιά τα πράγματα και να φτάσουμε σε κατάσταση όπου ο κάθε κατεργάρης θα μπαίνει στον πάγκο του. Όπου η κατάπνιξη της αυτοκριτικής και κριτικής δε θα ’ναι ανεχτή, δε θα μπορεί να σταθεί σε χλωρό κλαρί. Όπου η βάση, τα απλά μέλη του Κόμματος θα ’χουν μάθει να λένε τη γνώμη τους για πρόσωπα και πράγματα χωρίς να παίρνουν υπόψη τους πόστο και θέση, θα την λένε θαρραλέα γιατί αυτό επιβάλλει το συμφέρον του ΚΚΕ και του αγώνα. Θα την λένε τη γνώμη τους δίχως φόβο και δισταγμό, ανοιχτά και σταράτα, γιατί αυτοί είναι το αφεντικό στο Κόμμα και έχουν υποχρέωση να βοηθάν κι αυτοί, όσο μπορούν, να διορθώνονται τα λάθη, να ξεπερνιούνται οι αδυναμίες και οι ελλείψεις.

Θα χρειαστεί πολύς καιρός για να φτάσουμε αυτού. Μα δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα φτάσουμε. Ο Λένιν μάς διδάσκει: «Όλα τα επαναστατικά κόμματα που ως τα τώρα χάθηκαν, χάθηκαν γιατί μεγαλοπιανόντουσαν και δεν μπορούσαν να βλέπουν πού βρίσκεται η δύναμή τους και φοβόντουσαν να μιλάν για τις αδυναμίες τους. Μα μεις δε θα χαθούμε γιατί θα φοβόμαστε να μιλάμε για τις αδυναμίες μας και θα μάθουμε να υπερνικούμε την αδυναμία.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ. 27, σελ. 260-261.)

Όσο το ΚΚΕ θα μένει πιστό στο λενινισμό δε θα χαθεί ποτέ.

Ενδέκατο: Πιο ψηλά πρέπει να σηκώσουμε στο Κόμμα μας το επίπεδο της διαπαιδαγώγησης των μελών, ολόκληρου του ΚΚΕ στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτό απαιτεί σαν προκαταρκτική προϋπόθεση την αδιάκοπη και αμείλιχτη πάλη ενάντια στο μεγαλοελλαδίτικο σοβινισμό, ενάντια σε κάθε εθνικιστική παρέκκλιση και εκδήλωση. Όπως ο λαός μας είναι πλημμυρισμένος από άδολη αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τη Ρωσία και τον Στάλιν, έτσι και το ΚΚΕ έμεινε πάντα πιστό στην Οχτωβριανή Επανάσταση που το γαλούχησε, στο Μπολσεβίκικο Κόμμα και το μαρξισμό-λενινισμό, στον Λένιν και στον Στάλιν που μας έθρεψαν και μας άντρωσαν.

Τη δύναμή μας την στηρίζουμε στη δύναμη του μπολσεβικισμού. Αυτή ανάδειξε το ΚΚΕ σε ηγέτη της εργατιάς και όλου του εργαζόμενου λαού της Ελλάδας. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα πάντα μας βοήθησε και μας στήριξε. Να γιατί η αφοσίωσή μας σ’ αυτό είναι απεριόριστη. Να γιατί όποιος θέλει να χτυπήσει το ΚΚΕ χτυπά τους αδιάρρηκτους δεσμούς του με τον μπολσεβικισμό. Να γιατί όσο στερεώνουμε και σφίγγουμε τους δεσμούς αυτούς, όσο μένουμε πιστοί στον προλεταριακό διεθνισμό τόσο χαλάμε τα σχέδια όλων των εχθρών του ΚΚΕ.

* * *

Η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ θα συγκεφαλαιώσει, θα συμπερασματοποιήσει, θα κλείσει δέκα χρόνια αγώνων του Κόμματός μας, του λαού μας. Και το πολιτικό θάρρος και η ρωμαλέα κριτική, που χαρακτηρίζουν τη δεκάχρονη αυτή ανασκόπηση, δείχνουν πόσο άντρωσε, αποδείχνουν ότι το ΚΚΕ είναι ώριμο να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Φυσικά, ο Παρτσαλίδης μπορεί να βγει και να μας πει ότι ο σάλος, η φωτιά που πήγε να ανάψει κάνουν καλό γιατί ανασάλεψαν τα νερά και κινήθηκαν τα αίματα. Δεν πρόκειται να ξεγελάσει κανέναν. Το Κόμμα ξεσηκώθηκε σύσσωμο για ν’ αποτρέψει το κακό που ο Παρτσαλίδης πήγε να κάνει με την αντικομματική, οπορτουνιστική και φραξιονιστική επίθεσή του. Κατά συνέπεια, το καλό στην εκδήλωσή του είναι ανύπαρκτο. Το καλό βρίσκεται στο ότι το ΚΚΕ ενιαίο και αποφασιστικό απόκρουσε το κακό που ο Παρτσαλίδης πήγε να κάνει.

Αυτό δίνει και το μέτρο της δυναμικότητας του ΚΚΕ. Δείχνει ότι την πολυκέφαλη και ποικιλόμορφη Αντίδραση, που ξεσηκώνεται να μας δαγκώσει και που ασφαλώς θα πάει να χρησιμοποιήσει και το καινούργιο οπορτουνιστικά φραξιονιστικό μάζεμα για να μας δαγκώσει ακόμα πιο πολύ, θα την αντιμετωπίσουμε μόνο με τη μονολιθική, την ατράνταχτη ενότητά μας. Μονολιθική ενότητα, κρυστάλλινη διαύγεια σκέψης, πολιτικής, δράσης, στήριγμα στον μπολσεβικισμό.

Όποιος συνωμοτεί και υποσκάπτει την ενότητα του ΚΚΕ δεν έχει θέση σ’ αυτό.

Κρατάμε και μεις ένα ταμπούρι, έναν τομέα -ας είναι μικρός- στο παγκόσμιο μέτωπο του κομμουνισμού, ενάντια στην κεφαλαιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό, ενάντια στο μοναρχοφασισμό, την ντόπια πλουτοκρατία, την αμερικανοκρατία.

Η νίκη μας εξαρτιέται απ’ το αν το κάθε ξεχωριστό μέλος του ΚΚΕ, ο κάθε κουκουές -σ’ όσο μικρό τομέα και αν δουλεύει- αν παλεύει σαν πρωτοπόρος αγωνιστής. Πρωτοπόρος σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και δράσης, στο ιδεολογικό μέτωπο, στους πολιτικούς αγώνες, στις οικονομικές μάχες, παντού διαφωτιστής του λαού, εμπνευστής, οργανωτής και καθοδηγητής των αγώνων, μικρών και μεγάλων, ιδεολογικών, οικονομικών, κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών, ένοπλων είτε όχι. Μόνο στηριγμένο σε πρωτοπόρους φωτισμένους μαχητές-μέλη, κουκουέδες-αγωνιστές, το ΚΚΕ, σαν κόμμα της εργατιάς και όλου του εργαζόμενου λαού, θα κατοχυρώσει ατράνταχτα και την υπεροχή και ηγεμονία του, γκρεμιστής του παλιού και φωτοδότης δημιουργός της νέας λαϊκο-δημοκρατικής, σοσιαλιστικής Ελλάδας.

«Η επαναστατική εποχή για τη σοσιαλδημοκρατία (τον κομμουνισμό σήμερα, Ν. Ζ.) είναι το ίδιο όπως και οι πολεμικοί καιροί για το στρατό.» (Λένιν, Άπαντα, τόμ.7, σελ. 148.)

Τέτοια εποχή ζούμε και εμείς τώρα. Και η επαναστατική εποχή θέλει τους άξιους εκπροσώπους της. Είναι για την Ελλάδα οι κουκουέδες, η ελληνική στρατιά του Λένιν και του Στάλιν.

«Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε άνθρωποι ξεχωριστής φτιαξιάς. Είμαστε καμωμένοι από ξεχωριστό υλικό. Είμαστε εκείνοι που αποτελούμε το στρατό του μεγάλου προλεταριακού στρατηλάτη, το στρατό του σύντροφου Λένιν. Δεν υπάρχει τίποτε πιο υψηλό απ’ το όνομα του μέλους του Κόμματος που δημιουργός και καθοδηγητής του είναι ο σύντροφος Λένιν. Δεν είναι ο καθένας άξιος να ’ναι μέλος τέτοιου Κόμματος. Δεν μπορεί ο καθένας να αντέξει στις αναποδιές και τις μπόρες που συνδέονται με το να ’σαι μέλος σε τέτοιο Κόμμα. Παιδιά της εργατικής τάξης, παιδιά της ανέχειας και της πάλης, παιδιά ανήκουστων στερήσεων και ηρωικών προσπαθειών, να ποια, πριν απ’ όλα, πρέπει να ’ναι μέλη τέτοιου Κόμματος.» (Στάλιν, Όρκος στον Λένιν.)

Χιλιάδες πολλές κουκουέδες, άξιοι στρατιώτες του Λένιν, δώσαν τη ζωή τους για την υπόθεση του κομμουνισμού. Χιλιάδες μελλοθάνατοί μας παραμένουν σα βράχοι ακλόνητοι, πιστοί στρατιώτες του Λένιν, αιχμάλωτοι του μοναρχοφασισμού. Δεκάδες χιλιάδες ανάπηροι και τραυματίες, φυλακισμένοι και εξόριστοι, όλοι τιμημένοι ήρωές μας δώσαν και δίνουν το αίμα τους και τη ζωή τους για την παγκόσμια υπόθεση του Λένιν. Και εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες του, άλλοι με τ’ όπλο, άλλοι με το σφυρί, το δρεπάνι, την πένα στο χέρι, σχηματίζουν το στρατό του Λένιν στην Ελλάδα.

Το ΚΚΕ φύτρωσε απ’ το λαϊκό στεναγμό και ρίζωσε στην ψυχή των πληβείων και των ειλώτων της αστοτσιφλικάδικης και αμερικανοκρατούμενης σήμερα Ελλάδας, η ελπίδα και το οδηγό αστέρι της νεοελληνικής αναγέννησης και λευτεριάς. Με τον επαναστατικό αγώνα το ΚΚΕ μετατρέπει και αναδείχνει τους πληβείους και τους είλωτες αυτούς σε λεύτερους αγωνιστές για μια λεύτερη, λαοκρατούμενη σοσιαλιστική Ελλάδα.

Καμιά προδοσία και καμιά λιποταξία δεν το κλονίζει. Όσο διώχνει τους απαρνητές και αποστάτες, τόσο καθαρίζεται και δυναμώνει.

Πιο ψηλά τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού!

Πιο ψηλά τη σημαία του Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν!

Και η Νίκη θα ’ναι μόνο δική μας!

Περιοδικό Νέος Κόσμος, τ.9/1950


0 Responses to “Ν. Ζαχαριάδης: Δέκα χρόνια πάλης. Συμπεράσματα-διδάγματα-καθήκοντα”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


2ο συνέδριο ΚΝΕ 3η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ 5ο συνέδριο ΚΝΕ 7η Ολομέλεια (1950) 9ο συνέδριο ΚΚΕ 10ο συνέδριο ΚΚΕ 12ο συνέδριο ΚΚΕ 15ο συνέδριο ΚΚΕ Άρης Βελουχιώτης Αλλαγή Αριστερό Ριζοσπαστικό Μέτωπο Β' Πανελλαδική Γκορμπατσόφ Γράψας ΔΑΠ-ΟΝΝΕΔ ΔΣΕ Δεκεμβριανά ΕΑΜ ΕΑΡ ΕΔΑ ΕΕ ΕΚΟΝ ΡΦ ΕΛΑΣ ΕΟΚ ΕΣΣΔ Εθνική Αντίσταση Εμφύλιος Πόλεμος Ενιαίο Μέτωπο Πάλης Κ. Καραγιώργης ΚΓΑΝΕ ΚΚΕ ΚΚΕ εσ.-ΑΑ ΚΚΕ εσωτ. ΚΝΕ ΚΝΕ-ΝΑΡ Κοινό Πόρισμα Κύρκος Μ. Βαφειάδης Μακεδονικό Ν. Ζαχαριάδης ΝΑΡ Νέα Δημοκρατία ΟΚΝΕ Οικουμενική Οκτωβριανή Επανάσταση ΠΑΣΟΚ Πανσπουδαστική σ.κ. Περεστρόικα Πολυτεχνείο Πραγματική Αλλαγή Ρήγας Φεραίος Στάλιν Στόχοι του Έθνους Συμφωνία της Βάρκιζας Συνασπισμός Τίτο Τζανετάκης Φαράκος Φλωράκης Χούντα αντιπολεμικό κίνημα αντιφασιστική πάλη εκλογές 1946 εξωκοινοβουλευτική αριστερά εργατικό κίνημα εσωκομματική δημοκρατία ευρωκομμουνισμός θεωρία των σταδίων ιμπεριαλισμός μ-λ ρεύμα μορατόριουμ νεολαιίστικο κίνημα συνέδρια ΚΚΕ τροτσκιστές φοιτητικό κίνημα

Blog Stats

  • 39.718 hits

Γράψτε το e-mail σας για παίρνετε μήνυμα για τα νέα κείμενα που αναρτηθούν στο 21aristera.

Μαζί με 17 ακόμα followers


Αρέσει σε %d bloggers: